Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή 16 Αυγούστου 2026 στις 08:34 Αύγουστος ’48 (του Θανάση Βαλτινού)Δεκαπενταύγουστος χτες, σκέφτηκα λοιπόν να βάλω διήγημα σχετικό με τη γιορτή. Παλιότερα είχαμε βάλει τον Ρεμβασμό του Δεκαπενταυγούστου του Παπαδιαμάντη, αλλά τούτη τη φορά είπα να βάλω κάτι πιο σύγχρονο. Διάλεξα λοιπόν το διήγημα «Αύγουστος του ’48» του Θανάση Βαλτινού (1931-2024). Νεανικό διήγημα, γραμμένο το 1960, δημοσιευμένο στο περιοδικό Ταχυδρόμος τον Αύγουστο του 1962, με θέμα ένα επεισόδιο από τον Εμφύλιο, επεισόδιο που διαδραματίζεται ακριβώς τον Δεκαπενταύγουστο του 1948, ιδωμένο από τη σκοπιά ενός στρατιώτη του εθνικού στρατού. Ο Βαλτινός εμφανίστηκε στα γράμματα το 1958 όταν το διήγημά του Κατακαλόκαιρο βραβεύτηκε σε διαγωνισμό του Ταχυδρόμου. Άλλωστε στον Ταχυδρόμο δημοσιεύτηκε το 1964 το αφήγημά του Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη, ενώ και το προηγούμενο έργο του, το πρώτο του εκτενές πεζό, η νουβέλα Η κάθοδος των εννιά, είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Εποχές. Το σημερινό διήγημα δημοσιεύτηκε πολλά χρόνια αργότερα στη συλλογή Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν (1992) αλλά εγώ δεν το πήρα από εκεί παρά από την πρώτη δημοσίευση στον Ταχυδρόμο όπου συνοδευόταν από εικόνα του Δημήτρη Μυταρά, την οποία αναπαράγω εδώ. Έχει σημασία να αναφέρω την πηγή μου, διότι, όπως διαβάζω σε περίληψη άρθρου της Μαρίας Νικολοπούλου σε πρόσφατο τεύχος της Νέας Εστίας, ο συγγραφέας έχει κάνει αλλαγές κατά την έκδοση σε βιβλίο -και για να επισημαίνεται παναπεί πως δεν θα είναι αμελητέες οι αλλαγές. Δυστυχώς ούτε το βιβλίο έχω ούτε στο άρθρο έχω πρόσβαση, οπότε περισσότερα δεν μπορώ να πω. Πάντως, και χωρίς να πω περισσότερα για να μη φανερώσω την πλοκή, δεν έχω ακούσει τέτοιο περιστατικό από μεριάς των ανταρτών του ΔΣΕ. Θυμίζω ότι ο Βαλτινός από τον Εμφύλιο εμπνεύστηκε την Κάθοδο των Εννιά και, αν επεκτείνουμε την έννοια στις κατοχικές εμφύλιες συγκρούσεις, την Ορθοκωστά -και τα δυο από την Πελοπόννησο. Στο διήγημα που θα δούμε η μόνη αναφορά τόπου που υπάρχει είναι στη Βούρσιανη, που έχει ελάχιστες γκουγκλιές και δεν ξέρω πού βρίσκεται. Βούρμπιανη υπάρχει στην Κόνιτσα. Με προβλημάτισε η φράση «Οι πέτρες και τσαλιά ριγούσαν από το ερωτικό σκίρτημα.» Τσαλιά είναι τα θάμνα, αλλά νόημα δεν βγαίνει, ίσως λείπει ένα άρθρο, ίσως κάτι περισσότερο. ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ’48 (Ταχυδρόμος, 11.8.1962) Αύγουστος ’48 Ο ΛΟΧΑΓΟΣ γύρεψε εθελοντές και βγήκαν αυτοί. Ο Λοχίας ήταν Μακεδόνας, οι άλλοι δυο Πελοποννήσιοι. Ο Λοχαγός πήρε τα κυάλια του και τους είπε να πάνε κοντά του. Ανέβηκαν στο καταράχι και πιάσανε τις πέτρες. Αντίκρυ τους σηκωνόταν η Βούρσιανη αστήθι. Ο Λοχαγός άρχισε να τους κατατοπίζει. — Κοιτάχτε το βράχο που είναι ίσια μπροστά σας. Αριστερά ανεβαίνει η γιδόστρατα και στα χείλια του είναι ένα μικρό πλάτωμα. Στη μέση το πλάτωμα είναι ο κρατήρας. Κοκκινίζει το χώμα. Αυτοί είναι πεσμένοι γύρω στον κρατήρα μπρούμυτα, σα να πίνουν νερό. Τους είδες, Λοχία; Ο στρατιώτης πήρε τα κυάλια λίγο αδέξια. Ο Λοχίας γύρισε και κοίταξε αυτόν με τα κυάλια. Ο στρατιώτης χαμογέλασε. Ο Λοχαγός ανάσανε.
Ο Λοχίας σκέφτηκε: Σα να κοιτάζουνε τον κάτω κόσμο. Ο στρατιώτης δε μίλησε. Τα μάτια του είχαν πια εξοικειωθεί με τους φακούς. Πέτρωσε και κοίταζε τα τρία κορμιά που ήσαν σχεδόν χωρίς σχήμα. Ο στρατιώτης κατέβασε τα κυάλια. Έμειναν αμίλητοι και οι τέσσεροι… Κάτι πήγε να ρωτήση ο Λοχίας, το ματάβρε. Από τον κρατήρα αντίκρυ πετάχτηκε μια λάμψη. Την είδε πρώτος ο ένας στρατιώτης και σήκωσε άφωνος το χέρι του κατά κει. Ο Λοχαγός σταμάτησε. Ήταν μια μικρή λάμψη. Ύστερα φάνηκε μια δεύτερη. Σαν κάποιος να ’κανε σινιάλα. Κράτησαν τις ανάσες τους. Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει. Στο τέλος ο Λοχαγός το βρήκε. Ως το προσκυνητάρι πήγαν καβάλα. Εκεί πέζεψαν κι έκατσαν να νυχτώσει. Μέσα στη νύχτα κατέβηκαν στο ρέμα. Έδεσαν τα μουλάρια και λούφαξαν. Η νύχτα ήταν χλιαρή, χιλιάδες ζούδια σκόρπαγαν τον οργασμό τους στο σκοτάδι. Οι πέτρες και τσαλιά ριγούσαν από το ερωτικό σκίρτημα. Ο ένας στρατιώτης έσκυψε στον άλλο: Εκείνος έγνεψε μέσα στο σκοτάδι. Ο Λοχίας τους σκούντησε να μη μιλάνε. Οι δυο τους ήταν πατριωτάκια με τον έναν απ’ αυτούς που είχαν μείνει στον κρατήρα. Ο Λοχίας ήταν συγκληρωτός και με τους τρεις, τίποτα άλλο. Το φεγγάρι ισχνό, στη γέμιση, κατέβη χαμηλά και κρύφτηκε πίσω από το ανώνυμο του 1232. Η νύχτα σκούρηνε ακόμα έναν τόνο. Βγήκαν στο μονοπάτι με τα τέσσερα. Από ψηλά κάτι αλύχτησε, μια κραυγή σκιστή. Καρφώθηκαν στο χώμα ακίνητοι. Τίποτε, κάποιο νυχτόβιο που αντίκρισε τη μοίρα του. Έφτασαν στη ρίζα του βράχου με τις μασκάλες υγρές και τα μέλη τους παγωμένα, σαν ερπετά. Σταμάτησαν στήνοντας αυτί στους τριγμούς της νύχτας. Τ’ άστρα μεγάλωναν τρομαχτικά τις αποστάσεις. Από πάνω τους, το ’πιαναν με τις αισθήσεις, γεμάτα μοναξιά, παραδομένα στη φριχτή ακινησία τους τα τρία κορμιά. Και πάρα πάνω, στο στεφάνι της κορφής, τα πολυβόλα με το ματόφυλλο γερτό, μια μοχθηρία απρόσωπη, μια απειλή μεταφυσική. Συναγροικήθηκαν. — Ν’ ανεβούμε, ψιθύρισε ο Λοχίας. Άρχισαν να σκαρφαλώνουν στο βράχο αργά. Μπροστά ο Λοχίας. Βγήκε στην κορφή κι’ άπλωσε το χέρι του στο δεύτερο να τον βοηθήσει. Ύστερα σούρθηκε πάρα μπρος και το μάγουλό του ακούμπησε σε μάλλινο πανί. Τέντωσε το χέρι του ψαχτά κι’ ένοιωσε μέσα στη παλάμη του το σχήμα του ποδιού, το κόκκαλο της λεκάνης ξυλιασμένο. Σα να μην είχε ποτέ σαλέψει μέσα τους