Από το ε Ιστορικά
Συγγραφέας: Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΥΡΤΑΤΑ αναπληρωτή καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης ΘΡΗΣΚΕΙΑ Ο Αύγουστος και ο Ιησούς Ο Ιησούς δεν γεννήθηκε το έτος μηδέν. Πρώτο και βασικότερο, στο σύστημα χρονολόγησης που ακολουθούμε, έτος μηδέν δεν υπήρξε ποτέ. Στην αρχαιότητα, ως πρώτο έτος της βασιλείας ενός νέου βασιλιά θεωρούσαν αυτό που άρχιζε με την ενθρόνισή του. Με τον ίδιο τρόπο καθιερώθηκε και η μέτρηση των ετών από τη γέννηση του Ιησού. Η στιγμή της εμφάνισής του στη γη θεωρήθηκε έναρξη του πρώτου έτους της νέας χρονολογίας. Αυτό σημαίνει βεβαίως ότι για να ολοκληρωθεί ο πρώτος αιώνας χρειάστηκε να περάσει ολόκληρο το έτος εκατό· και για να ολοκληρωθεί ο εικοστός αιώνας ή η δεύτερη χιλιετία χρειάζεται να περάσει ολόκληρο το έτος 2000. Παρά τη συνήθη βιασύνη των δημοσιογράφων και όσων μας προετοιμάζουν για το πέρασμα στη νέα χιλιετία, θα πρέπει να αναμείνουμε υπομονετικά μέχρι την πρώτη Ιανουαρίου του 2001, για να εορτάσουμε το μεγάλο γεγονός. Αυτό αποτελεί ίσως μια παρηγοριά για τους δεισιδαίμονες. Το επόμενο έτος δεν πρέπει να εμπνέει καμιά ιδιαίτερη ανησυχία. Το χρονολογικό μας σύστημα το εισηγήθηκε τον 6ο αιώνα στη Ρώμη ένας μοναχός, σκυθικής καταγωγής, που τον έλεγαν Διονύσιο. Ο ίδιος φαίνεται ότι επέλεξε, από ταπεινότητα, τον προσδιορισμό «ο Μικρός» (Exiguus). Ετσι έμεινε γνωστός στην Ιστορία, παρά τη μέγιστη συμβολή του στο χριστιανικό κόσμο. Μέχρι τότε οι χριστιανοί εξακολουθούσαν να μετρούν τα χρόνια για τους επίσημους υπολογισμούς τους από την άνοδο στην εξουσία του αυτοκράτορα Διοκλητιανού -του μεγάλου τους διώκτη. Αλλες παλαιότερες μέθοδοι συνέχιζαν και αυτές να έχουν τους υποστηρικτές τους. Χρειάστηκε να περάσει σχεδόν ενάμισης αιώνας ακόμη μέχρι να αρχίσει η διάδοση του συστήματος του Διονυσίου. Και τότε μόνο σταδιακά έγινε επισήμως αποδεκτό, πρώτα στη Βρετανία και τη Δύση και αργότερα στην Ανατολή. Η αντίστροφη μέτρηση των προ Χριστού ετών άργησε πολύ περισσότερο. Μόλις στο τέλος του 17ου αιώνα πρωτοεμφανίστηκε ως εναλλακτική μέθοδος χρονολόγησης και μόλις τον 18ο αιώνα καθιερώθηκε οριστικά. Ο Διονύσιος δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να επιλύσει τα προβλήματα που δημιουργούν οι πηγές μας σχετικά με τη χρονολόγηση της δράσης του Ιησού. Ο βασιλιάς Ηρώδης, που έπαιξε σύμφωνα με το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο σημαντικό ρόλο στα γεγονότα της γέννησης, πέθανε το 4 π.Χ. Και η απογραφή του Κυρήνιου, που έπαιξε καθοριστικό ρόλο σύμφωνα με το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, έγινε το 6 μ.