Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή 31 Μαΐου 2026 στις 09:41

Το μαγεμένο μέρος (διήγημα του Ν. Γκόγκολ)


Στα τέλη του 2025 κυκλοφόρησε από τους Αντίποδες η συλλογή διηγημάτων «Βραδιές 
σ’ ένα αγρόκτημα κοντά στη Ντικάνκα» του Νικολάι Γκόγκολ (1809-1852). Η συλλογή 
είχε κυκλοφορήσει σε δύο τόμους το 1831-32 στην Πετρούπολη και είχε μεγάλη 
επιτυχία.

Τα διηγήματα είχαν μεταφραστεί στα ελληνικά παλιότερα, αλλά η έκδοση έχει 
εξαντληθεί. Η τωρινή μεταφράστρια, η Νιόβη Ζαμπούκα, διδάσκει στο Ινστιτούτο 
Σλαβικών Σπουδών του πανεπ. Χούμπολτ στο Βερολίνο. Ο εκδοτικός οίκος έχει 
προγραμματίσει να εκδώσει όλα τα διηγήματα του Γκόγκολ.

Το βιβλίο αποκτά νέο ενδιαφέρον στα συμφραζόμενα της ρωσικής εισβολής στην 
Ουκρανία, του εμφυλίου παγκόσμιου πολέμου που έχει ξεσπάσει. Ο Γκόγκολ ήταν 
Ρώσος ή Ουκρανός; Στην Ουκρανία γεννήθηκε και στη συλλογή αυτή, γραμμένη στα 
ρωσικά, παρουσιάζει στο κοινό της Πετρούπολης το φολκλόρ της Μικρής Ρωσίας, που 
τη θεωρεί πατρίδα του. Η πρώτη φράση του πρώτου διηγήματος είναι: Πόσο 
μεθυστική, πόσο μεγαλόπρεπη είναι η καλοκαιρινή μέρα στη Μικρή Ρωσία! (Τα εδάφη 
της Μικρής Ρωσίας σήμερα ανήκουν κυρίως στην Ουκρανία, αλλά και στη Ρωσία, τη 
Λευκορωσία και την Πολωνία).

Γράφει στα ρωσικά, αφήνοντας όμως κάποιες φράσεις, αριά και πού, στα ουκρανικά 
και στην αρχή κάθε τόμου έχει ένα γλωσσάρι με καμιά εξηνταριά ουκρανικές 
λέξεις, κυρίως ενδυμασίες, τροφές κτλ. «Για παν ενδεχόμενο, για να μη με 
κακολογήσουν, καταγράφω εδώ, κατά αλφαβητική σειρά, τις λέξεις εκείνες που στο 
βιβλίο αυτό δεν είναι κατανοητές σε όλους», σημειώνει στο τέλος του προλόγου 
του πρώτου τόμου ο «μελισσοκόμος Ρούντι Πάνκο», που υποτίθεται ότι είναι ο 
εκδότης των διηγημάτων.

Τα διηγήματα έχουν θέμα λοιπόν το φολκλόρ της Μικρής Ρωσίας, τους Κοζάκους, τα 
πανηγύρια και τα παζάρια -με πολύ υπερφυσικό στοιχείο μέσα, δαίμονες και 
ξόρκια. Στο ρωσικό κοινό βέβαια απευθύνεται ο Γκόγκολ, κι ας χρησιμοποιεί τον 
όρο «μοσκαλήδες» (moskal’, που η μεταφράστρια προτίμησε να αποδώσει 
‘μοσχοβίτες’), που ήταν μειωτικός όρος για τους Ρώσους αλλά και γενικά για τους 
αξιωματούχους του κράτους ανεξαρτήτως εθνικότητας. Οπότε, Ρώσος ή Ουκρανός; 
Αυτό που βγαίνει από το κείμενο ήταν ότι τότε το δίλημμα δεν έμπαινε καν.

Θα παραθέσω το τελευταίο διήγημα του δεύτερου τόμου, Το μαγεμένο μέρος. Δεν 
είναι το καλύτερο, αλλά έχει μαντζόβολο μέγεθος, τα άλλα είναι πολύ μεγάλα. 
Ευχαριστώ τον Κώστα Σπαθαράκη που μου έδωσε την άδεια και το αρχείο κειμένου.

