Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή, Ιουλίου 13, 2025, 09:13
Σίσυφος, του Στίβεν Φράι
Σε κάποιο από τα τελευταία βιβλιοφιλικά μας άρθρα, ο φίλος μας ο Πέπε είχε παινέψει τα δυο βιβλία Μύθος και Ήρωες του Stephen Fry, ή ίσως μόνο το πρώτο από αυτά, με θέματα παρμένα από την ελληνική μυθολογία και αναδιηγημένα από τον γνωστό Άγγλο κωμικό και συγγραφέα.
Ο Πέπε είχε πει, αν καλοθυμάμαι, πως για κάθε ιστορία που νομίζουμε ότι την ξέρουμε καλά, ο Φράι παρουσιάζει ένα σωρό λεπτομέρειες και πτυχές που δεν τις θυμόμαστε ή δεν τις μάθαμε ποτέ. Επίσης, αυτά τα διηγείται με μπρίο που σε μένα τουλάχιστον θύμισε τον Τσιφόρο, και αυτό δεν το λέω μειωτικά.
Πριν από τρεις Κυριακές είχα βάλει ένα απόσπασμα από το βιβλίο Η ευτυχία των σκύλων, όπου υπήρχε αναφορά στον Σίσυφο. Σκέφτηκα λοιπόν να παρουσιάσω εδώ όσα γράφει ο Φράι για τον Σίσυφο, ώστε να δούμε πόσα στοιχεία της ιστορίας του ξέρουμε/θυμόμαστε και βέβαια να χαρούμε την αφήγηση. Όπως θα δείτε, ο Φράι αφιερώνει σχετικά μικρό μέρος της εκτενούς αφήγησής του στο πασίγνωστο τέλος του Σίσυφου -εστιάζει περισσότερο στην προηγούμενη ζωή του ή μάλλον τις ζωές του, διότι ο Σίσυφος έζησε τρεις φορές κατά κάποιον τρόπο.
Να πω εδώ ότι ενώ έχω πάρει και τα δύο βιβλία που ανέφερε ο Πέπε, Μύθος και Ήρωες, δεν τα έχω διαβάσει ακόμα, με εξαίρεση το κομμάτι που παρουσιάζουμε σήμερα. Βλέπω ότι ο Φράι έχει γράψει και άλλα δύο βιβλία, ένα για την Ιλιάδα και ένα για την Οδύσσεια, που δεν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά.
Το απόσπασμα είναι μεγάλο (σελ. 366-389 του βιβλίου) αλλά νομίζω πως διαβάζεται πολύ ευχάριστα -βοηθάει σε αυτό και η μετάφραση του Πέτρου Γεωργίου, που μου φάνηκε πολύ καλή.
Κάποια ονόματα που είναι με κεφαλαία ίσως παραπέμπουν στο ευρετήριο ή σε άλλα κεφάλαια. Επίσης να πω ότι παρέλειψα τις (3-4) υποσημειώσεις, εκτός από μία που την ενσωμάτωσα στο κείμενο. Επίσης έβαλα τόνο σε καναδυό αρχικά κεφαλαία (πχ Άδης) διότι ο Πατάκης φαίνεται πως έχει πάψει να τα τονίζει.
Η εικόνα στο τέλος είναι από το Διαδίκτυο
ΣΙΣΥΦΟΣ
Αδελφική αγάπη
Η ΑΙΩΝΙΑ ΤΙΜΩΡΙΑ που υπομένει ο Σίσυφος στον Άδη επίσης έχει διαποτίσει τη γλώσσα και τη λαϊκή παράδοση, αλλά η ιστορία του περιλαμβάνει πολύ περισσότερα από τον διάσημο βράχο που ατέρμονα σπρώχνει ο συγκεκριμένος τρόφιμος του κάτω κόσμου στον ανήφορο ενός λόφου χωρίς να καταφέρνει ποτέ να τον ανεβάσει στην κορυφή. Ο Σίσυφος ήταν ένας διεφθαρμένος, άπληστος, δόλιος και συχνά βάναυσος άνθρωπος, αλλά ποιος δεν θα έβρισκε κάτι ελκυστικό -ακόμη και ηρωικό- στον άσβεστο ζήλο και στην πεισματική απείθεια που χαρακτήρισαν τη ζωή του (μάλιστα επέζησαν και μετά απ’ αυτήν); Ελάχιστοι θνητοί τόλμησαν ποτέ να δοκιμάσουν την υπομονή των θεών με τόσο παράτολμο τρόπο. Η άρνησή του να ζητήσει συγγνώμη ή να συμμορφωθεί και η αλόγιστη περιφρόνηση με την οποία το έκανε τον καθιστούν κάτι σαν Έλληνα Ντον Τζοβάννι.
Ο Δευκαλίωνας και η Πύρρα, οι επιζήσαντες του Μεγάλου Κατακλυσμού, είχαν έναν γιο, τον ΕΛΛΗΝΑ, από τον οποίο πήραν το όνομά τους οι Έλληνες. Ο γιος του Έλληνα, ο ΑΙΟΛΟΣ, είχε τέσσερις γιους, τον Σίσυφο, τον ΣΑΛΜΩΝΕΑ, τον Αθάμαντα και τον ΚΡΗΘΕΑ. Ο Σίσυφος και ο Σαλμωνέας έτρεφαν ο ένας για τον άλλο ένα μίσος τόσο βαθύ και αμείλικτο, που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί ο κόσμος. Ανταγωνίζονταν για τη στοργή των γονιών τους, ανταγωνίζονταν για τα πάντα– από μικρά παιδιά ακόμη, η επιτυχία του ενός ήταν ανυπόφορη για τον άλλο. Οι δύο πρίγκιπες ένιωσαν, όταν ενηλικιώθηκαν, πως δεν τους χωρούσε ο τόπος στην επικράτεια του πατέρα τους, την Αιολία, όπως λεγόταν τότε η Θεσσαλία, και μετακινήθηκαν νότια και δυτικά για να ιδρύσουν ο καθένας το δικό του βασίλειο. Ο Σαλμωνέας κυβέρνησε την Ήλιδα, ενώ ο Σίσυφος ίδρυσε την Εφύρα, τη μετέπειτα Κόρινθο. Από αυτά τα φρούρια στην Πελοπόννησο, επιβουλεύονταν ο ένας τον άλλο και η σφοδρή έχθρα τους μεγάλωνε χρόνο με τον χρόνο.
Ο Σίσυφος μισούσε τόσο πολύ τον Σαλμωνέα ώστε είχε χάσει τον ύπνο του. Τον ήθελε νεκρό, νεκρό, νεκρό. Τόσο βασανιζόταν από την επιθυμία του που έφτανε στο σημείο να τρυπάει με ένα μαχαίρι τον μηρό του για να ανακουφιστεί. Όμως τα χέρια του ήταν δεμένα. Οι Ερινύες θα τον τιμωρούσαν φρικτά αν τολμούσε να δολοφονήσει τον ίδιο του τον αδελφό. Η αδελφοκτονία ήταν από τα χειρότερα οικογενειακά εγκλήματα. Τελικά, αποφάσισε να συμβουλευτεί το δελφικό μαντείο.
«Οι γιοι του Σίσυφου και της Τυρώς μεγαλώνουν και φονεύουν τον Σαλμωνέα» έψαλε η Πυθία.
