Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026 στις 09:43

Πότε μας άφησε γεια ο Μπεζεντάκος;


Προσοχή, ακολουθεί διπλοσέντονο 2200 λέξεων

Το τραγούδι για τον Μιχάλη Μπεζεντάκο είναι πασίγνωστο, τουλάχιστον μεταξύ των αριστερών, αλλά δεν ξέρουν όλοι όλη την ιστορία του Μπεζεντάκου, ενώ πολύ λιγότεροι ξέρουν την ιστορία του τραγουδιού.

Θα θυμίσω την ιστορία του Μπεζεντάκου. Ο Μιχάλης Μπεζεντάκος γεννήθηκε το 1908 στη Μάνη, το πέμπτο από τα εφτά παιδιά της οικογένειάς του. Σε μικρή ηλικία, η οικογενεια μετακόμισε στον Πειραιά, στα Ταμπούρια, όπως και αμέτρητες άλλες μανιάτικες οικογένειες -και του παππού μου. Ο Μπεζεντάκος δούλευε εργάτης σε βελονοποιία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 εντάχθηκε στους αρχειομαρξιστές, αλλά ύστερα από μια διάσπαση ανήκε σε μια ομάδα που έβλεπε ευνοϊκά την προσέγγιση με το ΚΚΕ.

Την 1η Αυγούστου 1931 είχε προκηρυχτεί από την Κομμουνιστική Διεθνή πανευρωπαϊκή αντιπολεμική αντιφασιστική ημέρα, για την  επέτειο της κήρυξης του Α’ Παγκ. Πολέμου. Η κυβέρνηση Βενιζέλου είχε απαγορεύσει τις συγκεντρώσεις. Στη συγκέντρωση της Δραπετσώνας, η αστυνομία συνέλαβε τον Κώστα Σαρίκα, στέλεχος του ΚΚΕ. Ο Μπεζεντάκος μαζί με άλλους διαδηλωτές επιχείρησαν να απελευθερώσουν τον Σαρίκα, που τον οδηγούσε στο τμήμα ο αστυφύλακας Γεώργιος Γυφτοδημόπουλος. Ο αστυφύλακας έβγαλε το πιστόλι του και πυροβόλησε. Ο Μπεζεντάκος, χάνοντας όπως είπε αργότερα την ψυχραιμία του, έβγαλε το δικό του και σκότωσε τον αστυφύλακα. Η αστυνομία συνέλαβε πολλούς αλλά όχι τον Μπεζεντάκο, που κρυβόταν σε διάφορα μέρη, όπως στη Μαγκουφάνα (σήμερα Πεύκη). Τελικά τον  έπιασαν τον Οκτώβριο. Η δίκη του διαχωρίστηκε από τους άλλους. Επρόκειτο να δικαστεί τον Απρίλιο του 1932.

Επρόκειτο, διότι τα ξημερώματα της 5ης Μαρτίου 1932 ο Μπεζεντάκος απέδρασε. Μέσα στη φυλακή είχε προσεγγίσει περισσότερο τους κομμουνιστές κρατούμενους, οι οποίοι τον βοήθησαν αρχικά να μεταφερθεί σε κελί με άλλους κομμουνιστές (Νεφελούδης, ας πούμε) και τον εφοδίασαν με τα σύνεργα για να τρυπήσει τον τοίχο, καλύπτοντάς τον  παράλληλα. Το πρωί ο Ριζοσπάστης σε ειδικό πλαίσιο πάνω αριστερά στην πρώτη σελίδα του δημοσίευε μνημειώδη ανακοίνωση του Πολιτικού Γραφείου της ΚΕ του ΚΚΕ, που πληροφορούσε τις οργανώσεις του κόμματος ότι «ύστερα από απόφαση του Π.Γ. απόδρασε απ’ τις φυλακές Συγγρού ο σ. Μπεζαντάκος». (Το επώνυμο το βρίσκουμε γραμμένο και με τους δυο τρόπους στις  εφημερίδες της εποχής).

Ο Μπεζεντάκος φυγαδεύτηκε στην ΕΣΣΔ. Από τις ίδιες φυλακές είχαν αποδράσει τον Μάιο του 1931 οχτώ βαρυποινίτες κομμουνιστές, που επίσης φυγαδεύτηκαν στην ΕΣΣΔ. Τότε είχε βοηθήσει στην απόδραση ο «κόκκινος δεκανέας» Γρηγόρης Γρηγοριάδης, που ήταν μέλος της ΟΚΝΕ και φυγαδεύτηκε μαζί τους στην ΕΣΣΔ.

