ΟραΟι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026 στις 09:40
Οι αντικαποδιστριακές σάτιρες του Αλέξανδρου Σούτσου Εξαιτίας της ταινίας του Γιάννη Σμαραγδή, έχει αρχίσει πάλι συζήτηση για τον Καποδίστρια. Για μια νηφάλια αποτίμηση του Κυβερνήτη, υπάρχει το βιβλίο του Χρήστου Λούκου. Η ταινία, με πολλά τεχνικά ψεγάδια, αγιογραφεί ασύστολα τον Καποδίστρια κι αυτό πολύ αρέσει στη μεγάλη μερίδα του κοινού. Θαρρώ πως η έλξη του Καποδίστρια έγκειται στο ότι αποτελεί τη ματαιωμένη ελπίδα, τη χαμένη ευκαιρία -αν «τον άφηναν» θα είχαμε αποφύγει τα σημερινά μας χάλια. Όπως έγραψε και κάποιος ανώνυμος στο Χ, «αν ζούσε ο Καποδίστριας, σήμερα ο βασικός θα ήταν 3000 ευρώ, οι Έλληνες 50 εκατομμύρια και η Ελλάδα πολύ μεγαλύτερη». Κι έπειτα, στον καιρό μας έχει γοητεία η ενός ανδρός αρχή, ο ηγέτης που περιφρονεί τα κόμματα και τις τυπικότητες της δημοκρατίας και δεν διστάζει να σπάσει αυγά. Για λόγους ισορροπίας στην αγιογραφία, ας αφιερώσω το σημερινό, λογοτεχνικό το τονίζω, άρθρο, στον αντικαποδιστριακό λόγο της εποχής, στις σάτιρες του Αλέξανδρου Σούτσου. Από φαναριώτικη οικογένεια, ο Αλέξανδρος Σούτσος (1803-1863) κατέβηκε στην Ελλάδα τον καιρό της επανάστασης, αγωνίστηκε με το όπλο αλλά και με την πένα. Οι πολιτικές του σάτιρες, παρά τη φλυαρία τους (όπως φαίνονται στον καιρό μας ακόμα και τα αριστουργήματα παλιότερων εποχών) είναι ευθύβολες και τεχνικά άρτιες. Θα παραθέσω μερικές από τις πολιτικές σάτιρες του Σούτσου. Έχω εκσυγχρονίσει την ορθογραφία. Η πιο γνωστή σάτιρα, που αρκεί μόνη της να χαρίσει την υστεροφημία στον Σούτσο, μια κι έχει γίνει παροιμιώδης, είναι αυτή για τον ελεύθερο τύπο. Ο τίτλος της, μακροσκελής κατά τα έθιμα της εποχής. Ο ΠΕΡΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ή ΤΟ ΤΥΠΟΚΤΟΝΟΝ ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΟΥ Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ (Παραλείπω τον εκτενή πεζό πρόλογο): Ένας γερουσιαστής μας με το στόμα γελαστό, Σούτσ’ ελεύθερε, με είπε, συγχαρίκια σε ζητώ· Πρόβαλα υπέρ του τύπου δεκαπέντε άρθρα νόμου Κατ’ αυτό το σχέδιόν μου. Είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψεις Της Αρχής τους Υπαλλήλους Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψεις. Έχω έναν αδελφόν μου Έκτακτον Διοικητήν, Κι έναν πρωτεξάδελφόν μου ‘ς το Πρωτόκλητο Κριτήν Κι εγώ ένα κοκαλάκι σε μιαν κώχη γλυκογλύφω· Πλην τον Τύπο τον λατρεύω κατ’ αυτού δεν δίδω ψήφο· Είν’ ελεύθερος ο Τύπος φθάνει μόνον να μη βλάψεις Της Αρχής τους Υπαλλήλους, Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν’ ελεύθερος ο Τύπος φθάνει μόνον να μη γράψης. Ένας μου συναδελφός, Όπου έχει κάποιον λόγον να συχαίνεται το φως, Φώναζε κατά του Τύπου, φώναζε με στόμα τόσο! Ίδρωσα τον Εωσφόρο, ίδρωσα ν’ αποστομώσω . . . . Είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψεις Της Αρχής τους Υπαλλήλους, Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψεις. Στο εξής κάθου και γράφε, κάθου και κοπάνιζέ μας· Τραγουδάκια τύπωνέ μας Ό,τι πράγμα δεν σ’ αρέσει κι’ όποιον άνθρωπον θελήσεις, Ημπορείς να σατιρίσεις. Είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψεις Της Αρχής τους Υπαλλήλους, Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψεις. Τι λοιπόν φυλάγεις; Πάρε το κονδυλομάχαιρό σου Κονδυλάκια κόψε . . . Βάλε το χαρτί στο γόνατό σου· Κόκκινη μελάνη θέλεις; Με την κόκκινη αρχίνα· Απ’ το κόσκιν’ όλους πέρνα, και κανένα μη προσκύνα. Είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψεις Της Αρχής τους Υπαλλήλους, Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψεις. Φλύαρος, είπαμε. Θα μπορούσε να κρατήσει τις μισές στροφές. Αλλά το ρεφρέν είναι εξαιρετικό. Στις περισσότερες σάτιρές του ο Σούτσος έχει επωδό, ρεφρέν. Η επόμενη έχει στόχο τους παχυλά αμειβόμενους φίλους του καθεστώτος. Ο ΥΠΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟΣ ΤΟΥ Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ Στου Ναυπλιού τους ξενοδόχους συχνοχάφτω καταΐφι, κούρκες, όρνιθες, ροσμπίφι, και ζυμαρικά, που στάζουν γάλα, βούτυρο και μέλι, η κοιλιά μου είναι φούσκα, στρογγυλή σαν το βαρέλι, Δεν γνωρίζω, τι είναι πείνα, το ταμείον με πλερώνει, πεντακόσια κάθε μήνα. Γρόσια όσοι με πλερώνουν, ο Θεός θα τους φυλάγει! Η δουλιά κακά δεν πάγει! Δεν χωρούν τα πάχητά μου στην φαρδιά μου φουστανέλα, κοκκινίζω, νοστιμαίνω, και με πάγ’ η φούντα τρέλα. Δεν γνωρίζω, τι είναι πείνα, το ταμείον με πλερώνει, πεντακόσια κάθε μήνα! Άξιζα να παίρνω χίλια κι ίσως κάτι παραπάνω, το κονδύλι γερά πιάνω, και με μάτια σφαλισμένα την υπογραφή μου βάζω πού την βάζω, τι πειράζει, αν πολύ δεν εξετάζω, Δεν γνωρίζω, τι είναι πείνα, το ταμείον με πλερώνει, πεντακόσια κάθε μήνα! Όσοι θέλουν να μ’ αρπάξουν το ψωμί από το στόμα, το ψωμί, που τρώγεις, λέγουν, είναι μαύρο σαν το χώμα. Φίλοι μου, την ορεξή σας άνοιξε η μυρωδιά του και μας φέρετε διά τούτο έναν κόσμον άνoυ κάτου, Πλην τι θέλω τούτα κείνα, το ταμείον με πλερώνει πεντακόσια κάθε μήνα! Τους συντρόφους μου κι εμένα ονομάζουν γαστρονόμους. Τι με λέγετε «Αγάπα της Αμερικής τους νόμους;». Έχουν βούτυρο οι νόμοι, έχουν λάδι, έχουν άλας; το στομάχι δεν γεμίζει