Άνοιξε η καρδιά του Σίσυφου. Η ΤΥΡΩ ήταν η ανιψιά του, κόρη του μισητού αδελφού του. Ο Σίσυφος δεν είχε παρά να την κάνει σύζυγό του και να αποκτήσει γιους απ’ αυτήν, γιους που θα «μεγάλωναν και θα φόνευαν τον Σαλμωνέα». Εκείνη την εποχή ένας θείος μπορούσε να νυμφευτεί την ανιψιά του χωρίς να παραξενευτεί κανείς κι έτσι ο Σίσυφος βάλθηκε να δελεάζει και να πολιορκεί την Τυρώ με άλογα, κοσμήματα, ποιήματα και ωκεανούς προσωπικής σαγήνης, γιατί όταν ήθελε, ήταν πραγματικός γόης. Το φλερτ απέδωσε εν καιρώ, έγιναν οι γάμοι και η Τυρώ γέννησε δύο υγιέστατα αγόρια.
Μια μέρα μετά από μερικά χρόνια ο Σίσυφος είχε πάει για ψάρεμα με τον φίλο του τον ΜΕΛΟΠΑ. Καθώς λιάζονταν στις όχθες του ποταμού Σύθα, έπιασαν την κουβέντα. Εκείνη την ώρα η Τυρώ αναχωρούσε από το παλάτι, μαζί με μια υπηρέτρια, τα δύο αγόρια -πέντε και τριών ετών- κι ένα σκεπαστό κοφίνι με φαγητό και κρασί για να κάνει έκπληξη στον Σίσυφο, έχοντας κατά νου ένα οικογενειακό πικ νικ.
Στο ποτάμι, ο Μέλοπας και ο Σίσυφος κουβέντιαζαν νωχελικά για άλογα, γυναίκες, σπορ και πολέμους. Η Τυρώ με τη συντροφιά της διέσχιζαν τους αγρούς.
«Πες μου, άρχοντα» είπε ο Μέλοπας. «Πάντα μ’ εξέπλησσε το γεγονός ότι διάλεξες για σύζυγό σου την κόρη του βασιλιά Σαλμωνέα παρά τη μακροχρόνια έχθρα μεταξύ σας. Και μου φαίνεται πως εξακολουθείς να τον αντιπαθείς όπως πάντα».
«Να τον αντιπαθώ; Τον απεχθάνομαι, τον σιχαίνομαι, τον περιφρονώ, τον μισώ» είπε ο Σίσυφος γελώντας δυνατά. Η Τυρώ εντόπισε επακριβώς τη θέση του ακούγοντας το γέλιο του. Καθώς πλησίαζε, άκουγε πια κάθε λέξη του συζύγου της.
«Την πήρα αυτή τη σκύλα την Τυρώ μόνο και μόνο επειδή μισώ τόσο πολύ τον Σαλμωνέα» έλεγε ο Σίσυφος. «Βλέπεις, το μαντείο των Δελφών μου είπε πως, αν έκανα γιους μαζί της, αυτοί θα τον σκότωναν όταν μεγάλωναν. Όταν λοιπόν πεθάνει από τα χέρια των ίδιων των εγγονών του θα έχω απαλλαγεί από το βρομερό γουρούνι που έχω για αδελφό, χωρίς να φοβάμαι ότι θα με καταδιώκουν οι Ερινύες».
«Αυτό είναι…» Ο Μέλοπας προσπάθησε να βρει την κατάλληλη λέξη.
«Έξοχο; Πανέξυπνο; Ιδιοφυές;»
Η Τυρώ εμπόδισε τους γιους της, που ήταν έτοιμοι να τρέξουν στο σημείο από το οποίο ερχόταν η φωνή του πατέρα τους. Τους οδήγησε γρήγορα προς την αντίθετη κατεύθυνση, σε ένα σημείο όπου έκανε στροφή ο ποταμός, με την υπηρέτρια να σπεύδει στο κατόπι τους.
Η Τυρώ είχε υποκύψει ολοκληρωτικά στη γοητεία του Σίσυφου, αλλά αγαπούσε τον πατέρα της τον Σαλμωνέα με μια αφοσίωση που δεν επιδεχόταν συμβιβασμούς. Δεν ήταν διατεθειμένη, σε καμία περίπτωση, να αφήσει τους γιους της να μεγαλώσουν και να σκοτώσουν τον παππού τους. Ήξερε πώς θα εμπόδιζε την εκπλήρωση του χρησμού.
«Έλα, γιε μου» είπε στο μεγαλύτερο αγόρι, «δες μέσα στο ρέμα. Βλέπεις τίποτα ψαράκια;»
Το αγόρι γονάτισε στην όχθη κι έσκυψε να κοιτάξει. Η Τυρώ το γράπωσε από τον αυχένα και του έχωσε το κεφάλι κάτω από την επιφάνεια του νερού. Όταν το παιδί σταμάτησε τις σπασμωδικές κινήσεις κι έμεινε ασάλευτο, η Τυρώ επανέλαβε τη διαδικασία με τον μικρότερο γιο της.
«Λοιπόν» είπε πολύ ήρεμα στη σοκαρισμένη υπηρέτρια «θα κάνεις το εξής…»
Ο Σίσυφος και ο Μέλοπας έπιασαν πολλά ψάρια εκείνο το απόγευμα. Καθώς έπεφτε το βράδυ και είχαν αρχίσει να μαζεύουν τα πράγματά τους, εμφανίστηκε μπροστά τους η υπηρέτρια της Τυρώς κι έκανε μια νευρική υπόκλιση.
«Να με συγχωρείτε, μεγαλειύτατε, αλλά η βασίλισσα ρωτάει αν θα θέλατε να χαιρετήσετε τους πρίγκιπες. Είναι εδώ κοντά, στην όχθη, και περιμένουν τη μεγαλειότητά σας. Ακριβώς πίσω από την ιτιά είναι, κύριε».
Ο Σίσυφος πήγε στο σημείο και βρήκε τους δύο γιους του να κείτονται στο χορτάρι, χλωμοί και άψυχοι.
Η υπηρέτρια το έβαλε στα πόδια και δεν ξαναφάνηκε ποτέ. Η Τυρώ είχε πάρει των ομματιών της και είχε καταφύγει στο βασίλειο του πατέρα της, στην Ήλιδα, όταν κατέφθασε στο παλάτι έξαλλος ο Σίσυφος με το σπαθί στο χέρι. Ο Σαλμωνέας την πάντρεψε με τον αδελφό του τον Κρηθέα, με τον οποίο η Τυρώ έζησε βαθιά δυστυχισμένη.
Ο Σαλμωνέας, υπερόπτης και φαντασμένος όσο ο μισητός αδελφός του, ήθελε να περνιέται για θεός στην Ήλιδα. Ισχυριζόταν πως είχε τη δύναμη να προκαλεί θύελλες, ακριβώς όπως ο Δίας, και είχε διατάξει την κατασκευή μιας μπρούντζινης γέφυρας, την οποία συνήθιζε να διασχίζει του σκοτωμού με το άρμα του, σέρνοντας κατσαρολικά για να μιμείται τον ήχο της βροντής, ενώ είχε βάλει να του πετούν ψηλά αναμμένες δάδες, καθώς περνούσε, δίκην αστραπών. Η βλάσφημη αναίδειά του δεν διέφυγε την προσοχή του Δία, ο οποίος έληξε τον τζερτζελέ με έναν γνήσιο κεραυνό. Ο βασιλιάς, το άρμα, η μπρούντζινη γέφυρα, τα κατσαρολικά, όλα, κονιορτοποιήθηκαν, ενώ ο ίσκιος του Σαλμωνέα καταδικάστηκε να βολοδέρνει αιώνια στα πιο μαύρα σκοτάδια του Τάρταρου.
