Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή, 17 Μαρτίου 2019 - 09:40
Το 24ωρο ενός μπογιατζή (διήγημα του gpointofview) Δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα του φίλου μας του Τζι. Πιο σωστά, ένα ακόμα διήγημα αφού κι άλλες φορές έχουμε δημοσιεύσει δικά του κομμάτια -το τελευταίο πριν από δύο μήνες όπου θα βρειτε και λινκ προς τα προηγούμενα. Ωστόσο, ενώ συνήθως τα κείμενα του Τζι είναι μικρά, τούτο εδώ ξεπερνάει κατά πολύ το συνηθισμένο μέγεθος. Μάλιστα, ο ίδιος είχε σκοπό να το στείλει σε τρεις συνέχειες, αλλά νομίζω ότι αυτή η κατάτμηση περισσότερα προβλήματα δημιουργεί παρά λύνει. Εξάλλου είναι Κυριακή, έχουμε περισσότερο καιρό για διάβασμα -και το διήγημα, κατά τη γνώμη μου, αξίζει τον κόπο, είναι πολύ καλό. Το 24ωρο ενός μπογιατζή Σαν άνοιξες πρωί-πρωί τα μάτια πως είναι ώρα να ξυπνήσεις σκέφτηκες. Δεν έχει αριθμούς και παραπέντε, με διαίσθηση σηκώνεσαι το πρώτο λεωφορείο να προλάβεις. Αυτό έχει ώρα και λεπτά. Εξη και τέταρτο κάνει δρομολόγιο. Περιμένει ο κόσμος του μεροκάματου στην ουρά, οι πρώτοι, οι τυχεροί, θα πάνε καθισμένοι. Οι άλλοι όρθιοι παίρνουν μια πρώτη γεύση από την κούραση τη μέρας που θάρθει. Λίγο νερό στο πρόσωπο, τα ρούχα της δουλειάς παραμάσχαλα και μια στροφή στην κλειδαριά στην πόρτα. Παλιά συνήθεια. Τώρα τι να πάρει κανείς από το σπιτικό σου… Πιο πιθανό ν’ αφήσει ο διαρρήκτης κάνα δεκάευρο σαν δει την συμφορά σου. Και πάντα μόνος το πρωί. Στον γυρισμό έχεις παρέα τον Πολωνό τον Βάλντεκ μα το πρωί αυτόν τον πάει η γυναίκα του στην δουλειά με τ’ αυτοκίνητό της. Αυτή σχολάει πιο νωρίς και δεν περνάει να τον πάρει. Ετσι κρεμασμένος απ’ την χειρολαβή μισοκοιμάσαι μέχρι να φτάσει το λεωφορείο στο κέντρο. Εκεί μισοαδειάζει, λίγοι συνεχίζουν για την άλλη συνοικία, εκεί που εσύ δουλεύεις στην οικοδομή. Μόλις θα φτάσει στο τέρμα, ένα γρήγορο περπάτημα μέχρι το γιαπί. Το προτιμάς με βροχή, έχεις άλλον ένα λόγο να τρέχεις και το γιαπί μοιάζει με καταφύγιο, άλλη μια δικαιολογία. Μα ακόμα το λεωφορείο είναι στη στάση, το μυαλό σου μόνο τρέχει γρήγορα σήμερα, ποιος ξέρει τι θέλει να προλάβει. Προς την καινούργια συνοικία της διαδρομής μπαίνουν κάποιες φάτσες, κάθε πρωί οι ίδιες που πάνε για δουλειά, ξέρεις που θα κατέβουν, κάθε μέρα τις βλέπεις την ίδια ώρα σαν τρέιλερ σπουδαίας ταινίας στο θερινό το σινεμά. Με τον καιρό το κατάλαβες. Δεν θα παιχθεί ποτέ το έργο, είναι κράχτης. Κράχτες ίσως είναι και τα πρόσωπα τα ίδια κάθε πρωί. Μ’ όλους αυτούς δεν μιλάς. Τι να πεις ; Απλά υπάρχουν μα δεν θα τους γνωρίσεις ποτέ. Κανείς τους δεν έχει ξετινάξει την χθεσινή κούραση, ούτε εσύ. Που κέφι να σου πουν μια καλημέρα !. Καλημέρα ! Είναι σκληρή η πρώτη καλημέρα σαν μένεις μόνος. Τη λες στον εαυτό σου κι’ απάντηση δεν έχει. Οπως το βλέμμα του εργοδότη που σε στέλνει να στρωθείς στη δουλειά πρωί- πρωί. Ούτε καφέ δεν πρόλαβες να ψήσεις, θα παραγγείλεις στην οικοδομή. Πάμε δουλειά λοιπόν κι ας είναι αιώνια κουρασμένα ψυχές και σώματα. Αργησες σήμερα, το βλέπεις στο βλέμμα του, δεν χρειάζεται ρολόι. Και ο καφές απόλυση μυρίζει, στα γρήγορα τα ρούχα της δουλειάς και σκαλωσιά, στη θέση σου μα το μυαλό αλλού περιπλανιέται. Χωρίς καφέ στα ίσα σου πως θάρθεις ; Μηχανικές κινήσεις κι ονειροπόληση. Για δες το ετούτο το σπιτάκι απ’ το μπαλκόνι. Φροντιστήριο αγγλικών. Φρεσκοβαμμένο να κρύβει τη βρώμα των γηρατειών του. Σαν το ρίμελ της κυρίας Πανωραίας και τα λεπτά τακούνια κάτω απ’ τα ετοιμόρροπα τα πόδια της. Ανθρωποι και σπίτια. Να φαίνονται όπως πρέπει, ούτε ο γιακάς του εργολάβου νάτανε. Πρέπει να κοιτάξεις από πάνω να δεις τη βρώμα. Δε φαίνεται οριζόντια, κοινωνική ευθυγράμμιση, μα σαν ανέβεις στη σκαλωσιά να βάψεις, όλα στο πιάτο. Κι ο καφές να κρυώνει στο φλιτζάνι, να μη τολμάς να κατέβεις. «Πάλι τσιγάρο και καφές, τι θα γίνει με σένα ; ». Αβέβαιο το αύριο στην εργασία. Τι λέγαμε ; α! το σπιτάκι. Με το καθηγητή. Μικρός τον έβλεπες με δέος. Γεροπαράξενος ζούσε κει μέσα με καμιά δεκαριά γάτες. Και