Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2019 - 09:43

Αλογίσιο όνομα και Ο εγκληματίας -δυο διηγήματα του Τσέχοφ


Πριν από λίγο καιρό είχα αναφερθεί στην παράσταση του Γιώργου Κιμούλη με τον 
Θείο Βάνια του Τσέχοφ. Τέσσερα από τα θεατρικά έργα του Τσέχοφ θεωρούνται 
αριστουργήματα και παίζονται συχνότατα (Θείος Βάνιας, Βυσσινόκηπος, Ο Γλάρος 
και Τρεις αδελφές) αλλά ίσως σημαντικότερη προσφορά στην παγκόσμια λογοτεχνία 
αποτελούν τα διηγήματα και οι νουβέλες του.

Το έργο του Τσέχοφ είναι και ποσοτικά εντυπωσιακό, ιδίως αν σκεφτούμε πως 
πέθανε πολύ νέος (γεννήθηκε το 1860 και πέθανε από φυματίωση το 1904) ενώ 
παράλληλα σπούδασε γιατρός και άσκησε την ιατρική πολλά χρόνια.

Ο Τσέχοφ γεννήθηκε στο Ταγκανρόγκ ή Ταϊγάνι που το λέμε εμείς, αφού σε αυτό το 
λιμάνι της Αζοφικής θάλασσας υπήρχε από παλιά ακμαία ελληνική παροικία -εκεί 
έζησε για ένα διάστημα και ο Βαρβάκης. Ο νεαρός Τσέχοφ φοίτησε σε ελληνικό 
σχολείο και σε κάποιο διήγημά του, που θα το ανεβάσω κάποτε, διηγείται τον 
τρόμο ενός μαθητή για τα αρχαία ελληνικά: ασφαλώς βιωματικό, αφού έχασε μια 
χρονιά επειδή απορρίφθηκε στα αρχαία ελληνικά! Ο Τσέχοφ έμεινε στη γενέθλια 
πόλη έως το 1879 και δεν αποκλείεται να διασταυρώθηκε κάποια στιγμή με τους 
δημοφιλέστερους Έλληνες ποιητές του καιρού τους, τον Αχιλλέα Παράσχο και τον Γ. 
Σουρή, που συνέπεσε να βρίσκονται τότε στο Ταϊγάνι, ο πρώτος ως πρόξενος και ο 
δεύτερος μαθητευόμενος σε έναν πλούσιο συγγενή του. Μετά, εγκαταστάθηκε στη 
Μόσχα όπου σπούδασε, ενώ παράλληλα συντηρούσε την κατεστραμμένη οικονομικά 
οικογένειά του γράφοντας διηγήματα και άλλα σύντομα πεζά που τα πουλούσε σε 
εφημερίδες και περιοδικά.

Συλλογές με διηγήματα του Τσέχοφ κυκλοφορούν πολλές στα ελληνικά, αλλά επειδή 
τα διηγήματα είναι πάρα πολλά είναι δύσκολο να τα βρει κανείς όλα και 
συγκεντρωμένα. Τα δύο διηγήματα που θα παρουσιάσω σήμερα προέρχονται από μια 
συλλογή με τίτλο «Η κυρία με το σκυλάκι και άλλα διηγήματα», που κυκλοφόρησε το 
1990 από τη Σύγχρονη Εποχή σε μετάφραση Νίκου Παπανδρέου.

Να κάνω και μιαν αναφορά στον αξιόλογο αυτό διανοούμενο και αγωνιστή. Ο Νίκος 
Παπανδρέου γεννήθηκε το 1922 στον Βόλο, πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, τον 
έστειλαν στρατιώτη στη Μακρόνησο, και στη συνέχεια πέρασε στον Δημοκρατικό 
Στρατό και από εκεί στην πολιτική προσφυγιά. Επαναπατρίστηκε το 1974 και 
δημοσίευσε μυθιστορήματα και διηγήματά του ενώ επίσης έκανε πολλές μεταφράσεις 
από τα ρωσικά για τη Σύγχρονη Εποχή. Πέθανε το 1998. Εδώ ένα βιογραφικό του και 
εδώ η εργογραφία του, που οσον αφορά τις μεταφράσεις δεν είναι πλήρης, αφού δεν 
περιλαμβάνει τις παλαιότερες από το 1985.

Ο Νίκος Παπανδρέου ήταν εκείνος που έκρινε θετικά και εισηγήθηκε να εκδοθεί η 
πρώτη μου συλλογή διηγημάτων «Μετά την αποψίλωση» το 1984. Στη συνέχεια 
συνεργάστηκα με τη Σύγχρονη Εποχή ως μεταφραστής και από άλλες απόψεις και 
γνώρισα καλά τον Νίκο Παπανδρέου, που μου έδωσε αρκετές χρήσιμες συμβουλές.