Σισύφεια έργα
Ο Σίσυφος έστησε τρικούβερτο γλέντι για να γιορτάσει τον θάνατο του γελοίου μιμητή τού Δία. Το επόμενο πρωί τον ξύπνησε μια αντιπροσωπεία από παραπονούμενους άρχοντες, γαιοκτήμονες και πακτωτές. Έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του για να ξυπνήσει, έδιωξε τον πονοκέφαλο με μια κούπα ανέρωτο κρασί και δήλωσε έτοιμος να τους ακούσει.
«Μεγαλειότατε, κάποιος κλέβει τα ζωντανά σου! Όλοι μας έχουμε καταγράψει απώλειες. Λείπουν ζώα κι από τα δικά σου, τα βασιλικά κοπάδια. Είσαι σοφός και τετραπέρατος βασιλιάς. Σίγουρα θα μπορέσεις να ανακαλύψεις τον ένοχο».
Ο Σίσυφος υποσχέθηκε να ερευνήσει το ζήτημα και τους έδωσε άδεια να αποχωρήσουν. Ήταν βέβαιος πως ο κλέφτης ήταν ο γείτονας του ο ΑΥΤΟΛΥΚΟΣ, αλλά πώς θα το αποδείκνυε; Ο Σίσυφος ήταν ευφυής κι ευρηματικός άνθρωπος, αλλά ο Αυτόλυκος είχε πατέρα τον Ερμή, τον άρχοντα των ληστών και των απατεώνων, τον θεό που, όντας βρέφος ακόμα, είχε κλέψει τα βόδια του Απόλλωνα. Ο Αυτόλυκος είχε κληρονομήσει από τον Ερμή, όχι μόνο τη ροπή του προς τη ζωοκλοπή, αλλά και μαγικές δυνάμεις που καθιστούσαν πολύ δύσκολη υπόθεση τη σύλληψή του επ’ αυτοφώρω. Σαν να μην έφταναν αυτά, τα βοοειδή που είχαν χάσει ο Σίσυφος και οι γείτονές του ήταν καφετιά κι άσπρα και είχαν μεγάλα κέρατα, ενώ εκείνα του Αυτόλυκου ήταν ασπρόμαυρα κι εντελώς ακέρατα. Επρόκειτο για σπαζοκεφαλιά, ωστόσο ο Σίσυφος ήταν σίγουρος πως, χάρη σε κάποιο μαγικό τρικ του Ερμή, ο Αυτόλυκος άλλαζε το χρώμα των κλεμμένων ζώων.
«Πολύ καλά» είπε ο Σίσυφος από μέσα του, «θα δούμε τι θα αποδειχτεί πιο ισχυρό: τα φτηνά μαγικά του μπάσταρδου γιου ενός κατεργάρη θεού ή η έμφυτη οξύνοια κι ευστροφία του Σίσυφου, του ιδρυτή της Κορίνθου, του εξυπνότερου βασιλιά του κόσμου;»
Διέταξε να χαραχτεί στις οπλές όλων των βοοειδών του και των γειτόνων του, με μικροσκοπικά γράμματα, η φράση «ΜΕ ΕΚΛΕΨΕ 0 ΑΥΤΟΛΥΚΟΣ». Τις επόμενες επτά νύχτες, όπως ήταν αναμενόμενο, συνεχίστηκαν κανονικά οι απώλειες απ’ όλα τα κοπάδια. Την όγδοη μέρα ο Σίσυφος και οι πλουσιότεροι γαιοκτήμονες επισκέφτηκαν τον Αυτόλυκο.
«Χαίρετε, φίλοι μου!» φώναξε ο γείτονάς τους, χαιρετώντας με ένα χαρωπό ανέμισμα του χεριού. «Σε τι οφείλω την τιμή αυτής της επίσκεψης;»
«Ήρθαμε να ρίξουμε μια ματιά στα ζωντανά σου» είπε ο Σίσυφος.
«Και βέβαια. Σκέφτεστε να εκθρέψετε κι εσείς ασπρόμαυρα; Είναι εκλεκτή ράτσα το κοπάδι μου, μοναδική στην περιοχή, μου λένε».
«Ω, είναι πράγματι μοναδική» είπε ο Σίσυφος. «Ποιος ξανάδε τέτοιες οπλές;» Σήκωσε το μπροστινό πόδι ενός ζώου.
Ο Αυτόλυκος έσκυψε μπροστά, διάβασε τις λέξεις που ήταν χαραγμένες στην οπλή και ανασήκωσε χαρωπά τους ώμους του. «Αχ» είπε. «Πλάκα είχε όσο κράτησε».
«Πάρτε τα όλα» διέταξε ο Σίσυφος. Καθώς οι γαιοκτήμονες άρχισαν να μαζεύουν τα ζώα και να τα κατευθύνουν προς τα κτήματά τους, ο Σίσυφος έστρεψε το βλέμμα του στο σπίτι του Αυτόλυκου. «Λέω να τις πάρω όλες τις αγελάδες σου» είπε «και την τελευταία δαμάλα». Εννοούσε την ΑΜΦΙΘΕΑ, τη σύζυγο του Αυτόλυκου.
Ο Σίσυφος δεν ήταν καλός άνθρωπος.
Ο αετός
Πήραν τα μυαλά του αέρα του Σίσυφου αφότου κατόρθωσε να αποδειχτεί εξυπνότερος από τον γόνο του θεού της απατεωνιάς. Άρχισε να πιστεύει πως ήταν αναμφίβολα ο πιο έξυπνος κι επινοητικός άνθρωπος του κόσμου. Διαφήμιζε πως είχε τη λύση κάθε προβλήματος και παρείχε τις συμβουλές του επί παντός επιστητού, έναντι υπέρογκης, βασιλικής αμοιβής. Όμως υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ευρηματικότητα και τον κοινό νου, ανάμεσα στην πονηριά και την ορθή κρίση, ανάμεσα στην ευστροφία και τη σύνεση.
Θυμάσαι τον Ασωπό; Στα νερά αυτού του βοιωτικού ποταμού λουζόταν η Θηβαία ιέρεια Σεμέλη όταν προσέλκυσε την προσοχή του Δία, γεγονός που οδήγησε στη γέννηση του Διόνυσου. Δυστυχώς ο θεός του εν λόγω ποταμού είχε μια κόρη, την ΑΙΓΙΝΑ, που ήταν αρκετά όμορφη για να τραβήξει το βλέμμα του Δία. Ο θεός, που είχε πάρει τη μορφή αετού, εφόρμησε από ψηλά, άρπαξε
την κοπέλα και τη μετέφερε σε ένα νησί κοντά στις ακτές της Αττικής. Ανάστατος ο ποταμός έφαγε τον τόπο να τη βρει και ρωτούσε όποιον συναντούσε μήπως είχε οποιαδήποτε πληροφορία για την αγαπημένη του κόρη.