Το μαγεμένο μέρος

Αληθινή ιστορία που αφηγήθηκε
ο διάκος της εκκλησίας του ***

Μα τον Θεό, βαρέθηκα να λέω ιστορίες! Αμ, τι νομίζετε; Είναι στ’ αλήθεια 
βαρετό: λέγε κι όλο λέγε και δεν γλιτώνεις με τίποτα! Εντάξει λοιπόν, θα 
συνεχίσω, μα στ’ αλήθεια για τελευταία φορά. Λέγατε λοιπόν ότι ο άνθρωπος 
μπορεί να δαμάσει, όπως λένε, το κακό πνεύμα. Αυτό, φυσικά, δηλαδή, αν το 
καλοσκεφτούμε, συμβαίνουν στον κόσμο διάφορα περιστατικά… Όμως μην το λέτε 
αυτό. Αν θελήσει η διαβολική δύναμη να σε εμπαίξει, θα σε εμπαίξει, μα τον Θεό, 
θα σε εμπαίξει! Ορίστε, δείτε: ο πατέρας μου μας είχε τέσσερις. Εγώ ήμουν τότε 
άμυαλος ακόμα. Ήμουν όλο κι όλο έντεκα χρονών· αλλά όχι, όχι έντεκα: το θυμάμαι 
σαν τώρα, που μια φορά που έτρεχα στα τέσσερα και άρχισα να γαβγίζω σαν σκύλος, 
μου φώναξε ο πατέρας μου κουνώντας το κεφάλι του: «Αχ, Φομά, Φομά! καιρός να σε 
παντρέψουμε κι εσύ ακόμα παιδιαρίζεις σαν μικρό μουλάρι!» Ο παππούς ζούσε τότε 
ακόμα και ήταν, που να του είναι ο λόξιγκας στο άλλο κόσμο ελαφρύς, αρκετά 
γερός στα πόδια. Τύχαινε ξάφνου ν’ αποφασίσει… Αλλά γιατί σας τα λέω; Ο ένας 
ξεχώνει μια ώρα ολόκληρη απ’ τη σόμπα κάρβουνο για το τσιμπούκι του, ο άλλος 
έτρεξε για κάποιο λόγο στην αποθήκη. Μα τι πράγματα είναι αυτά!… Και καλά να μη 
θέλατε, μα εσείς μόνοι σας το ζητήσατε. Αν θέλετε ν’ ακούσετε, ακούστε! Στην 
αρχή ακόμα της άνοιξης ο πατέρας πήγε στην Κριμαία ταμπάκο για πούλημα. Δεν 
θυμάμαι μόνο, δύο ή τρία κάρα είχε φορτώσει. Το ταμπάκο είχε τότε αξία. Πήρε 
μαζί του τον τρίχρονο αδερφό μου, για να τον μάθει από νωρίς στη δουλειά του 
τσουμάκου. Μείναμε ο παππούς, η μητέρα, εγώ, ένας αδερφός και ο άλλος αδερφός. 
Ο παππούς είχε φυτέψει ένα μποστάνι δίπλα ακριβώς στο δρόμο και πήγε να μείνει 
στο καλύβι του κήπου· πήρε μαζί του κι εμάς για να διώχνουμε τα σπουργίτια και 
τις κίσσες απ’ το μποστάνι. Για μας αυτό δεν ήταν και κακό, μπορώ να πω. 
Μερικές φορές περιδρομιάζαμε τόσα αγγούρια, πεπόνια, γογγύλια, κρεμμύδια και 
μπιζέλια μέσα στη μέρα που ήταν, μα τον Θεό, σαν να λαλούσανε κοκόρια μέσα στα 
στομάχια μας. Είχε όμως κι άλλα καλά. Οι περαστικοί μαζεύονταν στο δρόμο κι 
όλοι ήθελαν να γλυκαθούν μ’ ένα καρπούζι ή πεπόνι. Κι από τα γύρω αγροκτήματα 
έφερναν μερικές φορές ν’ ανταλλάξουν κότες, αυγά και γαλοπούλες. Η ζωή ήταν 
καλή. Μα στον παππού άρεσε πιο πολύ απ’ όλα που κάθε μέρα περνούσαν γύρω στα 
πενήντα κάρα με τσουμάκους. Άνθρωποι, ξέρετε, κοσμογυρισμένοι: αν αρχίσουν να 
διηγούνται – όρεξη να έχεις ν’ ακούς! Για τον παππού ήταν αυτό ό,τι και τα 
γκαλούσκι για τον πεινασμένο. Κάποιες φορές τύχαινε να συναντήσει παλιούς 
γνωστούς, όλους τους ήξερε ο παππούς, μπορείτε και μόνοι σας να φανταστείτε τι 
γίνεται όταν μαζεύονται οι γέροντες. Ταρά, ταρά, κάποτε και κάποτε, έγινε τούτο 
και τ’ άλλο… Ε, κι αρχίζουν το κουβεντολόι! θα θυμηθούν ένας Θεός ξέρει ποιες 
παλιές ημέρες. Μια φορά, να, στ’ αλήθεια σαν να συνέβη τώρα, ο ήλιος είχε 
αρχίσει να βασιλεύει· ο παππούς τριγυρνούσε στο μποστάνι και μάζευε απ’ τα 
καρπούζια τα φύλλα με τα οποία τα σκέπαζε τη μέρα για να μην τα κάψει ο ήλιος. 
«Κοίτα, Οστάπ!», λέω στον αδερφό μου, «έρχονται τσουμάκοι!» «Πού είναι οι 
τσουμάκοι;» είπε ο παππούς, σημαδεύοντας ένα μεγάλο πεπόνι μην τυχόν και το 
φάνε τα αγόρια. Στο δρόμο ήταν πράγματι έξι κάρα στη σειρά. Μπροστά πήγαινε 
ένας τσουμάκος με γκρίζα μουστάκια. Δεν πρόλαβε να κάνει –πόσα να πω– δεν 
πρόλαβε να κάνει δέκα βήματα και σταμάτησε. «Γεια σου Μαξίμ! Να που το ’φερε ο 
Θεός ν’ ανταμώσουμε!» Ο παππούς γούρλωσε τα μάτια: «Α! γεια σου, γεια σου! από 
πού σε φέρνει ο Θεός; Είναι και η Μπολιάτσκα εδώ; Καλωσήρθες, καλωσήρθες, 
αδερφέ. Τι διάβολο! είναι όλοι εδώ: και ο Κρουτοτρίσενκο! Και ο Πετσερίτσια! 
Και ο Καβαλιόκ! Και ο Στετσκό! Καλώς τους! Ο χα χα! Χο χο!…» κι άρχισαν τα 
φιλιά! Έλυσαν τα βόδια και τ’ αμόλησαν να βοσκήσουν στο χορτάρι. Άφησαν τα κάρα 
στο δρόμο και κάθισαν σε κύκλο μπροστά στο καλύβι και άναψαν τα τσιμπούκια 
τους. Αλλά πού μυαλό για τσιμπούκια; Με τις ιστορίες και το κουβεντολόι κανείς 
δεν κατάφερε να καπνίσει πάνω από ένα. Μετά το κολατσιό άρχισε ο παππούς να 
κερνάει τους μουσαφίρηδες πεπόνια. Ο καθένας, παίρνοντας από ένα πεπόνι, το 
καθάρισε προσεκτικά με το μαχαιράκι (ήταν όλοι τους παλιές καραβάνες, 
πολυταξιδεμένοι, ήξεραν πώς τρώνε στην καλή κοινωνία· μέχρι και σε τραπέζι 
κυρίων ήταν έτοιμοι, ανά πάσα ώρα και στιγμή, να καθίσουν)· αφού τα καθάρισαν 
καλά καλά, άνοιξε ο καθένας με το δάχτυλό του μια τρυπίτσα, ήπιε το ζουμί, 
άρχισε μετά να κόβει κομματάκια και να τα βάζει στο στόμα του. «Κι εσείς, 