με τας φράσεις τας μεγάλας! Η Ευρώπη ας ανάψει κι ας κορώσει, όσο θέλει! Φθάνει μόνον, ταλαράκια και στερλίνες να μας στέλλει, Έδιωξαν τον Κάρολόν τους οι ελεύθεροι Φραντσέζοι, θα πνιγούν στα αίματά τους οι καλοί μας Πολλωνέζοι, Πλην τι θέλω τούτα κείνα, το ταμείον με πλερώνει πεντακόσια κάθε μήνα! Κι άλλη μια παρεμφερής σάτιρα, για τον επιστάτη των οικοδομών, πολύ πετυχημένη. Πάλι με ρεφρέν. Ο ΕΠΙΣΤΑΤΗΣ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ ΕΠΙ Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ Φοίνικες και ταλαράκια το πουγκί μου κουδουνίζει, και το στόμα μου σαμπάνιες και ρυζόγαλο μυρίζει· χαιρετάτε με με σέβας, με βαθύν προσκυνισμόν· επιστάτης, κύριοί μου, έγινα οικοδομών. Τερερέμ, λαλά, λαλά· η δουλειά πάγει καλά. Έκτακτε Διοικητή μου, πόσα γρόσια θησαυρίζεις; Όσα παίρνω σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο τα κερδίζεις; Έκτακτα τον μήνα παίρνεις εσύ χίλια… κι ας να μη! Εγώ παίρνω τρεις χιλιάδες εις την κάθε πιθαμή. Τερερέμ, λαλά, λαλά· η δουλειά πάγει καλά. Η αυτού Πανεξοχότης μ’ αγκαλιάζει κάθε μέρα. Μα ρημάζω το Ταμείον; Αλλού βλέπει, βρέχει πέρα, φθάνει μόνον, πουρνό βράδυ, να τον λέγω εις τ’ αυτί τι φρονεί ο ένας κι άλλος και τι δρόμο περπατεί. Τερερέμ, λαλά, λαλά· η δουλειά πάγει καλά. Σήμερον το Ναύπλιόν μας η πρωτεύουσά μας είναι· αύριο θα είναι, λέγουν, αι περίφημαι Αθήναι. Τότε, γρόσια μιλιούνια τότε δα θα ξοδευθούν, και πατόκορφ’ απ’ εμένα αι Αθήναι θα κτισθούν. Τερερέμ, λαλά, λαλά· η δουλειά πάγει καλά. Κριματίζει όποιος λέγει πως εγώ μισώ τα φώτα· τα σχολεία, στην τιμή μου, τ’ αγαπώ απ’ όλα πρώτα· και πολλές φορές λαχαίνει στ’ όνειρό μου να ιδώ πως οικοδομώ Μουσεία, κι απ’ το στρώμα τραγουδώ: Τερερέμ, λαλά, λαλά· η δουλειά πάγει καλά. Με κολνούνε οι γυναίκες και γλυκές ματιές με ρίχνουν· μ’ όλες μου τες άσπρες τρίχες πως μ’ ορέγουνται με δείχνουν· γαμβρός είμαι όπου πάγω, κι εις το κάθε σπιτικό ταπεινότατες προτάσεις υπανδρείας αγρικώ. Τερερέμ, λαλά, λαλά· η δουλειά πάγει καλά. Οι αντίπαλοι του Καποδίστρια, οι συνταγματικοί, ζητούσαν Σύνταγμα -ή έστω Συνταγματάκι, όπως σε αυτή τη σάτιρα, που την έχουμε αναφέρει άλλη φορά στο ιστολόγιο εξαιτίας του μυστηριώδους ρεφρέν «Λάμπα σκάμπα τσιμπιριμπιτό» -είναι η πρώτη ανεύρεση της λέξης «λάμπα» στην ελληνική γλώσσα αλλά μάλλον χωρίς να σημαίνει το φωτιστικό σώμα. Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΜΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗΝ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΝ Αρχηγέ σοφέ του έθνους, στην Εγκύκλιόν σου είδα, πως ζητείς του καθενός μας να συμβουλευθείς τα φώτα· μας προστάζεις να σε πούμε τι συμφέρει στην πατρίδα. Η αναφορά μου να την… Όρκον όμως κάμε πρώτα, πως στο Μπούρτζι μια σου λέξις μυστική δεν θα με βάλει. Και αμέσως, να, σε λέγω, καθώς τόσοι άλλοι φίλοι: «Λάμπα σκάμπα, τσιμπιριμπιτό, Συνταγματάκι σάς ζητώ» Διοικεί το Κράτος όλο πατρικός ο Κυρ Βιάρος. Κιχι γι’ αυτόν αν πει κανένας, στην ψυχή του παίρνει βάρος. Την Ελλάδα, Κυβερνήτη, ευτυχή θα καταστήσεις, Ένα ένα τα παιδιά της αν στρεβλώσεις κι εξορίσεις. Κι αν ενδώσεις κατά γράμμα εις την ταπεινή του γνώμη. Μ’ όλον τούτο καλό είναι να μας διοικούν κι οι νόμοι. Λάμπα σκάμπα, τσιμπιριμπιτό, Συνταγματάκι σάς ζητώ. Το δικαστικό μας μέρος προοδεύει όσον πάγει· τα Κριτήριά μας είναι παλαιοί Άρειοι πάγοι, Και Κριταί σαν τους Κριτάς μας εις τον κόσμον δεν είν’ όλον, Και ο Γεννατάς σου είναι του αιώνος μας ο Σόλων. Μ’ όλον τούτο Κι εν τοσούτω Λάμπα σκάμπα, τσιμπιριμπιτό, Συνταγματάκι σάς ζητώ. Θαύμα, είναι, τέρας είναι, τα Σχολεία της Ελλάδος! Άνθισε και λουλουδίζει της παιδείας μας ο κλάδος! Από τα πολλά μας φώτα εσκοτίσθηκε το φως μας, και δεν βλέπομεν την λάμψιν του Στρατάρχου Κόμητός μας, και ο Κόμης μας του κάκου φέρνει γύρες εις τούς δρόμους Με χρυσές δυο επωμίδες στους στρατηγικούς του ώμους. Λάμπα σκάμπα, τσιμπιριμπιτό, Συνταγματάκι σάς ζητώ. Ετρελάθηκε το Έθνος και δεν ξεύρει το αχρείο, και δεν ξεύρει να μετρήσει απ’ το ένα ως στα δύο. Οι κατάσκοποι τι έχουν; Τι το βλάπτουν και φωνάζει; Τους πολίτας αν ακρίτως φυλακώνει, τι πειράζει; Το αυθάδικο δεν ξεύρει τι το γένεται, τι κάνει, Κι όπου πας κι όπου γυρίσεις μια και μόνη φωνή βγάνει· «Λάμπα σκάμπα, τσιμπιριμπιτό, Συνταγματάκι σάς ζητώ. » Οι αναφορές που παίρνεις με φοβέρες απ’ το Κράτος, Εξοχότατε, δεν λέγουν την αλήθεια κατά πλάτος, Εσύ μόνος τες συνθέτεις· διπλωματικές είν’ όλες, σκοτεινές, κι η κάθε μια των παχιά ψεύματα δυο κόλλες. Η δική μου όμως είναι όσον δίδεται σαφής, Και απλά την τελειώνω με το κάτω τής γραφής: Λάμπα σκάμπα, τσιμπιριμπιτό, Συνταγματάκι σάς ζητώ. Το «ταπεινήν του γνώμη» είναι αραιογραμμένο στο πρωτότυπο -φαίνεται πως συνήθιζε να το λέει ο Βιάρος Καποδίστριας. Κι άλλη μία, επίσης μακροσκελής, που παρουσιάζει τον Καποδίστρια να δικαιολογείται ότι οι συμμαχικές δυνάμεις δεν τον αφήνουν να κάνει όσα θέλει. Ο Ι. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΑΠΟΛΟΓΟΥΜΕΝΟΣ ΕΠ’ ΕΘΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΣ (τον Αύγουστον του 1831) Πληρεξούσιοι του έθνους, σεβαστόν κριτήριόν μου, να σας δώσω ήλθα λόγον των νομίμων πράξεών μου. Η Ελλάς, χάριτι θεία, βλέπετε, δεν εδουλώθη αν η Σάμος, αν η Κρήτη στους εχθρούς μας παρεδόθη, αν τα φρούρια δεν πήρα της Ευρώπης, της Αθήνας, και αν έπαιξα το πράγμα δεκαπέντε σωστούς μήνας, είχα λόγους ανωτέρους· αι Αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος . . . εξ ενός, εξάλλου μέρους, θεωρούντες . . . Είχα κι’ άλλα να σας ‘πώ . . . πλην τι το κάμεις; σ’ εμποδίζουν να λαλήσεις αι συμμαχικαί δυνάμεις. Αν κατόρθωσα να καύσω τον πολύτιμόν μας στόλον με την βίαν, με τον δόλον, και αν έχυσα το αίμα των Ελλήνων εις τον Πόρον, με το μισθωτό μαχαίρι των πιστών μου δορυφόρων, αν με σκήπτρον ξένου κράτους θέλησα να σας παιδεύσω, και με όλην την Ευρώπην την Ελλάδα να μπερδεύσω, είχα λόγους ανωτέρους· αι Αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος. . . εξ ενός, εξάλλου μέρους θεωρούντες . . . Είχα κι άλλα να σας πω . . . πλην τι το κάμεις; σ’ εμποδίζουν να λαλήσεις αι συμμαχικαί δυνάμεις. Θερμός είμαι δημοκράτης . . . για το σύνταγμα πεθαίνω αν με είδετε τρεις χρόνους τ’ άρθρα του να παραβαίνω κι απ’ τους όρκους μου να λείπω, γράμματα να κρυφανοίγω και να κυνηγώ τον τύπο, σπίτια να πατώ την νύκτα, και πολίτας πριν τους κρίνω, να ‘ξορίζω, να ξυλίζω και τα νύχια τους να χύνω, είχα λόγους ανωτέρους· αι Αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος. . . εξ ενός, εξάλλου μέρους θεωρούντες . . . Είχα κι άλλα να σας πω . . . πλην τι το κάμεις; σ’ εμποδίζουν να λαλήσεις αι συμμαχικαί δυνάμεις. Υπερπλούτισα το γένος (μάρτυρες οι αδελφοί μου και τρεις τέσσαρες πιστοί μου, όπου τρέχουν πουρνό βράδυ με τα τάλιρα στην τσέπη), πλην τους πρώτους της Ελλάδος ο καθένας πτωχούς βλέπει πλην του Μπότζαρη τες κόρες, τα παιδιά του Καραΐσκου, άφησα να ζουν μ’ ελέη, με μαζώματα του δίσκου είχα λόγους ανωτέρους· αι Αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος. . . εξ ενός, εξάλλου μέρους θεωρούντες . . . Είχα κι άλλα να σας πω . . . πλην τι το κάμεις; σ’ εμποδίζουν να λαλήσεις αι συμμαχικαί δυνάμεις. Ημπορεί να διει ο πλάστης εις των σπλάγχνων μου το βάθος η αγάπη της πατρίδος, και το μοναχό μου πάθος· πλην κατέτρεξα τα φώτα πλην διέφθειρα τα ήθη· πλην εις πλήθος κατασκόπων χρυσός άφθονος εχύθη πλην ηθέλησα να σβήσω και μεγάλους και μικρούς, πλην να δω τους πρώτους όλους επεθύμησα νεκρούς. Είχα λόγους ανωτέρους· αι Αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος. . . εξ ενός, εξάλλου μέρους θεωρούντες . . . Είχα κι άλλα να σας πω . . . πλην τι το κάμεις; σ’ εμποδίζουν να λαλήσεις αι συμμαχικαί δυνάμεις. Σας απέδειξα πώς είμαι άμεμπτος . . . Δεν τ’ αμφιβάλλω. Σύνταγμά σας εγώ είμαι . . . μη ζητείτε σύνταγμ’ άλλο. Δείξατέ με, σαν το Άργος αφοσίωσιν τελείαν Δόσετέ με σαν στο Άργος εντελή Δικτατορίαν, Και ομνύω στου Βιάρου την ζωήν πως αν μπορέσω, προκομένους κι απροκόπους χέρια πόδια θα σας δέσω. Έχω λόγους ανωτέρους· αι Αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος. . . εξ ενός, εξάλλου μέρους θεωρούντες . . . Είχα κι άλλα να σας πω . . . πλην τι το κάμεις; σ’ εμποδίζουν να λαλήσεις αι συμμαχικαί δυνάμεις. Αυτή η σάτιρα γράφεται τον Αύγουστο του 1831. Στις 27 Σεπτεμβρίου ο Κώστας και ο Γιώργος Μαυρομιχάλης δολοφονούν τον Καποδίστρια στον Άγιο Σπυρίδωνα του Ναυπλίου. Ο Σούτσος ύμνησε τη δολοφονία παραλληλίζοντας τους Μαυρομιχάληδες με τους τυραννοκτόνους Αρμόδιο και Αριστογείτονα. Στο σχετικό ποίημα, η επωδός είναι: Μιμητής Αρμοδίου και Αριστογείτων νέος Το φιλέκδικο σπαθί μου θα σκεπάσω με μυρσίνη, Εις τον Τύραννον θα πέσω… θα τον σφάξω… και γενναίως Θα σφαγώ καθώς εκείνοι. Αλλά και σάτιρα έγραψε αργότερα, το 1832, για τη δολοφονία. Παραθέτω περίπου τη μισή. Πεύκια είναι τα χαλιά (από επεύχια). ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΥ Στα πεύκια σου τα κόκκινα τα λουλουδοκλαδένια χορεύω, Καποδίστρια, χωρίς σκοτούρα κι έννοια Πού είσαι τώρα να μας διεις με τ’ άνθια στο κεφάλι να πίνουμε στο Σύνταγμα και στον Μαυρομιχάλη; Μυρμήγκια μάς φαντάζουσουν κι απ’ αψηλό παλάτι με αετού μας έβλεπες αγριωμένο μάτι. Δυο πιστολιές εβρόντησαν στης εκκλησιάς τες θύρες, Ταριρίμ μπουμ μπουμ Κι αμέσως, Καποδίστρια, τα μπρούμυτα επήρες Ταριρίμ μπρουμ μπρουμ Ελάτε να το στρώσουμε στα δροσερά λουλούδια Και με το λαουτόβιολο να πούμε τα τραγούδια Χορεύετ’ ελληνόπαιδα! Χορεύετ’ ελληνίδες! Βαριά τα ποδαράκια σας δεν είν’ απ’ αλυσίδες. Και τον συρτό μας ελαφρά κι ελεύθερα χορεύουν Ελευθερία, Σύνταγμα κι Ισότης βασιλεύουν. Αυτό που δεν κατόρθωσαν της Ύδρας τόσοι στόλοι Ταριρίμ μπουμ μπουμ, Εις μιαν στιγμή το έκαμε της Σπάρτης ένα βόλι Ταριρίμ μπρουμ μπρουμ Τον νουν σου, Καποδίστρια, θεοποιούσαν όλοι. Τον νουν σου πρώτα χτύπησε, ταλαίπωρε, το βόλι. «Το παν προβλέπω», έλεγες. Το τέλος σου προείδες; Με διαμαντένιες έδενες το έθνος αλυσίδες. Πλην δένεται η θάλασσα με τ’ άστατα νερά της, Κι ο Έλλην ο ανήσυχος και ο επαναστάτης; Από της γης τα χαμηλά ένα μικρό μολύβι Ταριρίμ μπουμ μπουμ Στων δεσποτών τες κεφαλές πετά και τες συντρίβει Ταριρίμ μπρουμ μπρουμ Ουρές του Καποδίστρια, ουρές χωρίς κεφάλι, Στην λάσπη τί σαλεύετε, που να σας πάρ’ η ζάλη; όταν η πέτρα τού φιδιού το μέτωπο τσακίσει, Σαλεύει μες στα αίματά, πηδά επάνου κάτου, Κι