Ευχαριστούμε Σπύρο.
Πολύ ωραίο.
Νίκος

On 26/11/2013, Σκορδίλης Σπύρος <[email protected]> wrote:
> Γορτυνία - Βιώματα και Αναμνήσεις
> Παρασκευή, 13 Σεπτεμβρίου 2013Το ξύδι της Κάτσιαινας
> Του Βαγγέλη Κ Χριστόπουλου
> Αναδημοσίευση πηγή: Μυγδαλιά Αρκαδίας
>
> Είχαν δικά τους αμπέλια σε δυο τρείς μεριές, κάτι μακρινάρια κοντά προς τα
> Κερπινιώτικα. Ήσαν νοικοκυραίοι άνθρωποι με τα όλα τους. Καλλιεργούσαν
> αμπέλια και χωράφια ακούραστα. Το κρασί το κουβάλαγαν στο κελάρι τους με
> μουστιές και το έριχναν στα μεγάλα βαγένια που ήσαν αράδα - αράδα στον
> δροσερό αυτό χώρο.
> Είχαν ποτιστικά χτήματα στον κάμπο, χωράφια στην Περαμεριά, στο Διχαλωτό,
> στα Σελά, στην Καρέκη και αλλού.
>
> Η Κάτσιαινα πηγαινοερχόταν σε όλες τις δουλειές, χωρίς να νοιώθει κούραση.
> Ήταν γεροδεμένη και ψηλή γυναίκα, όμορφη που μάγεψε τον Κάτσια-Ανάστο και
> την παντρεύτηκε για την ομορφιά της!
> Ήταν αφοσιωμένη μάνα και λαχταρούσε να φροντίζει τα παιδιά της, όταν
> γυρνούσαν από το παιγνίδι στο σπίτι βρόμικα, με γδαρμένα πόδια και πληγές.
> Σάματι είχε γεννήσει και λίγα; Δέκα τέσσερες γέννες έκανε! Μα και τα
> συγγενικά της παιδιά, παιδιά της τα ένοιωθε. Τις ίδιες ημέρες που γεννήθηκε
> η κόρη της η Ξιοξιώ, γεννήθηκαν η Θιοφάνη του Κούφη και η Μαριγώ του
> Σταμίρη. Τις βύζαινε και τις τρείς μαζί, γιατί οι μανάδες τους δεν είχαν
> γάλα.
> Όπου έβλεπε άδικο, μάλωνε. Μόλογο έμεινε με το χαστούκι που έδωσε στον
> Μπαρούνοκώστα κοντά στον πλάτανο της εκκλησιάς. Η Σταμιροβαγγελιά ήταν
> ανιψιά της και είχε αφήσει τα πρόβατά της στο χωράφι του Μπαρούνη που ήταν
> πάνω στ' αμπέλια, « Στη Μπαρουναίϊκη χούνη». Εκείνος θεώρησε καλό να την
> μαλώσει και ίσως να την χαστούκισε κιόλας .
> Η Κάτσιαινα τότε πήρε τον νόμο στα χέρια της και ανταπέδωσε το χαστούκι!.
>
> Τη γριά Κάτσιαινα την θυμάμαι μια φορά που πήγα να πάρω ξύδι. Άνοιξε την
> πόρτα του σπιτιού της, όταν την χτύπησα, της έδωσα ένα ή δύο αυγά και με
> οδήγησε στο κελάρι.
> Κατεβήκαμε τα έξι ή εφτά πελεκητά όμορφα σκαλιά, που υπάρχουν ακόμη σήμερα
> και με συγκινούν. Γέμισε το μπουκάλι με ξύδι και μου το έδωσε.
> Ακόμη αυτή η δυνατή μυρουδιά του ξιδιού είναι στην μύτη μου και το δάκρυ στα
> μάτια μου. Δεν χρειάζεται όμως να θυμάμαι πολλά. Σήμερα που είδα το σπίτι
> τους, η θέα του, τα μαρτυράει όλα.