τα βιβλία του. Δεν τάχες δει ποτέ –δεν έχει σημασία, έπρεπε να είχε πολλά βιβλία, κοτζάμ καθηγητής ήταν. Τότε τα ραδιόφωνο ήτανε σπάνια κι’ η εφημερίδα ακριβή. Τρεις φραντζόλες ψωμί έπαιρνες με τα λεφτά της, χώρια το κομμάτι για να φτάσει το ζύγι. Τώρα αρτοσκευάσματα από φούρνους «γερμανικούς» και πρατήρια. Είχε μια αύρα ο καθηγητής τις λίγες φορές πούβγαινε να ψωνίσει τα απαραίτητα. Μόνο εσύ την έβλεπες, οι άλλοι κοιτάζανε τα ασουλούπωτα ρούχα, τα ακούρευτα μαλλιά, ένας χίπης πριν την ώρα του. Κι’ οι μανάδες «κοίτα μη καταντήσεις έτσι Νικολάκη, να διαβάζεις τα μαθήματά σου, νάσαι καλός μαθητής να πας μπροστά αλλιώς να! βλέπεις τα χάλια του, μορφωμένος άνθρωπος». Η λογική να υποτάσσεται στη μητρική αυθεντία. Καυμένε Νικολάκη, δε σου πέρασε απ’ το μυαλό πως καλός μαθητής είσαι, δε γίνεσαι, μόνο καλούς βαθμούς παίρνεις με το διάβασμα «ο υιός σας δεικνύει αξιόλογον πρόοδον και επιμέλειαν, το μέλλον του προμηνύεται λαμπρόν». Εδώδιμα αποικιακά – μπακάλικο, που λεφτά για σούπερ μάρκετ, σα φουντώσαν στα δεκάξη οι ορμόνες, πέταξαν το επίχρισμα του καλού μαθητή. Μη παραπονιέσαι καλά πέρασες έγδυνες το κοσμάκη, σ’ άρεσε ο καπιταλισμός, μέχρι που σ’ έκανε μια μπουκιά η πολυεθνική αλυσίδα, τότε δε σ’ άρεσε ο καπιταλισμός, πάντα υπάρχει μεγαλύτερο ψάρι. Πάλι καλά που βρήκες το περίπτερο να επιζήσεις, στενόχωρο σα τη μιζέρια σου. Δεν έχει και σοβατζήδες ρε παιδί μου. Μόνο κάτι Πολωνοί, Αιγύπτιοι-φασόν, Ινδοί. Ολοι μουγγοί . Παλιά αντιλαλούσαν τα γιαπιά. Σερνότανε μιά φήμη πως τον Καζαντζίδη τον άκουσαν να τραγουδάει στην οικοδομή και τον πήρανε. Και δώστου όλοι ξελαρυγγιαζότουσαν στους αμανέδες, που βρίσκανε δύναμη να τραγουδάνε στη σκληρή δουλειά, μυστήριο. Στο παιδικό μυαλό σου η Σκάλα του Μιλάνου πελώρια σκαλωσιά φάνταζε, χιλιάδες σοβατζήδες κι’ ο κύριος με το κουστούμι να προσπαθεί να ξεχωρίσει τις φωνές. Κι η Αρσινόη , ο παιδικός σου έρωτας ο προσγειωμένος δηλαδή, ο άλλος ήταν οι φωτογραφίες της Μπριζίτ Μπαρντό-θα με περιμένει να μεγαλώσω ; σίγουρα θα τη παντρευτώ- τ’ άλλα δεν τάξερες στα δέκα σου. Τάμαθες σαν είδες την Αρσινόη στα γόνατα του Μπάμπη του ψιλικατζή να ξεπληρώνει τα τηλέφωνα. Γέρος ο Μπάμπης για τα τότε μέτρα σου, θάταν σαράντα, και τα τηλέφωνα σπάνια. Ο μπακάλης, ο ψιλικατζής κι’ ο πλούσιος με τη βίλλα μονάχα είχαν. Μετά η αγάπη σου κύλισε στην Αθηνούλα, τη συμμαθήτριά σου, μα στο Γυμνάσιο χώρισες- δεν είχε τότε μικτά- και τη ξέχασες, μόνο στη φωτογραφία της Μπαρντό έμεινες πιστός. Πάλι το σπιτάκι. Το φάντασμα του καθηγητή. Οσο περνάν τα χρόνια σου βγαίνει μια μελαγχολική νοσταλγία γι’ αυτό που οι άλλοι απωθούσανε. Πιο καλά καθηγητής παρά να βάφεις, σίγουρα. Ρε κερατά εργολάβε στα παλιά λημέρια του τον έφερες να δουλέψει ; Αντε να πάει έντεκα, διάλειμμα ολίγων λεπτών Ο δεύτερος καφές Σαν φέρανε το καφέ όρμησες, Σούλειπε ο πρώτος, κρύωσε, δεν πίνεται κρύος κι ούτε ματαζεσταίνεται. Γουλιά-γουλιά σβήναν τα χρέη απ’ τον πρώτο. Ηρθαν κι οι σοβατζήδες. Διάλειμμα και τους κοιτάς χωρίς να ζηλεύεις. Λίγα ευρώ πιο πολλά παίρνουν. Είναι σκληρή η σκαλωσιά. Σου φαίνεται πως ισορροπούν τα πόδια μα ισορροπεί η ψυχή. Σαν σε πάρουνε τα χρόνια το γυρίζεις σε μπογιατζής. Χαμηλότερα τα ύψη, πιο χαλαρός ο ρυθμός. Κι η απόλαυση να ανακατεύεις τις μπογιές.. Σκέτη ανάπαυλα και μεσ’ στα περιδινισμένα τα χρώματα να βλέπεις της ζωής σου τα όνειρα. Και πιτσιλιές μονόχρωμες παντού που σε πονάνε ακόμα. Τέρμα το διάλειμμα. Πίσω στο ανακάτωμα. Γκρίνιες. Περνάει η ώρα. «Σιγά- σιγά αφεντικό η δουλειά θέλει αβόζο, δεν θα βγουν σωστά τα χρώματα, δε θα στρώνει η μπογιά. Θέλεις; τα παρατάω αμέσως» «Μα μη μου πεις κουβέντα μετά» και δόστου ανακάτωμα στη μπογιά και στο μυαλό. Ωραία, ησύχασε ο αφεντικός. Το λίγο μαύρο δίνει ζέστα στο χρώμα Η καλή ώχρα από το πόσο μαύρο βάζεις μέσα εξαρτάται. Και το πινέλο. Με πόση αγάπη θα περάσεις τις γωνιές και τα δύσκολα σημεία. Μετά με το ρολό, μπακάλικη δουλειά. Πάντα σ’ άρεσε το χρώμα πριν στεγνώσει. Είναι