«Μια νεαρή κοπέλα, ντυμένη με τομάρι κατσίκας, ε;» αποκρίθηκε ο Σίσυφος όταν έφτασε και η δική του σειρά να απαντήσει στον Ασωπό. «Λοιπόν, ναι, είδα ένα τέτοιο κορίτσι να το αρπάζει ένας αετός, δεν πάει πολύς καιρός. Λουζόταν στο ποτάμι όταν ο αετός βούτηξε κάθετα από τον ήλιο… Ήταν το πιο…»
«Πού την πήγε; Είδες;»
«Αυτά τα βραχιόλια είναι γνήσιος χρυσός; Είναι έκτακτα, οφείλω να πω».
«Πάρ’ τα, είναι δικά σου. Μόνο, να χαρείς, πες μου τι απέγινε η Αίγινα».
«Βρισκόμουν ψηλά, σε έναν λόφο, οπότε τα είδα όλα. Ο αετός την πήγε… Το δαχτυλίδι σου, σμαράγδι δεν είναι; Α, σ’ ευχαριστώ. Λοιπόν, για κάτσε να σκεφτώ τώρα… Ναι, πέταξαν πάνω από τη θάλασσα και προσγειώθηκαν εκεί πέρα, σ’ εκείνο το νησί. Έλα στο παράθυρο. Μόλις που διακρίνεται στον ορίζοντα. Το βλέπεις; Οινώνη το λένε το νησί, νομίζω. Εκεί θα τους βρεις. Α, φεύγεις κιόλας;»
Ο Ασωπός ναύλωσε ένα πλοιάριο κι έβαλε πλώρη για το νησί. Δεν είχε καλά καλά διανύσει τη μισή απόσταση όταν τον εντόπισε ο Δίας, ο οποίος εκτόξευσε έναν κεραυνό που έσκασε μπροστά στην πλώρη και σήκωσε ένα μεγάλο παλιρροϊκό κύμα που επανέφερε τον Ασωπό στις εκβολές του και στην κοίτη του. (Ο Ασωπός ήταν κύριος τουλάχιστον δύο ποταμιών. Το ένα βρισκόταν στη Βοιωτία και άρδευε τη Θήβα, ενώ αυτό εδώ διέσχιζε την Κόρινθο).
Όμως αυτός ο Σίσυφος! 0 Δίας είχε σταμπάρει από καιρό αυτόν τον αχρείο. Δεν είχε περάσει απαρατήρητο από τον θεό της ξενίας ότι ο Σίσυφος συνήθιζε να κακομεταχειρίζεται τους επισκέπτες της χώρας του. Τους φορολογούσε, τους κατάκλεβε, εκμεταλλευόταν σεξουαλικά τις γυναίκες τους, παραβιάζοντας αναίσχυντα κάθε ιερό νόμο της φιλοξενίας. Και τώρα είχε το θράσος να παρεμβαίνει σε ζητήματα που δεν τον αφορούσαν, να ανακατεύεται στις υποθέσεις των ανωτέρων του, να φλυαρεί για τον ίδιο τον Βασιλιά των Θεών. Είχε έρθει η ώρα να ληφθούν μέτρα. Μια παραδειγματική τιμωρία θα λειτουργούσε και ως προειδοποίηση προς όλους. Θάνατος κι αιώνια καταδίκη τού άξιζαν.
Ο Δίας έκρινε πως ο Σίσυφος, αν και γαλαζοαίματος, είχε διαγάγει έναν βίο πολύ φαύλο, πολύ αναιδή για να αξιωθεί τη συνοδεία του Ερμή στον κάτω κόσμο. Απέστειλε λοιπόν τον ίδιο τον Θάνατο για να τον αλυσοδέσει και να τον συνοδεύσει.
Ξεγελώντας τον Θάνατο
Στον βαθμό που ένας τόσο ζοφερός δαίμονας ήταν ικανός να βιώσει γνήσια χαρά, ο Θάνατος απολάμβανε πάντα τη στιγμή που εμφανιζόταν σαν φάντης μπαστούνι μπροστά σε όσους είχε αναλάβει να μεταφέρει στον κάτω κόσμο.
Παρουσιαζόταν μπροστά τους, αόρατος σε οποιονδήποτε άλλο, με την πένθιμη μορφή του καλυμμένη με μαύρο μανδύα, αναδίδοντας τολύπες καπνού από το πυρ το εξώτερον, κι έτεινε το χέρι στα θύματά του με μια βασανιστικά εσκεμμένη βραδύτητα. Μόλις άγγιζε τη σάρκα τους με την άκρη του αποστεωμένου δάχτυλου του ένα αξιοθρήνητο κλαυθμύρισμα σκιρτούσε μέσα στην ψυχή τους. Ο Θάνατος παρακολουθούσε ηδονικά το δέρμα των θυμάτων του να χλωμιάζει και τα μάτια τους να πεταρίζουν και να θολώνουν καθώς η ζωή τους έσβηνε. Πάνω απ’ όλα αγαλλίαζε με τον έσχατο αναστεναγμό που άφηνε η ψυχή πάνω στο σύγκρυο της αναχώρησής της από το θνητό της κουφάρι για να υποταχτεί πια στα δεσμά του, έτοιμη να τον ακολουθήσει ως τα τρίσβαθα του κόσμου.
Ο Σίσυφος, όπως οι περισσότεροι πανούργοι και φιλόδοξοι ραδιούργοι, κοιμόταν ελαφρά. Το μυαλό του δεν ησύχαζε ποτέ και ξυπνούσε απότομα με τον παραμικρό θόρυβο. Έτσι λοιπόν ο ανεπαίσθητος ήχος του Θανάτου που γλιστρούσε μέσα στην κάμαρά του στάθηκε αρκετός για να τον κάνει να ανασηκωθεί στο κρεβάτι του.
«Ποιος στην κόλαση είσαι;»
«Ποιος στην κόλαση πράγματι. Η Κόλαση η ίδια είμαι. Μουαχαχαχά!» Ο Θάνατος εξαπέλυσε το καταχθόνιο, μακάβριο γέλιο που τόσο συχνά έκανε τους θνήσκοντες θνητούς να ουρλιάζουν σαν τρελοί.
«Πάψε να βογκάς. Τι έχεις πάθει; Πονόδοντο έχεις; Δυσπεψία; Και κόψε τους γρίφους. Το όνομά σου;»
«Το όνομά μου…» 0 Θάνατος έκανε μια παύση για σασπένς. «Το όνομά μου…»
«Μη μας πάρει το πρωί».
«Το όνομά μου είναι…»
«Έχεις όνομα, βρε;»
«Θάνατος».
«Α, ο Θάνατος μου είσαι, ε; Χμ». 0 Σίσυφος δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται. «Σε είχα για ψηλότερο».
«Σίσυφε, γιε του Αιόλου» έψαλε ο Θάνατος, σε κατευναστικό τόνο, «βασιλιά της Κορίνθου, Άρχοντα…»
«Ναι, ναι, ξέρω ποιος είμαι εγώ. Εσύ φαίνεται να δυσκολεύεσαι να θυμηθείς το όνομά σου. Άραξε ντε. Να ξεκουράσεις τα πόδια σου λιγάκι».
«Δεν χρειάζονται ξεκούραση. Μετέωρος είμαι».
