https://bakomitros.gr/brazilero/

Μπραζιλέρο
Είναι αυτή η φράση από το τραγούδι του Πορτοκάλογλου.
«Τα είχα όλα μια φορά μα ήθελα παραπάνω».
Τον στίχο αυτό δανείστηκε γνωστή εφημερίδα για το χτεσινό της πρωτοσέλιδο. Το 
άρθρο επιχειρούσε να σκιαγραφήσει την πορεία της Εύας Καϊλή μένοντας μόνο στο 
κομμάτι τις ατομικής απληστίας. Πιασάρικο το θέμα, μιλήστε μας γι’ αυτό.

Τη δεκαετία του ’80, η Ελλάδα απορρόφησε από τα Ευρωπαϊκά προγράμματα 10.6 
δισεκατομμύρια ECU.
[Στο φόντο, στατιστικές και καΐκια]

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, αρχίζουν να έρχονται οι πρώτοι ελεγκτές από την 
ΕΟΚ.
[Στο φόντο, στατιστικές κι ένας γλάρος που στέκεται στο καΐκι]

Σκοπός τους είναι να ελέγξουν το πώς ακριβώς επενδύθηκαν τα χρήματα αυτά.
[Στο φόντο, στατιστικές και ηλιοβασίλεμα]

Με αυτά τα τρία καρέ ξεκινά η ταινία του Σωτήρη Γκορίτσα Μπραζιλέρο, η οποία 
μάλλον έμεινε στη μνήμη μας λόγω του (εξαιρετικού) soundtrack της από τον 
Πορτοκάλογλου —και αν θυμάμαι καλά ήταν και η επάνοδος της σόλο καριέρας του 
που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα— και λιγότερο για τα υπόλοιπα.

Ο Βασίλης Αρβανιτάκης επιδοτείται με 10 εκατομμύρια ECU —ο προπομπός του ευρώ— 
για την κατασκευή ενός εθνικού ιστορικού και πολιτιστικού κέντρου. Αντ’ αυτού, 
ο Αρβανιτάκης επιδοτεί την οικογενειακή ευτυχία του και τα υπόλοιπα πάνε στην 
αγορά ενός βραζιλιάνικου παλτού για την τοπική ομάδα. Μπορεί να συνέβη και το 
ανάποδο, πρώτα η ομάδα και μετά η οικογένεια αλλά εσείς καταλάβατε τι εννοώ.

Η ομάδα υποβιβάζεται, το κέντρο δεν υφίσταται καν ενώ ένας Ιταλός κι ένας 
Ολλανδός ελεγκτής από την ΕΕ έρχονται στην Ελλάδα για να διαπιστώσουν τι 
συμβαίνει με τις επιδοτήσεις. Ο Αρβανιτάκης νιώθει τον κλοιό να στενεύει, 
προσπαθεί να καθυστερήσει τον έλεγχο και να καλοπιάσει τους ελεγκτές. Στο πλάι 
του Αρβανιτάκη, πέραν της τοπικής ομάδας, τάσσονται ένας σοσιαλιστής τοπικός 
βουλευτής, ένας διεφθαρμένος αστυνομικός και το τοπικό κανάλι.

Η γυναίκα του Αρβανιτάκη ανακαλύπτει ότι η οικογενειακή ευτυχία είναι γεμάτη 
χρέη, λανθασμένες αποφάσεις, πρόστιμα και φυλακές. Έτσι αναλαμβάνει να 
αποκαλύψει στους ελεγκτές την τοποθεσία του οικήματος που στεγάζει το δήθεν 
Κέντρο Πολιτισμού ως μια πράξη εκδίκησης, εξομολόγησης και λύτρωσης.

Προς έκπληξη του Αρβανιτάκη ο Ολλανδός ελεγκτής δεν προτίθεται να τον καρφώσει 
στις κοινοτικές αρχές. Αντίθετα προτείνει αλλαγή χρήσης. Το ημιτελές οίκημα δεν 
στέγαζε αρχαίες μαρμαροκολόνες αλλά αποτελούσε καταφύγιο μεταναστών και 
προσφύγων τα παιδιά των οποίων έπαιζαν δίπλα κι ανάμεσα στα μπετά. Ο Ολλανδός 
ελεγκτής ισχυρίζεται ότι αυτές τις μέρες «όλοι κάνουν σαν τρελοί με τα 
ανθρώπινα δικαιώματα και τα προβλήματα μειονοτήτων» και του λέει ότι «όλοι λίγο 
πολύ κάνουν αυτό που κάνεις εσύ αλλά αυτοί τη γλιτώνουν γιατί είναι δυνατότεροι 
από σένα. Ξέρουν πώς να τη γλιτώνουν». Κουρασμένοι από τις θεσμικές κομπίνες 
των άλλων και μη θέλοντας να διώξουν τους ήδη εγκατεστημένους πρόσφυγες και 
μετανάστες, οι ελεγκτές θα αναλάβουν να βοηθήσουν τον Αρβανιτάκη στο νέο, κοινό 
τους ξεκίνημα για το Κέντρο.