λίγο πιο έντονο, πιο ζωντανό είναι αυτό που δουλεύεις. Μετά λεκέδες από ξεραμένη μπογιά βγαίνουν σα διχρωμία, μέχρι να επικρατήσουν τελικά στεγνά αποστειρωμένα χρώματα, στο κέφι του ιδιοκτήτη. Μόνο η μουράβια στα σκαριά δεν αλλάζει, για υγρό περιβάλλον φιάχτηκε, και κει μένει ζωντανή, πάει να πει μόνο θαλασσινή αγάπη δε ξεβάφει. Των στεριανών, ένα αεράκι και χάθηκε όλη η μαγεία, σκλήρηνε, έγινε καθαρή μα και τόσο ξένη. Είναι πια το χρώμα που διάλεξε ο ιδιοκτήτης, όχι αυτό, με τόση αγάπη, που ανακάτευες. Ανοικτό κεραμιδί πάνω σε σκούρα ώχρα. Και λούστρο διάφανο από πάνω να μείνει το υγρό των χρωμάτων, Σαν παιδικός έρωτας, ανεξίτηλος μέχρι να μεγαλώσεις. Να μη σ’ αφήνουνε να βάψεις όπως θες κι’ ούτε νάχεις δικό σου τοίχο να ξεδώσεις. Α ρε ζωή, τίποτα δεν κάνουμε γιά πάρτη μας. Ούτε ένα βάψιμο. Ο τελευταίος καφές Πάνω που ετοιμαζόσουνα να βάψεις Παρθενώνες, σκληρή ματιά και πίσω στα πεζά. Τέλος εργασίας. Πλύνε τα χέρια σου με ζάχαρη και λάδι να φύγουν οι ξεραμένες μπογιές, τα κατακάθια μεσ’ τα νύχια, λούσου να φύγουν οι πιτσιλιές απ’ τα μαλλιά. Οι άλλες, οι μέσα, δεν φεύγουν με νέφτια και γουάϊτ σπίριτ. Φυσικά πράματα. Ξέρεις κανένα νάβαψε χωρις να λερώσει λίγο; Κι’ ο πανίσχυρος πλανητάρχης όταν χέζει, αδύνατος φαίνεται, στην ίδια στάση μ’ όλους. Απλά κανείς δεν τον βλέπει, συστήματα ασφαλείας. Βάλε τα καθαρά σου ρούχα, φιάξε το μπογαλάκι σου και τράβα στο καφενεδάκι για το τελευταίο καφεδάκι της ημέρας. Μετά φαΐ και καφές τέλος. Σε φουσκώνει μετά το φαΐ. Πιες τον αργά-αργά μέχρι νάρθει ο Βάλντεκ ο Πολωνός να πάτε μαζί ως το λεωφορείο. Μυστήριος τούτος. Ηρθε εδώ και ξέμεινε. Καλός τεχνίτης, πλακάς, πέρασε από Ελλάδα να μαζέψει λεφτά να πάει στην Αμερική. Τ’ άρεσε εδώ, κόλλησε, ίσως άρεσε στη γυναίκα του περισσότερο, προσαρμόστηκε, ίσως η γυναίκα του προσαρμόστηκε καλύτερα, ποιός ξέρει. Ομορφη γυναίκα, καλή μοδίστρα, τακτοποιήθηκε και ελληνικά φαρσί, καλύτερα κι’ από ελληνίδα. Πήρε και το κουμάντο, στο πρότυπο της νέας της πατρίδας. Βήμα δεν έκανε ο Βάλντεκ χωρίς να την ρωτήσει. Μόνο για τη βότκα του δε ρώταγε, αλλά πολύ δεν έπινε σαν τους άλλους. Τι να κοιτάς ανθρώπους, τι να κοιτάς σπίτια το ίδιο είναι. Μόνο που οι άνθρωποι δε βάφονται, χρωματίζονται στα χρώματα που τους βλέπει ο καθένας . Το ίδιο πρόβλημα κι’ εδώ, το δικό σου χρωματισμό δεν τον βλέπει κανένας.. Κανένας. Τι χρώμα θάβαφες τον Παρθενώνα ; Πορτοκαλί και γαλάζιο να ξεχωρίζει τ’ ασπρόχρυσο άγαλμα της Παλλάδος και γύρω-γύρω τα σπίτια ώχρα και κεραμιδί. Και κυπαρίσσια ανάμεσα, πάντα σ’ άρεσε το χρώμα τους, ειδικά στα μάτια της γυναίκας. Μόνο τα κυπαρίσσια έβλεπες να δίνουν χρώμα στην πόλη.. Οι μύτες τους ξεχώριζαν, τ’ άλλα δέντρα, ελιές και πεύκα από τα σπίτια χάνονταν. Δες τον τώρα. Ενα χρώμα όλος απ’ τον ήλιο καμωμένο κι’απ’ τη βροχή. Μ αυτό τον λάτρεψε ο κόσμος όλος, τα χρώματα του Ικτίνου και του Καλλικράτη δεν άρεσαν στους Πέρσες. Ούτε τα νέα χρώματα -ποιός ξέρει ποιός τα διάλεξε- άρεσαν σ’ όλους. Ηρθαν καιροί, ήρθαν βυζαντινοί, έμεινε το χρώμα της εγκατάλειψης. Αυτό ταιριάζει στις ψυχές μας φαίνεται. Καμία αντίρρηση και μη τολμήσει κανείς να τόνε βάψει.. Φάνηκε ο Βάλντεκ. Αντε να πάρεις το λεωφορείο, οι παλιές γειτονιές πληγώνουν. Στο λεωφορείο Πίσω-πίσω, σ’ αντικρυστά καθίσματα. Να λες καμιά κουβέντα και να βλέπεις το πρόσωπο του συνομιλητή σου χωρίς να στραβολαιμιάζεις. Στο «ανάποδα» καθισμένος εσύ, ο Βάλντεκ δεν το μπορεί, ζαλίζεται. Συμβαίνει κυρίως σ’ όσους δεν οδηγούν, θέλουν να βλέπουνε μπροστά όταν ταξιδεύουν. Εσύ, αντίθετα, παρατηρείς καλύτερα προς τα πίσω γιατί ποτέ δεν ξεπερνάς τον στόχο, μονάχα απομακρύνεσαι. Θυμίζει λίγο παρελθόν βέβαια αλλά μάλλον καλύτερα να ξυπνάνε πόνοι κι’ αναμνήσεις. Σαν μεγαλώνεις πρέπει να πονάς. Αμα ξυπνήσεις ένα πρωινό και δεν πονάς πάει να πει πως πέθανες λέγανε κάτι γέροι – κάτι θα ξέρανε ! Κι’ όμως δεν έχεις κέφια για κουβέντα σήμερα. Τι να πείτε και να μην το ξέρεις ; Ολα τα ίδια πια σου φαίνονται, διεθνή και