Ο Σίσυφος κοίταξε το πάτωμα, για του λόγου το αληθές. «Ω, ναι, είσαι όντως. Κι έχεις έρθει για μένα ε;»
Ο Θάνατος είδε κι απόειδε ότι τα λόγια του δεν έμελλε να εμπνεύσουν κανέναν σεβασμό και κανένα δέος στον Σίσυφο και απλά του έφερε τις χειροπέδες σε απόσταση αναπνοής από το πρόσωπο και τις κούνησε απειλητικά.
«Έφερες να με δέσεις, βλέπω. Σίδερο;»
«Ατσάλι. Άθραυστο ατσάλι· σφυρηλατημένο στις φωτιές του Ήφαιστου, από τον Κύκλωπα Στερόπη· μαγεμένο από τον άρχοντά μου τον Άδη. Όποιος δεθεί μ’ αυτό, μπορεί να λυθεί μόνο απ’ τον θεό τον ίδιο».
«Τα σπάει» παραδέχτηκε ο Σίσυφος. «Όμως θα σου πω εκ πείρας πως τίποτα δεν είναι άθραυστο. Εξάλλου ούτε κλειδαριά ούτε μάνταλο βλέπω».
«Ο μηχανισμός είναι τόσο πονηρός ώστε δεν μπορούν να τον δουν θνητά μάτια».
«Δες εσύ. Δεν πιστεύω με τίποτα ότι λειτουργούν. Βάζω στοίχημα πως δεν μπορείς να δέσεις με αυτές ούτε το κοκαλιάρικο χέρι σου. Για να σε δω».
0 Σίσυφος κοροΐδευε απροκάλυπτα τις χειροπέδες που ήταν το καύχημα του Θανάτου, ο οποίος τα πήρε στο κρανίο. «Ανόητε άνθρωπε!» φώναξε ο νυχτερινός επισκέπτης. «Τέτοιες πολύπλοκες συσκευές δεν τις χωράει ο νους των θνητών. Δες εδώ! Γύρω από την πλάτη μου μια φορά και μετά το περνάω μπροστά. Εύκολο. Ενώνω τους καρπούς μου και κλείνω τα βραχιόλια. Και αν έχεις την καλοσύνη να πιέσεις ακριβώς εδώ, να κουμπώσει -έχει ένα αόρατο κουμπί-, και… ιδού!»
«Ναι, βλέπω» είπε συλλογισμένος ο Σίσυφος. «Βλέπω. Πόσο έξω έπεσα, πόσο! Έξοχο εργαλείο».
«Οχ».
Ο Θάνατος προσπάθησε να απελευθερωθεί από τα δεσμά του, αλλά το πάνω μέρος του σώματός του ήταν για τα καλά ακινητοποιημένο. «Ε… βοήθεια;»
Ο Σίσυφος πετάχτηκε από το κρεβάτι κι άνοιξε την πόρτα μιας μεγάλης ντουλάπας στην άκρη του δωματίου. Ήταν πανεύκολο να σπρώξει τον μετέωρο και δεμένο Θάνατο μέχρι εκεί. Με μια ώθηση λοιπόν ο Θάνατος βρέθηκε μέσα στην ντουλάπα και μάλιστα βρήκε με τη μύτη στο εσωτερικό της πλάτης της.
Ο Σίσυφος τον κλείδωσε μέσα και φώναξε από τη χαρά του: «Η κλειδαριά αυτής της ντουλάπας μπορεί να είναι φτηνή και φτιαγμένη από θνητό, αλλά σε διαβεβαιώνω πως κάνει τη δουλειά της εξίσου καλά με οποιαδήποτε δεσμά φτιάχτηκαν στις φωτιές του Ήφαιστου».
Πνιχτές κραυγές απόγνωσης ακούστηκαν από το εσωτερικό της ντουλάπας, καθώς ο Θάνατος παρακαλούσε τον Σίσυφο να τον λύσει, αλλά ο τελευταίος γέλασε με την καρδιά του με ένα «μουαχαχαχά» και προτίμησε να κωφεύσει.
Ζωή χωρίς θάνατο
Κύλησαν ήσυχα οι πρώτες μέρες του εγκλεισμού του Θανάτου. Ούτε ο Δίας ούτε ο Ερμής ούτε καν ο Άδης δεν σκέφτηκαν να επιβεβαιώσουν ότι ο Σίσυφος είχε πράγματι μεταφερθεί στον κάτω κόσμο, όπως είχε οριστεί. Πέρασε όμως μια ολόκληρη εβδομάδα χωρίς την άφιξη φρέσκων νεκρών ψυχών στα λημέρια του Άδη και τα πνεύματα και οι δαίμονες του υποχθόνιου βασιλείου άρχισαν τη μουρμούρα. Και πέρασε άλλη μια εβδομάδα χωρίς να έχει παραληφθεί ούτε μία ψυχή πεθαμένου προς διεκπεραίωση, εκτός από μια σεβάσμια ιέρεια της Αρτέμιδας, η οποία, χάρη στον ανεπίληπτο βίο της, άξιζε να συνοδευτεί στα Ηλύσια από τον Ψυχοπομπό Ερμή αυτοπροσώπως. Αυτή η αιφνίδια διακοπή της εισροής των ψυχών σπαζοκεφάλιασε τους κατοικοεδρεύοντες στον Άδη, ώσπου κάποιος παρατήρησε πως ο Θάνατος είχε μέρες να φανεί. Κινητοποιήθηκαν ομάδες έρευνας, αλλά δεν βρέθηκε ίχνος του απόντος. Πρώτη φορά συνέβαινε τέτοιο πράγμα. Χωρίς τον Θάνατο, κατέρρευσε όλο το σύστημα.
Στον Όλυμπο, διέφεραν μεταξύ τους οι στάσεις των θεών. Ο Διόνυσος βρήκε ξεκαρδιστική την όλη υπόθεση κι έπινε στην απαλλαγή του κόσμου από τη θανατηφόρα κίρρωση του ήπατος. Ο Απόλλωνας, η Αρτέμιδα και ο Ποσειδώνας κράτησαν λίγο-πολύ ουδέτερη στάση απέναντι στο ζήτημα. Η Δήμητρα φοβήθηκε πως διακυβευόταν το κύρος της Περσεφόνης ως βασίλισσας του Κάτω Κόσμου. Οι εποχές του έτους, στις οποίες προΐσταντο μητέρα και κόρη, απαιτούσαν η ζωή να τελειώνει διαρκώς και να ξαναρχίζει, και μόνο η παρουσία του θανάτου το διασφάλιζε αυτό. Το σκανδαλώδες γεγονός προσέβαλλε το αίσθημα ευπρέπειας της Ήρας, η οποία αγανάκτησε, με αποτέλεσμα να κάνει νευρικό τον Δία. Ανησυχία είχε κυριεύσει επίσης τον συνήθως πρόσχαρο κι ακάθεκτο Ερμή, που ήταν συναρμόδιος για την ομαλή λειτουργία του κάτω κόσμου.
