Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2019 - 09:40
Το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα (μια συνεργασία του Νίκου Παντελίδη) Δημοσιεύω σήμερα με πολλή χαρά ένα άρθρο του Νίκου Παντελίδη, αναπληρωτή καθηγητή Γλωσσολογίας στο τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ για ένα θέμα που ενδιαφέρει ιδιαίτερα το ιστολόγιο και που ο περισσότερος κόσμος το αγνοεί: την παλαιοαθηναϊκή διάλεκτο (ή ιδίωμα), δηλαδή τη γλωσσική ποικιλία που μιλιόταν στην Αθήνα πριν η πόλη αναδειχθεί σε πρωτεύουσα του κράτους. Ο περισσότερος κόσμος θεωρεί πως οι Αθηναίοι δεν μιλούσαν κάποια ξεχωριστή διάλεκτο ή ότι μιλούσαν μια γλωσσική ποικιλία πολύ κοντινή σε αυτήν που έγινε κοινή -αλλά αυτό καθόλου δεν ισχύει. Κάποιοι ξέρουν τον τσιτακισμό εξαιτίας του οποίου ο Αγιώργης ο Καρύκης έγινε Καρύτσης και τα κτήματα του Γαλάκη έδωσαν το Γαλάτσι, όμως το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα έχει πολλές ακόμα ιδιομορφίες. Μια νύξη για το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα είχαμε κάνει πέρυσι που παρουσιάσαμε τα απομνημονεύματα του Σκουζέ, και τότε ο Ν. Παντελίδης μού είχε στείλει με μέιλ μια εργασία του. Αργότερα, όταν έδωσα μια διάλεξη στο ΕΚΠΑ, είχα τη χαρά να τον γνωρίσω και τον παρακάλεσα, όταν βρει καιρό, να προσαρμόσει την εργασία του σε κάπως πιο σύντομη και εύληπτη μορφή για το ιστολόγιο. Αυτό και έκανε, και τον ευχαριστώ θερμά. Η ανάδειξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα με τη συνακόλουθη κατακόρυφη αύξηση του πληθυσμού της καθώς εισρεύσανε στην πόλη χιλιάδες και χιλιάδες Έλληνες από τις τέσσερις γωνιές του νεοπαγούς κράτους, από τους «ετερόχθονες» Έλληνες αλλά και από τη διασπορά, στάθηκε μοιραία για το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα το οποίο πολύ γρήγορα έσβησε. Ο Παντελίδης στο επίμετρο του άρθρου του παραθέτει αποσπάσματα από δυο θεατρικά έργα στα οποία δυο ηρωίδες μιλούν την παλαιοαθηναϊκή διάλεκτο. Κάπου αναφέρεται κι ο τύπος κορικάτσα (αντιστοιχεί στον «κοριτσάκια» της κοινής). Αυτός προκύπτει ως εξής: το κορίτσι το έκαναν κορικι από υπερδιόρθωση – το κορικάτσι – τα κορικάτσα. Ο ίδιος τύπος απαντά και σε τραγούδι της Αίγινας -το αιγενήτικο ιδίωμα ήταν συγγενικό με το παλαιοαθηναϊκό. Πολλά έγραψα, δίνω τον λόγο στον Νίκο Παντελίδη: Μια άγνωστη διάλεκτος της Νέας Ελληνικής: Παλαιά Αθηναϊκή Η εξέλιξη της Αθήνας ύστερα από την ανακήρυξή της σε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους το 1834, και η εκρηκτική -ιδιαίτερα κατά τον 20ό αι.- πληθυσμιακή της αύξηση και εδαφική επέκταση, δημιουργούν την εντύπωση ότι ήταν ανέκαθεν ένα γλωσσικό χωνευτήρι, αδιάφορο για την (παραδοσιακή) νεοελληνική διαλεκτολογία. Έτσι είναι ελάχιστα γνωστό, ότι η Αθήνα των λίγων χιλιάδων κατοίκων, της εποχής μέχρι την επανάσταση του 1821 μιλούσε, όπως συνέβαινε με όλες τις περιοχές του ελληνόφωνου κόσμου, το δικό της ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα που εμφάνιζε στενή συγγένεια με τα ιδιώματα των