Χ. Η επιλογή του έτους ένα μοιάζει να αποτελεί συμβιβασμό μεταξύ των δύο αυτών άκρων. Το μόνο που μπορούμε να θεωρήσουμε σίγουρο είναι ότι ο Ιησούς δεν γεννήθηκε το έτος ένα. Οι λεπτομέρειες αυτές είναι ίσως χρήσιμες, για να μας υπενθυμίζουν ότι από κάθε άποψη το έτος 2000 αποτελεί μια σύμβαση. Για πρακτικούς λόγους, τη λογική αυτής της σύμβασης την έχουν αποδεχτεί οι περισσότεροι λαοί: αυτοί που δεν έχουν, αλλά και αυτοί που έχουν ιδιαίτερο δικό τους τρόπο μέτρησης των ετών. Ο ιός του 2000 θα ενεργήσει κατά τρόπο απόλυτο παντού. Θα χτυπήσει τους υπολογιστές των χριστιανών, των βουδιστών, των Ιουδαίων και των μουσουλμάνων. Αλλά αν δεν είναι αυτό το τρομακτικό γεγονός που περιμένουν οι δεισιδαίμονες, τότε μπορούν να εφησυχάσουν. Η κρίσιμη χρονιά είτε έχει περάσει εδώ και τουλάχιστον τρία ή τέσσερα χρόνια είτε έχει μπροστά της άλλα επτά. Υπάρχει, ωστόσο, και ένας ακόμη λόγος που περιορίζει την απειλή του έτους 2000. Ορισμένοι χριστιανοί περίμεναν το τέλος του κόσμου το έτος 1000. Οπως ξέρουμε, το έτος 1000 ή το έτος 1001 δεν συνέβη τίποτα ιδιαιτέρως σημαντικό, και έτσι η έγνοια άρχισε να μετατίθεται σταδιακά γύρω από το έτος 2000. Κανένας, πάντως, μεγάλος προφήτης δεν προέβλεψε κάτι για το έτος αυτό. Η μοναδική του αξία είναι ότι διπλασιάζει ένα έτος, που είχε κάποτε κάποια σημασία. Αλλά και αυτή η σημασία βασιζόταν σε μια χονδροειδή παρεξήγηση. Ο προφήτης Ιωάννης, που έγραψε την Αποκάλυψη, ισχυρίστηκε ότι ο Ιησούς θα βασιλέψει επί της Γης για χίλια χρόνια, όχι ότι θα έρθει σε χίλια χρόνια. Ελάχιστοι ήταν, άλλωστε, αυτοί που υποστήριξαν ότι γνώριζαν πότε ακριβώς θα αρχίσει η νέα βασιλεία. Οι πρώτοι χριστιανοί δεν απέδιδαν συνήθως μεγάλη σημασία στις ακριβείς χρονολογίες. Οταν πέρασαν τα πρώτα χρόνια και οι πρώτοι αιώνες βεβαιώθηκαν ότι το τέλος του κόσμου δεν ήταν ζήτημα ημερών. Η εξέλιξη αυτή τούς επέτρεψε να αποκτήσουν μια νέα σχέση με την Ιστορία. Ηταν ήδη σαφές ότι ο ίδιος ο χριστιανισμός είχε αρχίσει να αποκτά τη δική του Ιστορία. Ο Ευσέβιος Καισαρείας ήταν ο πρώτος που σκέφτηκε, στις αρχές του τέταρτου αιώνα, να συγγράψει μια συστηματική ιστορία του χριστιανισμού, από τα χρόνια του Ιησού μέχρι τις μέρες του. Αλλά ήδη, στο τέλος του δεύτερου αιώνα, κάποιοι χριστιανοί είχαν κάνει μια σπουδαία διαπίστωση: Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία και ο χριστιανισμός ακολουθούσαν μια παράλληλη πορεία, που δεν θα μπορούσε να είναι τυχαία. Αυτό έδινε την εντύπωση ότι υπήρχε μια βαθύτερη ενότητα μεταξύ της αυτοκρατορίας και του χριστιανισμού. Στο ζήτημα της ταυτόχρονης εμφάνισης επί Γης του Αυγούστου και του Ιησού επανήλθαν πολλοί χριστιανοί συγγραφείς. Ορισμένοι ξεκινούσαν από την πληροφορία που διάβαζαν στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο. Ο Ιησούς είχε γεννηθεί την εποχή της απογραφής της «οικουμένης», που είχε διατάξει ο Αύγουστος. Η ευεργετική αυτή σύμπτωση ήταν αναμφίβολα έργο της Θείας Πρόνοιας. Οι Ιουδαίοι είχαν ήδη υποταγεί στους Ρωμαίους λίγο νωρίτερα, ενώ ο ίδιος ο Αύγουστος προσήρτησε στην αυτοκρατορία το τελευταίο ανεξάρτητο βασίλειο της περιοχής. Με την τυπική υποταγή της Αιγύπτου, ολόκληρος ο μεσογειακός κόσμος βρέθηκε ενωμένος κάτω από μία αρχή. Οταν γεννήθηκε ο Ιησούς, ο Αύγουστος βρισκόταν