> Είναι ένα μεγάλο παραλληλόγραμμο πέτρινο σπίτι, με καλοδιατηρημένα πελεκητά
> αγκωνάρια, με συμμετρικές όμορφες καμάρες, πάνω στα πολλά παράθυρα και τις
> πόρτες. Στην δεξιά πλευρά στέκει ο φούρνος και περίπου στο κέντρο η πέτρινη
> σκάλα που οδηγεί στο κελάρι. Μέσα είναι απομεινάρια εκείνης της εποχής:
> βαγένια, κιούπια, στρίφλες, λάμπες πετρελαίου και λογής-λογής μόμιλα που
> προδίδουν την αξιοσύνη και νοικοκυροσύνη του γέρο Κάτσιου και της γριάς
> Κάτσιαινας.
> Στο ανώγειο σπίτι, υπάρχουν κασόνια, μπαούλα ντυμένα με λαμαρίνες, όπως τα
> 'φτιαχναν κείνη την εποχή, όλα τα σύνεργα του νοικοκυριού, σκαφίδια,
> λεβέτια, τραπέζια, πλαστήρια αργαλιός με όλα τα παρελκόμενα και ό,τι μπορείς
> να φανταστείς που σου φέρνουν στην μνήμη σου περασμένα μεγαλεία.
>
> Δεν γράψαμε όμως τίποτα για τον γέρο Κάτσιο. Οι σκιτσογράφοι του χωριού μας
> στο μυαλό τους τον παρουσιάζουν κοντόχοντρο, με μαθηματικό κεφάλι, με το
> παντελόνι του ξέζωτο και πεσμένο λίγο κάτω από την μέση . Εξ ού και η
> έκφραση « Ζώσου ρε! που είσαι σαν τον Κάτσιο». Είχε φαρδιές πλάτες, μικρό
> μουστάκι έκφραστικό πρόσωπο. Ήταν δυναμικός , χορατατζής, πολύ έξυπνος και
> άριστος νοικοκύρης.
>
> Ενδεικτικά αναφέρω τ' αδέρφια του, που ήσαν: Ο Πατέρας του Παπίτσα, Πάνος, ο
> πατέρας του Κατσαφάνα, Γιώργης και ο παππούς του Σταθά, ο Νίκος.
>
> Η Κάτσιαινα ήταν αδερφή του Γεροκομπόλη, του Κούφη και του Σταμίρη.
> Ο Κάτσιος ήταν τετραπέρατος άνθρωπος, όπως είπαμε. Ασκούσε συγχρόνως πολλά
> επαγγέλματα. Είχε μαγαζί, τυροκομειό με τον Γόντικα από τα Μαγούλιανα ,
> χασάπικο και ήταν συγχρόνως και μπαλωματής!.
> Παράλληλα έκανε όλες τις αγροτικές και αμπελουργικές εργασίες!
> Σε ένα παλιό βιβλίο οφειλετών του έγγραφε: Μπουρέκας, μια οκά κρέας από
> γουρούνα, μια φόλα στο παπούτσι κλπ. Ήταν αστείος, όπως είπαμε, ευχάριστος
> και καταφερτζής.
>
> Όταν τα 'φτιαναν να παντρευτεί η κόρη του η Ξιοξιώ με τον Κελεπούρη (Δήμο
> Πολυχρονόπουλο ξάδερφο του Σειρήνη), οι συμπέθεροι ζήταγαν πολλή προίκα.
> Τότε λοιπόν είπε στην γριά του:
> __Γριά, άνοιξε τις πόρτες πλατιά- πλατιά να μη βαρέσουν οι συμπέθεροι που θα
> φύγουν.
> Μιας και αναφέραμε μερικά από τ' αδέρφια του, θα θυμίσω και μερικά από τα
> παιδιά τους όπως μου τα είπαν οι.. ληξίαρχοι.
>
> Παιδιά τους ήσαν: η Ξιοξιώ {Αλεξάνδρα το βαφτιστικό της], που είναι και η
> μόνη που τη θυμάμαι πολύ καλά, η Γιωργιά, ο Γιώργης, ο Κώστας, Νίκος,
> Γιάννης, Μήτσιος...