Μεγάρων, της Αίγινας και της νότιας Εύβοιας (Κύμης, Αυλωναρίου, Αλιβερίου, Καρύστου), με τα οποία απάρτιζε μια διαλεκτική ομάδα. Η παλαιότερη γεωγραφική συνέχεια αυτής της ευρύτερης διαλεκτικής ζώνης διερράγη από την εγκατάσταση των Αρβανιτών στην ανατολική Στερεά και σε τμήμα της νότιας Εύβοιας. Έτσι η γεωγραφική της έκταση περιορίστηκε σταδιακά στις πόλεις της Αθήνας και των Μεγάρων, σε τμήμα της νότιας Εύβοιας και τον Ωρωπό, ενώ διαφοροποιήθηκε τοπικά: το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα εμφανίζει π.χ. αρκετές διαφορές από το συγγενικό ιδίωμα της Αίγινας και της γεωγραφικά πιο απομακρυσμένης περιοχής της Κύμης, αποτελεί δε τον ενδιάμεσο κρίκο μεταξύ Μεγάρων και Αίγινας από τη μια, και της Εύβοιας από την άλλη. Το παλαιό τοπικό ιδίωμα της Αθήνας άρχισε να υποχωρεί ύστερα από την ανακήρυξή της σε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους και την έναρξη της εγκατάστασης πλήθους ελληνοφώνων από πολλές περιοχές, συμπεριλαμβανομένων των παροικιών του εξωτερικού. Θύλακες ομιλητών του ιδιώματος επιβίωναν πάντως στην παλιά πόλη πιθανόν μέχρι περίπου το 1900, ίσως και λίγο αργότερα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι, σύμφωνα με μαρτυρίες, κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα ήταν η γλώσσα και των Τούρκων της Αθήνας. Μιχαήλ Ακομινάτος Χωνιάτης, επίσκοπος Αθηνών 1182-1204 Τα πρώτα γνωστά δείγματα φαινομένων του ιδιώματος εμφανίζονται σε επιγραφές του 9ου αιώνα, όπου διαβάζουμε π.χ. τον τύπο Σπαθαρέα (αντί Σπαθαρία, θηλυκό του Σπαθάριος, πρβλ. και το Καπνικαρέα, ονομασία γνωστού αθηναϊκού βυζαντινού ναού). Σε φορολογικό έγγραφο της εποχής γύρω στα 1200, εμφανίζεται δείγμα ενός ακόμη φαινομένου του ιδιώματος, της τροπής του /f/ σε /v/: Κυβισσ[…] = Κηφισιά. Από την ίδια περίπου εποχή προέρχεται και η μαρτυρία του μητροπολίτη Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτου του Χωνιάτη (1182-1204), ο οποίος εκφράζεται απαξιωτικά για τη λαλιά των Αθηναίων της εποχής του, παραθέτει μάλιστα και στοιχεία της που την καθιστούν κατά την άποψή του «βαρβαρίζουσα»: τεύτος = τέτοιος, ατούνος = αυτός, δενδρύφια = δεντράκια κ.λπ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η συντριπτική πλειονότητα όσων αναφέρθηκαν στο ιδίωμα της Αθήνας μέχρι τον 19ο αιώνα (περιηγητές, λόγιοι κ.λπ.) συμφωνούν στο ότι ήταν το χειρότερο ανάμεσα στα νεοελληνικά ιδιώματα, κακόηχο και παρεφθαρμένο, χωρίς να βέβαια να είναι απολύτως σαφές σε τι ακριβώς αναφέρονταν. Προφανώς η σύγκριση γινόταν με την αρχαία αττική διάλεκτο της κλασικής εποχής, ως εάν η καθημερινή λαλιά των αρχαίων Αθηναίων να ταυτιζόταν με το υψηλό ύφος των κειμένων της γραμματείας. Ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς πάντως σε επιστολή του προς τον Μαρτίνο Κρούσιο στα 1581 αναφέρεται ρητά στη σύγκριση αυτή, παραθέτει δε και λίγα στοιχεία του ιδιώματος: «Καὶ τὸ δὴ χείριστον, τοὺς πάλαι σοφωτάτους Ἀθηναίους εἰ ἤκουσας, δακρύων ἂν ἐγένου μεστός» = Και το χειρότερο από όλα είναι λοιπόν ότι αν άκουγες τους πάλαι ποτέ σοφώτατους Αθηναίους, θα γέμιζες δάκρυα. Για λόγους χώρου δεν μπορεί να γίνει εδώ πλήρης αναφορά στις πηγές για το ιδίωμα της παλαιάς Αθήνας. Σημειώνεται απλώς ότι ανάμεσα στις σημαντικότερες πηγές είναι το υλικό που δημοσίευσε ο αθηναιογράφος και από μητέρα Αθηναίος Δημήτριος Καμπούρογλου σε διάφορα έργα του, η αυτοβιογραφία του αθηναίου προκρίτου και εμπόρου Παναγή Σκουζέ, και θεατρικά έργα με ηλικιωμένες λαϊκές Αθηναίες ανάμεσα στους χαρακτήρες, και συγκεκριμένα οι κωμωδίες «Γυναικοκρατία» του Δημητρίου Χατζηασλάνη (Βυζάντιου), συγγραφέα και της πασίγνωστης «Βαβυλωνίας», και «Καρπάθιος, ἢ ὁ κατὰ φαντασίαν ἐρώμενος» του Σωτήρη Κουρτέση («Καρτέσιου»). Ειδικά στο δεύτερο έργο η ηλικιωμένη Αθηναία Κασσού μιλάει σε παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα, τη μητρική της γλώσσα, στηλιτεύοντας τα νέα ήθη, τις νέες συμπεριφορές και τις νέες μόδες στην ένδυση και τον καλλωπισμό κυρίως των κοριτσιών της εποχής. Τα κομμάτια σε ιδίωμα στις δύο αυτές κωμωδίες είναι και από τα ελάχιστα δείγματα ρέοντος ιδιωματικού λόγου που διαθέτουμε, με όλες τις επιφυλάξεις που επιβάλλονται ως προς την πιστότητα της απόδοσης του ιδιώματος. Χαρακτηριστικά του παλαιοαθηναϊκού ιδιώματος -που θα μιλιόταν σε ολόκληρη την Αττική πριν από την εγκατάσταση των Αρβανιτών- ανιχνεύονται και σε ελληνικά λεξικά δάνεια στα αρβανίτικα ιδιώματα της Αττικής. Έτσι για παράδειγμα το κοτέτσι καταγράφηκε ως çutë από το παλαιοαθηναϊκό τσούτη (αρχ.ελλ. κοίτη), με τσιτακισμό και τροπή του παλαιότερου [y] σε (ι)ου ([y]: η προφορά των<υ> και <οι> από την ελληνιστική περίοδο και εξής, σαν το γαλλικό <u> ή το γερμανικό <ü>). Η λέξη λεχώνα καταγράφηκε στα αττικά αρβανίτικα ως λιεχώνë με τη χαρακτηριστική για το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα τροπή της συλλαβής λε σε λιε κ.λπ. Το παζάρι της Αθήνας, αρχές 19ου αιώνα Ας δούμε μερικά από τα σημαντικότερα γνωρίσματα του παλαιοαθηναϊκού ιδιώματος: Απουσία συνίζησης: εμπασία = «μπασιά», είσοδος, φωτία = φωτιά, λουρία = λουριά, παντρεία =παντρειά, γραία = γριά, καρυδέα κ.λπ. Τροπή του [y] της Αλεξανδρινής Κοινής και της Μεσαιωνικής Ελληνικής σε ιου / ου([y] = η προφορά των <υ>και <οι> από την εποχή της Αλεξανδρινής Κοινής και εξής, δηλ. όπως του γαλλικού <u> ή του γερμανικού <ü>): άχιουρο = άχυρο, γιουναίκα = γυναίκα, γιούρου = γύρω, λιουχνάρι = λυχνάρι, σου = εσύ, σου = εσύ, σούκο = σύκο, ξούλο = ξύλο, ζουγαρέα = ζυγαριά, μουρτέα = μυρτιά, τσουλία = κοιλιά κ.λπ. Από τον 19ο αιώνα όμως και εξής υπάρχουν πολύ ενδιαφέρουσες σαφείς μαρτυρίες, και μάλιστα από Γερμανούς και Γάλλους (ή γερμανομαθείς και γαλλομαθείς Έλληνες), ότι στην πραγματικότητα η προφορά [y] () διατηρούνταν στο παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα μέχρι την εποχή εκείνη, και έτσι οι παλαιοί ντόπιοι Αθηναίοι πρόφεραν [tsyra] = κυρά, [jyneka] = γυναίκα κ.