Από τη συλλογή αυτή διάλεξα δυο διηγήματα που θα τα παρουσιάσω στη συνέχεια.

Το πρώτο λέγεται «Αλογίσιο όνομα» και το αγαπούσε πολύ ο παππούς μου που το 
είχε σε κάποια άλλη μετάφραση -εκεί ο τίτλος ήταν «Αλογίσιο επίθετο»- και το 
είχαμε διαβάσει στην οικογένεια πολλές φορές όταν ήμουν παιδί. Στην πολύτιμη 
Βικιπαίδεια βρίσκω ότι ο Τσέχωφ μπορεί να εμπνεύστηκε την ιστορία από ένα 
περιστατικό που έγινε στο Ταγκανρόγκ και εμεινε διάσημο, όταν σε ένα ξενοδοχείο 
της πόλης κατέλυσαν ο ένας μετά τον άλλον δυο επισκέπτες με αλογίσια επώνυμα, 
ας πούμε Αλογάρης και Φοραδάκης. Είναι διήγημα του 1885.

Είπα πολλά καλά για τον Νικο Παπανδρέου πιο πάνω, οπότε να γκρινιάξω και λίγο 
-νομίζω πως ο άλλος μεταφραστής που θυμάμαι ειχε δείξει μεγαλύτερη φαντασία 
στην επιλογή των αλογίσιων επωνύμων.

ΤΟ ΑΛΟΓΙΣΙΟ ΟΝΟΜΑ

Του απόστρατου αντιστράτηγου Μπουλντέγιεφ του πόνεσαν τα δόντια. Έκανε στο 
στόμα του γαργάρες με βότκα, με κονιάκ, έβαλε στο πονεμένο δόντι του στάχτη από 
τσιγάρο, όπιο, νέφτι, φωτιστικό πετρέλαιο, άλειψε το μάγουλό του με ιώδιο, 
έβαλε στ’ αυτιά του μπαμπάκι βουτηγμένο σε οινόπνευμα, μα όλα αυτά ή δεν του 
έκαναν τίποτα ή του έφερναν αναγούλα.

Ήρθε ο γιατρός. Του σκάλισε το δόντι, του ’γράψε κινίνο, αλλά ούτε κι αυτό 
έκανε τίποτα. Όταν του ’πε να του βγάλει το άρρωστο δόντι, ο στρατηγός αρνήθηκε.

Όλοι οι σπιτικοί, η γυναίκα του, τα παιδιά, οι υπηρέτες, ακόμα και ο μικρός 
βοηθός του μάγερα, ο Πέτκα, όλοι τους, έλεγε ο καθένας κι από ένα δικό του 
γιατροσόφι. Στο μεταξύ ο οικονομικός διαχειριστής του Μπουλντέγιεφ, ο Ιβάν 
Γιεφσέιτς, ήρθε στο αρχοντικό και του ’πε να κοιτάξει να γιατρευτεί με γητειές.

«Εδώ, στη δική μας επαρχία, εξοχότατε», του ’πε, «υπηρετούσε στους φόρους ένας 
Γιάκοφ Βασίλιτς. Αυτός ήξερε να γητεύει τα δόντια. Ήταν άφταστος! Γυρνούσε, 
λέει, κατά το παράθυρο, κάτι μουρμούριζε, έφτυνε μετά. Και το δόντι περνούσε 
στη στιγμή! Τέτια δύναμη είχε απάνω του δοσμένη!»

«Και πού βρίσκεται αυτός τώρα;»

«Όταν τον απολύσανε από τους φόρους, έφυγε στο Σαράτοφ. Εκεί ζει, στην πεθερά 
του. Τώρα δουλεύει μονάχα σε δοντόπονους. Οποιανού του πονάει το δόντι τραβάει 
ίσια σ’ αυτόν. Κι αυτός τον κάνει καλά! Τους ντόπιους εκεί, τους σαρατοφιανούς, 
τους γητεύει μέσα στο σπίτι του. Αν είναι όμως άλλοι, από άλλες πόλεις, τότε 
τον ειδοποιούν με τον τηλέγραφο. Στείλτε κι εσείς, εξοχότατε, μια ειδοποίηση. 
Ότι έτσι κι έτσι. Του δούλου του θεού Αλεξέι τού πονάει το δόντι. Παρακαλώ να 
τον βοηθήσετε. Και τα λεφτά για τη γιατρειά του τα στέλνετε ταχυδρομικά.

«Σαχλαμάρες! Τσαρλατανιές!»

«Εσείς δοκιμάστε, εξοχότατε. Αυτός είναι πολύ μερακλής στη βότκα. Δε ζει με τη 
γυναίκα του, αλλά με μια γερμανίδα. Βρίζει με την ψυχή του. Αλλά μπορώ να πω 
πως είναι ένας άνθρωπος θαυματουργός!»