>
> Ξέφυγα όμως από τον αρχικό μου στόχο που είναι το ξύδι της γρια-Κάτσιαινας.
> __Άστα γριά, μου φαίνεται το κρασί πήρε μυρουδιά! Σαν να ξινίζει λίγο!
> __Πως έγινε γέρο; Τι έφταιξε;
> __Ξέρω τι έφταιξε, μου κοίτα να πιάνεις κρασί για να πουλάς από το μεγάλο
> Βαγένι. Ότι γλυτώσουμε. Αν ξινίσει πολύ, θα χάσουμε διακόσιες πενήντα
> μπότσες κρασί!.
> __Γέρο, δεν κατεβαίνουμε στο κελάρι να το δοκιμάσουμε; Μπορεί έτσι να σου
> φαίνεται από την έννοια σου.
>
> Αυτό έκαναν. Δοκίμασαν και ξανά δοκίμασαν, μέχρι που πείσθηκαν ότι το κρασί
> είχε πάρει ελαφρά υπόξινη μυρουδιά. Ο γέρος δεν κόταγε να ενοχοποιήσει τη
> γριά, ότι άφησε τον πάνω πίρο ανοιχτό και στο κρασί μπήκε μέσα αέρας και
> ξίνισε!.
> Ήταν ζόρικη η γριά ,δεν αστειευόταν.
>
> Μετά από λίγο καιρό, αφού πουλήσανε και μισοτιμής μάλιστα πολύ κρασί και με
> το ξύλινο κατοσταρικάκι του κέρναγε αβέρτα τους κρασοπότες της εποχής του,
> μια ξινίλα είχε γεμίσει το υπόγειο!
> __Γριά, έσπασε κει που δεν κράταγε! Πάει το κρασί, ξίνισε! της είπε.
> __Γέρο, εσύ έχεις τις δικές σου δουλειές, του είπε σοβαρά - σοβαρά. Με το
> ξίδι και το κρασί δεν θέλω ν' ανακατεύεσαι πλέον. Κοίτα το τυροκομειό σου,
> το μαγαζί και το χασάπικο και όπου μπορώ θα σε βοηθάω. Ο γέρο Κάτσιος, από
> τότε, με την υπόδειξη της γριάς του, φρόντιζε το μπακάλικο, να έχει
> εμπορεύματα και να μη χάνει την πελατεία. Πήγαινε στην Τρίπολη κάθε τόσο, με
> μια φοράδα Ντοριά που είχε, την φόρτωνε τα χρειαζούμενα και γύριζε.
>
> Για τις ανάγκες του χασάπικου είχε και δικά του γουρούνια στο χωράφι του,
> στα Σελά. Βόσκανε χορτάρια και βελάνια και όταν μεγάλωναν τα έσφαζε και
> πούλαγε το κρέας. Με το τομάρι τους έκανε τα γουρνοτσάρουχα!...
>
> Μια μέρα, γυρίζοντας ο γέρος της στο σπίτι, από κάποια δουλειά, του είπε τα
> νέα η γριά του.
> __Γέρο, έμαθες τα νέα; Η κόρη της Τσίραινας γέννησε κοριτσάκι!.
> __Και στέκεσαι ακόμα εδώ; Δεν πήγες στη λεχώνα;
> __Με περιμένουν γέρο, να πάω να δώσω ορμήνιες. Όπου να 'ναι βραδιάζει και
> άργησα να πα. Βλέπεις περίμενα την αφεντιά σου να έρθεις.
> Έβαλε μια χούφτα μύγδαλα στην τσέπη της για φίλεμα και σε ένα τσακόνι έβαλε
> λίγο καθάριο αλεύρι και ένα μπουκαλάκι ξίδι, για να φτιάξουν στη λεχώνα
> τριφτιάδες, να ρουφήξει και να αναζουπήσει η γυναίκα. Σε τέτοια ήταν πρώτη.