λπ. Τσιτακισμός, δηλ. η προφορά του /k/ και του /g/ ως «λεπτών» ή «παχιών» τσ και τζ αντίστοιχα, στη θέση πριν από τα πρόσθια φωνήεντα /e/, /i/, και το ημίφωνο /j/ : O Jacob Spon (1647-1685) Πρόκειται για ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά του παλαιοαθηναϊκού ιδιώματος, αλλά και ολόκληρης της ομάδας, στην οποία ανήκει, και αναφέρεται για πρώτη φορά από τον γάλλο περιηγητή Spon που επισκέφτηκε την Αθήνα στα 1675-1676. Όπως χαρακτηριστικά έγραψε, «στην Αθήνα, τη Θήβα και τη Χαλκίδα υπάρχει μια εντελώς ιδιαίτερη προφορά του ke και του ki, τα οποία προφέρουν σαν να γράφουμε tche, tchi, όπως και το C των Ιταλών». Ο Spon μαρτυρεί δηλαδή για το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα τσιτακισμό «παχέος» τύπου. Παραδείγματα: γυαλάτσι = «γυαλάκι» = καθρέφτης, ετσείνος = εκείνος, κουτσέα = η κουκιά, Τσ(ι)ουριατσή = Κυριακή, άτζελος = άγγελος κ.λπ. Δείγματα τσιτακισμού αποτελούν και το τοπωνύμιο Γαλάτσι (από επίθετο αθηναϊκής οικογένειας με το επίθετο Γαλάκης, με τσιτακισμό: Γαλάτσης) και ο Άι-Γιώργης ο Καρύτσης (Καρύκης, με τσιτακισμό). Το λεγόμενο παραδοσιακά «άλογον -γ-», δηλαδή το μη ετυμολογικό /γ/ σε ρήματα με χαρακτήρα χειλικό σύμφωνο ή σε άλλες λέξεις με χειλικό. Το φαινόμενο είναι γνωστό από όλα τα ιδιώματα της ομάδας, αλλά και από πολλές άλλες διαλέκτους και ιδιώματα: αλείβγω, κόβγω, παντρεύγομαι, χορεύγω, Παρασευγή = Παρασκευή κ.λπ. Το σύμφωνο /l/ ουρανωνόταν συστηματικά πριν από το φωνήεν /e/: λιέω, λιέπω = «λέπω» δηλ. βλέπω, κλιαίω, παλιεθούρι = «παλεθούρι» δηλ. παραθύρι, άλλιες = άλλες κ.λπ. Το σύμπλεγμα στσ (με το τσ από τσιτακισμό) απλοποιούνταν σε σ (μάλλον «παχύ», όπως περίπου το αγγλ. δίψηφο <sh>): βάσελο (προφ. πιθανότατα βάshελο) = φάσκελο (αντί βάστσελο), shούλος = σκύλος (αντί στσούλος), shουνί = σκοινί (αντί στσουνί), Παραshευγή = Παρασκευή (αντί Παραστσευγή), προshυνώ = προσκυνώ κ.λπ. Τα προπαροξύτονα αρσενικά σε -ας (μερικά από αυτά είναι αρχαία τριτόκλιτα) σχηματίζουν πληθυντικό σε -οι (αιτατική σε -ους), όπως συμβαίνει σε πολλά ιδιώματα: ο αλόχτερας (=κόκορας), πληθυντικός οι αλοχτέροι τους αλοχτέρους (αρχ.ελλ. ἀλέκτωρ). ο κάβουρας, πληθυντικός οι κάβουροι τους καβούρους. Η ονομαστική-αιτιατική ενικού των ουδετέρων ουσιαστικών σε -μα και του ουσιαστικού το γάλαμεταπλάστηκε σε –(μ)ας: το αίμας, το χούμας = χώμα, το γάλας. Το ίδιο φαινόμενο έχουμε και στα υπόλοιπα ιδιώματα της ομάδας αλλά και αλλού. Αντωνυμίες: Η γενική πληθυντικού του ασθενούς τύπου της προσωπικής αντωνυμίας είναι τωνε (στην κοινή νεοελληνική: τους), π.χ. την αδερφή τωνε, της πόρτας τώνε. Η ερωτηματική αντωνυμία τι έχει στα παλαιά αθηναϊκά (και στα αιγινήτικα και τα μεγαρίτικα) τη μορφή ντα, συγγενικό με το πασίγνωστο νησιωτικό είντα: ντα να κάμω; = τι να κάνω; Στην γλωσσικά συγγενική με την Αθήνα νότια Εύβοια η αντωνυμία έχει τη μορφή είντα. πις (αιτιατική πίνανε;) = ποιος; τούνος = αυτός τεύτος = τέτοιος (μαρτυρείται από τον Μιχαήλ Ακομινάτο τον 12ο αιώνα). Το β’ ενικό των φωνηεντόληκτων ρημάτων λήγει σε -εις: χρωστάεις, ακούεις, κλαίεις κ.