«Να πάμε, Αλιόσα!» τον παρακάλεσε η γυναίκα του το στρατηγό. «Εσύ, βέβαια, δεν 
πιστεύεις στα γητέματα, εγώ όμως τα έχω δοκιμάσει στον ίδιο τον εαυτό μου. Έστω 
και να μην πιστεύεις. Γιατί να μην πας; Δε θα σου κοπούνε τα χέρια απ’ αυτό το 
πράγμα.»

«Εντάξει», συμφώνησε ο στρατηγός. «Εδώ δεν είναι ότι στέλνεις στο φορατζή μια 
ειδοποίηση, αλλά στον ίδιο το σατανά… Οχ! Δεν αντέχω άλλο! Ε, λοιπόν. Πού 
βρίσκεται αυτός ο φορατζής σου; Πώς να του γράψω;»

Ο Μπουλντέγιεφ κάθισε στο γραφείο του και πήρε την πένα στο χέρι του.

«Αυτόν εκεί, στο Σαράτοφ, τον ξέρει και το κάθε σκυλί», του ’πε ο διαχειριστής. 
«Γράψτε, εξοχότατε, αν θέλετε… Προς τον αξιότιμον κύριον Γιάκοφ Βασίλιτς… 
Βασίλιτς…»

«Παρακάτω;»

«Βασίλιτς… Γιάκοφ Βασίλιτς… Και το παρόνομά του… Να, που το παρόνομα το ’χω 
ξεχάσει!… Βασίλιτς… Στο διάολο!… Πώς είναι το παρόνομά του; Λίγο πιο πριν που 
καθόμουν εδώ το ’χα θυμηθεί!… Επιτρέψτε μου…»

Ο Ιβάν Γιεφσέιτς σήκωσε τα μάτια του κατά το ταβάνι κι άρχισε να κουνάει τα 
χείλια του. Ο Μπουλντέγιεφ κι η γυναίκα του καρτερούσαν με ανυπομονησία.

«Λοιπόν; Τι γίνεται; Άντε κάνε γρήγορα, θυμήσου!»

«Αμέσως… Βασίλιτς… Γιάκοφ Βασίλιτς… Το ’χω ξεχάσει! Κι είναι ένα όνομα τόσο 
απλό. Κάτι σαν αλογίσιο!… Φοραδόπουλος; Όχι, όχι Φοραδόπουλος… Σταθείτε. 
Πουλαρίδης, μήπως; Όχι, ούτε και Πουλαρίδης. Το θυμάμαι ότι τ’ όνομά του είναι 
αλογίσιο, αλλά τι ακριβώς, μου ’χει διαφύγει…»

«Πουλαράς;»

«Μπα, όχι. Σταθείτε. Φοραδούλης. Φοράδας. Φοραδάκης…»

«Σιγά-σιγά θα το κάνουμε σκυλίσιο από αλογίσιο. Πουλαρούλης;»

«Όχι, ούτε Πουλαρούλης… Αλογάς… Αλογίδης… Πουλαρέλης… Μπα, τίποτα!»

«Λοιπόν; Πώς να του γράψω; Κάτσε και σκέψου!»

«Αμέσως. Αλογόπουλος… Φοραδέλης,.. Ζεμένος…»

«Ζεμενίδης;» ρωτάει η γυναίκα του στρατηγού.

«Όχι, όχι. Παρίππης; Μπα, ούτε αυτό! Το ξέχασα!»

«Τότε γιατί, που να σε πάρει ο διάολος, κάθεσαι και δίνεις συμβουλές, αφού 
έχεις ξεχάσει τ’ όνομα;» άναψε ο στρατηγός. «Φύγε από δω!»

Ο Ιβάν Γιεφσέιτς βγήκε όξω σιγά-σιγά. Ο στρατηγός χούφτωσε ξανά το μάγουλό του 
κι έπιασε να βολτατζάρει από κάμαρη σε κάμαρη.

«Οχ, μανούλα μου!» βογγούσε. «Οχ. οχ, μάνα μου! Οχ, έχω χάσει τον κόσμο απ’ τα 
μάτια μου!»

Ο διαχειριστής βγήκε στον κήπο και σιμώνοντας τα μάτια του στον ουρανό, άρχισε 
να βασανίζει το μυαλό του για το όνομα του φορατζή:

«Πουλαρούλης… Πουλαράκης… Πουλαριάδης… Όχι, όχι! Αλογιάδης… Αλογάκης… 
Πουλαρόπουλος, Φοραδίτσας…»

Σε λίγη ώρα τον ξαναφώναξαν να πάει στ’ αφεντικό.

«Το θυμήθηκες;» τον ρώτησε ο στρατηγός.

«Όχι, δεν μπόρεσα, εξοχότατε!»