Ο πλέον δυσαρεστημένος ήταν ο Άρης. Από τη μύτη να τον έπιανες, θα έσκαγε. Αγνάντευε τις μάχες μεταξύ των ανθρώπων, οι οποίες διεξάγονταν με τη συνήθη αγριότητά τους, και γινόταν έξω φρενών: δεν πέθαινε κανένας. Πολεμιστές διαπερνιούνταν από δόρατα, ποδοπατούνταν από άλογα, ξεκοιλιάζονταν από τροχούς αρμάτων και αποκεφαλίζονταν από σπαθιά: θάνατοι, μηδέν. Αυτό δεν ήταν πόλεμος αλλά παρωδία πολέμου. Αν είχαν τον απέθαντο στρατιώτες και άμαχοι, τότε δεν είχαν κανένα νόημα οι αλληλοσκοτωμοί. Δεν διευθετούσες τίποτα, δεν πετύχαινες τίποτα με τον πόλεμο. Καμία από τις εκάστοτε αντιμαχόμενες πλευρές δεν μπορούσε να νικήσει.
Οι κατώτερες θεότητες ήταν εξίσου διχασμένες με τους Ολύμπιους αναφορικά με το θέμα. Οι Κήρες συνέχιζαν να πίνουν το αίμα των πεσόντων στη μάχη, και δεν τους καιγόταν καρφάκι για το τι απογίνονταν οι ψυχές τους. Δύο από τις Ώρες, η Δίκη και η Ευνομία, συμφωνούσαν με τη Δήμητρα, ότι η απουσία του θανάτου ανέτρεπε τη φυσική τάξη των πραγμάτων. Η αδελφή τους η Ειρήνη, η θεά της ειρήνης, ήταν περιχαρής. Αν, μαζί με τον Θάνατο, εξαφανιζόταν και ο πόλεμος, μήπως είχε έρθει επιτέλους ο καιρός της;
Η Ήρα και ο Δίας δεν άντεχαν άλλο την γκρίνια του Άρη που έκανε μεγάλο σαματά. Ανακοίνωσαν ότι έπρεπε οπωσδήποτε να βρεθεί ο Θάνατος. Η Ήρα απαίτησε να μάθει πότε τον είχαν δει τελευταία φορά.
«Δεν μου λες, Ερμή» είπε ο Δίας. «Δεν πάει πολύς καιρός που τον έστειλες να πάρει την ψυχή εκείνου του μοχθηρού τύπου του Σίσυφου, έτσι δεν είναι;»
«Να πάρει!» 0 Ερμής σφαλιάρισε τον μηρό του από τα νεύρα του. «Μα βέβαια! 0 Σίσυφος. Στείλαμε τον Θάνατο να τον αλυσοδέσει και να τον συνοδεύσει στον Άδη. Περιμένετε εδώ».
Τα φτερά του Ερμή δονήθηκαν, πετάρισαν και βούιξαν κι ο θεός έγινε άφαντος.
Επέστρεψε στο πι και φι. «Ο Σίσυφος δεν έφτασε ποτέ στον κάτω κόσμο. 0 Θάνατος στάλθηκε στην Κόρινθο για να τον παραλάβει πριν από μισό φεγγάρι κι από τότε δεν τους έχει δει κανένας».
«Στην Κόρινθο!» βρυχήθηκε ο Άρης. «Τι περιμένουμε;»
Σύντομα εντοπίστηκε κι ανοίχτηκε η κλειδωμένη ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας, μέσα στην οποία βρισκόταν ένας ταπεινωμένος Θάνατος που καθόταν σε μια γωνιά, κάτω από κάτι κάπες, με δάκρυα στα μάτια.
Ο Ερμής τον μετέφερε στον κάτω κόσμο, όπου ο Άδης έλυσε τα μαγεμένα δεσμά με ένα ανέμισμα του χεριού του.
«Εμείς θα τα πούμε αργότερα για όλο αυτό, Θάνατε» είπε ο Άδης. «Προς το παρόν, ένα κάρο ψυχές περιμένουν την αφεντιά σου».
«Να πάω να πιάσω αυτόν τον αχρείο τον Σίσυφο πρώτα, άρχοντά μου» είπε παρακλητικά ο Θάνατος. «Δεν θα με ξεγελάσει δεύτερη φορά».
Ο Ερμής ανασήκωσε το φρύδι του, αλλά ο Άδης γύρισε και κοίταξε την Περσεφόνη που καθόταν στον θρόνο της, πλάι στον δικό του. Εκείνη έγνεψε καταφατικά.
Η βασίλισσα είχε μεγαλύτερη αδυναμία στον Θάνατο απ’ ό,τι σε οποιονδήποτε άλλο υπηρέτη του κάτω κόσμου.
«Απλά φρόντισε να μην τα κάνεις μαντάρα», έγρουξε ο Άδης. Κούνησε πάλι το χέρι του στον αέρα, δίνοντας έτσι στον υπόλογο την άδεια να αποχωρήσει.
Κηδείες
Όπως έχει αποδειχτεί περίτρανα μέχρι τώρα, ο Σίσυφος δεν ήταν κανένα κορόιδο. Δεν φαντάστηκε ούτε στιγμή πως ο Θάνατος θα έμενε εσαεί κλειδωμένος στην ντουλάπα του. Αργά ή γρήγορα ο Θάνατος θα απελευθερωνόταν και θα τον αναζητούσε και πάλι.
Ο Σίσυφος είχε καταφύγει, προσωρινά, σε μια έπαυλη. Είχε κάνει δεύτερο γάμο αφότου η ανιψιά του η Τυρώ είχε πνίξει τους γιους του και τον είχε εγκαταλείψει. Η καινούρια νεαρή βασίλισσά του ήταν τόσο καλοκάγαθη και υπάκουη όσο ισχυρογνώμων και αντιδραστική ήταν η Τυρώ.
«Καλή μου» είπε στη σύζυγό του, τραβώντας την κοντά του, «νιώθω πως σύντομα θα πεθάνω. Όταν θα έχω αφήσει την τελευταία μου πνοή και η ψυχή μου θα έχει εγκαταλείψει το σώμα μου, τι θα κάνεις;»
«Θα κάνω ό,τι πρέπει να γίνει, άρχοντά μου. Θα σε πλύνω και θα σε αλείψω. Θα σου βάλω έναν οβολόν στη γλώσσα για να πληρώσεις τον βαρκάρη. Θα μείνουμε επτά μέρες κι επτά νύχτες πλάι στη σορό σου. Θα κάψουμε αναθήματα για να ευχαριστήσουμε τον βασιλιά και τη βασίλισσα του Κάτω Κόσμου. Κι έτσι θα είναι ευλογημένο το ταξίδι σου προς τον Ασφοδελό Λειμώνα».
«Έχεις καλή πρόθεση, αλλά ακριβώς αυτό δεν πρέπει να κάνεις» είπε ο Σίσυφος. «Θέλω, αμέσως μόλις πεθάνω να με γδύσεις και να με πετάξεις στον δρόμο».
«Άρχοντά μου!»
«Μιλάω πολύ σοβαρά. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Αυτή είναι η επιθυμία μου, η παράκληση, η εντολή μου. Ό,τι κι αν πει οποιοσδήποτε άλλος, δεν θα κάνεις καμία προσευχή, καμία θυσία, καμία εκφορά. Όταν θα πεθάνω να μου φερθείς σαν το σκυλί. Υποσχέσου μου ότι θα το κάνεις».