ζωή. Γονάτισε κι έπιασε το κουφάρι από τις μασκάλες. Μ’ αυτή την κίνηση κάτι αναπήδησε από κάτω. Ο Λοχίας δεν πρόφτασε να σκεφτεί τίποτα άλλο. Η έκρηξη ξέσκισε τη νύχτα κι’ αμέσως από την κορφή άρχισαν να βαρούν τα πολυβόλα. Ο τρίτος ήταν ακόμα στο βράχο κι όσο κράτησε ο χαμός έγινε ένα κουβάρι και δεν ήταν τίποτα, ούτε άνθρωπος ούτε πέτρα. Όταν ξεθύμανε κείνη η οργή, στην ησυχία που ακολούθησε, άκουσε να τον καλούν από μπροστά χαμηλόφωνα. Βρήκε το Λοχία πεσμένον σταυρωτά στο κουφάρι που πήγε να σηκώσει και τον δεύτερο να σφαδάζει κρατώντας με τα χέρια το υπογάστριό του. Έσκυψε από πάνω του. Εκείνος τον αγκάλιασε από το λαιμό. Έτσι κρεμασμένον από το λαιμό του τον κατέβασε κάτω. Το αίμα από την επαφή πέρασε και τα δικά του ρούχα, το ’νιωσε να παγώνει πάνω στον αφαλό του. Τον ακούμπησε μαλακά χάμω. Του ’πιασε το μέτωπο. Το μέτωπο πάγωσε μέσα στη χούφτα του. Του ’ρθε να κλάψει. Έκανε καρδιά και ξανανέβηκε το βράχο. Φορτώθηκε το Λοχία και τον κατέβασε. Ύστερα κατέβασε και τ’ άλλο κορμί. Η νύχτα μικρή. Ο βράχος δε τον δυσκόλευε πια. Ανέβηκε τέταρτη φορά κι έφερε γύρω τον κρατήρα. Βρήκε τους δυο που έμεναν ακόμα. Δεν μπόρηγε να τους γνωρίσει. Έβγαλε τη ζωστήρα του, την πέρασε στα περισφύρια του ενός, καλύφτηκε σ’ ένα τσουγκάρι κι’ άρχισε να τραβάη μαλακά. Περίμενε ν’ ακούση τη νάρκη να σκάη κι ύστερα τα πολυβόλα. Τίποτα. Τράβηξε τ’ άλλο κορμί. Πάλι τίποτα. Τα κατέβασε. Ως το ρέμα οι στράτες έγιναν μ’ επιμονή μυρμηγκιού. Στο τέλος απόκανε. Έκατσε χάμω ν’ ανασάνει. Μύριζε μακελεμένη σάρκα. Μόλις τώρα το ’νιωσε. Έπειτα άρχισε να φυσάει. Κατάλαβε πως ξημέρωνε. Σηκώθηκε, έλυσε τα μουλάρια. Έτρεμε. Αράδιασε τα πτώματα άκρη – άκρη στον όχτο της ρεματιάς. Τράβηξε τα μουλάρια μέσα στο νερό, έτσι που το σαμάρι τους να φτάνει στο ίδιο ύψος με τον όχτο. Φόρτωσε από δυο σε κάθε ζο. Ο τελευταίος πέρσευε. Δεν ήξερε ποιος να ήταν. Τράβηξε το τρίτο μουλάρι. Έσκυψε, τον πήρε στην αγκαλιά του σαν ασκί και με μια τελευταία προσπάθεια τον έριξε πανογώμι στο σαμάρι. Κείνος, σα να ’χε μείνει ένα υπόλοιπο ζωής μέσα του, γλστρησε μαλακά από την άλλη κι έπεσε με το κεφάλι στο νερό. Ξέσπασε υστερικά: Μπήκε στο νερό. Δε σηκωνότανε. Τον έβγαλε τραβώντας έξω. Έδεσε τα μουλάρια το ’να πίσω στ’ άλλο. Καβάλησε στο πρώτο και ζύγωσε στον όχτο. Έγυρε πλάγια το κορμί του, τον έπιασε από τα μαλλιά και τον τράβηξε απάνω του. Έσταζε. Τον κάθισε στην ποδιά του σα προικιό. Λάλησε ένα πουλί και πρόβαλε η αυγούλα. Οι στρατιώτες έβγαιναν μέσα από τη γη σαν αρουραίοι. Έχυναν νερό από τα παγούρια, έβρεχαν τα μάτια τους, έπαιρναν ρόφημα και ξαναχάνονταν. Κάποιος είδε τα μουλάρια που ανέβαιναν στο προσκυνητάρι. Πήγε το ’πε στο Λοχαγό. Ο Λοχαγός είχε ακούσει τα πυρά τη νύχτα και δε τους περίμενε. Πετάχτηκε