«Μήπως Ατίδης; Αλογούλης; Όχι;»

Όλοι, δίχως καμμιά εξαίρεση μέσα στο σπίτι, άρχισαν να φκιάνουν αλογίσια 
ονόματα. Έπιαναν όλες τις ηλικίες, όλα τα σόγια, όλες τις ράτσες απ’ τ’ άλογα. 
Βάλανε μέσα και τη χαίτη και το πέταλο και τα χάμουρα… Μέσα στο σπίτι, στον 
κήπο, στα δωμάτια υπηρεσίας, στην κουζίνα, παντού, όλοι σουλατσάρανε από γωνιά 
σε γωνιά και ξύνοντας τα κεφάλι τους, έψαχναν να βρουν το αλογίσιο όνομα του 
φορατζή.

Το διαχειριστή τον χρειάζονταν μέσα στο σπίτι,

«Αγελινός;» τον ρωτούσαν. «Πεταλάς;» «Πουλάρης;»

«Μπα, όχι!» αποκρινόταν ο Ιβάν Γιεφσέιτς. Και σηκώνοντας τα μάτια του τον 
ανήφορο, συνέχιζε να σκέφτεται φωναχτά: «Ατάκης… Ατόπουλος… Πουλάρας… 
Φοραδέλης…»

«Μπαμπά!» φωνάζαν μέσα απ’ το δωμάτιό τους τα παιδιά. Μήπως Τρόικας; Καπίστρης;»

Αναστατώθηκε ολάκερο το υποστατικό του στρατηγού. Κι αυτός ανυπόμονος πια απ’ 
τον πόνο, χιλιοβασανισμένος, έταξε να δώσει πέντε ρούβλια σ’ όποιον βρει το 
αληθινό όνομα του γητευτή. Τότε άρχισαν να περικυκλώνουν τον ίβάν Γιεφσέιτς 
μπουλούκια ολόκληρα.

«Ντορής;» του κάνανε. «Αραμπατζής; Αλογούλης;»

Έφτασε το βράδυ και τ’ όνομα ακόμα δεν είχε βρεθεί. Αργά έπεσαν να ησυχάσουν, 
δίχως να μπορέσουν να στείλουν το τηλεγράφημα.

Ο στρατηγός δεν έκλεισε μάτι όλη νύχτα. Πηγαινοερχότανε μέσα στο δωμάτιο κι όλο 
βογγούσε. Κατά τις τρεις τα μεσάνυχτα βγήκε απ’ το σπίτι και χτύπησε το τζάμι 
του διαχειριστή.

«Μήπως Χαντούμης;» τον ρώτησε με μια φωνή λιγωμένη.

«Όχι, όχι Χαντούμης, εξοχότατε», αποκρίθηκε ο Ιβάν Γιεφσέιτς αναστενάζοντας κι 
αυτός σαν φταίχτης.

«Μήπως δεν είναι αλογίσιο τ’ όνομα, αλλά κάτι άλλο;»

«Αλήθεια σας λέω, εξοχότατε. Το επίθετό του είναι αλογίσιο. Αυτό το θυμάμαι 
πάρα πολύ καλά.»

«Μα τι ξεχασιάρης που είσαι, φίλε μου!… Για μένα ετούτη δω την ώρα το όνομα 
αυτό είναι το πιο ακριβό του κόσμου. Έχω αποκάμει!»

Πρωί-πρωί ο στρατηγός ξανάστειλε να φωνάξουν το γιατρό.

«Ας το βγάλει καλύτερα!» τ’ αποφάσισε πια. «Δε μου ’μείνε άλλη δύναμη για να 
κάνω υπομονή!…»

Ήρθε ο γιατρός και το ’βγάλε το πονεμένο δόντι. Ο πόνος καλμάρισε αμέσως. Κι ο 
στρατηγός ησύχασε.

Ο γιατρός, τελειώνοντας τη δουλειά του και παίρνοντας ό,τι έκανε ο κόπος του, 
ανέβηκε στο αμαξάκι του και τράβηξε για το σπίτι του. Κοντά στην οξώπορτα απ’ 
το κτήμα αντάμωσε τον Ιβάν Γιεφσέιτς. Ο διαχειριστής στεκόταν στην άκρη του 
δρόμου και κοιτώντας με προσοχή χαμηλά στα πόδια του, κάτι σκεφτόταν. Από τις 
ζάρες που είχανε χαρακωμένη την όψη του κι από το βύθος που είχαν τα  μάτια 
του, φαινόταν καθαρά πως η συλλογή του ήτανε πολύ βαθιά, πολύ βασανιστική.