Το «τραγούδι του Μπεζεντάκου» θα το ξέρετε, αλλά ας το επαναλάβουμε:

Οι αστοί τρομάξανε
και κάστρα φτιάξανε
να κλείσουν τα παιδιά των εργατών.
Μ’ αυτοί με μια γροθιά
σπάζουνε τα δεσμά
τα κάστρα καταργούνε των αστών

Και μες το καρναβάλι
οι αστοί την πάθαν πάλι
ο Μπεζεντάκος μας άφησε γεια.
Παντού τρεξίματα
τελεγραφήματα
πάλι ραπίσματα απ’ την εργατιά.

Τον είχανε κλεισμένο
διπλομανταλωμένο
να τον δικάσουνε σε θάνατο.
Μ’ αυτός τρυπάει τον τοίχο
χωρίς κανέναν ήχο
και βρίσκουν κούτσουρο στο θάλαμο.

Στ’ άχυρα ψάχνουνε
ψύλλους για να΄βρουνε
ζητούν τον ένατο και τους οχτώ.
Μ’ αυτοί είναι μακριά
εβίβα βρε παιδιά
ζήτω το κόμμα μας το εργατικό.

Η αναφορά στους «οχτώ» εννοεί τους οχτω που απόδρασαν το 1931, ενώ ο ένατος είναι ο Μιχάλης Μπεζεντάκος.

Το τραγούδι το μάθαμε όλοι από τον  Πάνο Τζαβέλλα αμέσως μετά τη μεταπολίτευση. Η επίσημη εκδοχή που κυκλοφορούσε για τη συνέχεια της ζωής του Μπεζεντάκου ήταν ότι σκοτώθηκε στον εμφύλιο της Ισπανίας, όπου είχε πάει εθελοντής να πολεμήσει ενταγμένος στις Διεθνείς Ταξιαρχίες στο πλευρό των δημοκρατικών.

Δυστυχώς δεν έγινε έτσι. Πολύ αργότερα, όταν άνοιξαν τα σοβιετικά αρχεία, μαθεύτηκε ότι ο Μπεζεντάκος δούλεψε στη Μόσχα με το όνομα Γκεόργκι Κονσταντίνοβιτς Μπέντας,  ότι παντρεύτηκε και έκανε παιδί, ότι συνελήφθη τον Δεκέμβριο του 1937 όταν σε μια παρανοϊκή και ασυγχώρητη εγκληματική κίνηση το σοβιετικό καθεστώς στράφηκε ενάντια στις εθνοτικές μειονότητες αλλά και στους κομμουνιστές φυγάδες από διάφορα κράτη που είχαν βρει καταφύγιο στην ΕΣΣΔ, ότι καταδικάστηκε σε θάνατο για κατασκοπία κατά της ΕΣΣΔ και ότι εκτελέστηκε στις 11 Απριλίου 1938. Μετά το 1956, αποκαταστάθηκε η μνήμη του.

Το 2021, ο Νίκος Παπαδάτος, στο βιβλίο «Ο Μπεζεντάκος μάς άφησε γεια» (εκδ. ΚΨΜ) ύστερα από έρευνα στα σοβιετικά αρχεία φωτίζει ολόπλευρα την υπόθεση της σύλληψης, δίκης και εκτέλεσης του Μπεζεντάκου. Τραγικός ήρωας, ο Έλληνας κομμουνιστής αφού στις ανακρίσεις αρχικά επιμένει ότι η απόδρασή του οργανώθηκε από το ΚΚΕ, στο τέλος αναγκάζεται -πιθανώς ύστερα από βασανιστήρια ή από εκβιασμό για την τύχη της οικογένειάς του- να παραδεχτεί ότι είναι τάχα πράκτορας της ελληνικής Αστυνομίας και ότι τάχα στάλθηκε με δική της εντολή στην ΕΣΣΔ «για να διενεργήσει αντεπαναστατική, κατασκοπευτική, σαμποταριστική και άλλη υπονομευτική δουλειά». Το ότι παλιότερα ήταν τροτσκιστής-αρχειομαρξιστής ασφαλώς αποτέλεσε επιβαρυντικό στοιχείο, αν και θύματα των παρανοϊκών αντικομμουνιστικών εκκαθαρίσεων έπεσαν και κομμουνιστές με άσπιλη κομματική διαδρομή. Το βιβλίο τού Παπαδάτου είναι πολύτιμο αλλά δεν αναφέρει τίποτα ουσιαστικό για το τραγούδι, παρόλο που το χρησιμοποιεί στον τίτλο του.