αγόρια», είπε ο παππούς, «τι χάσκετε; χορέψτε, τομάρια! Πού είναι η φλογέρα 
σου, Οστάπ; Για παίξε ένα καζατσόκ! Φομά, τα χέρια στη μέση! να, έτσι! Χέι, 
χοπ!» Ήμουν ευλύγιστο παιδί τότε. Καταραμένα γηρατειά! τώρα πια δεν τα 
καταφέρνω· αντί για γυροβολιές, τα πόδια μου σκοντάφτουν μόνο. Ώρα πολλή μας 
κοίταζε ο παππούς, καθισμένος με τους τσουμάκους. Παρατηρώ πως τα πόδια του δεν 
ησυχάζουν, σαν κάτι να τα τραβάει. «Κοίτα Φομά», λέει ο Οστάπ, «να δεις που θα 
σηκωθεί να χορέψει ο γερομπαμπαλής…!» Και τι νομίζετε; δεν πρόλαβε να το πει – 
και ο γέρος δεν άντεξε! Θέλησε, βλέπετε, να κάνει το κομμάτι του μπροστά στους 
τσουμάκους. «Για κοιτάξτε, διαβολόπαιδα! Έτσι νομίζετε χορεύουν; Να πώς 
χορεύουν!» είπε πηδώντας όρθιος, τεντώνοντας τα χέρια και χτυπώντας τα τακούνια 
του. Ε λοιπόν, δεν μπορώ να πω, χόρευε έτσι που και με τη γυναίκα του αταμάνου 
θα μπορούσε να χορέψει. Εμείς κάναμε στην άκρη και ο γερομπαμπαλής άρχισε τις 
γυροβολιές με τα πόδια του σε όλο το ίσιωμα που ήταν μπροστά στο παρτέρι με τα 
αγγούρια. Μόλις έφτασε όμως στη μέση και θέλησε να ξεσαλώσει και, τινάζοντας τα 
πόδια στον αέρα, να κάνει κάποια δικιά του φιγούρα, τα πόδια του δεν λένε με 
τίποτα να σηκωθούν! Ανάθεμα! Ξαναπήρε φόρα, έφτασε μέχρι τη μέση – τίποτα! Βρε 
δεν πά’ να προσπαθούσε: άμα δεν γίνεται, δεν γίνεται! Τα πόδια του έγιναν σαν 
ξύλινα. «Κοίτα να δεις ένα διαβολεμένο μέρος! Κοίτα να δεις μια διαβολοδουλειά! 
Ο Ηρώδης έβαλε το χεράκι του, ο εχθρός του ανθρώπινου γένους!» Και τώρα πώς να 
διορθώσει το στραπάτσο μπροστά στους τσουμάκους; Ξανάρχισε, με μικρά βηματάκια, 
τόσο απαλά που ήταν χάρμα να τον βλέπεις· μέχρι τη μέση – και τίποτα! Δεν 
έβγαινε ο χορός και τέλος! «Αχ, καταραμένε σατανά! που να σου κάτσει στο λαιμό 
σάπιο πεπόνι! που να ψόφαγες παιδί ακόμα, σκύλας γέννημα! που με ντρόπιασες 
έτσι στα γεράματα!» και πράγματι από πίσω, άρχισε κάποιος να γελάει. Γυρνάει να 
δει: ούτε μποστάνι ούτε τσουμάκοι ούτε τίποτα· πίσω, μπροστά, δεξιά, αριστερά, 
μόνο άδειος τόπος. «E! Τσ, τσ, τσ, να τα μας!» Άρχισε να μισοκλείνει τα μάτια 
του – το μέρος δεν του φαινόταν εντελώς άγνωστο: από τη μια πλευρά ήταν το 
δάσος, πίσω απ’ το δάσος ξεπρόβαλλε κάποιος στύλος και φαινόταν μακριά στον 
ουρανό. Τι διάβολο: μα αυτό είναι ο περιστερώνας που ’χει ο παπάς στο περιβόλι 
του! Από την άλλη πλευρά φαινόταν κι εκεί κάτι γκρίζο· κοιτάει καλύτερα: το 
αλώνι του γραμματικού της κοινότητας. Εδώ τον έφερε λοιπόν το κακό το πνεύμα! 
Αφού περιπλανήθηκε τριγύρω, έπεσε πάνω σ’ ένα μονοπάτι. Φεγγάρι δεν είχε· μια 
λευκή κηλίδα τρεμόπαιζε στη θέση του μέσα απ’ τα σύννεφα. «Αύριο θα ’χει δυνατό 
αέρα!» σκέφτηκε ο παππούς. Ξάφνου βλέπει λίγο πιο πέρα απ’ το μονοπάτι πάνω σ’ 
έναν μικρό τάφο ν’ ανάβει ένα κερί. Για δες! Στάθηκε ο παππούς, έβαλε τα χέρια 
στη μέση και κοιτάζει: το κερί έσβησε, μα λίγο παρακάτω στο βάθος άναψε ένα 
άλλο. «Θησαυρός!» ξεφώνισε ο παππούς. «Πάω στοίχημα ένας Θεός ξέρει τι, πως 
είναι θησαυρός!» κι ετοιμάστηκε κιόλας να φτύσει τις παλάμες του να σκάψει, μα 
ξάφνου θυμήθηκε πως δεν είχε μαζί του ούτε τσάπα ούτε φτυάρι. «Αχ, κρίμα! Αλλά, 
ποιος ξέρει, μπορεί ν’ αρκεί και μόνο να σηκώσει κανείς το χορτάρι και να 
βρίσκεται ακριβώς εκεί από κάτω ο καλός μου! Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, ας 
σημαδέψω τουλάχιστον το μέρος να μην το ξεχάσω ύστερα!» Κι έτσι, έσυρε ένα 
μεγάλο κλαδί δέντρου, που πρέπει να είχε σπάσει από κάποια ανεμοθύελλα, και το 
έριξε πάνω στον τάφο όπου έκαιγε το κερί, και πήρε το μονοπάτι. Το δάσος με τις 
νεαρές βελανιδιές άρχισε ν’ αραιώνει· φάνηκε ένας βεργοπλεγμένος φράχτης. «Να 
το! δεν το είπα εγώ», σκέφτηκε ο παππούς, «ότι είναι το περιβόλι του παπά; Να 
κι ο φράχτης του! τώρα δεν είναι ούτ’ ένα βέρστι μέχρι το μποστάνι». Έφτασε 
όμως αργούτσικα στο σπίτι κι ούτε που άγγιξε τα γκαλούσκι. Ξυπνώντας τον αδερφό 
μου τον Οστάπ, ρώτησε μόνο αν είχαν ώρα που είχαν φύγει οι τσουμάκοι και 
τυλίχτηκε στην προβιά του. Κι όταν εκείνος άρχισε να ρωτάει: «Μα πού σε πήγαν 
οι διαβόλοι σήμερα, παππού;» «Μη ρωτάς», είπε και τυλίχτηκε ακόμα πιο σφιχτά, 
«μη ρωτάς, Οστάπ· αλλιώς θ’ ασπρίσουν τα μαλλιά σου!» κι άρχισε να ροχαλίζει 
τόσο δυνατά ώστε τα σπουργίτια που είχαν μαζευτεί στο μποστάνι πετάχτηκαν στον 
αέρα τρομαγμένα. Μα πώς μπορούσε τώρα να κοιμάται; Τι να πεις, ήταν πονηρό 
θεριό, που να του χαρίσει ο Θεός τη βασιλεία των ουρανών! Ήξερε πάντα να τη 
γλιτώνει. Μερικές φορές έλεγε κάτι πράγματα που σ’ έκανε να δαγκώνεις τα χείλια 
σου.