ακόμη πόλεμον ζητά η πράσινη ουρά του· Αλλά του μένει δύναμις φαρμάκι να μας χύσει; Στον Άγιον Σπυρίδωνα αντήχησαν οι θόλοι Ταριρίμ μπουμ μπουμ, Και μονομιάς επέσετε οι τυραννίσκοι όλοι Ταριρίμ μπρουμ μπρουμ (…) Κλείνω με μια ακόμα γνωστή σάτιρα, γραμμένη κατά την αποχώρηση του Αυγουστίνου Καποδίστρια από την Ελλάδα. Ο Αυγουστίνος είχε διαδεχθεί τον Ιωάννη Καποδίστρια μετά τη δολοφονία και κυβέρνησε για λίγους μήνες. Ο ΨΕΥΔΟΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΛΟΙΟΝ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ ΤΟΥ (τον Μάρτιον τού 1832) Δεν μπορώ εις το κακό μου κι εις την λύπην μου ν’ ανθέξω! Να με πουν «απ’ την Ελλάδα, Εξοχώτατέ μου, έξω!». Προχθές ήμουν Κυβερνήτης· τώρα φεύγω παλιομούτσος μ’ ένα ρώσικο καράβι, καθώς πρόλεγεν ο Σούτσος! Τα παιδιά με τα λεμόνια το κατόπι μου με παίρνουν, στους Κορφούς ενώ οι Φράγκοι σαν κατάδικο με σέρνουν… Μη, παιδιά, με τα λεμόνια! Έγια μόλα! Έγια λέσα! Ένας κόντες είναι μέσα! Ζήτησα τους Ρουμελιώτας μες στου Άργους το Παλάτι να τους πιάσω έναν έναν σαν τα ψάρια στο πλεμάτι. Νά! Του Άργους το Παλάτι τ’ άρπαξαν με το σπαθί τους και στα κόκκινά μου πεύκια στρώθηκαν οι ψυχογιοί τους! Ζήτησα απ’ τον Μορέα να τους διώξω με κανόνια και αυτοί με διώχνουν τώρα με τα σάπια τα λεμόνια… Μη, παιδιά, με τα λεμόνια! Έγια μόλα! Έγια λέσα! Ένας κόντες είναι μέσα! Εχθές πέρασ’ ο Κωλέττης από τα παράθυρά μου κι ένας κόσμος «Ζήτω! Ζήτω!» εξεφώνιζε στ’ αυτιά μου! Τί ντροπή! Αυτός στ’Ανάπλι μπήκε μέρα μεσημέρι κι εγώ φεύγω νύκτα νύκτα μ’ ουρανό χωρίς αστέρι. Εις το ένα πλάγι έχω συντροφιά μου τον Τζωρτζέτο, εις το άλλο ένα πτώμα· και πού πάγω; Στον Βιαρέτο… Μη, παιδιά, με τα λεμόνια! Έγια μόλα! Έγια λέσα! Ένας κόντες είναι μέσα! Δεν τα κάπνισες, Βιαρέτο, σαν εγώ μ’ ένα παπούτσι. Φλουριά πήρες όσα ηύρες, και δεν άφησες κουκούτσι. Τραβημένος εσύ τώρα στο χρυσό σου Παλατάκι ζεις σαν ήσυχο ποντίκι στ’ ολλανδέζικο τυράκι· κι εγώ τρέχω ζαλισμένος κι από το μεθύσι ψάθα, Κυβερνήτης χωρίς σκήπτρο και Στρατάρχης χωρίς σπάθα… Μη, παιδιά, με τα λεμόνια! Έγια μόλα! Έγια λέσα! Ένας κόντες είναι μέσα! Νάπλι μου, πολλά τα έτη! Νάπλι μου, έχε υγείαν! Σε αφήνω! Πλην με λύπην, μ’ εντροπήν και μ’ ατιμίαν. Με ηλιοκαμένην όψη, με μακρύ και στραβό φέσι οι εξόριστοι γυρίζουν εις του Πλάτανου την μέση. Από ποιαν ν’ αρχίσω πρώτα να θρηνώ τες εντροπές μου; Ώς κι αυτές μ’ οι φιλινάδες τραγουδούν τες Σάτιρές μου!