λπ. Σε επιστολές των αρχών του 18ουαιώνα (όχι όμως πλέον στις πηγές του 19ουαι.) μαρτυρούνται και ρηματικοί τύποι γ’ πληθυντικού σε -σι (-σι, -ουσι, -ασι): λέσι = λένε, τρώσι = τρώνε, είπασι = είπανε κ.λπ. Το γ΄ πληθυντικό του μεσοπαθητικού ενεστώτα λήγει, όπως και στα μεγαρίτικα και τα αιγινήτικα, σε -όντουνε-ιόντουνε(στην κοιν.νεοελλ. -ονται -ιούνται): φαινόντουνε, πουλιόντουνε κ.λπ. = φαίνονται, πουλιούνται. Στον παρατατικό της μεσοπαθητικής φωνής μαρτυρούνται οι καταλήξεις -μανε (α΄ ενικό), -σανε (β’ ενικό), -μαστινε (α΄ πληθυντικό), -σαστινε (β΄ πληθυντικό), -όντισανε (παλαιότερα) ή -όντουσανε (γ΄πληθυντικό): ήμανε, ερχόμανε, παραπονιόμανε = ήμουν, ερχόμουν, παραπονιόμουν ήσανε, κοιμόσανε = ήσουν, κοιμόσουν αλευρωνόμαστίνε = αλευρωνόμασταν ήσαστίνε = ήσασταν εσυννογόντισανε = συνεννοούνταν, σηκωνόντουσάνε = σηκωνόντουσαν Σχηματισμός του ενεργητικού παρατατικού των «οξύτονων» ρημάτων (παραδοσιακά: β΄ συζυγία) σε -ώ -είς -εί κ.λπ. στον ενικό: έζηγε = ζούσε, εκαρτέρειγε = καρτερούσε, μίλειγε = μιλούσε, λάλειε = λαλούσε κ.λπ. Ανάλογοι τύποι μαρτυρούνται και σε αρκετά άλλα ιδιώματα (π.χ. Πελοποννήσου, Στερεάς κ.λπ.). Στον πληθυντικό καταγράφονται τύποι σε -ούσαμε -ούσανε (όπως στην επίσημη κοινή νεοελληνική). Διάφορα ρήματα: βαίνω – βγαίνω = βάζω – βγάζω, γιομώζω = γεμίζω, δώνω = δίνω, κάμω = κάνω, κάω = καίω, λούγω = λούζω, πέτω = πέφτω, μεινέσκω = μένω κ.λπ. Επίσης τάσσω τινάσσω κ.λπ. = τάζω, τινάζω κ.λπ. Ο αόριστος σχηματίζεται σε πλήθος περιπτώσεων με το στοιχείο -κ- (μόνο στην οριστική): αλησμόνηκα, γέννηκα, πούληκα, πόνεκα, γέρακα έβρακα, έμοιακα γιούρικα = γύρισα, τσάτσικα = τσάκισα, εψώνικα έδεκα, έχακα, εζύμωκα, έχιουκα = έχυσα Άλλοι αόριστοι: ήμπα/έμπηκα – ήβγα = μπήκα – βγήκα, βάρησα = βάρεσα, είπουνα = είπα κ.λπ. Στο β΄ και γ΄ ενικό του μεσοπαθητικού αορίστου (και του αορίστου των ρημάτων ανεβαίνω, κατεβαίνω και γίνομαι) χρησιμοποιούνταν και αρχαϊκοί τύποι όπως: βρέθης, σηκώθης – εκάη, φάνη, ανέβη, εγίνη Τετελεσμένοι χρόνοι (παρακείμενος-υπερσυντέλικος): Στην ενεργητική φωνή: Με το βοηθητικό ρήμα έχω και τη μετοχή μεσοπαθητικού παρακειμένου σταθεροποιημένη στον τύπο σε -μένα. Αυτός ο τρόπος σχηματισμού καταγράφεται και σε αρκετά άλλα ιδιώματα (π.χ. στην Πελοπόννησο, τη Στερεά κ.λπ.): Στα απομνημονεύματα του Σκουζέ: τους έχει αδικημένα = τους έχει αδικήσει, το μοναστήρι το είχαν έρημον αφισμένα = είχαν αφήσει, Από τον «Καρπάθιο»: ματιασμένα θα σ’ έχουνε = θα σε έχουν ματιάσει Στη μεσοπαθητική φωνή και σε αμετάβατα ρήματα: Με το βοηθητικό ρήμα είμαι και τη μεσοπαθητική μετοχή παρακειμένου, όπως συμβαίνει σε πολλές νεοελληνικές γλωσσικές ποικιλίες (π.χ. πελοποννησιακές): Παραδείγματα από τον Σκουζέ: ήτον μεινεσμένο = είχε μείνει, ήτον παγαιμένη = είχε πάει. Στο β΄ ενικό της μεσοπαθητικής προστακτικής αορίστου μαρτυρούνται τύποι όπως κρύφ-του, στά-θου (=κρύψου, στάσου), αναλογικοί προς το β΄ πληθυντικό (κρυφτείτε, σταθείτε). Με τον ίδιο τρόπο σχηματίζονται οι παραπάνω τύποι και στο μεγαρίτικο ιδίωμα. Σε ό,τι αφορά την παραγωγή και τη σύνθεση λέξεων μπορούν ενδεικτικά να αναφερθούν τα εξής: Παράγωγα με το πρόθημα σ(ι)ου- (αρχ.