Την άλλη μέρα, μόλις άρχισε να χαράζει στον κάμπο, ο παππούς φόρεσε την 
πουκαμίσα του, έδεσε το ζωνάρι του, πήρε παραμάσχαλα μια τσάπα κι ένα φτυάρι, 
φόρεσε στο κεφάλι το καλπάκι του, ήπιε μια κούπα κβας, σκούπισε τα χείλη του με 
την άκρη της πουκαμίσας του, και τράβηξε κατευθείαν για το περιβόλι του παπά. 
Πέρασε και τον βεργοπλεγμένο φράχτη και το δάσος με τις χαμηλές βελανιδιές. 
Ανάμεσα στα δέντρα ξετυλίγεται ένα μονοπάτι και βγάζει στους αγρούς. Του φάνηκε 
πως ήταν το ίδιο. Βγήκε στους αγρούς· το μέρος φαινόταν ακριβώς το ίδιο με 
χθες: να κι ο περιστερώνας που ξεπροβάλλει· μα αλώνι δεν φαίνεται. «Όχι, δεν 
είναι αυτό το μέρος. Είναι μάλλον λίγο πιο μακριά· φαίνεται πρέπει να στρίψω 
λίγο προς το αλώνι!» Γύρισε προς τα πίσω, πήρε ένα άλλο μονοπάτι – το αλώνι 
φαίνεται, μα ο περιστερώνας όχι! Γύρισε πάλι πιο κοντά στον περιστερώνα – το 
αλώνι χάθηκε. Στον κάμπο, λες κι επίτηδες, άρχισε να ψιλοβρέχει. Έτρεξε πάλι 
προς το αλώνι – ο περιστερώνας χάθηκε· προς τον περιστερώνα – το αλώνι χάθηκε. 
«Που να μη σώσεις να δεις τα παιδιά σου, καταραμένε σατανά!» Η βροχή άρχισε να 
πέφτει με τους κουβάδες. Έτσι, αφού έβγαλε τις καινούργιες του μπότες και τις 
τύλιξε σε μια μαντίλα για να μη σκεβρώσουν από τη βροχή, έβαλε μια τρεχάλα σαν 
να ήταν το άτι κανενός άρχοντα. Μπήκε στο καλύβι μούσκεμα ώς το κόκαλο, 
τυλίχτηκε με την προβιά και άρχισε να μουρμουράει κάτι μέσα από τα δόντια του 
και να στολίζει τον διάβολο με γλυκόλογα που δεν είχα ξανακούσει ποτέ στη ζωή 
μου. Ομολογώ πως θα είχα σίγουρα κοκκινίσει αν αυτό είχε συμβεί στο φως της 
μέρας. Την επόμενη μέρα ξύπνησα και τι να δω: ο παππούς τριγυρνάει κιόλας στο 
μποστάνι, σαν να μην είχε γίνει τίποτα, και σκεπάζει τα καρπούζια με φύλλα 
κολλητσίδας. Την ώρα του μεσημεριανού ο γέρος άρχισε πάλι να μιλάει και να 
τρομάζει τον μικρότερο αδερφό μου ότι θα τον ανταλλάξει σαν καρπούζι μ’ ένα 
κόκορα· αφού έφαγε, έφτιαξε μόνος του από ξύλο μια φλογέρα κι άρχισε να παίζει· 
και μας έδωσε για να παίξουμε ένα πεπόνι που ήταν κουλουριασμένο σαν το φίδι σε 
τρεις στροφές και που το έλεγε τούρκικο. Σήμερα τέτοια πεπόνια δεν βλέπω πια 
πουθενά. Έπαιρνε το σπόρο από κάπου μακριά, είναι αλήθεια. Το βράδυ, μετά το 
φαγητό, ο παππούς πήγε με μια τσάπα να σκάψει ένα καινούργιο παρτέρι για τις 
όψιμες κολοκύθες. Περνώντας από εκείνο το μαγεμένο μέρος, δεν άντεξε να μη 
μουρμουρίσει μέσα από τα δόντια του: «καταραμένο μέρος!» πήγε στη μέση, εκεί 
όπου δεν είχε καταφέρει να τελειώσει το χορό του προχθές, και χτύπησε το χώμα 
θυμωμένος με την τσάπα. Ξάφνου, βρέθηκε πάλι γύρω του το ίδιο χωράφι: από τη 
μια πλευρά προβάλλει ο περιστερώνας και απ’ την άλλη το αλώνι. «Ε λοιπόν, καλά 
που σκέφτηκα να πάρω μαζί μου την τσάπα. Να και το μονοπάτι! να και ο μικρός 
τάφος! να και το κλαδί που έριξα! να που καίει και το κερί! μόνο να μην κάνω 
λάθος». Έτρεξε αθόρυβα, κρατώντας την τσάπα στον αέρα, σαν να ’θελε να χτυπήσει 
κάνα αγριογούρουνο που είχε τρυπώσει στο μποστάνι, και σταμάτησε μπροστά στον 
τάφο. Το κερί έσβησε· πάνω στον τάφο βρισκόταν μια χορταριασμένη πέτρα. «Αυτή 
την πέτρα πρέπει να σηκώσω!» σκέφτηκε ο παππούς και άρχισε να την ξεχώνει απ’ 
όλες τις πλευρές. «Μεγάλη είναι η καταραμένη πέτρα!» Αλλά στηρίζοντας γερά τα 
πόδια του στο χώμα την έσπρωξε πέρα απ’ τον τάφο. «Γκουπ!» αντήχησε στην 
κοιλάδα. «Αυτός είναι ο δρόμος σου! Τώρα η δουλειά θα πάει πιο γρήγορα!» Τότε ο 