> Όταν το μάθαινε, έτρεχε να βοηθήσει, να συνδράμει, να ορμηνέψει.
> __Γριά, όλα φτούνα τ' αλεύρια έβαλες;
> __Μη μαλώνεις γέρο, τρείς καυκιές τριφτιάδες γίνονται, να φάει η λεχώνα να
> φέρει γάλα. Με τι να κάνει η γυναίκα γάλα, να βυζάξει το παιδί, ξέρεις;
> __Ποια με τις τριφτιάδες θα κατεβάσει γάλα;
> __Ου! Με τις τριφτιάδες σαν καταρράχτης θα φέρει γάλα.
> Ήταν βράδυ που έφτασε στης Τσίραινας το σπίτι. Τα σπίτια τους δεν ήταν
> μακριά. Από τη δική της κατωγόπορτα έβλεπε την εμπατή και το πίσω μέρος του
> σπιτιού της Τσίραινας.
> Χτύπησε την πόρτα, της άνοιξαν και την προσκάλεσαν να μπει μέσα. Μα κείνη
> ήξερε, με την δύση του ήλιου δεν μπαίνουν στο σπίτι της λεχώνας , να μην την
> πιάσουν, έξω από δω, αερικά και δαιμονικά και αρρωστήσει!
> Ευχήθηκε στη θεια της λεχώνας, που της άνοιξε την πόρτα , «σιδεροκέφαλη και
> να ζήσει το κοριτσάκι». Έδωσε το αλεύρι και το ξύδι και δεν παρέλειψε να
> ορμηνέψει τη θεια, να πλύνει με λίγο ξύδι σε χλιαρό νερό το παιδάκι. Στην
> πόρτα ήρθε και η μάνα Τσίραινα και παρακαλούσε την γριά Κάτσιαινα να μπει
> μέσα.
> __Έλα μέσα, μωρή. Δεν την πιάνει από σένα τίποτα.
> __Κοίτα Κώσταινα, αν η κόρη σου κάνει πυρετό, βρέξε με ξίδι μια μπόλια και
> βάλ' τηνε στο κούτελό της. Μια δυο φορές.. θα της φύγει ο πυρετός. Όλοι
> άκουγαν με εμπιστοσύνη τις οδηγίες και τα γιατρικά της.
> Είναι τόσα που ξεχάστηκαν και άλλα που κοντεύουν να ξεχαστούν, με το πέρασμα
> του χρόνου! Το ξίδι της γριάς Κάτσιαινας καλά κρατάει . Έρχεται στη θύμησή
> μου κείνο το γιόμα. Το θυμάμαι σαν να είναι τώρα.
> __Σήκω παιδάκι μου, να πας στη γριά Κάτσιαινα. Να! πάρε κι ένα αυγό και το
> μισοκαδιάρικο μπουκάλι να φέρεις ξύδι, να ρίξουμε στις φακές να νοστιμίσουνε
> και να φάμε σαν φαμελιά που θα μαζευτούμε.
>
> Η χρήση του ξυδιού και η ωφέλεια για την υγεία και την καθαριότητα, είχε
> πολυσυζητηθεί από την γριά Κάτσιαινα. Διαφήμιζε το ξύδι της σε όλες τις
> γειτονιές που ερχόταν να κουβεντιάσει με τις γυναίκες .
> Ένα κόψιμο έπιασε την γρια Αντρίκαινα και κόντεψε να το κόψει το πέταλο, αν
> δεν ήταν η γριά Κάτσιαινα να της δώσει ένα ποτήρι νερό με ξίδι.
> __Το ξίδι με έσωσε έλεγε και ξανάλεγε, στις γειτόνισσές της. Δεν είδατε οι
> φακές πως νοστιμίζουν και σ' ανοίγει η όρεξη;
> __Και ο πατσάς χωρίς ξύδι δεν γίνεται, και οι βορβοί ξύδι θέλουν, συμπλήρωσε
> η Γκαρλοπαναγιώτα, και συνέχισε: και του Χριστού ξύδι του δώκανε και
> στυλώθηκε η καρδούλα του.