Πέρυσι κυκλοφόρησε ένα άλλο βιβλίο για την υπόθεση, το «Όταν οι αστοί τρόμαξαν…» του Κώστα  Παλούκη (εκδ. Μωβ Σκίουρος). Ο Παλούκης βασίζεται στην έρευνα του Παπαδάτου, αλλά έχει κάνει και δική του εξαντλητική έρευνα, σε εφημερίδες της εποχής, σε σοβιετικά αρχεία, σε συζητήσεις με απογόνους της οικογένειας Μπεζεντάκου στην Ελλάδα αλλά και με τον δισέγγονο του Μπεζεντάκου/Μπέντας, τον Γκεόργκι Ζαχάροφ στη Μόσχα. Πρόκειται για εντυπωσιακή δουλειά, επιπέδου διδακτορικής διατριβής, και θα ήταν άχαρο να αναφέρω ένα-δυο ψεγάδια που εντόπισα.

Ο Παλούκης ασχολείται, και μάλιστα στην αρχή του βιβλίου του, με το τραγούδι του Μπεζεντάκου, στο οποίο δίνει μεγάλη σημασία αφού το εντάσσει στο ερμηνευτικό σχήμα με το οποίο κατανοεί την υπόθεση.

Ως προς τη μουσική, μας πληροφορεί ότι η μελωδία είναι παρμενη από το σοβιετικό τραγούδι Μπουμπλίτσκι, ένα μεγάλο σουξέ της δεκαετίας του 1920 στην ΕΣΣΔ της Νέας Οικονομικής Πολιτικής.

Μπουμπλίτσκι θα πει ψωμάκια και οι στίχοι μιλάνε για μια κοπέλα που πουλούσε ζεστά ψωμάκια στους δρόμους της Οδησσού. Η μελωδία, αν ακούσετε, θυμίζει τα εβραϊκά κλέτσμερ.

Ως προς τους στίχους, γράφει ο Παλούκης:

Το τραγούδι «Οι αστοί τρομάξανε…» ή αλλιώς «Ο Μπεζεντάκος» γράφτηκε μάλλον στα 1932 και υμνεί την απόδραση του Μιχάλη Μπεζεντάκου. Σύμφωνα με τον Κώστα Γκριτζώνα, η σύνθεση του τραγουδιού έχει γίνει από τον Ζωρζέτο, έναν σοβιετικό πολίτη και ηθοποιό από τη Γεωργία, ο οποίος ήρθε στην Ελλάδα γύρω στο 1924 και «έκανε κι αυτός φυλακή, αυτήν ακριβώς την περίοδο, 30-32, που έγιναν οι αποδράσεις από του Συγγρού». Ο Ζωρζέτος δεν υπήρξε ποτέ μια μορφή του μεσοπολεμικού κομμουνιστικού κινήματος ούτε ένας διάσημος συνθέτης. Ουσιαστικά, παραμένει άγνωστος σε εμάς σήμερα. Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία του Γιώργου Αλεξάτου, το τραγούδι  παρέμενε στα 1960 ακόμα παντελώς άγνωστο στους κύκλους της αριστεράς, παρότι οι αριστεροί συνέχιζαν να τραγουδούν παράνομα τραγούδια με πολιτικό περιεχόμενο, ακόμα και αντάρτικα. Τη δεκαετία του 1970 ο Πάνος Τζαβέλλας ανέσυρε το τραγούδι από τη λήθη και το ενέταξε στο δικό του ρεπερτόριο στις εμφανίσεις του στις μπουάτ, ενώ κυκλοφόρησε για πρώτη φορά σε δίσκο το 1975.

