Πώς γιόρταζαν τις Απόκριες στο Ηράκλειο της Κρήτης! Από το βιβλίο μου με
τίτλο, Νίκος Ξυλούρης με τη χορδή της λύρας!
Διασκευή του ομώνυμου βιβλίου του Χρήστου Ν. Χαραλάμπους!
Των εκδόσεων Εξάντας.
Κόντευαν οι απόκριες στο Χάνδακα να φτάσουν,
Κοπέλια μα και κοπελιές σπεύδαν να τις γιορτάσουν.
Οι Νες που είχαν χρήματα στις ράφτενες πηγαίναν
Και τα παρδαλοφύτιλα φουστάνια παραγγέλναν.
Απ’ το παζάρι αγόραζαν στολίδια και μπογιάδες,
Όπως οι μέρες πρόσταζαν κι ετούτες οι γιορτάδες.
Να γίνουν αξεχώριστες σαν θα μασκαρευτούνε
Και στα κοπέλια αγνώριστες να παρουσιαστούνε.
Πασχίζανε οι άσχημες μα πώς να το μπορέσουν;
Κι αυτές να γίνουν όμορφες οι δόλιες για να’ αρέσουν.
Οι καλλονές που ήξεραν πως είχαν ομορφάδα,
Να ασχημίσουν φρόντιζαν δείχνοντας αγριάδα.
Ποιος ξέρει τι σκεφτόντουσαν κάνοντας τέτοια απάτη
Ίσως και να φοβόντουσαν για το κακό το μάτι.
Και τα κοπέλια μάχονταν την όψη τους να’ αλλάξουν,
Στων κοριτσιών τα όμματα σπουδαίοι να φαντάξουν.
Άλλοι ιππότες κόντηδες πλούσιοι αριστοκράτες
Κι άλλοι Κουρσάροι δόγηδες μα και φτωχοί ψαράδες.
Μόλος πλατείες πνίγονταν στο Ηράκλειο από κόσμο
Παρέες νέων έπαιρναν τση αποκριάς το δρόμο.
Κοπέλια τραγουδούσανε κάτω από τις μάσκες
Κι όλα μαζί ξεσπούσανε στα γέλια ΜΕ τις πλάκες.
‘τούτες τις γιορτινές στιγμές το’ ωραίο περιβάλλον,
Τραβούσανε κι οι μηχανές υπαίθριων φωτογράφων.
Του Μοροζίνι ήτανε η κρήνη κυκλωμένη,
Γονείς φωτογραφίζανε μωρά ευτυχισμένοι.
Σύμμαχος ήταν ο καιρός κι απ’ την αυγή ο ήλιος,
είχε προβάλει ζωηρός προσκεκλημένος φίλος.
Άπλετο φως και ζεστασιά ‘πάνω στον κόσμο στρέφει,
Διάχυτη η ξεγνοιασιά και ξέχειλο το κέφι.
Στο καφενείο που ‘τανε πλησίον στο παζάρι,
Ο κόσμος συναζότανε και θέση είχε πάρει.
Τα τραπεζάκια έπιανε όλα κατά ομάδες
Και για τη μέρα έφτιαχνε εκείνη λουκουμάδες.
Πειράγματα και χωρατά με τους μασκαρεμένους,
Αστεία και χαχανητά με μασκοφορεμένους,
Φωνές παιδιών με κομφετί ρόπαλα που χτυπούσαν,
Έντονα την ημέρα αυτή οι Κρητικοί τη ζούσαν.
Σε ένα στέκι που ‘χε εκεί απέναντι στο δρόμο,
Πέντε έξι γέροι ξυστικοί κοιτάζοντας τον κόσμο,
Φάνταζαν τα’ άσπρα τους μαλλιά του Ψηλορείτη χιόνια,
Αναθυμούνταν τα παλιά συγκρίνοντας τα χρόνια.
Σκληροί καιροί αλλοτινοί με φτώχια και στερήσεις,
Κυνηγητό εξορισμοί ξύλο και ανακρίσεις,
Με κυβερνήσεις ασταθείς δύσκολες καταστάσεις
τόσο που ούτε να σκεφτείς απόκριες να γιορτάσεις.