> __Όποιος θυμώνει, ξύδι της Κάτσιαινας θέλει, για να ξεθυμώσει, ξαναείπε η
> Αντρίκαινα, και όλες που ήσαν μαζεμένες γέλασαν.
>
> Η ζήτηση ήταν πολύ μεγάλη, γιατί η γριά Κάτσιαινα δεν έλεγε μόνο όσα καλά
> ήξερε για το ξύδι, αλλά και όσα φανταζότανε. Έλεγε το ξύδι, σκοτώνει τα
> μικρόβια, απολυμένη τα κάθηκα του τυροκομειού, γυαλίζει τα λεβέτια, τα
> τετζέρια. Ακόμα παρότρυνε τις γυναίκες να ξεβγάζουν το κεφάλι τους με
> νερόξιδο να φωτήσει και να ψοφήσουν οι ψείρες και οι κονίδες. «Γυναίκες,
> βάλτε ξύδι παντού αν θέλετε να έχετε καθαριότητα και απολύμανση».
> Στην πλατεία τις απογευματινές ώρες, πέρα δώθε σουλατσάριζαν καμαρωτοί οι
> άνδρες του χωριού. Ο ένας πείραζε τον άλλον, χασκογελούσαν, κουβέντιαζαν και
> έλυναν τα προβλήματα που είχαν.
> Το κύριο θέμα τους ήταν οι αγροζημιές. Τίνος πρόβατα ή γίδια μπήκαν στα
> σπαρτά, στα αμποδεμένα λιβάδια. Ποια μέρα ήταν δικάσιμος, πόσοι οι
> κατηγορούμενοι, ποίοι ήσαν μάρτυρες, πόσο αυστηρός ήταν ο Ειρηνοδίκης και
> πόσοι προβλέπεται αυτή την φορά να δικαστούν...
> Άκουγες καυγάδες, μαλώματα, βρισιές και θυμούς πολλούς, προς ευχαρίστηση
> άλλων..
> __Μη θυμώνεις που στα λέω στα ίσια! έλεγε ο Πίκουλας στο Ντίνο. Θα με κάνεις
> να θυμώσω κι εγώ περισσότερο. Τα πρόβατά σου μου κάνανε ζημιά. Θα πας
> κατηγορούμενος!.
>
> Η γριά Κάτσιαινα έβαζε στο μικρό τσουκαλάκι της ξύδι και ανέβαινε τακτικά
> στον πλάτανο, που είναι μπροστά στου παπα-Πάνου το σπίτι. Ειδικότερα όταν
> υπήρχε κόσμος στην πλατεία.
> Ακούμπαγε το τσουκάλι κατάχαμα και από το τραστιούλι της, που είχε στο ώμο,
> έβγαζε το ξύλινο κατοσταρικάκι.
> Την πρώτη φορά που την είδαν με τα συμπράγκαλά της, παραξενεύτηκαν και τη
> ρώτησαν:
> __Ξύδι πουλάς ευτού θεια;
> __Όχι παιδάκι μου, απαντούσε. Το δίνω τζάπα σ΄αυτούς που θυμώνουν και
> μαλώνουν.
>
> Δεν τόλμαγαν να μαλώσουν , ούτε και να θυμώσουν . Τα πειράγματα και τα γέλια
> ήταν πιο δυνατά. Η ίδια διαφήμιζε το ξίδι της και σταμάταγε τους καυγάδες
> στην γέννησή τους. Μα και όποιος θύμωνε του έδιναν το κατοστάρι με ξίδι να
> ξεθυμώσει.
> Ο Τσίρος ο Κώστας με τον Κουγιοθανάση βολτάριζαν στην πλατεία του χωριού. Ο
> ξιδιασμένος αέρας από τα υπόγεια του Κατσιου,ανέβαινε τον ανήφορο και τους
> γέμιζε τα ρουθούνια.