ένσημα, φόνοι και τροχαία, ειδήσεις που αφορούνε τη ζωή άλλων σχολιάζουμε, μα ολόιδια με τα «δικά» μας νέα είναι. Κι’ αντί για διαφημίσεις έχουμε καμιά πρόταση για μια καλή ταβέρνα. Απαξ και βγει το συναίσθημα απ’ την συζήτηση, σαν τις ειδήσεις στην τηλεόραση είναι. Αστο καλύτερα. Λες να φταίει ο πρώτος καφές που δεν τον ήπιες στην ώρα σου ; Μπορεί. Μα αυτό θα συζητήσεις με τον Βάλντεκ ; Τι να ξέρει αυτός, δεν άργησε ποτέ του να ξυπνήσει – έχουν κάτι από γερμανική πειθαρχία οι Πολωνοί κι’ έχει καπάκι τη γυναίκα του – αδύνατον να του συμβεί, στην ώρα του στο πόδι. Πάντα. Ετσι είναι. Αμα τα σκέπτεσαι, δεν μιλάς καθόλου. Ενα σπίτι βαμμένο σκούρο μπλε τραβά την προσοχή σου μέχρι να γίνει κουκίδα στο βάθος του δρόμου. Κανένας πρώην εθνικόφρονας θα μένει σκέφτηκες, μπορεί και νάτανε άβαφο απ’ το καιρό της χούντας. Τότε όσοι φοβόντουσαν δείχνανε την εθνικοφροσύνη τους με κάθε τρόπο. Ακριβώς όπως με κάθε τρόπο βγήκανε αντιστασιακοί έπειτα. Οι μισοί αξιωματούχοι Ελληνες υπήρξαν «διπλοί πράκτορες» είχαν πάει με την χούντα για να την πολεμήσουν «εκ των έσω», αποδείχθηκε εκ των υστέρων. Οι άλλοι μισοί ήταν εξορία, πραγματική ή εικονική. Τώρα γιατί βλέπεις τον Βάλντεκ και το μυαλό σου πάει στη γυναίκα του ; Επειδή δεν μιλάει ή επειδή σένα σου λείπει η γυναίκα ; Ξέχασες τόσο πολύ πως είναι οι γυναίκες που τις μπερδεύεις με τους παντρεμένους ; Δεν έχεις κι’ άδικο, γυναίκα-παντρεμένος παν’ μαζί σαν ξεπεράσεις κάποια –ήντα. Τραντάχτηκες απ‘ τη λακκούβα. Κι’ ο Βάλντεκ το ίδιο. Κοιταχτήκατε και χαμογέλασε. Και συ το ίδιο. Υστερα έστρεψες το βλέμμα στο παράθυρο είδες τα μαλλιά μιας γυναίκας κι’ αναστέναξες ελαφρά. .Ο Βάλντεκ σε ξανακοίταξε χαμογελώντας, μα δεν κατάλαβε γιατί, «προμπλέμα», είπε «προμπλέμα, πάντα προμπλέμα, ντουλειά προμπλέμα, γκυναίκα προμπλέμα, λεφτά προμπλέμα, άστο καλύτερα, τίποτα, νιέμα προμπλέμα!» Χαμογέλασες και συ συγκαταβατικά. Ντράπηκες που σκεφτόσουνα τη γυναίκα του κι’ έδιωξες το μυαλό σου μακριά, στη θητεία σου στο ναυτικό και στα καράβια. Κλειστή κοινωνία εκεί, έβλεπες τα ελαττώματα και την αμορφωσιά των ανώτερων που έξω στη στεριά τα γαλόνια την κρύβανε. Κι’ αν τύχαινε να χαλάσει ο καιρός ή καμιά αβαρία να φανερωθεί στο πλοίο βγαίνανε τα καπετανόπουλα, οι «τρίτοι» στον αφρό γιατί οι βαριές οι επωμίδες δεν την ξέρανε καλά τη θάλασσα. Κι’ άμα τελείωνε η περιπέτεια ξαναβάζανε την μεγάλη στολή και τα λιλιά και διαβεβαιώνανε με ύφος «μέγα το της θαλάσσης κράτος»! Δεν βαριέσαι… Προς το σπίτι Σαν φτάσατε στο τόπο να χωρίσετε πήρες τον δρόμο σου με το κεφάλι κάτω. Κάποια σκέψη σου ξέφευγε, ήσουνα σίγουρος. Κάποιο ονειροπόλημα, κάποια σκηνή να ξαναπαίξεις σαν νοσταλγία απ’ τη ζωή. Ναι, τη Μαρία τη Ρουμάνα. Πόσο καιρό έχεις να την δείς ; Τρία χρόνια ; Τέσσερα ; Ποιός ξέρει. Την θυμάσαι όμως καλά. Το βλέμμα της, το ύψος της, το στήθος της, τα ακροδάχτυλα των ποδιών της. Κομμάτι-κομμάτι την θυμάσαι, όχι ολόκληρη. Σαν τότε. Τότε που σου συγύριζε την κάμαρη κάθε Κυριακή πρωΐ. Εικοσπεντάρα κι’ ο άντρας της να παίρνει τηλέφωνο κάθε μιά ώρα στην αρχή. Κι’ η ίδια σαν αγρίμι φοβισμένη να μην βλέπει την ώρα να φύγει. Μα τα λεφτά της λείπανε, τα λίγα που της έδινες τάπαιζε στοίχημα στο ίδιο πρακτορείο με σένα. Εκεί την γνώρισες και της πρότεινες δουλειά ελπίζοντας να είναι μόνη. Σου βγήκε παντρεμένη δεν σε πείραξε, μάλλον ανακουφίστηκες. Ηταν και που μίλαγε ελάχιστα ελληνικά, καλύτερα νάχεις και το κεφάλι σου ήσυχο. Καμμιά φορά την κοίταγες σαν νάτανε άγαλμα. Ψηλή γυναίκα, καλά κρεατωμένη, νταρντάνα που λέμε, καλή στη δουλειά της, με συμπαθητικό πρόσωπο. Μήνες ερχότανε κάθε Κυριακή μέχρι που ένα καλοκαίρι έφυγε γιά διακοπές στη Ρουμανία. Οταν γύρισε ξανάρχισε τη δουλειά μα τώρα ήταν πιό γλυκό το βλέμμα της. Ηταν τότε που πρόσεξες την ομορφιά της. Είχες δει την ομορφιά της ψυχής να καθρεπτίζεται στο πρόσωπο, πρώτη φορά την έβλεπες να καθρεπτίζεται στο σώμα. Αυτό το γεροδεμένο κορμί με τα μούσκλα να σαλεύουν στη πλάτη της καθώς