παππούς σταμάτησε, έβγαλε το κέρατο με το ταμπάκο, έριξε λίγο στη χούφτα του κι 
ετοιμαζόταν να το φέρει στη μύτη του, όταν ξαφνικά «αψού!» κάτι φτερνίστηκε 
πάνω από το κεφάλι του έτσι που τα δέντρα σείστηκαν και το πρόσωπο του παππού 
πιτσιλίστηκε ολόκληρο. «Γύρνα τουλάχιστον στο πλάι, όταν θες να φτερνιστείς!» 
είπε ο παππούς, σκουπίζοντας τα μάτια του. Κοίταξε γύρω του – κανείς. «Μπα, 
φαίνεται ο διάβολος δεν αγαπάει το ταμπάκο!» συνέχισε, κρύβοντας το κέρατο στον 
κόρφο του και σηκώνοντας την τσάπα. «Είναι βλάκας, τέτοιο ταμπάκο ούτε ο 
παππούς του ούτε ο πατέρας του δεν σνίφαραν ποτέ!» Άρχισε να σκάβει – το χώμα 
είναι μαλακό, η τσάπα χώνεται εύκολα. Ξάφνου ακούστηκε ένας ήχος. Αφού 
παραμέρισε το χώμα, είδε ένα καζάνι. «А, καλό μου! Να πού είσαι!» φώναξε ο 
παππούς, χώνοντας από κάτω την τσάπα. «А, καλό μου! Να πού είσαι!» τιτίβισε ένα 
πουλί, χτυπώντας με το ράμφος του το καζάνι. Ο παππούς τραβήχτηκε και άφησε την 
τσάπα να πέσει. «А, καλό μου! Να πού είσαι!» βέλαξε ένα αρνίσιο κεφάλι απ’ την 
κορφή ενός δέντρου. «А, καλό μου! Να πού είσαι!» βρυχήθηκε μια αρκούδα 
βγάζοντας τη μουσούδα της πίσω από ένα δέντρο. Ένα ρίγος διαπέρασε τον παππού. 
«Εδώ φοβάσαι να πεις και μια κουβέντα!» μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια του. 
«Φοβάσαι να πεις και μια κουβέντα!» τιτίβισε το ράμφος του πουλιού. «Να πεις 
και μια κουβέντα!» βέλαξε το αρνίσιο κεφάλι. «Μια κουβέντα!» βρυχήθηκε η 
αρκούδα. «Χμ…» είπε ο παππούς και τρόμαξε κι ο ίδιος. «Χμ!» τιτίβισε το ράμφος. 
«Χμ!» βέλαξε το αρνί. «Χμ!» βρυχήθηκε η αρκούδα. Ο παππούς κοίταξε γύρω του 
έντρομος: Θεέ μου, τι νύχτα! Ούτε αστέρι ούτε φεγγάρι· τριγύρω γκρεμοί· κάτω 
απ’ τα πόδια του μια απύθμενη χαράδρα· πάνω από το κεφάλι του κρέμεται ένα 
βουνό έτοιμο να γκρεμιστεί και να τον πλακώσει! και σαν να του φαίνεται του 
παππού πως από πίσω του ξεπροβάλλει μια φρικτή μούρη. Ου! Ου! μια μύτη σαν τη 
φυσούνα του σιδερά· τα ρουθούνια – από έναν κουβά νερό θα μπορούσες να ρίξεις 
στο καθένα! τα χείλια, μα τον Θεό, σαν δυο κούτσουρα! τα κόκκινα μάτια της 
πετάχτηκαν προς τα πάνω, κι έβγαλε κιόλας τη γλώσσα έξω και κοροϊδεύει! «Που να 
σε πάρει ο διάβολος!» είπε ο παππούς πετώντας κάτω το καζάνι. «Να, πάρε και το 
θησαυρό σου! Τι σιχαμερό μούτρο!» κι ήταν έτοιμος να φύγει τρέχοντας, μα 
στράφηκε και κοίταξε γύρω του και βλέποντας πως όλα ήταν όπως και πριν, 
σταμάτησε. «Θέλει μόνο να με τρομάξει το κακό πνεύμα!» Έπιασε πάλι το καζάνι – 
όχι, είναι βαρύ! Τι να κάνει; Δεν μπορεί να τ’ αφήσει εδώ! Κι έτσι, μαζεύοντας 
όλες του τις δυνάμεις, το αγκάλιασε σφιχτά: «έλα, πάμε, πάμε! Λίγο ακόμα, λίγο 
ακόμα!» και το ξέχωσε. «Ουφ! Ας σνιφάρω τώρα λίγο ταμπάκο!» Έβγαλε το κέρατο· 
πριν όμως αρχίσει να ρίχνει ταμπάκο, κοίταξε καλά καλά γύρω του μην είναι 
κανείς εκεί: φαινόταν να μην είναι· μα ύστερα του φάνηκε πως το κούτσουρο του 
δέντρου ξεφύσαγε και φούσκωνε, αυτιά ξεπρόβαλαν, τα μάτια κοκκίνισαν, τα 
ρουθούνια φούσκωσαν, η μύτη σούφρωσε κι έμοιαζε έτοιμο να φτερνιστεί. «Όχι, δεν 
θα σνιφάρω ταμπάκο!» σκέφτηκε ο παππούς, κρύβοντας το κέρατο, «πάλι θα μου 
φτύσει ο σατανάς τα μάτια!» Άρπαξε γρήγορα το καζάνι κι άρχισε να τρέχει όσο 
του έφτανε η ανάσα· και μόνο νιώθει πίσω του κάτι να του γρατζουνάει τα πόδια 
με κλαδιά… «Άι! Άι! Άι!» μπόρεσε ο παππούς να ξεφωνίσει μόνο, καθώς έτρεχε μ’ 
όλη του τη δύναμη· και μόνο σαν έφτασε στο περιβόλι του παπά, τότε μπόρεσε να 
πάρει μια ανάσα.