ήδη στην εξουσία για τριάντα περίπου χρόνια -λίγο πάνω ή λίγο κάτω. Αυτό δεν απασχόλησε τους χριστιανούς απολογητές. Ο αυτοκράτωρ έδινε την εντύπωση ότι είχε επιβάλει εγκαίρως μια παγκόσμια ειρήνη, απαραίτητη για να ακουστεί η νέα διδαχή. Με την έννοια αυτή, ο Αύγουστος ήταν ένα είδος προδρόμου που προετοίμασε, όχι βεβαίως τις ψυχές, αλλά τη νέα τάξη επί της Γης. Η ρωμαϊκή ειρήνη και η κατάκτηση πολλών λαών με ριζικά διαφορετικές παραδόσεις υπηρετούσαν την υπόθεση του χριστιανισμού. Μαζί με τη συνένωση ετερογενών και ασυμφιλίωτων βασιλείων, ο αυτοκράτορας, όπως το έβλεπαν οι χριστιανοί, είχε πρόθεση να ομογενοποιήσει όλους τους λαούς της αυτοκρατορίας. Ο Αύγουστος είχε καταπολεμήσει την πολυαρχία και ο χριστιανισμός την πολυθεΐα. Ενας Θεός για όλο τον κόσμο, ένας αυτοκράτορας για όλη την επικράτεια, και μία εκκλησία για όλους τους πιστούς. Η εκκλησία του Ιησού θα συναντούσε στο εύρος της τα όρια της αυτοκρατορίας, και μαζί, θρησκεία και κράτος, θα κατακτούσαν την οικουμένη.1 Στον εορτασμό των τριάντα χρόνων βασιλείας του Κωνσταντίνου, ο Ευσέβιος Καισαρείας, συνοψίζοντας και συγκεφαλαιώνοντας τα επιχειρήματα των προγενέστερων συγγραφέων, μπορούσε να καυχηθεί: Ολα τα παλαιά έθνη στη γη ήταν διαιρεμένα κατά επαρχίες, εθναρχίες και τοπαρχίες, και από άποψη διακυβέρνησης ήταν χωρισμένα σε απολυταρχίες και πολυαρχίες, γι' αυτό και ποτέ δεν έπαυαν μεταξύ τους οι συνεχείς μάχες και οι πόλεμοι, οι λεηλασίες και οι απαγωγές, στην ύπαιθρο και στις πόλεις, καθώς και οι αναρίθμητες διηγήσεις για μοιχείες και απαγωγές γυναικών, από τις οποίες προήλθαν τα κακά του Ιλίου και οι τραγωδίες των παλαιών, τις οποίες μνημονεύουν όλοι οι άνθρωποι. Και δεν θα κάνουμε λάθος αν αποδώσουμε τις αιτίες τους στην πολυθεϊστική πλάνη. Οταν όμως το σωτήριο όργανο, δηλαδή το πανάγιο σώμα του Χριστού, που εμφανίστηκε ανώτερο κάθε δαιμονικής πλάνης και ενέργειας, και ξένο με έργα και λόγια προς την κακία, ανυψώθηκε ως νικητήριο τρόπαιο εναντίον των δαιμόνων και ως αποτρόπαιο παλαιών κακών, λύθηκαν αμέσως όλα τα έργα των δαιμόνων και δεν υπήρχαν πια τοπαρχίες και πολυαρχίες, απολυταρχίες και δημοκρατίες, ούτε λεηλασίες και πολιορκίες στις πόλεις και την ύπαιθρο που προέρχονταν από αυτές, αλλά εκηρύσσετο σε όλους ένας Θεός, τότε επικράτησε σε όλους και μία πολιτική δύναμη, αυτή των Ρωμαίων, και καταλύθηκε πλήρως η προαιώνια άσπονδη και αδιάλλακτη έχθρα. Οταν, μάλιστα, παρεδίδετο σε όλους τους ανθρώπους η γνώση για ένα Θεό και ένας τρόπος ευσέβειας και η σωτήρια διδασκαλία του Χριστού, τότε, καθώς επικράτησε σε όλο το ρωμαϊκό κράτος ένας βασιλιάς, μια βαθιά ειρήνη κατέλαβε τα σύμπαντα. Ετσι ανεφύησαν στους ανθρώπους συνδυασμένοι και ταυτόχρονα δύο βλαστοί αγαθών, η εξουσία των Ρωμαίων και η ευσεβής διδασκαλία (του χριστιανισμού).2 Τα λόγια του επισκόπου δείχνουν τις βαθιές ρίζες αυτής της αντίληψης. Ο Ευσέβιος ήταν ένας θαυμαστής και φίλος του Κωνσταντίνου. Είχε κάθε λόγο