ελλ. σύν): σούβροχος = πολύ βρεγμένος, σούγκαϊμα = σύγκαϊμα, σουγκάρταλος = «με όλα του τα καλάθια» δηλ. τα υπάρχοντα, σούξουλος = «με όλα του τα ξύλα» δηλ. τα υπάρχοντα, σουδύο = ανά δύο, σουμπάθειο, σουννυφάδα κ.λπ. Υποκοριστικά σε -ίφι/-ύφι (πρβλ. αρχ. –ύφιον, μανιάτικο-πελοποννησιακό -ούφι) αναφέρει ο Μιχαήλ Ακομινάτος: δεντρύφι, λαδίφι = δεντράκι, λαδάκι. Υποκοριστικά σε -ιχος και ανδρωνυμικά σε -ίχη: Σωτήριχος (Σωτήρης), Σκουζίχη = γυναίκα από την οικογένεια Σκουζέ, Κοσμίχη = Κοσμού (Κοσμάς) Θηλυκά ουσιαστικά σε -έα, δηλωτικά οσμής: γαλατέα, λαδέα, τυρέα = γαλατίλα, λαδίλα, τυρίλα. Μερικές χαρακτηριστικές σύνθετες λέξεις του παλαιοαθηναϊκού ιδιώματος: ανυφαντόλακκος = χώρος στο κατώι του αθηναϊκού σπιτιού, όπου τοποθετούσαν τον αργαλειό, γεροθρόφηση = γηροκόμηση, ζουθροφώ = διατρέφω, συντηρώ, κλωθογιούρα = υβριστικός χαρακτηρισμός («αυτή που κλωθογυρίζει»), ξενοτσούτης = μοιχός (ξένος + κοίτη), (ο)σπιτοκάθηση = κατοικία, παραμπαστή = παραδουλεύτρα, τσεφαλογιούρι = μαντήλι με το οποίο έδεναν γύρω-γύρω το κεφάλι, φρόσομα = κάλυμμα/χείλος πηγαδιού (φρέαρ + στόμα) κ.λπ. Επιρρήματα-σύνδεσμοι/μόρια-επιφωνήματα (επιλογή): απότσεις = κατόπιν, (τρου-)γιούρου = (τρι-)γύρω, επά = εδώ, κάνεμου = τάχα, δήθεν, τουλάχιστον, μηγάρις; = μήπως; σάμπως; μονοτάρου = μεμιάς, πάλε = πάλι, ξώπεκα = «ξώπετσα» δηλ. ξώφαλτσα, παρατιμής = κάτω από την πραγματική αξία, πλέα/πλιο/πλιόνε(ς) = πια, ταχιά = αύριο, τιγάρις; = μήπως; χέρι-χέρι = γρήγορα, μάνι-μάνι. απόντας/απόντες = από τότε που, γιάντα; = γιατί; και γιαντά = διότι, ειδέ = ειδάλλως, αλλιώς, μόνε = μόνο, παρά, αλλά, όντες = όταν, πρίχου = προτού κ.λπ. γιαπά = ιδού, εδέ = ιδού, ενέ – ενή = μωρέ-μωρή (π.χ. ενή σού = μωρή συ), ενί = ιδού, νά, κοίτα, (ι)βί = πω-πω, γιε μου = καλέ/καλή μου, λιω = καλέ. Στο παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα καταγράφονται και αρκετά τουρκικά λεξικά δάνεια, ενώ τα αρβανίτικα δάνεια, φαίνεται να ήταν, με βάση τουλάχιστον τις διαθέσιμες καταγραφές, λίγα. Επιπλέον μαρτυρούνται και αρκετά λεξικά στοιχεία που στη νεοελληνική διαλεκτολογία χαρακτηρίζονται ως αρχαϊσμοί, όπως π.χ.: αγκούλα = ράβδος, μαγκούρα (ἀγκύλη), αλόχτερας = κόκορας (ἀλέκτωρ), δραμή = τρέξιμο (αρχ.ελλ. ἔδραμον, δραμοῦμαι), κούνος = κουκουνάρι (κῶνος), λακάτη = ρόκα του αργαλειού (ἠλακάτη), μαμάτσουλο = κούμαρο (μιμαίκυλον), νοσσίδα = κοτόπουλο (νεοσσός), χουλιάρι = κουτάλι (κοχλιάριον) κ.λπ. Μερικά τουρκικά δάνεια: αγντάς = ειδικό μείγμα για αποτρίχωση, αποτελούμενο από κολλώδεις ουσίες (ağda), ορτάσοφας = μακρύ και πλατύ ανάκλιντρο (orta, sofa), περτσέμια = τούφες μαλλιού που πέφτουν στις δύο άκρες του προσώπου, τσουλούφια (percem), σαλκούμια = είδος μεγάλων σκουλαρικιών (salkım), σαλτανάτια = μεγαλεία, φιγούρες, επίδειξη (saltanat), τσερτσεβές = κάσα, πλαίσιο (π.χ. της πόρτας) (çerçeve) κ.