με το φανελλάκι βούρτσιζε γονατιστή το χαλί ήταν εκπληκτική εικόνα. Θυμήθηκες που σούλεγε ότι ήταν αθλήτρια στο χαντμπολ και στο τζούντο, άλήθεια έλεγε, τότε το κατάλαβες. Τα πόδια της γερά αθλητικά σε προκαλούσαν ν’ ακολουθήσεις με το μάτι τη γραμμή τους μέχρι τα τέλεια ημισφαίρια, πιο πάνω μια μέση λυγερή. Μέχρι εκεί το άντεχες, μα μόλις σηκώθηκε κι’ είδες τα στήθη της να διαγράφονται κάτω απ’ το φανελλάκι κόντρα στους νόμους του μεγέθους και της βαρύτητας, πληγή στα σωθικά σου. Δεν ήθελες έρωτα απ’ αυτά αλλά ανάσα, τόσο συνυφασμένα με την εικόνα της ζωής σου φάνηκαν. Και σου φάνηκε. Και στα μάτια σου και σ’ όλη την ύπαρξή σου φάνηκε και την κλόνισε. Ηρεμα κάθισε στη καρέκλα δίπλα σου και άναψε τσιγάρο. Ντρεπόσουνα αλλά θα πέθαινες αν δεν τόκανες, άγγιξες ελαφρά το στήθος της λίγο πιο κάτω απ’ τη θηλή. Καμμία αντίδραση, ένα μικρό σκοτείνιασμα στα μάτια. Πολύ ελαφρά το δάκτυλο πέρασε πάνω απ’ τη θηλή. Ισως να μάντεψε τι θέλεις την άλλη στιγμή το κεφάλι σου βρέθηκε στ’ αναπαυτικότερα μαξιλάρια. Αέρας και ζωή μπήκαν στο στήθος σου. Πόσο κράτησε δεν ξέρεις. Μετά την είδες σαν βουρκωμένη να σε σπρώχνει ελαφρά και καθόλου πειστικά λέγοντας πως ήρθε γιά δουλειά και πως αυτή φταίει. Δεν επέμεινες. Που να της εξηγείς και σε ποιά γλώσσα πως δεν το είδες αντρας-γυναίκα αλλά άνθρωπος-άνθρωπος και πως αυτή η ομορφιά, η αλληλεγγύη της σάρκας γιά την σάρκα είν’ η πηγή της ζωής ; Τα μάτια σου λάμπανε, είχες κερδίσει μιά φίλη που δεν θα ξανάβλεπες ποτέ, δεν ήσουν μικρός να ξεγελαστείς. Ενα τηλέφωνο, μιά δικαιολογία την άλλη Κυριακή, δεν την ξανάδες, ούτε την έψαξες ποτέ πιά. Αραιά και που την έφερνες στη μνήμη σαν σου τελείωνε ο αγέρας στα πλεμόνια. Δεν ήταν καν η εικόνα της ήταν η ιδέα της που λάτρεψες και μιά υπόσχεση πως θάρθει μια Κυριακή, στα τυφλά. Στο μαγέρικο Στρίψε δεξιά, στο σοκκάκι της συμφοράς, το διαδρομάκι δίπλα απ’ το κτίριο που βγάζει στην αυλή, έφτασες. Δάπεδο τσιμεντένιο, το δωμάτιό σου κι’ η τουαλέττα δίπλα., όταν δεν βρέχει καλά είναι. Κάτω απ’ το παραθύρι η κουζινίτσα σου κι’ απέναντί της το κρεββάτι. Ψηλά σε μιά γωνιά τα εικονίσματα, συνήθεια από άλλες εποχές. Καρέκλες δύο και το χαλί ατίναχτο χειμώνα-καλοκαίρι να περιμένει τη Μαρία του. Συνηθίζεις να περιμένεις με τον καιρό, τόσο που δεν θες νάρθει, μην τυχόν και χάσεις την ελπίδα σου, το δικαίωμα στην προσμονή. Σάματι έχεις κι’άλλο αίσθημα να σε παρηγορεί ; Αστα, μη τα σκαλίζεις, σου λέω. Πονάνε μα και βρωμάνε. Σαν τα ρούχα της δουλειάς. Τράβα να τα βάλεις στο νερό να μουλιάσουν να φύγει η μυρωδιά του ιδρώτα κι’ απλωσέ τα να στεγνώσουν. Αύριο τα ίδια θα βάλεις πάλι. Το στομάχι σου σε ειδοποιεί γιά φαΐ. Ασε τα ρούχα στο σκοινί και πάμε στο μαγέρικο. Σκυφτός μπήκες μέσα. Δεν είναι ότι δεν χωράς στην πόρτα είναι η πίκρα της επανάληψης, το σπιτικό φαΐ που νοστάλγησες. Μια φορά, μιά Κυριακή το’ φαγες κι’ ήτανε με κλειστά τα μάτια, δεμένα με πανί για να μη βλέπεις, θυμάσαι ; Πάντα βάσταγες τον λόγο σου κι’ η Μαρία τον κράτησε. Ηταν η ίδια ; κάποια φίλη της που της έμοιαζε ; Ποτέ δεν έμαθες. Οταν σου κτύπησαν την πόρτα, τίμια έβαλες το πανί και ψηλαφώντας άνοιξες. Ηχος κανείς και μιά γλυκειά γεύση στα χείλια, τα δικά της. Πισωπατώντας βρέθηκες στης άβυσσος τις πύλες. Παράδεισος ; Μπορεί και ναι, αν οι προγόνοι δεν μιλάγαν. Και τι να πούν ; Τι να’χαν να μοιράσουν ; Ετσι και σεις, πρωτόγονα, μουγγά. Πάλευες με τα χέρια σου το πρόσωπό της να μαντέψεις . Ηταν ; δεν ήταν ; Σε συνεπήρε ο καϋμός κι’ ο πόθος και το ξέχασες, σαν μέρεψες δεν σ’ ένοιαζε καθόλου. Τι σημασία είχε ; Υστερα, μιά κάποια φασαρία με τα κουζινικά. Κάθε που πήγαινες να σηκωθείς με χάδια τρυφερά σε εμποδίζαν. Το κατάλαβες κι’ έμεινες ξαπλωμένος μέχρι να γίνει το φαΐ. Μετά σε τάϊζε στο στόμα σαν μωρό. Πιό νόστιμα δεν είχες φάει και το μυαλό σου να τρέχει σε σιτσιλιάνες χωρικές που αν δεν φας το φαγητό τους δεν σου το δίνουν. Υπήρχε Σικελία και στις χώρες του υπαρκτού ; Αμ ο καφές ; Λες κι’ όλη η τέχνη