Πηγή για τον Ζωρζέτο, η μόνη που υπάρχει, είναι το βιβλίο του Κώστα Γκριτζώνα Κόκκινοι δραπέτες 1920-1940, εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1985. Είναι εξαντλημένο, αλλά το βρήκα. Στη σελ. 71 ο Γκριτζώνας λέει πως «στη μακρινή ξενιτειά» (φαντάζομαι πως εννοεί την  πολιτική προσφυγιά) αναπολούσε ιστορίες της παλιάς καλής εποχής του κινήματος, ο φίλος του Σωτήρης Κακαές τού θύμισε το όνομα του  ποιητή και συνθέτη του τραγουδιού. Και λέει δυο λόγια  για τον Ζωρζέτο -όσα διαβάσατε πιο πάνω, συν ότι στη φυλακή ήταν ο τύπος που διασκέδαζε τους συγκρατούμενούς του με τα αστεία του. Κατά τα άλλα, ο Γκριτζώνας περιγράφει καλά την υπόθεση Μπεζεντάκου, αλλά στο τέλος αναφέρει ότι «έπεσε ηρωικά μαχόμενος ενάντια στους φαλαγγίτες του Φράνκο» (σελ. 72) αναφέροντας μάλιστα ότι του το διηγήθηκε ο Θανάσης Βοσνάκης και ότι η πληροφορία επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές. Αυτό ξέρουμε  σήμερα ότι δεν ισχύει, αλλά το 1985 αυτή ήταν η επίσημη εκδοχή.

Ο Παλούκης, όπως διαβάσατε πιο πάνω, επισημαίνει το πολύ παράδοξο γεγονός ότι το τραγούδι ήταν παντελώς άγνωστο πριν το τραγουδήσει ο Τζαβέλλας. Το λέει αυτό ο Γιώργος Αλεξάτος, το είχα σκεφτεί κι εγώ σε ανύποπτο χρόνο. Αλλά και ο δημιουργός του είναι εντελώς άγνωστος, πέρα από τη μαρτυρία του Κ. Γκριτζώνα. Στη σελ. 24 του βιβλίου,  ο Παλούκης προσπαθεί να το εξηγήσει αυτό. Ότι ήταν «τραγούδι της παρέας» (εβίβα βρε παιδιά!), που γράφτηκε για να τραγουδιέται από παρέες αριστερών και κομμουνιστών στις ταβέρνες, και γι’ αυτό δεν μνημονεύεται σε καμιά πηγή, καθώς διαχωρίζεται από τα άλλα πολιτικά «κόκκινα» τραγούδια του μεσοπολέμου -τα οποία, πρέπει να πω, κυκλοφορούσαν ευρέως σε φυλλάδια ήδη από το 1921, με τίτλους όπως Κόκκινα τραγούδια.

Ο Παλούκης προσπαθώντας να βρει κάποιο στοιχείο που να τεκμηριώνει ότι το τραγούδι ήταν γνωστό στον μεσοπόλεμο, το μόνο που αναφέρει είναι ότι όταν το 1934 απέδρασαν άλλοι οχτώ κομμουνιστές, που μάλιστα τρεις από αυτούς είχαν καταδικαστεί για τον φόνο του Γυφτοδημόπουλου, ο Ριζοσπάστης έγραψε: «Οχτώ σύντροφοι … άφησαν ‘γεια’ στα βαριά σίδερα της ελληνικής δημοκρατίας. Αχρηστέψανε τις σκοπιές, τα κάστρα». Ο Παλούκης θεωρεί ότι αυτά τα λόγια παραπέμπουν εμμέσως στο τραγούδι.

Ασφαλώς ο Ζωρζέτος, αν υπήρξε κι αν έζησε στην ΕΣΣΔ ως το 1924, θα ηξερε το τραγούδι Μπουμπλίτσκι, και ταιριάζει πολύ καλά να πήρε τη μελωδία και να  έβαλε δικούς του στίχους για να υμνήσει την απόδραση του Μπεζεντάκου που είχε ενθουσιάσει τους κομμουνιστές, μέσα κι έξω από φυλακές.

Γράφω «αν υπήρξε». Θα το πω πιο καθαρά, έχω πολλές αμφιβολίες ότι υπήρξε. Η μόνη μαρτυρία για την ύπαρξη του Ζωρζέτου είναι το βιβλίο του Γκριτζώνα, και συγκεκριμένα ο παλιός φίλος του συγγραφέα, ο Σωτήρης Κακαές. Το βιβλίο του Γκριτζώνα είναι επίσης η μοναδική πηγή που εμφανίζει το τραγούδι να είναι γνωστό πριν από το 1970.