λπ. KEIMENA Για τη διευκόλυνση του αναγνώστη η ορθογραφία των παρατιθέμενων αποσπασμάτων προσαρμόστηκε στη σήμερα ισχύουσα. Αποσπάσματα από τη «Γυναικοκρατία» (1841) του Δημητρίου Χατζηασλάνη (Βυζάντιου). Ομιλήτρια του ιδιώματος η ηλικιωμένη Αθηναία Μπίτζω. -…αμ εσύ τι κάμεις θεια-Μπίτζω; Ντα να καμω παιδάτσι μου; Παιδεύγομαι η φτωχή να βγάλω καμιά δραμή, για να θρέψω ’τσείνα τ’ αγγονάτσα μου τ’ αρφανά, τα μπυρισμένα (=καϊμένα, ἐν + πῦρ). -Και δε βγάνεις τίποτα; Καλέ δε με συχωράεις;… Απ’ την αυγίτσα του Θεού ώσπου σουρουπώνει, γυρίζω μέσ’ στην Αθήνα σαν την κουτάλα στὸ κακκάβι (=χύτρα), τσαι πότε την βγαίνω (=βγάζω) την δραμή, πότε δεν την βγαίνω… Τσαι μηγάρις (σάμπως) μας αφήνετε εσείς να κάμουμε καμιά καταντία (=προκοπή); […] Αποσπάσματα από τον «Καρπάθιο» (1862, 2ηέκδοση το 1886) του Σωτήρη Κουρτέση («Καρτέσιου»). Ομιλήτρια του ιδιώματος η ηλικιωμένη Αθηναία Κασσού. Ενέ φωτιοκαϊμένε (υβριστική προσφώνηση), δεν έλιεπες μπροστά σου, μονέ έπετσες απάνω μου τσαι μ’ έριξες κάτω, τσαι τσάτσικα τα κοκκαλάτσα μου; Α, που κατσηναμπεράχεις! («κακή μέρα να ’χεις!», πρβλ. το γνωστό «κακό χρόνο να ’χεις!») […] Τραγουδάκι: Κορικάτσα (=κοριτσάκια) του τσαιρού σας, σουμαζώξετε το νου σας, γιαντά οι άδρες [sic] είναι πλάνοι, τσαι σας τάζουνε στεφάνι, σας φιλάνε, σας τσιμπάνε, τσ’ ύστερα σας παρατάνε. […] Ωχ, πουλάτσι μου, τη σήμερο ημέρα αν δεν έχει η νύφη μετρητά να δώσει για νάχτι (για προίκα), δε γιουρίζει ο γαμβρός να τηνε τσοιτάξει, τσαι από τούνα που μου λιες εσύ, παιδάτσι μου, εμένα δε μου γιομώζει το μυαλό μου (δε γεμίζει, δηλ. «δεν καταλαβαίνω τίποτα»). […] Ντα να σας πω, παιδάτσι μου, εγώ τα ’χακα, σιάστικε (σάστισε) ο νους μου . όσες ορμήνειες τσαι αν της κάνω, του κάκου, του κάκου, το τσεφάλι της δε το γιουρίζει μήτε ο μύλος του Τουραλή. Ε, δεχατέρα μου, με τούνα δα τα μυαλά τσαι τις φαντιασίες που έχεις εσύ, ποτές καταντιά δε θα κάμεις. […] Μακάρι να ήσασθίνε στο νύχι μας εμάς των παλαιινώνε (μακάρι να μας φτάνατε στο μικρό μας δαχτυλάκι)! Στο τσαιρό μας, τσυρά μου, -σα θέλεις να το πω τσιόλας- δεν ήτανε έτσι ξεμπουρδουλεμένα (αναίσχυντα, με ελευθεριάζουσα συμπεριφορά) τα θηλυκά, σαν καμπόσα που λιέπω τώρα. Δε μπορώ πάλι να πω για όλα τα θηλυκά των νοικοτσουραίωνε, γιαντά κολάζω τη ψυχή μου . όλα τα δάχτυλα -τσοίταξε επά (εδώ)! – δεν είναι ίσια. Τότες τα θηλυκά, τσυρά μου, δεν εκοτάγανε να διασιελίσουνε τον τσερτσεβέ (πλαίσιο, κάσα) της πόρτας τώνε, τσαι να γιουρίζουνε σα τώρα . μοναχά ετσοιτάζανε τη δουλίτσα τώνε, τσαι α’ θέλεις να καλοξέρεις, πουλάτσι μου, σηκωνόντουσάνε τα μεσάνυχτα -που μερμερία (τρόμος) έπαιρνε τον άθρωπο- τσαι νυχτορεύγανε (δηλ. δουλεύανε νύχτα) […] Τότες δεν εκόταγε το θηλυκό να βγαίνει όξω στη ρούγα τσαι να γιουρίζει, μοναχά τη Τσουριατσή της (Κυριακή) εσυγυριζότανε τσαι εκαθότανε από πίσω από το καφάσι (=καφασωτό), τσαι εξάνταινε (κοιτούσε, παρατηρούσε) πις θα περάσει από τη ρούγα, τσαι τα παλληκάρια πλιόνες ετρυγονιζόντουσάνε (αδημονούσαν), τσαι αραρίζανε (πηγαινοέρχονταν) από κάτω, τσαι εστεκότανε αβόλευτο να τα ιδούνε . τσαι όχι σα τώρα που ό,τι ώρα του βουληθεί (του έρθει) του θηλυκού, άιντε