όξω ενθουσιασμένος. Μαζεύτηκαν καμιά δεκαριά ακόμα γύρω του. Κοίταζαν τη πομπή που ζύγωνε, ένας έβγαλε το μπερέ του κι άρχισε να τον κουνάει ψηλά. Ύστερα πάγωσαν. Εκείνος μπροστά, καβάλα στο μουλάρι με το νεκρό στην ποδιά του, όδευε στητός. Έφτασε ανάμεσά τους και οι άντρες παραμέρισαν βουβοί. Ο πρωινός ήλιος λάμπρυνε ένα όργιο φρικαλέου αισθησιασμού. Αίματα πηγμένα και σπασμένα άντερα που ’χαν γλιστρήσει πάνω στις κοιλιές των μουλαριών. Οι στρατιώτες καθηλώθηκαν. Τα μουλάρια σταμάτησαν μοναχά τους. Αυτός τους κοίταζε πάνω από το σαμάρι. Έχοντας ξεπεράσει κάθε όριο ανθρώπινης αντοχής, είχε περιπέσει σε μια τέλεια αδιαφορία. Κάποιος προχώρησε να τον βοηθήσει. Άπλωσε τα χέρια του και κείνος σκύβοντας του ’δωσε το σκοτωμένο στην αγκαλιά. Κουνήθηκαν και οι άλλοι να ξεφορτώσουν τους νεκρούς. Άρχισε ένα νευρικό πήγαινε – έλα, σα να ’πρεπε κάτι να προλάβουν. Ένοιωσε που ’φυγε το βάρος από τους μηρούς του, αλλά το κατωκόρμι του είχε μουδιάσει ολόκληρο. Πέρασε το πόδι του πάνω από το λαιμό του μουλαριού για να πηδήσει. Το πόδι του τον υπάκουσε σα να ’ταν ξένο. Ωστόσο κατάλαβε ποια διαφορά τον χώριζε από το νεκρό. Πήδηξε κάτω σα ξύλινος. Τραντάχτηκαν τα σπλάχνα του. Έκανε δυο βήματα, δεν τα όριζε τα μέλη του. Άκουσε πως τον φώναζε ο Λοχαγός. Γύρισε, τον είδε. Ο Λοχαγός τον έπιασε από το μπράτσο και τον έσφιγγε χωρίς να λέη τίποτα. Κάποιος του ’φερε μια καραβάνα με τσάι. Έκατσε πάνω σε μια πέτρα καταπονημένος. Αυτό του ’δωσε μια γλυκειά βεβαιότητα. Η μικρή αιθρία έμοιαζε με θυμέλη. Οι στρατιώτες είχαν αραδιάσει τα κουφάρια και τα κοίταζαν αλαλιασμένοι. Ένοιωσε το ζεστό να κατεβαίνει στο λαρύγγι του τραγουδιστά. Κάτι σάλεψε εντός του, μια ακρατήτη λαχτάρα του κορμιού για ζωή. Σήκωσε τα μάτια του ψηλά κι είδε πάνω από τις κορφές των δέντρων τον ουρανό. «Δεκαπενταύγουστος», σκέφτηκε. Στο χωριό θα νηστεύουν. Κι ύστερα σκέφτηκε τον άλλον που ’χε μείνει χωρίς υπογάστριο. Ήταν λυπημένος, κι ως τόσο μέσα του άρχισε να τρέμει μια χαρά, μια άλογη βάρβαρη χαρά. ΘΑΝΑΣΗΣ ΒΑΛΤΙΝΟΣ Σκορδίλης Σπύρος
-- Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας μπορείτε να το στείλετε την διεύθυνση: [email protected] Για το αρχείο της λίστας μπορείτε να επισκεφθείτε τον σύνδεσμο: https://www.mail-archive.com/[email protected]/maillist.html --- Λάβατε αυτό το μήνυμα επειδή έχετε εγγραφεί στην ομάδα "orasi" των Ομάδων Google. Για να απεγγραφείτε απ' αυτή την ομάδα και να σταματήσετε να λαμβάνετε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απ' αυτή, στείλτε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη διεύθυνση [email protected]. Για να δείτε αυτή τη συζήτηση, επισκεφτείτε το https://groups.google.com/d/msgid/orasi/A2DEE7A8-E69D-4465-B2F0-A7D8CC2DA081%40gmail.com. |