«Ψαρής… Γκεμίδης», μουρμούριζε. «Χαμουρίδης… Αλογέλης…»

«Ιβάν Γιεφσέιτς!» τον φώναξε ο γιατρός. «Μπορώ, αγαπητέ μου, να αγοράσω από σας 
τέσσερα-πέντε καντάρια κριθάρι; Μου πουλάνε κριθάρι οι δικοί μου οι μουζίκοι, 
αλλά είναι χάλια!…»

Ο Ιβάν Γιεφσέιτς κοίταζε το γιατρό σα χαζός. Ένα άγριο χαμόγελο είχε κάτσει 
στην όψη του. Και δίχως ν’ αποκριθεί στο γιατρό, έφτυσε τα χέρια του και το 
’σκάσε κατά το σπίτι με τόση σβελτάδα, που λες και ξωπίσω του τον κυνηγούσε 
κάποιο σκυλί λυσσασμένο.

«Το θυμήθηκα, εξοχότατε!» φώναξε γεμάτος χαρά, με μια φωνή αλλόκοτη, σαν ξένη. 
Και τράβηξε σφεντόνα κατά το γραφείο του στρατηγού. «Δόξα σοι ο θεός, το 
θυμήθηκα! Χίλια καλά να του δίνει ο θεός του γιατρού! Κριθαρίδης! Κριθαρίδης! 
Αυτό είναι το επίθετο του φορατζή! Κριθαρίδης, εξοχότατε! Στείλτε το 
τηλεγράφημα στ’ όνομα Κριθαρίδης!»

«Τώρα, καλά κρασιά!» έκανε ο στρατηγός, γεμάτος περιφρόνηση. Και δάγκωσε το 
χέρι του γροθιά, όλο μανία. «Τώρα δεν έχω ανάγκη απ’ το δικό σου το αλογίσιο 
όνομα! Άντε και καλά κρασιά!»

1885

Το δεύτερο διήγημα, κι αυτό γραμμένο το 1885, περιγράφει το μπλέξιμο ενός 
χωρικού με τη δικαιοσύνη. Λένε ότι ο Τσέχοφ είχε για πρότυπο έναν συγκεκριμένο 
μουζίκο, και ξεσήκωσε κάποιες αυθεντικές φράσεις του -καθόλου δεν αποκλείεται 
αυτό. Σε κάποια σημεια θυμήθηκα τον Χαράλαμπο Τραμπάκουλα.

Ο ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΑΣ

Μπροστά στο δικαστικό ανακριτή στέκεται ένας κοντούλης, αδύνατος μουζίκος με 
μια παρδαλή πουκαμίσα και μπαλωμένα παντελόνια. Τα μούτρα του βλογιοκομμένα. 
Και τα μάτια του μόλις φαίνονται σκεπασμένα απ’ τα μαλλιά κι απ’ τα δασιά 
κρεμαστά φρύδια του. Μάτια γεμάτα από μιαν άγρια σκληράδα. Και στο κεφάλι του 
μια ολόκληρη θημωνιά από αχτένιστα κι ανακατωμένα μαλλιά, πράγμα που κάνει 
ακόμα πιο άγρια τη σκληράδα της όψης του. Τα πόδια του ξυπόλητα.

«Ντενίς Γκριγκόριεφ!» αρχινάει ο ανακριτής. «Για έλα πιο κοντά. Και κοίτα ν’ 
απαντάς σε ό,τι σε ρωτάω. Στις 7 του Ιούλη ο φύλακας του σιδηροδρόμου Ιβάν 
Σέμενοφ Ακίνφοβ, περνώντας το πρωί τη γραμμή στο βέρστι 14 σ’ έπιασε να 
ξεβιδώνεις ένα παξιμάδι από κείνα που στερεώνουν τη γραμμή απάνω στις 
τραβέρσες. Ορίστε, αυτό εδώ είναι το παξιμάδι. Μ’ αυτό στο χέρι σ’ έπιασε ο 
Ακίνφοβ. Έτσι έγινε;»

«Α;»

«Έτσι έγινε; Όπως το λέει ο Ακίνφοβ;»

«Ξέρω; Έγινε!…»

«Ωραία. Για ποιο λόγο ξεβίδωσες το παξιμάδι;»

«Α;»

«Παράτα το αυτό το «α” κι απάντησε σ’ αυτό που σε ρωτώ: για ποιο λόγο ξεβίδωσες 
το παξιμάδι;»

«Άμα δε μου χρειαζόταν δε θα το ξεβίδωνα», κάνει βραχνά ο Ντενίς, λοξοκοιτώντας 
το ταβάνι.

«Και τι σου χρειαζόταν;»

«Ποιο; Το παξιμάδι; Εμείς απ’ αυτά φκιάνουμε βαρίδια.»

«Δηλαδή, ποιοι «εμείς”;»

«Εμείς, ο λαός… Δηλαδής οι μουζίκοι απ’ το Κλίμοφσκ.»