να τονίσει τη συμβολή του στις παγκόσμιες εξελίξεις. Για το λόγο αυτό τον εξύμνησε όσο ήταν δυνατόν. Απέδιδε όμως κι αυτός τη μεγάλη πολιτική τομή στον Αύγουστο. Η αυτοκρατορία και ο χριστιανισμός είχαν εξ αρχής μια κοινή μοίρα, που υπερέβαινε την εφήμερη υπόθεση των διωγμών. Οι διώκτες αποτελούσαν μια θλιβερή παρένθεση, που έκλεισε οριστικά με τον Κωνσταντίνο. Η χριστιανική θεωρία για τη σχέση του μονοθεϊσμού με τη μοναρχία δεν έμεινε αναπάντητη από τους εθνικούς. Ο ελληνικός κόσμος, και ακόμη περισσότερο ο ρωμαϊκός είχαν μακρά παράδοση ευσέβειας. Οι Ρωμαίοι απέδιδαν, κατά κανόνα, τις στρατιωτικές τους νίκες στην εύνοια των θεών. Ενας από τους λόγους που αντιπαθούσαν, και ίσως φοβούνταν, τους χριστιανούς, ήταν η άρνηση των πιστών να συμπροσευχηθούν για το καλό της αυτοκρατορίας. Οταν λοιπόν φιλοσοφημένοι εθνικοί άκουγαν ότι η απάρνηση των θεών ήταν η ελπίδα της αυτοκρατορίας ή ότι από Θεία Πρόνοια ο Ιησούς είχε γεννηθεί στα χρόνια του Αυγούστου δυσανασχετούσαν. Οι σκέψεις αυτές τους φαίνονταν πλήρης διαστρέβλωση της πραγματικότητας. Σύμφωνα με τη γνώμη πολλών εθνικών, οι Ρωμαίοι είχαν καταστεί κυρίαρχοι του κόσμου χάρη στην ευσέβειά τους. Απεναντίας, οι Ιουδαίοι που λάτρευαν τον ίδιο Θεό με τους χριστιανούς, όχι μόνο δεν έγιναν κυρίαρχοι του κόσμου, αλλά απώλεσαν γη και εστία. Οσο για τους χριστιανούς, αυτοί αναγκάζονταν να κρυφτούν για να γλιτώσουν τη θανατική καταδίκη. Οι προτιμήσεις των θεών ήταν προφανείς.3 Στον αντίλογο αυτό, οι χριστιανοί επανέρχονταν με δύο επιχειρήματα. Οι Ρωμαίοι είχαν πράγματι σημειώσει σημαντικές νίκες. Αν μεταστρέφονταν προς τον αληθινό Θεό θα μπορούσαν όμως να περιμένουν πολλά περισσότερα. Η μοίρα των Ιουδαίων, άλλωστε, επιβεβαίωνε τους ισχυρισμούς των χριστιανών. Ο Θεός τους είχε καταστρέψει μαζί με το Ναό τους επειδή είχαν σταυρώσει τον Ιησού. Καταστρέφοντας τους Ιουδαίους, ο Θεός είχε δείξει ακριβώς την προτίμησή του για τους χριστιανούς.4 Η σύνδεση μονοθεϊσμού και μοναρχίας βάρυνε αποφασιστικά στη σκέψη των χριστιανών. Παρά τη γενική τους ευπείθεια, κάποιοι τόλμησαν να καταγγείλουν ακόμη και την τετραρχία του Διοκλητιανού στο όνομα της μοναρχίας. Ο πρώτος μάρτυρας των τελευταίων διωγμών, όταν προσκλήθηκε να κάνει σπονδή στους τέσσερις βασιλείς απήντησε με το στίχο του Ομήρου: «ουκ αγαθόν πολυκοιρανίη, εις κοίρανος έστω, εις βασιλεύς».5 Ο Ευσέβιος ήταν σε θέση να συνοψίσει με τρόπο απόλυτο και κατηγορηματικό τη θεϊκή επικύρωση των πλεονεκτημάτων της μοναρχίας: «Γι' αυτό λοιπόν υπάρχει ένας Θεός και όχι δύο ή τρεις ή περισσότεροι διότι η πολυθεΐα είναι ακριβώς αθεΐα. Ενας βασιλιάς και ένας ο βασιλικός λόγος και νόμος...».6 Οι αντιλήψεις για την ενότητα αυτοκρατορίας και χριστιανισμού έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην πολιτική ιδεολογία του μεσαιωνικού κόσμου. Τόσο το Βυζάντιο όσο και τα κράτη που προέκυψαν από τη διάλυση του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας βασίστηκαν στην ιδέα αυτής της ενότητας. Η θρησκεία βοηθούσε το κράτος να συγκροτηθεί ιδεολογικά και το κράτος προστάτευε και διέδιδε τη θρησκεία. Από μια άποψη, ωστόσο, ο χριστιανισμός ζημιώθηκε ταυτίζοντας τη μορία του με τη μοίρα της αυτοκρατορίας και των σχημάτων που τη διαδέχτηκαν. Στα πρώτα χρόνια εξάπλωσης της νέας θρησκείας, οι απόστολοί της κινήθηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις, μέσα και έξω από τα όρια της αυτοκρατορίας. Οι επιτυχίες τους σε ανατολικούς λαούς δεν ήταν αμελητέες. Οταν, όμως, ο χριστιανισμός ταυτίστηκε με την αυτοκρατορία, η διάδοσή του έξω από τα όριά της περιορίστηκε δραστικά. Οι ίδιοι οι θρησκευτικοί ηγέτες έδειξαν περιορισμένο ενδιαφέρον για τον εκχριστιανισμό νέων λαών, εκτός αν υπήρχε προοπτική ένταξής τους στην αυτοκρατορία. Και οι ιστορικοί έδειξαν περιορισμένο ενδιαφέρον για τα αρχικά επιτεύγματα του χριστιανισμού στον κόσμο των «βαρβάρων». Μάταια θα ψάξει κανείς στον Ευσέβιο για πληροφορίες σχετικά με το χριστιανικό κήρυγμα πέραν των συνόρων. Η θεωρία για την ταυτόχρονη εμφάνιση του Ιησού και του Αυγούστου στέργησε από το χριστιανισμό μεγάλο μέρος της αρχικής οικουμενικής του διάστασης. Ηδη από αρκετά νωρίς, ο οικουμενισμός του χριστιανισμού περιορίστηκε στους λαούς της αυτοκρατορίας, που θεωρήθηκαν οι μοναδικοί πολιτισμένοι λαοί. Οσες φορές βγήκαν οι δάσκαλοι του χριστιανισμού έξω από τα σύνορα αισθάνθηκαν υποχρεωμένοι να διαδώσουν και τον πολιτισμό της αυτοκρατορίας. Καθώς πλησιάζουμε στο τέλος της δεύτερης χιλιετίας, διαπιστώνουμε ότι είμαστε ακόμη κληρονόμοι αυτής της αρχικής σύζευξης. Τα όρια του χριστιανισμού μοιάζουν να έχουν καθηλωθεί στα όρια του δυτικού πολιτισμού. Μόνο το χριστιανικό σύστημα χρονολόγησης έχει επιβληθεί σχεδόν παντού, μεταφέροντας σε όλα τα άκρα της οικουμένης τον ιό του 2000, ως συστατικό στοιχείο του δυτικού πολιτισμού. ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 1. Κλήμης, Στρωματείς 7.17· Ιππόλυτος, Εις Δανιήλ 4.9· Ωριγένης, Κατά Κέλσου 2.30. 2. Ευσέβιος, Εις τον Κωνσταντίνον τριακονταετηρικός 16.1-4, η μτφρ. που παραθέτω βασίζεται σε αυτήν του Π. Χρήστου, στη σειρά Ελληνες Πατέρες της Εκκλησίας, Θεσσαλονίκη 1982. 3. Ωριγένης, Κατά Κέλσου 8.69, όπου εκτίθενται οι απόψεις του φιλόσοφου Κέλσου. 4. Ωριγένης, ό.π. 5. Ευσέβιος, Περί των εν Παλαιστίνη Μαρτυρησάντων 1.1. Ο στίχος 2.204 της Ιλιάδας ήταν γενικώς γνωστός και δημοφιλής στην αρχαιότητα. 6. Ευσέβιος, Εις τον Κωνσταντίνον τριακονταετηρικός 3.6. ________ Orasi mailing list για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] και στο θέμα γράψτε unsubscribe Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net Για το αρχείο της λίστας http://www.mail-archive.com/[email protected] παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) http://www.freelists.org/archives/orasi NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού http://www.nvda-project.org/ ______________