«Πού να ’χει πάει ο παππούς;» σκεφτόμασταν εμείς, περιμένοντάς τον τρεις ώρες. 
Η μητέρα είχε έρθει εδώ και ώρα απ’ το αγρόκτημα κι είχε φέρει ένα τσουκάλι με 
αχνιστά γκαλούσκι. Απ’ τον παππού ούτε ίχνος! Φάγαμε πάλι βραδινό χωρίς αυτόν. 
Μετά το φαγητό η μητέρα έπλυνε το τσουκάλι και καθώς έψαχνε με το βλέμμα πού να 
πετάξει τα απόνερα, γιατί τριγύρω υπήρχαν παντού παρτέρια, βλέπει να έρχεται 
κατευθείαν προς το μέρος της ένα βαρέλι. Ο ουρανός ήταν κάπως σκοτεινός. 
Σίγουρα κάποιο από τα αγόρια κρύβεται από πίσω του για πλάκα και το σπρώχνει. 
«Να πού θα πετάξω τ’ απόνερα!» είπε κι έχυσε τα καυτά νερά. «Άι!» φώναξε μια 
μπάσα φωνή. Και τι να δει – ήταν ο παππούς. Ε, ποιος θα το φανταζόταν! Μα τον 
Θεό, νομίζαμε ότι το βαρέλι περπατούσε! Ομολογώ πως, αν και ήταν λίγο αμαρτία, 
μας φάνηκε πραγματικά αστείο όταν είδαμε το γκρίζο κεφάλι του παππού βουτηγμένο 
ολόκληρο στα απόνερα των πιάτων και γεμάτο φλούδες από καρπούζια και πεπόνια. 
«Για δες μια διαβολογυναίκα!» είπε ο παππούς σκουπίζοντας το κεφάλι του με την 
άκρη της πουκαμίσας του, «πώς με ζεμάτισε! Σαν το γουρούνι πριν τα 
Χριστούγεννα! Λοιπόν, αγόρια, θα έχετε τώρα για κουλούρια! Θα κυκλοφορείτε, 
σκύλας γιοι, ντυμένοι με χρυσά ζουπάνια! Για κοιτάξτε, κοιτάξτε εδώ τι σας 
έφερα!» είπε ο παππούς κι άνοιξε το καζάνι. Και τι πιστεύετε ότι είχε μέσα; Αν 
το καλοσκεφτεί κανείς, το λιγότερο χρυσάφι, ε; Ε λοιπόν, ακριβώς το αντίθετο: 
σκουπίδια, βρωμιές… ντρέπεσαι και να το πεις τι είχε. Έφτυσε ο παππούς, πέταξε 
το καζάνι κάτω κι έπλυνε και τα χέρια του ύστερα.