«Μα…»
Ο Σίσυφος την έπιασε από τους ώμους και την κοίταξε βαθιά στα μάτια για να της δώσει να καταλάβει ότι εννοούσε αυτά που έλεγε. «Αν μ’ αγαπάς και μου είσαι αφοσιωμένη, αν δεν θέλεις ποτέ να σε στοιχειώσει ο οργισμένος ίσκιος μου, υποσχέσου να κάνεις ακριβώς ό,τι είπα. Ορκίσου στην ψυχή σου».
«Ο-ορκίζομαι».
«Ωραία. Ας πιούμε τώρα. Μια πρόποση. “Στη ζωή!”»
Ο Σίσυφος, όπως πάντα, είχε διαλέξει την κατάλληλη στιγμή, γιατί το ίδιο βράδυ τον ξύπνησε ο ψίθυρος του Θανάτου στο προσκεφάλι του.
«Ήρθε η ώρα σου, Σίσυφε από την Κόρινθο».
«Α, Θάνατε. Σε περίμενα».
«Μην ελπίζεις να με ξεγελάσεις».
«Εγώ; Να σε ξεγελάσω;» 0 Σίσυφος σηκώθηκε, υποκλίθηκε πειθήνια και, με προτεταμένους καρπούς, αφέθηκε να του περάσει ο Θάνατος τις χειροπέδες. «Ούτε καν μου πέρασε από το μυαλό».
Τα δεσμά προσαρμόστηκαν, και οι δυο τους γλίστρησαν στον αέρα προς το στόμιο του κάτω κόσμου. 0 Θάνατος άφησε τον Σίσυφο στην όχθη της Στύγας κι αναχώρησε αγχωμένος, καθώς είχε να παραλάβει ένα σωρό ψυχές.
Ο Χάροντας πλησίασε με τη βάρκα του και ο Σίσυφος επιβιβάστηκε. Ο περαματάρης άπλωσε την παλάμη του καθώς έδινε μια σπρωξιά με το κοντάρι και ξεμάκραινε από την όχθη.
«Πανί με πανί είμαι» είπε ο Σίσυφος, χτυπώντας ελαφρά κι επιδεικτικά τις τσέπες του.
Ο Χάροντας, χωρίς να πει λέξη, του έδωσε μια σπρωξιά και τον πέταξε στη μαύρη Στύγα. Το νερό ήταν μπούζι, αλλά ο Σίσυφος κατάφερε να κολυμπήσει μέχρι την αντίπερα όχθη. Φουσκάλιασε από την παγωνιά, αλλά πάντως, πατώντας στη στεριά, ήξερε πως είχε αποκτήσει ακριβώς την αξιολύπητη εμφάνιση που ήθελε.
Φευγαλέες σκιές τον προσπερνούσαν, αποστρέφοντας το βλέμμα τους.
«Από πού πάνε για την αίθουσα του θρόνου;» ρώτησε μία ο Σίσυφος. Ακολούθησε τις οδηγίες και βρέθηκε ενώπιον της Περσεφόνης.
«Τρομερή βασίλισσα» είπε ο Σίσυφος, σκύβοντας το κεφάλι. «Παρακαλώ, να με ακούσει ο Άδης».
«Ο σύζυγός μου βρίσκεται στον Τάρταρο σήμερα. Τον εκπροσωπώ εγώ. Ποιος είσαι και πώς τολμάς να παρουσιάζεσαι μπροστά μου σ’ αυτό το χάλι;»
Ήταν γυμνός, με κομμένο αυτί κι ένα μάτι να κρέμεται έξω από την κόγχη. Το φάντασμά του ήταν γεμάτο δαγκωματιές, καμτσικιές, μελανιές, πρηξίματα κι ανοιχτές πληγές. Όλα μαρτυρούσαν τη μεταχείριση που είχε υποστεί το πτώμα του στους δρόμους της Κορίνθου. Η σύζυγός του είχε υπακούσει πιστά τις εντολές του.
«Αγαπητή κυρία» είπε, κάνοντας μια βαθιά υπόκλιση μπροστά στην Περσεφόνη, «κανένας δεν νιώθει πιο πολύ από μένα πόσο ανάρμοστο είν’ όλο αυτό. Η σύζυγός μου, η μοχθηρή, διεστραμμένη, τερατώδης, βλάσφημη σύζυγός μου, μ’ έφερε σ’ αυτή την αξιοθρήνητη κατάσταση. Καθώς ξεψυχούσα, μάλιστα, την άκουσα να λέει στις γυναίκες της: “Δεν θα χαλάσουμε χρυσάφι για κηδείες. Σκασίλα μας για τους θεούς του κάτω κόσμου. Πετάξτε το κουφάρι του στον δρόμο, να το φάνε τα σκυλιά. Ξοδέψτε τα λεφτά που είχε βάλει στην άκρη για την κηδεία του σε μια μεγάλη γιορτή. Οι δαμάλες που κρατούσε για θυσία στον Άδη και την Περσεφόνη να ψηθούν για το γιορτινό τραπέζι μας”. Γέλασε και τους έδωσε το σύνθημα χτυπώντας τα χέρια, τρομερή βασίλισσα, κι αυτοί ήταν οι στερνοί μου ήχοι από τον κόσμο».
Η Περσεφόνη είχε γίνει έξω φρενών. «Τόλμησε τέτοιο πράγμα; Τόλμησε; Θα τιμωρηθεί».
«Μάλιστα, μεγαλειότατη. Πώς όμως;»
«Θα γδαρθεί ζωντανή».
«Ναι. Καθόλου άσχημο. Με το συμπάθιο όμως. Δεν θα είχε γούστο…» είπε ο Σίσυφος χαμογελώντας, καθώς του κατέβηκε μια ιδέα, «… δεν θα είχε γούστο να με επέστρεφες ζωντανό στον πάνω κόσμο; Φαντάσου τι σοκ θα πάθαινε!»
«Χμ…»
«Και θα φρόντιζα να πληρώνει κάθε μέρα για την αναίδεια και την ασέβειά της. Ούτε χρυσαφικά ούτε γλέντια– μόνο σκληρή μεταχείριση, προσβολές και αγγαρείες. Δεν βλέπω την ώρα να αντικρίσω το πρόσωπό της όταν εμφανιστώ μπροστά της, ολοζώντανος και αρτιμελής… και ίσως… ίσως πιο νεανικός και σφριγηλός κι ωραίος από ποτέ. Είναι μόλις είκοσι έξι ετών, αλλά φαντάσου τι μαρτύριο θα ζήσει αν ζήσω περισσότερο απ’ αυτήν! Δούλα θα την έχω. Κάθε μέρα θα περνάει του λιναριού τα πάθη».
Η Περσεφόνη χαμογέλασε στη σκέψη και χτύπησε τα χέρια. «Ας γίνει». Η μακροχρύνια παραμονή της Περσεφόνης στον κάτω κόσμο της είχε προσδώσει μια βασιλική υπερηφάνεια και μια ακλόνητη προσήλωση στην ορθή διοίκηση του υποχθόνιου βασιλείου.
Κι έτσι ο Σίσυφος οδηγήθηκε στον πάνω κόσμο, όπου αυτός και η βασίλισσά του, που πήρε μεγάλη χαρά με την επιστροφή του, έζησαν για πάντα ευτυχισμένοι.
Πέθανε βέβαια κάποτε, και αυτός, αλλά και τι μ’ αυτό.