«Για άκου να σου πω. Εμένα να μη μου παρασταίνεις το χαζό. Μίλα καθαρά. Αυτά τα 
ψέματα περί βαριδιών δεν περνάν σε μένα!»

«Εγώ από γεννησιμιού μου δεν έλεγα ποτέ ψέματα. Κι εδώ, άιντε αμέσως, λες 
ψέματα!» μουρμουρίζει ο Ντενίς, καπακίζοντας τα μάτια. «Αμ’ τι θαρρεί η αφεντιά 
σου, γίνεται δίχως βαρίδι; Αμα έχεις δολώσει με κάνα λιανόψαρο ή κάνα χορταρικό 
στ’ αγκίστρι, τότε πώς θα πάει στον πάτο δίχως βαρίδι; Λέω ψέματα;» γελάει ο 
Ντενίς. «Το δόλωμα που στέκεται στον αφρό είναι για το διάολο πεσκέσι! Γιατί η 
μουρούνα, ο λούτσος ή ο γουλιανός κάθονται ή κολυμπούν συνέχεια στον πάτο. Ενώ 
απ’ τ’ άλλα, τ’ αφρόψαρα, μονάχα καμμιά πέρκα μπορείς να πιάσεις. Κι αυτήν αριά 
και πού! Το δικό μας το ποτάμι δε βαστάει πέρκες. Γιατί αυτό το ψάρι αγαπάει τα 
πλατιά νερά.»

«Γιατί κάθεσαι τώρα και μου αραδιάζεις όλα αυτά για τις πέρκες;»

«Α; Μ’ αφού ο ίδιος μ’ αρωτήσατε! Στο χωριό μας και τ’ αφεντικά έτσι ψαρεύουν, 
με βαρίδια. Και το τελευταίο κούτσικο που πάει στο ψάρεμα, ποτέ δεν είναι δίχως 
βαρίδια. Μονάχα άμα κανένας είναι ντιπ για ντιπ ατζαμής και δε νογάει τίποτες, 
ε, τότες αυτός μπορεί να πάει για ψάρεμα δίχως βαρίδια. Γιατί ο νόμος, γλέπεις, 
δε γράφεται για το χαζό τον άνθρωπο!…»

«Ώστε, λοιπόν, ομολογείς ότι ξεβίδωσες το παξιμάδι για να το φτιάξεις βαρίδι, 
ε;»

«Ε, κι αυτό τι πά’ να πει; Δεν το ’θελα δα για να παίξω τα κότσια!»

«Για βαρίδι θα μπορούσες να βάλεις ένα μολύβι, κάνα κομματάκι σίδερο, κάνα 
καρφί.»

«Το μολύβι δεν το βρίσκεις στο δρόμο. Πρέπει να τ’ αγοράσεις. Το καρφί δεν 
κάνει. Καλύτερο πράμα απ’ το παξιμάδι δε βρίσκεις. Και βαρύ είναι και στο 
δέσιμο βολεύει, γιατί έχει τρύπα.»

«Αχ, πώς μου παρασταίνεις το βλάκα! Λες και γεννήθηκες μόλις χτες ή ότι έπεσες 
απ’ τον ουρανό! Δεν το καταλαβαίνεις τάχα, εσύ χαζοκεφάλα, το πού μπορεί να 
οδηγήσει αυτό το ξεβίδωμα; Αν δε σ’ έβλεπε ο φύλακας, τότε το τρένο θα μπορούσε 
να εκτροχιαστεί και να σκοτωθούν άνθρωποι! Εσύ θα σκότωνες ανθρώπους! Το 
καταλαβαίνεις;»

«Να φυλάξει ο θεός, κύριε δικαστή! Γιατί να τους σκοτώσω; Σάμπως είμαστε 
τίποτας αντίχριστοι, γιά τίποτας κακούργοι; Δοξασμένο τ’ όνομά του. Μια ολάκερη 
ζωή έχουμε ζήσει κι όχι μονάχα δε σκοτώσαμε, αλλά μήτε και περάσαν τέτια 
πράματα απ’ το μυαλό μας!… Σπλαχνίσου με και σώσε με, Παναγιά μου, Δέσποινα των 
ουρανών!… Τι είναι αυτά που κάθεστε και λέτε κύριε δικαστή;»

«Από τι νομίζεις ότι γίνονται οι καταστροφές στα τρένα; Ξεβίδωσε δυο-τρία τέτια 
παξιμάδια και να τη η συμφορά!»

Ο Ντενίς γελάει και καρφώνει τα μάτια του στον ανακριτή γεμάτα υποψία.