Κι από τότε ο παππούς μάς όρκισε να μην πιστεύουμε ποτέ τον διάβολο. «Ούτε να 
το σκέφτεστε!» μας έλεγε συχνά, «ό,τι κι αν λέει ο εχθρός του Χριστού, λέει 
πάντα ψέματα, της σκύλας το γέννημα! Ούτε ένα καπίκι αλήθεια δεν λέει!» Και 
τύχαινε, μόλις ο γέρος άκουγε ότι κάπου τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά: «άντε, 
παιδιά, να κάνουμε το σταυρό μας!» μας φώναζε: «Έτσι! Να δει αυτός! καλά καλά!» 
κι άρχιζε να σταυροκοπιέται. Εκείνο το καταραμένο μέρος όπου δεν μπορούσε να 
χορέψει το ’κλεισε με βεργοπλεγμένο φράχτη και παράγγειλε να πετάμε εκεί ό,τι 
άχρηστο υπήρχε, όλα τα αγριόχορτα και τα σκουπίδια που ξέθαβε από το μποστάνι. 
Να λοιπόν πώς εμπαίζει το κακό το πνεύμα τον άνθρωπο! Ξέρω καλά αυτή τη γη: 
μετά απ’ αυτό τη νοίκιασαν απ’ τον πατέρα μου κάποιοι γείτονες Κοζάκοι για 
μποστάνι. Υπέροχη γη! και η σοδειά ήταν πάντοτε θαυμάσια· μα στο μαγεμένο μέρος 
δεν είχε βγει ποτέ τίποτα καλό. Θα το σπείρουν όπως πρέπει, αλλά μετά θα 
φυτρώσει κάτι που ούτε και να ξεχωρίσεις δεν μπορείς: καρπούζι είναι, κολοκύθα 
είναι, αγγούρι είναι… ένας διάβολος το ξέρει!