του έρωτα κρύφτηκε μεσ’ στο καϊμάκι. Λίγο ακόμα κι’ ήθελες τα μάτια σου να βγάλεις, γνώρισες την ομορφιά του σκοταδιού και της σιωπής, δια της αφής την σάρκα και διά της οσμής την τρυφερότητα, τι τα’ θελες τα μάτια και τ’ αφτιά ; Η ευφορία της ψυχής φάνηκε στ’ όργανό σου. Δεν είδες το χαμόγελο στα χείλη της κοπέλλας και την βαθιά οργασμική χαρά στα μάτια της. Σε ταξίδεψε ξανά, πιό σίγουρη τώρα πως δεν θα βγάλεις το πανί και πιό ελεύθερη. Κι’ ο ύπνος σε τύλιξε- που λέει κι’ ο ποιητής. Και σε πήγε σε παραδεισένιους κήπους, σε νησιά μεσογειακά, στον Εύξεινο τον Πόντο και στην Κασπία. Κι’ εβγαζες το μαύρο απ’ την νύχτα να σκοτεινιάσεις την μέρα και κάθε ήχο από παντού – την ήξερες πιά την συνταγή του Παραδείσου. Εβγαλες και το πανί όπως κοιμόσουν. Σιγά-σιγά ξύπνησες στο σκοτάδι και στη σιωπή, μά όχι αυτή του παραδείσου, την άλλη της μοναξιάς και της Κολάσεως. Από τότε, μάταια, την περιμένεις ξανά… «Γιουβέτσι τέλος, μακαρονάδα τέλος» είπε το γκαρσόνι. Το κοίταξες στα μάτια. «Φέρε ότι έχεις» παράγγειλες, «την ίδια γεύση έχουν» σκέφτηκες με το μυαλό στ’ όνειρο κολλημένο ακόμα. Το φαΐ Πιλάφι ! Αυτό δεν το περίμενες, στ’ αλήθεια. Σα τη γροθιά στη μούρη προσγειώθηκε το πιάτο μαζί με την κουβέντα απ’ το γκαρσόνι, ίδια κι’ απαράλλαχτη σαν κάποτε στο πρώην βήτα-νι. «Το αριστοκρατικότερο των φαγητών, πιλάφι !» Πιλάφι με αρακά, κομμάτια από βραστό καρώτο, καλαμπόκι. Ακριβώς όπως τότε, λίγο μετά τη χούντα, στο ναυτικό. Στην αρχή ήτανε βασιλικό το ναυτικό, στο δρόμο έφυγε ο βασιλιάς κι’ έγινε πολεμικό, άλλαξε και τ’ όνομα σε πι-νι που όλο και κάποια ποινή θύμιζε, μας τέλειωσε το βήτα-νι. Το πιλάφι όμως πάντα το ίδιο έμεινε όπως και το παρατσούκλι των μονιμάδων «πιλάφια», η εκδίκηση των κληρωτών στα γευστικά τα γούστα των μονίμων. Κοίταξε τώρα πριν τα φας τα κίτρινα, τα πράσινα και τα πορτοκαλιά κομματάκια μέσα στο άσπρο το ρύζι. Θάρρος δεν είχες να το δώσεις πίσω, ξεκίνα σιγά-σιγά να καταπίνεις το λοιπόν. Κάθε μπουκιά και μια ιστορία, κάθε μπουκιά και μια σελίδα από τους μήνες τους πολλούς μεσ’ στα καράβια. Εκεί που πάντα ήσουνα μέσα στο ΝΑΤΟ κι’ ας έλεγε η κυβέρνηση πως ήταν έξω η Ελλάδα από το σκέλος το στρατιωτικό, στο ναυτικό δεν είχε περιθώρια για ψωροπερηφάνειες, τα καράβια ήταν απαραίτητα για τις ασκήσεις του συμμαχικού παράγοντα. Κι’ αν πήγαινε η άσκηση καλά δίνανε και στη ναυτουριά απ’ το φαΐ τους το καλό, πιλάφι σπέσιαλ, με τα πολύχρωμα τα ζαρζαβατικά. Νοιώθανε πολύ σπουδαίοι τα «πιλάφια» μέσα στο ΝΑΤΟ με την υπόλοιπη Ελλάδα νάναι εκτός. Ποτέ δεν συμμερίστηκες τη χαρά τους, ούτε τη χάρη τους την έκανες σαν σούπανε να καρφώνεις, «ο διπλανός μου όλο λέει ας’ το διάολο και βρίζει τα θεία» ανέφερες στον ύπαρχο. Σε κοίταξε περίεργα και δεν σε ξαναρώτησε ποτέ, μα ούτε άδεια πήρες, ούτε δουλειά αμέσως βρήκες σαν απολύθηκες με το καλό σαν κάποιους άλλους. Βρέθηκες στην οικοδομή να βγάζεις μεροκάματο. Κατάπινες το δυνατό πιο γρήγορα να βγάλεις τη θητεία. Ετσι σου έμοιαζε τούτο το φαγητό στο πιάτο, σαν τις μερούλες που μέτραγες μέχρι τ’ απολυτήριο. Κι’ όλο πιο γρήγορα κι’ αμάσητο κατέβαζες το φαΐ, ν’ απολυθείς να φύγεις σαν τότε που δεν τόξερες πως κι’ η ζωή θητεία ήταν. Είχες τα όνειρά σου οδηγό, μα τα όνειρα τελειώσανε στο πέμπτο το γραφείο που ζήταγες δουλειά μαζί με τα λεφτά σου. Κι’ είπες ας πάω μια μέρα στην οικοδομή να βγάλω το φαΐ μου κι’ έχει ο θεός. Ο θεός πάντα έχει, οι άνθρωποι δεν έχουνε και κόλλησες στις σκαλωσιές για τα καλά. Σαν το πιλάφι, πρώτη μπουκιά, ξανά μπουκιά όλες οι ίδιες είναι μέχρι να το τελειώσεις. Βλέπεις το πιάτο σου λευκό σαν το χαρτί που πήρες φεύγοντας απ’ τα καράβια. Τέλος φαΐ, τέλος θητεία, το γκαρσόνι σε κοίταξε ερωτηματικά. «Ωραίο πιλάφι» του είπες χωρίς να ξέρεις το γιατί. Ισως να έφταιγε το παραστράτημα του χρόνου στο μυαλό σου, ίσως θυμήθηκες στο ναυτικό πως όλα όμορφα σου λέγαν να τα βλέπεις να μη σε πιάνει η ναυτία στα μποφόρια. Χαμογέλασες και του άφησες πουρμπουάρ. Σηκώθηκες και το στομάχι σου μολύβι. Εξω απ’ το μαγερειό διστακτικά κοντοστάθηκες. .