φρουτ, αλλάζει τσαι τρέχει από ’πά τσαι από ’τσεί, σα να είναι παντρεμένη . τσαι παντρεμένη μπιλιέμ (ακόμη και) να ήτανε, πάλι δε μοιάζει (δεν αρμόζει) να γιουρίζει μοναχή της τις ρούγες. […] Καλέ ντά να σου πω, πουλάτσι μου, εχάθητσε, γιε μου, η ντροπή από τα θηλυκά. Να σας πω ένα πράμα που είδα τη Μεγάλη Παρασευγή το βράδυ εις το Πιτάφιο -προσυνούμε τόνε- τσαι να στουπίρει ο νους σας (να τα χάσετε, να εκπλαγείτε). Επήγα, παιδάτσι μου, το βράδυ με του συγχωρεμένου του Ταμτήτα την εγγονίτσα, τσαι με τη Μπίτσα, του Κολομέντη τη δεχατέρα, τσαι εκάμναμε το σταυρό μας, τσαι ετσεί που ανισπαζόμαστίνε (ασπαζόμασταν τις εικόνες), νά σου τσαι μπαίνουνε καμιά δεκαπενταρέα θηλυκά, αλλαμένα, στολισμένα με κάτι καβάθες ρωπαΐτιτσες (καπέλα σαν γαβάθες από αυτές που φτιάχνουν στον Ωρωπό) στο τσεφάλι, με κάτι φτερά σαν τους αλοχτέρους (κοκόρους), με τα κουρουνολίνα (κρινολίνα) -ντα άνεμο (πώς στο διάβολο) τα λιένε ετσείνα που είχανε στα φουστάνια τώνε;- που μας τσατσίκανε τα ποδάρια μας . αλλαμένες πλιόνες σαν να επηγαίνανε σε κανένα γάμο. Νά σου μπήκανε μέσα, τσαι μήτε το σταυρό τους εκάμανε, μήτε τίποτες, μόνε χαχατουρίζανε (=χαχανίζανε) σαν να ήτανε στο πανηγύρι . τσαι σαν εγιουρίκανε όλη την εκκλησιά, άκουκα με τα φιτιά μου (αφτιά μου) -έτσι να παραδώσω σε καλό Άτζελο τη ψυχούλα μου!- τσαι να λιέει μία από τούνες: «Πάμε, πάμε, γιαντά επά εργολάβους (ενν. αγαπητικούς, νεαρούς) δεν έχει . πάμε» . τσαι φουτ, σαν καλοτσουράδες (νεράιδες) -που μπαμπάτσα στη στράτα τώνε!- εχαθήκανε από μπροστά μας. […] Μάτιασμα: Μηγάρις λιω από την ομορφία ματιαζόντουνε οι αθρώποι; Τσοίταξέ με απά λιγάτσι στα μάτια. Ωχουουου, παιδάτσι μου! Ρουφηγμένα σου έχουνε τη καρδούλα σου. Βι-βι-βι! Καλέ δε λέπεις τα ματόφλουδά της (βλέφαρα), Καλλιοπίτσα μου, πώς γιουρίκανε (=γυρίσανε) τον ανήφορο; […] Ξεμάτιασμα: Έλα κάσε (κάτσε) λιγάτσι, Καλλιοπίτσα μου, να την εξορτσίσω τσαι να βγάνω το μάτι που έχει. Φέρε μου επά τρεις σβούλους (σβώλους) αλάτσι τσαι έλα κάσε επά κοντά μου. […] Καλέ με πίνανε (=ποιον), λέει, ήτανε; Γιαντά δε παρακούω (δεν ακούω καλά). […] Καλέ, πις είναι τούνος που φέρνουνε; (=ποιος είναι αυτός;) […] Ενέ (μωρέ) δε ντρέπεσαι, μονέ θέλεις τσαι γιουναίκα; Πλέρωσε πρώτα ετσεί που χρωστάεις, μπεκρούλιακα . έλα δώ’ μου επά ντε δύο γροσάτσια που μου εφαρμάκωτσες δύο οκάδες κρασί! Advertisements https://sarantakos.wordpress.com/2019/02/06/pantelidis/ ________ Orasi mailing list για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] και στο θέμα γράψτε unsubscribe Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net Για το αρχείο της λίστας http://www.mail-archive.com/[email protected]/ Εναλλακτικό αρχείο: http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/ παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) http://www.freelists.org/archives/orasi __________ NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού http://www.nvda-project.org/ _____________ Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ____________