«Το λοιπό, τόσα χρόνια ολάκερο το χωριό μας ξεβιδώνει παξιμάδια και μας έχει 
φυλάξει ο θεός! Ενώ η αφεντιά σας αμέσως: Καταστροφή! θα σκότωνα κόσμο! Ε, άμα 
έβγαζα καμμιά γραμμή ή άμα έβαζα, ας πούμε, κάνα κούτσουρο κόντρα στη γραμμή, 
τότε, μάλιστα, μπορεί να αναποδογύριζα το τρένο! Ενώ τώρα πφ! Για ένα παξιμάδι! 
Χαρά στο πράμα!»

«Κατάλαβέ το επιτέλους ότι με τις βίδες στερεώνεται η γραμμή απάνω στις 
τραβέρσες!»

«Αυτό εμείς το καταλαβαίνουμε. Γι’ αυτό, βλέπεις, δεν τα ξεβιδώνουμε όλα! 
Αφήνουμε κιόλας. Δεν το κάνουμε δίχως μυαλό. Καταλαβαίνουμε…»

Ο Ντενίς χασμουριέται και σταυρώνει το στόμα του.

«Πέρσι, εδώ σ’ αυτά τα μέρη ένα τρένο έπεσε έξω απ’ τις γραμμές», του κάνει ο 
ανακριτής. «Τώρα, λοιπόν, είναι φανερό το γιατί.»

«Σαν τι, με την άδειά σας;»

«Τώρα, λέω, είναι φανερό γιατί πέρσι ένα τρένο βγήκε απ’ τις γραμμές εδώ πέρα. 
Τώρα το καταλαβαίνω!»

«Γι’ αυτό είσαστε σεις οι σπουδαγμένοι, εσείς οι ευεργέτες μας. Για να 
καταλαβαίνετε. Ήξερε ο θεός σε ποιον έδινε μυαλό για να καταλαβαίνει και σε 
ποιον όχι!… Να, εσείς αμέσως το καταλάβατε το πώς και το γιατί. Ενώ ο φύλακας 
κι αυτός ένας μουζίκος είναι. Και δίχως να καταλαβαίνει τίποτας σε βουτάει απ’ 
το γιακά και σε σβαρνάει! Κάτσε πρώτα, σκέψου. Κι ύστερα μάλιστα, σβάρνα!… Άμα 
πεις μουζίκος, μουζίκικο θα’ ναι και το μυαλό! Και γράψτε ακόμα η αφεντιά σας 
ότι ο φύλακας δυο φορές με χτύπησε. Μια στα δόντια και μια στο στήθος!…»

«Όταν σου ’καναν έρευνα βρήκαν απάνω σου κι άλλο ένα παξιμάδι. Εκείνο από πού 
το’ χες ξεβιδώσει και πότε;»

«Α, λέτε για κείνο το παξιμάδι που ήταν κάτω απ’ το κόκκινο κασέλι;»

«Εγώ δεν ξέρω πού βρισκόταν το παξιμάδι μέσα στο σπίτι σου. Ξέρω μόνο ότι σου 
το βρήκαν. Πότε το είχες ξεβιδώσει;»

«Αυτό δεν το ’χα ξεβιδώσει εγώ. Εμένα μου το ’χε δώσει ο Ιγκνάσκα, ο γιος του 
Σεμιόν του καμπούρη. Εγώ μιλάω για κείνο το παξιμάδι που ήταν κάτω απ’ το 
κασέλι. Ενώ το άλλο, που ήταν στην αυλή, απάνω στο έλκυθρο, εκείνο το είχαμε 
ξεβιδώσει εγώ μαζί με τον Μητροφάν.»

«Με ποιον Μητροφάν;»

«Με τον Μητροφάν Πετρόβιτς… Δεν τον έχετε ακουστά; Ρίχνει δίχτυα εδώ σε μας και 
τα ψάρια τα πουλάει στ’ αφεντικά. Αυτουνού του χρειάζονται πολλά παξιμάδια. 
Λογάριασε, για το κάθε δίχτυ του χρειάζονται δέκα κομμάτια!»

«Άκου. Το άρθρο 1081 του Ποινικού Κώδικα λέει ότι «για κάθε εσκεμμένη βλάβη που 
προκαλείται στο σιδηρόδρομο και μπορεί να εκθέσει σε κίνδυνο τις μεταφορές και 
ο υπαίτιος τελεί εν γνώσει πως η συνέπεια της πράξεως αυτής μπορεί να είναι 
κάποιο δυστύχημα…” Καταλαβαίνεις; Δηλαδή, όταν το ξέρει! Κι εσύ δεν μπορεί να 
μην το ξέρεις ποια κατάληξη μπορεί να έχει αυτό το ξεβίδωμα… Τότε, ο υπαίτιος 
καταδικάζεται με εξορία στο κάτεργο!»

«Εμ, βέβαια!… Εσείς ξέρετε καλύτερα!… Εμείς είμαστε άνθρωποι αγράμματοι!… 
Σάμπως καταλαβαίνουμε;»

«Όλα τα καταλαβαίνεις εσύ! Και λες ψέματα! Προσποιείσαι!»