… Μη, παιδιά, με τα λεμόνια! Έγια μόλα! Έγια λέσα! Ένας κόντες είναι μέσα! Πληρεξούσιοί μου, πάρτε τα Ψηφίσματά σας πίσω! Ελιές μέσα θενα βάλω; Τί μ’ αυτά θενα κερδίσω; Δώστε με τα τάλαρά μου! Πάρτε πίσω το χαρτί σας! Κρίμα τα γραψίματά σας! Κρίμα η ρητορική σας! Κρίμα, Παπαδόπωλέ μου, η φωτιά σου η μεγάλη, όπου και τον Κοραή σου να ψηθεί τον είχες βάλει!… Μη, παιδιά, με τα λεμόνια! Έγια μόλα! Έγια λέσα! Ένας κόντες είναι μέσα! Την Συνέλευσην θυμούμαι του Ναυπλίου… Τί λαμπρότης! Στο Βουλευτικό με πήγε άρον άρον ο Αξιώτης. «Κυβερνήτη!» μ’ έκραζ’ ένας· άλλος μ’ έλεγεν «Αφέντη!» Άλλος μ’ έλεγε «Δεσπότη!» κι άλλος «Ρήγα!» και «λεβέντη!» Την χαρά μου ο καημένος να βαστάξω δεν μπορούσα και τα παλαμάκια μόνος τράκα τράκα εκτυπούσα… Μη, παιδιά, με τα λεμόνια! Έγια μόλα! Έγια λέσα! Ένας κόντες είναι μέσα! Έκτακτοι και Υπουργοί μου, σε λιγάκι θα σας χάσω. Τας τρανάς σας εκδουλεύσεις, όσο ζω, δεν θα ξεχάσω! Βουτηχθήκατε στην λάσπη απ’ τα νύχι’ ώς την κορφή σας κι έμεινεν ατιμασμένος, μισημένος ο καθείς σας! Δι’ ενθύμησιν μου, φίλοι, την εικόνα μου σας στέλλω και τες δύο μου σπαλέτες και το άσπρο μου καπέλο… Μη, παιδιά, με τα λεμόνια! Έγια μόλα! Έγια λέσα! Ένας κόντες είναι μέσα! Εξημέρωσε… Αντίκρυ βλέπω, βλέπω κυματίζουν ρουμελιώτικες σημαίες… και τα μάτια μου δακρύζουν… Καβαλάρηδες, πεζούρα μ’ ενθουσιασμένο βήμα στου Μαυρομιχάλη τρέχουν και μαζώνουνται το μνήμα… Εις την πλάκα του μυρσίνες, πασχαλιές και ρόδα στρώνουν και «Ανάθεμα» με πέτρες κατ’ επάνω μου σηκώνουν… «Γιούχα! Γιούχα! με φωνάζουν…Έγια μόλα! Έγια λέσα! Ένας κόντες είναι μέσα! Του Ναυπλίου τον λιμένα το καράβι μου αφήνει και ο κόλπος του αρχίζει σφοδρόν άνεμον να χύνει… Νά, της Ύδρας οι αυθάδεις και γιγαντιαίοι βράχοι… Ναυαγήσαμεν επάνω στην ακλόνητη τους ράχη! Από τον γιαλό με βλέπουν και γελούν οι Υδριώται… Θριαμβεύουν οι Μιαούλαι και οι δύο Κουντουριώται… Σκάνω, σκάνω και πεθαίνω… Έγια μόλα! Έγια λέσα! Στο αμπάρι πέφτω μέσα! https://sarantakos.wordpress.com/2026/01/04/soutsos/ Σκορδίλης Σπύρος -- Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας μπορείτε να το στείλετε την διεύθυνση: [email protected] Για το αρχείο της λίστας μπορείτε να επισκεφθείτε τον σύνδεσμο: https://www.mail-archive.com/[email protected]/maillist.html --- Λάβατε αυτό το μήνυμα επειδή έχετε εγγραφεί στην ομάδα orasi των Ομάδων Google. Για να απεγγραφείτε απ' αυτή την ομάδα και να σταματήσετε να λαμβάνετε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απ' αυτή, στείλτε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη διεύθυνση [email protected]. Για να δείτε αυτή τη συζήτηση, επισκεφτείτε το https://groups.google.com/d/msgid/orasi/7BF4BC63-98DA-4544-A558-EDCB77B14E3A%40gmail.com.