Λέξεις

Οι τσουμάκοι είναι καραγωγείς που ταξίδευαν στην Κριμαία για να εμπορευτούν 
αλάτι και ψάρια.

Τα γκαλούσκι είναι παραδοσιακό φαγητό της Ουκρανίας, μικρά κομμάτια ζυμάρι 
βρασμένα σε νερό, ζωμό ή γάλα, που τα σερβίρουν με βούτυρο ή με λαρδί και 
κρεμμύδι.

Το κβας είναι ελαφρώς αλκοολούχο ποτό από τη ζύμωση ψωμιού.

https://sarantakos.wordpress.com/2026/05/31/gogol/


Σκορδίλης Σπύρος

-- 
Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας  
μπορείτε να το στείλετε την διεύθυνση: 
[email protected]  

Για το αρχείο της λίστας μπορείτε να επισκεφθείτε τον σύνδεσμο:
https://www.mail-archive.com/[email protected]/maillist.html
--- 
Λάβατε αυτό το μήνυμα επειδή έχετε εγγραφεί στην ομάδα orasi των Ομάδων Google.

Για να απεγγραφείτε απ' αυτή την ομάδα και να σταματήσετε να λαμβάνετε μηνύματα 
ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απ' αυτή, στείλτε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού 
ταχυδρομείου στη διεύθυνση [email protected].
Για να δείτε αυτή τη συζήτηση, επισκεφτείτε το 
https://groups.google.com/d/msgid/orasi/CAE40F12-C8AD-42A9-A7E1-2644A78A8A1E%40gmail.com.

Reply via email to