Στο δρόμο Ξεκίνησες μια βόλτα νάχεις παρέα τα βήματά σου, να μη σε τρώει η μοναξιά. Κάνει καλό, λέει, στη χώνεψη. Μα δεν σου τακτοποιεί τις σκέψεις όπως η δουλειά ή το τσιγάρο.. Ισως να φταίνε οι παραστάσεις που αλλάζουνε συνέχεια όπως κινείσαι, ίσως. Μπορεί να φταιν’ τα βήματα, αργά και σταθερά μα άρρυθμα, που σε πηγαίνουνε, πού άραγε ; τι σημασία έχει ; Πάντα κλειστός κύκλος η διαδρομή. Το βλέμμα σου ψηλά, στις ταράτσες των σπιτιών. Γιατί ; Τον κόσμο που ακουμπάει στα παράθυρα ήθελες ν’ αποφύγεις, σε κουράζουν οι ματιές τους, αυτά τα πελώρια ερωτηματικά κι’ ας μη ρωτάνε τίποτα στα φωνακτά, μόνο σιγά κι’ υπόγεια «τι κατάφερες στη ζωή σου ; που’ ναι η γυναίκα σου ; έχεις παιδιά ;» και το τελειωτικό τους κτύπημα «Πόσα βγάζεις ;» Δεν τα’ ξερες, πρώτη φορά είσαι στα –ηντα, στα –αντα δεν ρωτάγανε τέτοια. Οπως στα –ήντα σου πρωτοέμαθες, κεντρικός πολυσύχναστος δρόμος, απόμερο σοκάκι, ίδια κι’ απαράλλαχτα είναι στη μοναξιά σου. Και περπατούσες και περπατούσες, χωρίς να γνωρίζεις κανένα. Και βγήκε αληθινός ο ποιητής και ούτε κανένας σε γνώριζε και πως να σε γνωρίσουν ; Ξεχνάει ο κόσμος όσους δεν έχει ανάγκη, σάματις εσύ θυμάσαι πιά τον παπού σου ; τον πατέρα σου ; τη μάνα σου ; Αμα και τους έχασες, έχασες και την παρηγοριά τους, τους θυμόσουνα όσο η σκέψη τους σε παρηγορούσε, μετά δεν είχες καιρό. Και οι γυναίκες…τι να θυμηθούν από σένα ; τα λουλούδια που δεν τους αγόρασες, τα κέντρα που δεν τις πήγες ; Δεν ήσουνα πολύ όμορφος ή καλά προικισμένος γιά να σε θυμούνται. Την καλοσύνη σου είπες ; Και από πότε η καλή σου πρόθεση λέγεται καλοσύνη ; Καλοσύνη είναι να δίνεις ότι σου ζητάνε, όχι ότι σου περισσεύει, έτσι δεν έλεγες στους άλλους ; Κι’ αυτές το ίδιο περιμέναν από σένα… Σαν ν’ανεβαίνει πάνω το φαΐ σου, βαρύ ήτανε το ρύζι και δεν χωνεύεται, μα δεν χωνεύονται και κάποιες σκέψεις, κάποια ερωτήματα που αναβοσβήνουν σαν τις αστραπές. Πρώτη κλωτσιά στο στήθος. Εκεί βαράει το στομάχι. Τι τό’ θελες και τούπες να φέρει ότι θέλει ; Δεν τα σηκώνεις πιά όλα τα φαγητά, μόνο η καλή παρέα τα χωνεύει, σαν ονειρεύεσαι μονάχος στο φαΐ, ξέχνα τη χώνεψη. Μαλάκωσε κάπως ο πόνος σου και γύρισε στην πλάτη. Μα δεν μπορείς το χρώμα σου να δείς και ποιός να σ’ ειδοποιήσει.; Μόνος, συνήθισες νά’ σαι μόνος, γιατρός του εαυτού σου διορίστηκες μιά που δεν υπήρξε χέρι για κείνο το ποτήρι το νερό, χρόνια τώρα. Σιγά-σιγά το χρώμα σου ξανάρθε. Πάει κι’ αυτό. Το ξεπέρασες. Χαμήλωσες και το βλέμμα απ’ τις ταράτσες, Σκοτείνιασε, δεν φαίνονται τα μάτια από μακριά, μόνο σαν διασταυρώνεσαι. Ανάψαν και τα φώτα. Πάντα σ’ άρεσαν οι φωτισμένες είσοδοι των σπιτιών, σου μοιάζανε σαν να σε περιμένουν. Οπως τότε… Η τελευταία φορά Την τελευταία φορά που κάποιος σε περίμενε ήταν νωρίς το βράδυ. Πέρασες να την πάρεις και σε περίμενε μέσα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Πρώτη φορά θα έβγαινες με την γειτονοπούλα, τι γειτονοπούλα δηλαδή που τάχατε τα χρονάκια σας κι’οι δυό. Σ’ έπιασε αγκαζέ και για πρώτη σου φορά δεν τόδες σαν κακό σημάδι, τι το χειρότερα θα μπορούσες να πάθεις πιά ;. Το άλλο το χέρι σου στην τσέπη να σφίγγει το μεροκάματο και να διερωτάσαι αν θα σου φτάσει ή όχι γιά τα έξοδα. Εκπληξη, η κυρία είχε δικό της αυτοκίνητο. Μπήκατε για βολτίτσα. Ανάσανες καλύτερα σε άλλες γειτονιές, πόσο καιρό είχες να φύγεις απ΄την δικιά σου. Περπάτημα στην δενδροφυτευμένη συνοικία κι’ενα ποτό σε καφετέρια γιά προκαταρκτικά. Και μετά κεφάκι κι’ αλλού γιά τσίπουρα κι’ ενθουσιασμό, κάποια στιγμή γέλασες σαν είδες δυό μάτια να σε κοιτάνε χαμογελαστά. Κι’ ήτανε όμορφα μάτια, τ’ άλλα δεν σ’ έννοιαζαν. Τέλος τα τσίπουρα και πίσω μέσα στ’ αμάξι. Χάδια, φιλιά και το παράπονο το πρώτο. Δεν ήξερες να φιλάς καλά. Μόνο να φυλάς τον εαυτό σου αγριεμένος τόσο καιρό στην μοναξιά. Σαν πρώτο συννεφάκι στον καταγάλανο ουρανό. Μύρισε καταιγίδα μα δεν τόδειξες. Προσπάθησες, φάνηκε να ξεπερνιέται το θέμα και προχώρησες, Αρχισες