Εγώ, να πω την αμαρτία μου, είχα πάντα την εντύπωση ότι οι στίχοι είναι του Πάνου Τζαβέλλα. Πριν από μερικά χρόνια, σε ιντερνετική συζήτηση, ο Πάνος Ζέρβας αν θυμάμαι καλά με πληροφόρησε για τα περί Ζωρζέτου (με πηγή το βιβλίο του Γκριτζώνα). Η εντύπωσή μου βασιζόταν στα εξής στοιχεία: αφενός, το τραγούδι ήταν παντελώς άγνωστο πριν από τον Τζαβέλλα, και αφετέρου οι στίχοι του έχουν κάτι το έντεχνο.

Χτες ρώτησα και τον Κώστα Κουτσουρέλη για τη στιχουργική του τραγουδιού, αν βλέπει έντεχνα στοιχεία, χωρίς να του φανερώσω τις υποψίες μου, και ανέφερε κάποιες λέξεις όπως «ραπίσματα», και επίσης ότι «η ρίμα είναι ενδιαφέρουσα, η εναλλαγή των οξύτονων με τις προπαροξύτονες» που του φαίνεται μη λαϊκό στοιχείο.

Οπότε, δεν μου βγαίνει από το μυαλό μια άλλη εκδοχή, που θα την αναφέρω έχοντας απόλυτη επίγνωση ότι κατά πάσα πιθανότητα είναι μπαρούφα και θα γίνω ρεζίλι:

Τους στίχους τους έγραψε ο ίδιος ο Πάνος Τζαβέλλας, πάνω στη μελωδία του σοβιετικού τραγουδιού, που την έμαθε όταν έζησε στην ΕΣΣΔ το 1961-64.

Ποια στοιχεία στηρίζουν αυτή την παλαβή εκδοχή; Ότι θεωρώ εντελώς απίθανο να τραγουδιέται ένα τραγούδι σε ταβέρνες, στις φυλακές, στις παρέες των αριστερών, και να μην υπάρχει έστω μία μαρτυρία του, όλες αυτές τις δεκαετίες, στις πάμπολλες αυτοβιογραφίες και αναμνήσεις αριστερών και κομμουνιστών που έχουν κυκλοφορήσει, εντελώς απίθανο να μην υπάρχει κάποιος που να το θυμάται πριν από το 1970.

Αυτό είναι το  βασικό στοιχείο της ένστασής μου, το δεύτερο είναι η στιχουργική, που τη βρίσκω  έντεχνη και υπάρχει κι ένα τρίτο στοιχείο που θα το πω πιο κάτω. Το πρώτο στοιχείο το συζήτησα πριν από λίγο καιρό με τον Κωστή Καρπόζηλο, και είδα ότι κι αυτός το  θεωρεί απίθανο και έχει παρόμοια γνώμη.

Κατά σύμπτωση, πολύ πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο της Νατάσας Παπαδοπούλου-Τζαβέλλα «Πάνος Τζαβέλλας από ατσάλι και βελούδο» (εκδ. Παπαζήση). Η Νατάσα έζησε και τραγούδησε μαζί με τον Πάνο Τζαβέλλα από το 1970 και μετά, ως τον θάνατό τυο το 2009. Το βιβλίο είναι πολύ συγκινητικό και πολύ ενδιαφέρον αλλά δεν αναφέρει κάτι για την ιστορία του τραγουδιου του Μπεζεντάκου -αν και υπάρχει στο βιβλίο μια μαρτυρία του Στρατή Γαλανού, ο οποίος θυμάται ότι όταν ακούστηκε στη μπουάτ το τραγούδι του Μπεζεντάκου από τον Τζαβέλλα οι στίχοι ήταν άγνωστοι, δεν τους ήξεραν απέξω κι ανακατωτά όπως τα αντάρτικα, το άκουγαν για πρώτη φορά.

Εχω την χαρά και την τιμή να γνωρίζω την Νατάσα Παπαδοπούλου-Τζαβέλλα και τη ρώτησα αν ποτέ της είχε πει ο Πάνος κάτι για την ιστορία του τραγουδιού. Μου απάντησε πως όχι. Το τραγουδούσαν στη φυλακή, μου είπε.

Παρέθεσα λοιπόν όσες ξέρω έμμεσες μαρτυρίες υπέρ της επικρατούσας εκδοχής, οτι δηλαδή τους στίχους τους έγραψε ο Ζωρζέτος πάνω σε σοβιετική μελωδία και ότι για κάποιον περίεργο λόγο δεν υπάρχει καμιά αναφορά στο τραγούδι πριν από το 1970 και κανείς που να το θυμάται, έξω από τον Σωτήρη Κακαέ. Ο Πάνος Τζαβέλλας το έμαθε στη φυλακή και το τραγούδησε στη μπουάτ.