Τα καλά νέα απαιτούν γιορτή. Όλοι μαζί, Έλληνες και Ευρωπαίοι, ελεγκτές και 
ελεγχόμενοι, εκλεγμένοι και ψηφοφόροι, θεσμικοί και παραθεσμικοί κανονίζουν 
φαγοπότι με τσίπουρα κάπου στα σύνορα στον Έβρο. Επέρχεται η κάθαρση των ηρώων. 
Τα θεσμικής, οικονομικής και ατομικής φύσεως χάσματα γεφυρώνονται. Όλοι μαζί, 
ευτυχισμένοι. Ακούγεται η Γιορτή των νικημένων. Το ποτάμι του Έβρου ρέει, οι 
άνθρωποι ρέουν. Ο Γκορίτσας χαμογελά.

Πάνω στη χαρά, το όπλο του διεφθαρμένου αστυνομικού θα εκπυρσοκροτήσει. Το 
τραγούδι σταματά ακαριαία. Τα πάντα ρει, όλα αλλάζουν, όλα ανατρέπονται. Ο 
Γκορίτσας κλείνει το μάτι. Οι ήρωες κοιτούν κοφτά τον αστυνομικό. Η σφαίρα θα 
διαπεράσει το τζάμι του γειτονικού τουρκικού φυλακίου του οποίου την ύπαρξη 
αγνοούν. Ο Τούρκος στρατιώτης που τους παρακολουθούσε μέσα από τα κυάλια του 
βλέπει την τρύπα στο τζάμι. Οπλίζει. Τίτλοι τέλους υπό τους ήχους του Θάλασσά 
μου σκοτεινή.

Είκοσι ένα χρόνια μετά την κυκλοφορία της ταινίας, η ίδια εύθραυστη ισορροπία 
μεταξύ ατομικού και συλλογικού, ελληνικού και ευρωπαϊκού παραμένει —αλλά 
επιτρέψτε μου να μη σταθώ εδώ γιατί θα δοθεί κι άλλη ευκαιρία να ξαναγράψω γι’ 
αυτά.

Θα κλείσω όπως ξεκίνησα, με την αφορμή, με το πρωτοσέλιδο.

Είναι άδικη η ταύτιση Εύας Καϊλή και Βασίλη Αρβανιτάκη. Η σύγκριση αδικεί τον 
φανταστικό μας ήρωα. Τα ταπεινά κίνητρα του Αρβανιτάκη ήταν αποτέλεσμα 
περισσότερο της οπτικής και των αποφάσεών του και όχι τόσο της ηθικής του. 
Άλλωστε, είχε και μια αγνή καψούρα, πέραν των άλλων: να φέρει έναν βέρο 
Μπραζιλέρο στην τοπική ομάδα, να φέρει νίκες και λίγη από την αύρα αυτής της 
χώρας που είναι συνώνυμη με τα Μουντιάλ στο χωριό του. Τα παλιά τα Μουντιάλ τα 
ορθόδοξα. Όχι αυτά τα νέα, τα λαμπερά, τα αιματοβαμμένα.

Δεν έχω προτίμηση γι’ απόψε. Ας κερδίσει ο καλύτερος.

Φέτος θα ζητήσω από τον Άη Βασίλη να έχουμε σε τέσσερα χρόνια λιγότερα παλτά 
Μπραζιλέρους, ένα Μουντιάλ χωρίς νεκρούς εργάτες και λιγότερα payroll. Και τα 
τρία μαζί. Γίνεται;




Χρυσέλλα Λαγαρία

-- 
Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας  
μπορείτε να το στείλετε την διεύθυνση: 
[email protected]  

Για το αρχείο της λίστας μπορείτε να επισκεφθείτε τον σύνδεσμο:
https://www.mail-archive.com/[email protected]/maillist.html
--- 
Λάβατε αυτό το μήνυμα επειδή έχετε εγγραφεί στην ομάδα orasi των Ομάδων Google.

Για να απεγγραφείτε απ' αυτή την ομάδα και να σταματήσετε να λαμβάνετε μηνύματα 
ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απ' αυτή, στείλτε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού 
ταχυδρομείου στη διεύθυνση [email protected].
Για να κάνετε προβολή αυτής της συζήτησης στον ιστό, επισκεφτείτε τη διεύθυνση 
https://groups.google.com/d/msgid/orasi/346A06B8-9096-4CF7-B7F5-3B9BE1C3D4E8%40gmail.com.

Reply via email to