Κυλώντας τον βράχο
Ο Δίας, ο Άρης, ο Ερμής και ο Άδης δεν χάρηκαν καθόλου όταν έμαθαν πως ο Σίσυφος είχε γλιτώσει για δεύτερη φορά από του χάρου τα δόντια. Η Περσεφόνη είχε λάβει όμως την απόφασή της και δεν μπορούσε ένας αθάνατος να αναιρέσει το πρόσταγμα ενός άλλου.
Αφού πέρασαν γύρω στα πενήντα χρόνια γαλήνης κι ευημερίας για το ζευγάρι, κόπηκε το νήμα της ζωής της συζύγου του Σίσυφου, οπότε έληξε και το συμβόλαιο που είχε συνάψει αυτός με την Περσεφόνη. Ο Θάνατος τον επισκέφτηκε για τρίτη και τελευταία φορά.
Αυτή τη φορά ο Σίσυφος κατέβαλε το αντίτιμο στον Χάροντα και διέσχισε τη Στύγα με τον ορθόδοξο τρόπο. Ο Ερμής τον υποδέχτηκε στην απέναντι όχθη.
«Βρε, βρε, βρε. Ο βασιλιάς Σίσυφος από την Κόρινθο. Ψεύτης, απατεώνας, αλιτήριος και κατεργάρης. Δικός μου άνθρωπος. Κανένας θνητός δεν κατάφερε ποτέ να ξεγελάσει τον Θάνατο. Εσύ το έκανες δύο φορές. Κόβει το μυαλό σου».
Ο Σίσυφος υποκλίθηκε.
«Τέτοιο επίτευγμα αξίζει μια ευκαιρία αθανασίας. Ακολούθησέ με».
Ο Ερμής οδήγησε τον Σίσυφο, μέσα από αναρίθμητους διαδρόμους και στοές, σε μια τεράστια υπόγεια αίθουσα. Μια μεγάλη ράμπα έφτανε από το πάτωμα στην οροφή. Ένα λιθάρι βρισκόταν στη βάση της, φωτισμένο από μια δέσμη φωτός.
«Ο πάνω κόσμος» είπε ο Ερμής, δείχνοντας την πηγή του φωτός.
Ο Σίσυφος είδε πως η ράμπα οδηγούσε σε ένα τετράγωνο στόμιο στην οροφή, από το οποίο έμπαινε ηλιακό φως. Καθώς ο Ερμής έδειχνε το σημείο, το στόμιο έκλεισε και η φωτεινή δέσμη εξαφανίστηκε.
«Λοιπόν, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να κυλήσεις το λιθάρι μέχρι την κορυφή της ράμπας. Τότε η καταπακτή θ’ ανοίξει. Θα βγεις έξω και θα ζήσεις για πάντα ως ο αθάνατος βασιλιάς Σίσυφος. 0 Θάνατος δεν θα σε επισκεφτεί ποτέ ξανά».
«Αυτό είν’ όλο;»
«Αυτό είν’ όλο» είπε ο Ερμής. «Φυσικά, αν δεν σου αρέσει η ιδέα, μπορώ να σε μεταφέρω στα Ηλύσια, όπου θα περάσεις μια μακάρια αιωνιότητα μαζί με τις άλλες ψυχές των ενάρετων. Όμως, αν επιλέξεις την πέτρα, θα είσαι υποχρεωμένος να επιμείνεις ώσπου να τα καταφέρεις και να κερδίσεις την ελευθερία και την αθανασία σου. Κάνε την επιλογή σου. Μια ειδυλλιακή ζωή εδώ κάτω ή μια ευκαιρία για την αθανασία εκεί πάνω;»
Ο Σίσυφος περιεργάστηκε το λιθάρι. Ήταν ογκώδες, αλλά όχι και ογκόλιθος. Η ράμπα είχε σημαντική κλίση, αλλά όχι πολύ απότομη. Άντε, σαράντα πέντε μοίρες το πολύ να ήταν. Οπότε: μια αιωνιότητα ανέμελων περιπάτων στα λιβάδια των Ηλυσίων, παρέα με τους ευπρεπείς και πληκτικούς ή μια αιωνιότητα στον πραγματικό κόσμο με διασκέδαση, βρομιά, τσιλημπουρδίσματα και τρελό κέφι;
«Ντόμπρα;»
«Ντόμπρα και χαλαρά» είπε ο Ερμής, πιάνοντας τον Σίσυφο από τον ώμο και μοστράροντάς του το πιο εκτυφλωτικό του χαμόγελο. «Διαλέγεις και παίρνεις».
Είναι γνωστή η συνέχεια. 0 Σίσυφος άρχισε να σπρώχνει με τον ώμο το λιθάρι για να το ανεβάσει στην κορυφή. Φτάνοντας στα μισά, ήταν βέβαιος πως είχε εξασφαλίσει την αιώνια ζωή. Στα τρία τέταρτα είχε κουραστεί, αλλά δεν τα είχε φτύσει. Στα τέσσερα πέμπτα… να πάρει… τελικά ήταν πιο δύσκολο απ’ ό,τι φαινόταν. Στα πέντε έκτα, πόνος. Στα έξι έβδομα, εξάντληση. Στα επτά όγδοα… Βρισκόταν τώρα μία ίντσα από την κορυφή, ένα νύχι απόσταση· τα έδωσε όλα σε μια τελική προσπάθεια και… Όχιιιιι! Η πέτρα γλίστρησε, αναπήδησε πάνω από τον Σίσυφο και κατρακύλησε μέχρι το πάτωμα. «Εντάξει, δεν τα πήγα κι άσχημα για πρώτη φορά» είπε από μέσα του ο Σίσυφος. «Αν δεν βιαστώ, αν μαζέψω τις δυνάμεις μου, θα τα καταφέρω. Σίγουρα το μπορώ. Θα ανακαλύψω τη σωστή τεχνική. Ίσως να έσπρωχνα με την πλάτη. Το ’χω…»
Ο Σίσυφος εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί, στον Τάρταρο, σπρώχνοντας το λιθάρι και φτάνοντας παρά τρίχα στην κορυφή για να κατρακυλήσει το φορτίο του πίσω στο πάτωμα και φτου και απ’ την αρχή. Εκεί θα βρίσκεται εσαεί. Πιστεύει πάντα πως μπορεί να τα καταφέρει: μία ακόμη, υπέρτατη, προσπάθεια και θα είναι ελεύθερος.
Ζωγράφοι, ποιητές και φιλόσοφοι έχουν δει πολλά πράγματα στον μύθο του Σίσυφου. Έχουν δει μια εικόνα του παραλογισμού της ανθρώπινης ζωής, της ματαιότητας της προσπάθειας, της αδυσώπητης σκληρότητας της μοίρας, της ανυπέρβλητης δύναμης της βαρύτητας. Όμως έχουν δει και το θάρρος, την αντοχή, το σθένος, την καρτερία και την αυτοπεποίθηση της ανθρωπότητας. Βλέπουν κάτι ηρωικό στην άρνησή μας να υποταχθούμε.
https://sarantakos.wordpress.com/2025/07/13/sisyphus/
Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας μπορείτε να το στείλετε την διεύθυνση:
Λάβατε αυτό το μήνυμα επειδή έχετε εγγραφεί στην ομάδα "orasi" των Ομάδων Google.
Για να απεγγραφείτε απ' αυτή την ομάδα και να σταματήσετε να λαμβάνετε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απ' αυτή, στείλτε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη διεύθυνση
.