Η παλαβή δική μου εκδοχή λέει ότι ο Πάνος Τζαβέλλας γνώρισε τη μελωδία το 1961-64 όταν ζούσε στην ΕΣΣΔ και έντυσε τη μελωδία αυτή με στίχους που έγραψε ο ίδιος και ποτέ δεν θέλησε να δώσει περισσότερες πληροφορίες.

Θα κλείσω με κάτι εξίσου παλαβό. Ο Παλούκης σωστά αναφέρει στο βιβλίο του ότι το τραγούδι του Μπεζεντάκου διαφερει και στο ύφος από τα άλλα κομμουνιστικά τραγούδια του μεσοπολέμου, δεν είναι ηρωικό και πένθιμο, είναι τραγούδι της  παρέας και της ευωχίας.

Υπάρχει όμως και άλλο ένα τραγούδι του Πάνου Τζαβέλλα που έχει το ίδιο ύφος, δηλαδή αγωνιστικό αλλά χαρούμενο και παρεΐστικο. Είναι  ο Φρούραρχος της Καστοριάς, που υποτίθεται πως είναι αντάρτικο. Κι αυτό διαφέρει στο ύφος από τα άλλα αντάρτικα. Κι αυτό δεν θυμάμαι να τεκμηριώνεται πουθενά, ούτε περιλαμβάνεται στον δίσκο του ΚΚΕ με τα άγνωστα τραγούδια του Δημοκρατικού Στρατού. Για να είμαι δίκαιος, σε αυτόν τον  πολύ ενδιαφέροντα δίσκο περιλαμβάνονται τραγούδια χαρούμενα -αν και εμβατηριακά- όπως το τραγούδι των σαμποτέρ ή Τα οχυρά της Νάουσας, που θυμίζουν το ύφος του Φρούραρχου.

Αλλά, αφού ο βρεμένος δεν φοβάται πια τη βροχή, να το πω κι αυτό. Δεν μου βγαίνει από το μυαλό ότι τον Φρούραρχο της Καστοριάς τον έγραψε πολλά χρόνια μετά τον εμφύλιο ο Πάνος Τζαβέλλας, στο ύφος αυτών των θριαμβευτικών αντάρτικων που είχε γνωρίσει από πρώτο χέρι, αφού είχε πολεμήσει στις γραμμές του ΔΣΕ.

Κι έτσι, έχουμε δύο τραγούδια που τραγουδάνε κομμουνιστικές νίκες, μεγάλη παρηγοριά για τον φυλακισμένο, ανάπηρο αγωνιστή.

Ίσως να’ναι κι έτσι. Ίσως πάλι από τα σχόλιά σας να έρθει κάποια ισχυρή επιβεβαίωση ότι το τραγούδι του Μπεζεντάκου (ή ο Φρούραρχος) ήταν γνωστό πριν το πει ο Τζαβέλλας ή ότι υπήρξε ο Ζωρζέτος.

Κι αυτό κέρδος θα’ναι.

Προσθήκη:  Πολύ εύκολα ο Spiridione κατέρριψε την ονειροφαντασία  μου, βρίσκοντας δημοσίευμα της Απογευματινής από το 1955, με αναφορά στο τραγούδι του Μπεζεντάκου (εδώ, στη σελ. 5)

https://sarantakos.wordpress.com/2026/02/25/bezentakos/


Σκορδίλης Σπύρος

--
Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας μπορείτε να το στείλετε την διεύθυνση:
[email protected]
 
Για το αρχείο της λίστας μπορείτε να επισκεφθείτε τον σύνδεσμο:
https://www.mail-archive.com/[email protected]/maillist.html
---
Λάβατε αυτό το μήνυμα επειδή έχετε εγγραφεί στην ομάδα "orasi" των Ομάδων Google.
Για να απεγγραφείτε απ' αυτή την ομάδα και να σταματήσετε να λαμβάνετε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απ' αυτή, στείλτε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη διεύθυνση [email protected].
Για να δείτε αυτή τη συζήτηση, επισκεφτείτε το https://groups.google.com/d/msgid/orasi/4ED8670E-C532-454A-8B83-D513D8C5EB42%40gmail.com.

Reply via email to