> __Από της κυρά Ελένης το κατώϊ έρχεται η μυρουδιά, είπε ο Κουγιοθανάσης.
> __Δεν τα 'μαθες τα νέα Θανάση; του είπε ο Κώστας. Το μισό βαγένι με το ξύδι
> της Κάτσιαινας χύθηκε στο κατώϊ. Άκουσα το πρωί που μάλωνε με το γέρο της.
> __Γι αυτό Κώστα, την είδα ξύδι και φαρμάκι που πέρασε φορτωμένη με το βαρέλι
> για τη βρύση. Ούτε καλημέρα δεν είπε.
> __Η γριά, Θανάση, είπε ο Τσίρος, είναι διαβολογυναίκα, καντήρισσα. Θα
> φτιάξει άλλο ξύδι και θα αντικαταστήσει αυτό που χύθηκε. Δεν μένει αυτή
> χωρίς ξίδι.
> __Γέρο, ξεκούτης είσαι μπήτι; Έλεγε στον άντρα της. Ευτυχώς που πρόλαβα το
> κακό. Θα χυνότανε όλο το ξίδι από το βαγένι. Δεν προσέχεις , το μυαλό σου
> δεν ξέρω που είναι.
> __Δεν το κατάλαβα, γριά. Ήφερε, να βάλω μια φόλα στο παπούτσι της, η
> Μαριόλω. Ήταν τα δάχτυλά της όξω απ' το παπούτσι και ξεχάστηκα. Αυτό ήταν
> όλο.
> __Βόηθα γέρο, τώρα να πιάσουμε κρασί , να το ρίξουμε στο ξιδοβάγενο. Έχει
> μπόλικη πυτιά μέσα και σε πεντέξι ημέρες θα έχει γίνει το φρέσκο ξύδι.
> __Έχει μείνει μέσα αρκετό ξύδι και με τη λάσπη που έχει μέσα το βαγένι,
> σύντομα θα έχουμε ξύδι.
> __Πιστεύω γέρο, σε μια βδομάδα να πουλάμε πάλε ξίδι και να μην μείνει ο
> κόσμος έτσι. Αυτό το ξίδι θα είναι πιο δυνατό.
> Πράγματι δεν είχε άδικο. Σε δυο βδομάδες γέμισε ο χώρος μεθυστική μυρωδιά.
> __Ποια γριά, θύμωσες με το λάθος που έκανα και χύθηκε το ξίδι;
> __Να σου ειπώ την αλήθεια γέρο, θύμωσα, λίγο.
> __Κι εγώ γριά, θύμωσα με τις κουβέντες που μου είπες. Προτείνω να πιούμε
> ξύδι να ξεθυμώσουμε και να θυμόμαστε το πάθημά μας. Είπαν και γέλασαν.
>
> Κυριακή πρωί, μετά τη δεύτερη καμπάνα και πριν χτυπήσει η τρίτη, ο γέρο
> Κάτσιος περπάτησε την μικρή απόσταση από το σπίτι του προς την εκκλησία.
> Έκανε στάση έξω από την είσοδο για να 'ρθει η πινογά του από τα σκαλιά και
> τον ανηφορικό δρόμο και εισήλθε εντός αυτής σταυροκοπούμενος.
> Ασπάσθηκε την εικόνα της Παναγίας, έριξε στον δίσκο μια εικοσάρα και άναψε
> δυο κεριά. Ασπάσθηκε εκ νέου την εικόνα της Παναγίας μιας και ήταν άδειο το
> εικονοστάσι και πήγε στο αριστερό αναλόγιο να σιγοντάρει με την φωνή του τον
> ψάλτη .
> Είπε δυο τρείς φορές μόνος του το «κύριε ελέησον» και μουρμούριζε βοηθώντας
> τον μπάρμπα Δήμο, τον ψάλτη. Δεν του επέτρεψε να ειπεί και τούτος κανένα
> τροπάριο. Την περασμένη Κυριακή που συνέψαλαν με τον μπάρμπα Δήμο, του έδωσε
> την ευκαιρία, αλλά ο γέρο Κάτσιος έχασε τον ειρμό του, ύψωσε την λεπτή φωνή
> του και προκάλεσε, κρυφά και φανερά, γέλωτες στο εκκλησίασμα.