Ετούτοι ‘δω άλλοι καιροί οι άνθρωποι κεφάτοι
Απ’ τους παλιούς πιο τυχεροί κι η μπούγγα τους γεμάτη.
Σήμερα είχαν τα παιδιά αυτά που λαχταρούσαν,
Καθόλου παρακαλετά φτάνει να τα ζητούσαν.
-μωρέ Μανούσο ήντα γροικάς; Τσι νέους που γιορτάζουν;
Θωρείς σαν ρέει ο παράς πώς το διασκεδάζουν;
Παράπονο ο γέροντας το’ χε που δε μπορούσε
Μα στην καρέκλα τρέμοντας κάθονταν και θωρούσε
Να ‘ταν πιο νέος και γερός να ‘βγαινε λέει στη γύρα,
Καμιά Να κόψει και αυτός αφράτη ζωντοχήρα.
Μα μόνο χάντρες να μετρά μπορεί απ’ το κομπολόι,
Τι ώρα είναι να κοιτά στης τσέπης το ρολόι.
-σήκω αν τολμάς και χόρεψε! αντέχουν οι κοκάλες;
Ή που θα σε μαζεύουμε με τίποτα κουτάλες;
Δεν άκουγε τα χωρατά αυτός του διπλανού του,
Αλλού το μάτι του κοιτά κι εκεί έχει το νου του.
Δυο μορφονιές που πέρναγαν το βλέμμα θα του κλέψουν,
Θαρρείς τα σάλια του έτρεχαν στο πάτωμα να πέσουν.
Στα νιάτα του έκαιγε καρδιές με την κορμοστασιά του
Και λιγωνόντουσαν πολλές από τη λεβεντιά του.
Με μύστακα τσιγκελωτό με βράκα και στιβάνια,
το βάδισμα καμαρωτό στητός με περηφάνια,
σεργιάναγε στις γειτονιές με κέφι κι ευθυμία,
πειράζοντας τις κοπελιές δε γλίτωνε καμία.
Ήτανε σαν τον τράουλο που αίγες κυνηγάει
Κι αν τον αφήκεις λεύτερο δύσκολα σταματάει.
Με τρεις γυναίκες έμπλεξε ο γέρος στη ζωή του
Μα φαίνεται δε χόρτασε τα θηλυκά η ψυχή του.
Τις δυο μονάχα έμελλε να ‘χει στεφανωμένες
Όμως μονάχος έμεινε κι οι τρεις τους πεθαμένες.
Οκτώ παιδιά του έκαμαν μα εξαφανιστήκαν
Διότι άλλα πέθαναν κι άλλα ξενιτευτήκαν.
Τώρα σα δέντρου κούτσουρο μόνη παρηγοριά του,
Σαν πέφτει σε ποδόγυρο κλεφτά η θολή ματιά του.
Ο ήλιος αργοχάνονταν πίσω από το κάστρο
Και για τη νύχτα άναβαν φώτα στο Βενεράτο.
Οι Κρητικοί τα έθιμα με ευλάβεια θα τιμήσουν
Και όλα είναι έτοιμα να τους φιλοξενήσουν.
Νες κοπελούδες ΦΡΟΝΙΜΕΣ αργυροστολισμένες,
Να το γλεντήσουν πρόθυμες πάνε μπογιατισμένες,
Οι νεαροί αδημονούν τα όργανα να παίξουν,
Οι κοντυλιές να ξεχυθούν κι εκείνοι να χορέψουν.
Κόσμος πηγαινοέρχονταν με συντροφιές που σμίγαν,
Γνωστοί γνωστούς χαιρέταγαν και σιούρκασι δε βρίσκαν.
Πήραν να παίζουν τα βιολιά λαούτα και κιθάρες,
Υμνώντας κάθε κοντυλιά τση αποκριάς τις χάρες.
Νίκος Χαρίτος
________
Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe
Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net
Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις
προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών
____________