«Γιατί να πω ψέματα; Ρωτάτε και το χωριό, άμα δε με πιστεύετε. Δίχως βαρίδι 
μονάχα κάτι ψευτοκοκοβιούς μπορείς να ψαρέψεις. Γι’ αυτό ακόμα κι ο χειρότερος 
ψαράς δεν κινάει για ψάρεμα δίχως βαρίδια.»

«Το βιολί σου εσύ, δηλαδή. Όλο για μουρούνες και για γουλιανούς να μου λες!» 
γελάει ο ανακριτής.

«Η μουρούνα δεν ψαρεύεται δω πέρα, στα δικά μας τα νερά… Δίχως βαρίδι, στον 
αφρό ας πούμε, μονάχα τίποτα λιανόψαρα μπορείς να πιάσεις, αλλά κι αυτά αριά 
και πού.»

«Πάψε καμμιά φορά επιτέλους!»

Έπεσε σιωπή. Ο Ντενίς αλλάζει συνέχεια ποδάρι κι αναδεύεται απ’ το ’να στ’ 
άλλο. Κοιτάει το τραπέζι με την πράσινη τσόχα κι ανοιγοκλείνει με σβελτάδα τα 
μάτια, λες και βλέπει μπροστά του, όχι την τσόχα, αλλά τον ήλιο.

Ο ανακριτής γράφει γρήγορα.

«Τώρα, να φύγω εγώ;» ρωτάει ο Ντενίς μετά από κάμποση σιγή.

«Όχι. Είμαι υποχρεωμένος να σε βάλω στο κρατητήριο. Κι από κει, να σε στείλω 
στη φυλακή.»

Ο Ντενίς σταματάει να καπακίζει τα μάτια του και σηκώνοντας τα δασόφρυδά του 
κοιτάζει τον ανακριτή γεμάτος απορία.

«Δηλαδής, πώς έτσι, στη φυλακή; Εγώ, εξοχότατε, δεν πάω πουθενά!… Εγώ πρέπει να 
πάω στο παζάρι. Έχω να λαμβάνω απ’ τον Εγκόρ τρία ρούβλια για το ξύγκι που του 
’χω δώσει…»

«Πάψε! Μη με σκοτίζεις!»

«Στη φυλακή!… Να ’ταν για κατιτίς άλλο, να πήγαινα!… Αλλά έτσι, στα καλά 
καθούμενα; Γιατί; Αφού μήτε έκλεψα, μήτε και τσακώθηκα με κανέναν. Κι άμα δεν 
είσαι σίγουρος πως δεν έφταιξα, εξοχότατε, τότες να μην πιστέψεις το φύλακα. 
Ρωτάτε κανέναν κύριο που να ’ναι εντάξει!… Γιατί αυτός ο φύλακας δεν έχει απάνω 
του θεό…»

«Σώπα!»

«Εγώ έτσι κι αλλιώς σωπαίνω…» μουρμουρίζει ο Ντενίς. «Αλλά το ότι ο φύλακας 
έκανε λάθος στο λογαριασμό, γι’ αυτό παίρνω όρκο. Εμείς είμαστε τρία αδέρφια: ο 
Κοσμά Γκριγκόριεφ, ο Εγκόρ Γκριγκόριεφ κι εγώ, ο Ντενίς Γκριγκόριεφ…»

«Το ξέρεις ότι μου έγινες κακός μπελάς; Ε, Σεμιόν!» φωνάζει ο ανακριτής. «Πάρ’ 
τον αυτόν από δω!»

«Εμείς είμαστε τρία αδέρφια», μουρμουρίζει ο Ντενίς, ενώ δυο μπρατσωμένοι 
χωροφύλακες τον αρπάζουν και τον τραβάνε όξω απ’ το γραφείο.

«Ο αδερφός δεν μπορεί να τα τραβάει αυτός για τον αδερφό του… Δηλαδής, δεν 
πληρώνει ο Κοσμάς, άντε τράβα τον Ντενίς!… Δικαστές σου λέει ο άλλος ύστερα!… 
Αχ, πάει, πέθανε ο μακαρίτης ο στρατηγός, τ’ αφεντικό, αιώνια του η μνήμη!… 
Αλλιώς θα σας έδειχνα εγώ εσάς τους δικαστάδες!… Αμ, πρέπει να νογάτε για να 
δικάζετε! Όχι έτσι, άντε στο βρόντο! Μπορεί να είσαστε μεγάλα προσώπατα, αλλά 
κάντε και τη δουλειά σας σωστά. Έτσι με λίγη συνείδηση!…

Advertisements
https://sarantakos.wordpress.com/2019/02/03/chekhov/

 ________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις 
προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών
____________

Απαντηση