>
> Η γριά Κάτσιαινα, βλέποντας τα γέλια και τα πειράγματα των άλλων γυναικών,
> έκαμε παρατήρηση στην γριά Ασήμω, για τον εμπαιγμό που έκανε στον άντρα της.
> Τη φοβέρισε μετά το τέλος της εκκλησίας να την καταχεριάσει.
> Αυτή τη συζήτηση κάλυψε ο Παπα-Κώτσιος . Με τη δυνατή φωνή του, που έψαλε
> τον πεντηκοστό ψαλμό του Δαυίδ. «Έλέησόν με, ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου
> και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου.....»
> Από το θυμιατό, έβγαινε άφθονο θυμίαμα και κάλυψε με την μοσχοβολιά του το
> εκκλησίασμα.
> Τότε συνέβη και τούτο:
> Στο εκκλησίασμα ήταν και η μεγάλη κόρη της γριά- Ασήμως, η Μαριγώ.
> Εισέπνευσε μπόλικο θυμίαμα και με τις αναθυμιάσεις των κεριών, εζαλίσθη και
> ξάπλωσε κατά γης στο πέτρινο δάπεδο της εκκλησίας!.
> __Ξύδι- ξύδι! φώναξε η γριά Ασήμω, που ήξερε τις ευεργετικές ιδιότητές του,
> να μυρισθεί και να συνέλθει από την ζάλη.
> Δεν τόλμησε όμως να το ειπεί απ΄ ευθείας στη γριά Κάτσιαινα, που
> προηγουμένως περιέπαιζε τον άντρα της.
> __Ο Θεός τιμώρησε την ξεδιάντροπιά σου, είπε η γριά Κάτσιαινα στρεφόμενη
> προς την γριά Ασήμω. Η κόρη σου όμως δεν φταίει σε τίποτε. Έλα μαζί μου, στο
> σπίτι, την προσκάλεσε, να πάρεις όσο ξύδι θέλεις.
> Η γριά Ασήμω εύρε πιο εύλογο να καθίσει κοντά στην ζαλισμένη κόρη της και η
> γριά Κάτσιαινα, συνοδευόμενη από νεαρή κοπέλα, ήρθε στο κελάρι και έπιασε
> ξύδι σε μεγάλο μπουκάλι.
> Ωστόσο, έως ότου οι δυο γυναίκες επιστρέψουν με το ξύδι, ο παπάς, έδωσε την
> πεντακοσάρα το κρασί, που έφερε η γριά Κάτσιαινα την προηγουμένη στην
> εκκλησία για την Θεία Μετάληψη.
> Είχε πάρει και το κρασί ελαφρά υπόξινη γεύση και ίσως μετά την εντριβή να
> έκανε καλό στη Μαριγώ.
> Οι δύο γυναίκες δεν άργησαν να επιστρέψουν στην εκκλησία καθ΄ ότι η απόσταση
> ήτο μικρότερη των εκατό μέτρων. Βρήκαν τη Μαριγώ με ανοικτά μάτια. Της
> έβαλαν την μπουκάλα στη μύτη και την προέτρεψαν να μυρισθεί. Με ένα
> κρασοπότηρο της έδωσαν να πιεί μια γουλιά και ελαφρά την έτριψαν στα χέρια
> και τον λαιμό έως ότου η Μαριγώ συνήλθε τελείως και ο παπα-Κώτσιος συνέχισε
> την Θεία Λειτουργία.
> __Το ξύδι της Κάτσιαινας έσωσε το τσιουπί, έλεγαν οι γυναίκες . Όλες πρέπει
> να έχουμε στο σπίτι μας ένα μπουκάλι ξύδι. Είναι γιατρικό και όποια θυμώνει
> να παίρνει δυο κουταλιές ξίδι να συνέρχεται.
>
> Οι δυο τρείς επόμενες ημέρες ήταν γιορτή για την Κάτσιαινα. Όλοι ζητούσαν
> ξύδι! Στα δυο μεγάλα βαρέλια με το ξύδι, ο πίρος άνοιγε συνέχεια, γέμιζε μια
> τέσσα και με το χωνί το μετακόμιζε στα μπουκάλια.
> Ήταν περασμένες δέκα, όταν άκουσαν ρυθμικά και σιγανά το χτύπημα της πόρτας.
> __Σήκω γριά, να ιδείς τι τρέχει. Ποιος να 'ναι τέτοια ώρα.
> __Γέρο, είδαν τις θαυματουργές ιδιότητες του ξιδιού με τον ντόρο που έγινε
> στην εκκλησιά και τρέχουν όλοι σαν παλαβοί. Το μεγάλο βαρέλι είναι κάτω από
> την μέση. Ο πάνω πίρος δεν βγάζει.
> __Βιάσου γριά, να ιδείς ποιος είναι τέτοια ώρα!
> Με το δεύτερο χτύπημα της πόρτας φώναξε από μέσα η γριά Κάτσιαινα.
> __Ποιός είναι; Και κείνος απ΄ έξω , απλοήθηκε και είπε.
> __Εγώ είμαι Ελένη, ο Τζιτζιοκώστας. Ήρθα για λίγο ξύδι μην τελειώσει κα
> μείνω ρέστος.
> __Ποιά σένα θα αφήσω ρέστο; του είπε. Να έρθεις αύριο να σου δώσω όσο ξύδι
> θέλεις. Δεν μπορώ να κατέβω τις σκάλες βραδιάτικα στο υπόγειο. Έχει
> τελειώσει στη λάμπα το πετρέλαιο και θα πέσω να τσακιστώ.
> __Όπως είναι καλά Ελένη, της είπε. Μόνο μη με ξεχάσεις . Να με έχεις υπόψη
> σου για αύριο
>
> Ο Κάτσιανάστος άκουσε κι αυτός την στιχομυθία και όταν γύρισε κοντά του,
> είπε.
> __Γριά, πρωί- πρωί να φέρεις δυο βαρέλια νερό από τη βρύση. Το ξύδι είναι
> δυνατό να το ρίξουμε μέσα ν' αυγατίσει.
> __Το γράμμα γέρο από ποιόν ήταν.
> __Ξίδι θέλει ο έμπορας που ψωνίζουμε στην Τρίπολη.
> __Γέρο, ξέρει, ότι με το ξύδι μας, αν είναι θυμωμένος και πιεί , ξεθυμώνει;
>
> Ζήσανε αγαπημένοι σωρό χρόνια στο χωριό, οι δυο τους κολλημένοι στη γη των
> πατέρων τους. Και που να πάνε; Εδώ η ζωή τους ήταν γεμάτη δημιουργία, χαρά,
> λύπη, αγωνία, ξινίλα, ευτυχία. Πάνε πάνω από πενήντα πέντε χρόνια.. Ρε τι
> σου είναι ο κόσμος.....
> B GIRAKASΑναρτήθηκε από Γορτύνιος - ΙΣΒ στις 8:17 π.μ.
> Αποστολή
> ________
>
> Orasi mailing list
> για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
> [email protected]
> και στο θέμα γράψτε unsubscribe
>
> Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της
> λίστας στείλτε email στην διεύθυνση
> [email protected]
>
> διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
> http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net
>
> Για το αρχείο της λίστας
> http://www.mail-archive.com/[email protected]
>
> παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
> http://www.freelists.org/archives/orasi
> __________
> NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
> http://www.nvda-project.org/
> __________
> Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και
> παγκόσμιο ρεπερτόριο επισκεφθείτε το
> http://www.isobitis.com
>
> ______________
________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]

παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
__________
Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο 
ρεπερτόριο επισκεφθείτε το
http://www.isobitis.com

______________

Απαντηση