να γνωρίζεις το κορμί της, τα πεινασμένα χέρια σου την χάιδευαν παντού. Και της άρεσε, το είδες στην κοκκιννίλα του λαιμού της, τα μάτια της δεν είδες στο σκοτάδι και την απόφαση να σου «πουλήσει» μόλις και εκδηλώθηκες. Δεν σου μαζεύτηκε, δεν τραβήχτηκε συνέχισε να σε φιλάει και τρυφερά ψιθύρισε ότι δεν κάνει χάρες… Δεν σούπε καν πως δεν θέλει το πρώτο βράδυ, ήταν καλά ζυγισμένο το χτύπημά της. «Θα σε μάθω να φιλάς, θα σε μάθω να κάνεις έρωτα, θα κάνουμε έρωτα σ’ ένα δυό μήνες και θάναι υπέροχα, χάρες δεν κάνω εγώ, είμαι αρκετά μεγάλη γιά να με χρησιμοποιούν», μπορεί να σου είπε κι’ άλλα και συ την άκουσες χαϊδεύοντας μεσόκοπη επιδερμίδα . Την κοίταξες με απορία, δεν της είχες ζητήσει τίποτε, άφηνες τα πράγματα στην φυσική τους πορεία, αυτή δεν τό βλεπε έτσι. Σιγά- σιγά πάγωνε την ατμόσφαιρα χωρίς να τραβηχτεί από τα χέρια σου, αλλά και χωρίς ν’ ανταποκρίνεται καθόλου. Σε λίγο χάιδευες ένα κομμάτι κρέας και είχες ένα πελώριο κενό εκεί που θάπρεπε να υπάρχει η καρδιά. Ξανάλθε η θλίψη στα μάτια σου κι η ατέλειωτη προσμονή μεσ’ στο μυαλό σου. Το αυτοκίνητο πήρε τον δρόμο της επιστροφής, τραβήχτηκες στην άκρη του καθίσματος διαλυμένος. Η κυρία σου εξηγούσε τα πλεονεκτήματα της μεθόδου της, θα γινόσουνα ένας τέλειος κηφήνας για την βασίλισσα αν άκουγες τις συμβουλές της κι’ έδειχνες υπομονή και φιλομάθεια.. Τώρα γιά το άν γυαλίζανε τα μάτια της ή σου φάνηκε δεν ήσουνα σίγουρος, η άρνηση σου όμως δεν χρειαζότανε να εκφρασθεί. Επέλεξε την μέση λύση «Θα τηλεφωνηθούμε » σου είπε όταν κατέβηκες απ’ τ’ αμάξι και σε πόνεσε ο θάνατος της ελπίδας, τόξερες μάλλον η τελευταία σου ευκαιρία ήταν. Πήρες μ’ αργό το βήμα τον δρόμο για το σπίτι, καλή ώρα όπως τώρα Ολο χαμένες ευκαιρίες η ζωή σου. Ισως γιατί δεν πάλεψες ποτέ γερά για κάτι, δεν είχες το ψυχικό το σθένος να το φέρεις στα νερά σου, ίσως ήσουνα κι’ άτυχος μερικές φορές. Όπως τότε, χρόνια πολλά πριν, μ’ εκείνο τον κοντούλη τον εφοπλιστή που πήγες ν’ αλλάξεις την ζωή σου. Εσύ τούβαφες το σπίτι κι αυτός έψαχνε απελπισμένα άτομα πρόθυμα για μια δουλειά, βρώμικη δουλειά, μήπως οι άλλες ήταν καθαρές ; Ετυχε να ξέρεις και τον καπετάνιο του, παιδικός φίλος, έβαλε το χεράκι του κι’ αυτός και σε πήρε μαζί του στο Μπουργκάς για το φόρτωμα , σούβγαλε και φυλλάδιο ναυτικό. Δυο μερόνυχτα φόρτωνε το καράβι αντιαρματικές ρουκέτες, τσέχικες, ρώσσικες, βουλγάρικες απ΄ αυτές που από τον ώμο του στρατιώτη ανατινάζουνε το τεθωρακισμένο. Εμπόριο όπλων. Σαν σαλπάρισε το καράβι έμεινες έξω με τον εφοπλιστή. Δια ξηράς Κωνσταντινούπολη, εκεί θ’ ανέβαινες στο καράβι μέχρι την Αιθιοπία. Γερά λεφτά. Τέσσερις χιλιάδες η ώρα πλεύσης, δολάρια φυσικά. Δύο ο εφοπλιστής, χίλια ο καπετάνιος κι’ από διακόσια τα πέντε μέλη του πληρώματος. Δεν μπαρκάρισες ποτέ. Οι τουρκαλάδες βρήκαν τα όπλα στην επιθεώρηση. Οσο κι’ αν φώναζε ο καπετάνιος πως θα ξεφόρτωναν Αφρική, η κυπριακή σημαία -ευκαιρίας-στο καράβι ήταν καταδικαστική. Ο φίλος σου ο καπετάνιος φιγουράριζε πρώτη σελίδα στις εφημερίδες και ο εφοπλιστής πλήρωσε τα κέρατά του σε λαδώματα για να γυρίσετε στην Ελλάδα κυνηγημένοι από τούρκικη αστυνομία και λιμενικό.. Το φορτίο και το καράβι γράφτηκαν στο παθητικό του, συνέχισε με τ’ άλλα καράβια του και συ ξανάπιασες την μπατανόβουρτσα. Εκαστος εφ’ ω ετάχθη. Πίσω στο σπίτι Πιό κάτω το περπάτημα ζωήρεψε. Δεν σ’ ενοχλούσε το στομάχι πιά μα μόνο οι στενοχώριες. Περπάτησες πιό γρήγορα και έπιασες τις σκέψεις. Είναι τ’ αντίδοτό σου, να σκέπτεσαι σαν περπατάς, είναι η παραμύθα σου, τα όνειρα σου για το μέλλον. Σαν κάθεσαι, στο παρελθόν σε φέρνουν τ’ όνειρά σου. Περπάτημα με πείσμα. Σαν σε προπόνηση. Βελτίωση καθημερινή. Δεν θα κάνουν ολυμπιακούς αγώνες γιά μπογιατζήδες ; Θα κάνουν, δεν μπορεί, θα κάνουν κάπου στην Ασία, κάποτε. Αγώνας βάδην είκοσι χιλιομέτρων, και συ με φίνις να προσπερνάς τους αντιπάλους έναν-έναν και να κόβεις το νήμα με το στήθος. Κι’ ύστερα στο βάθρο, στο πιό ψηλό σκαλί. Τον ύμνο πιά δεν τον ακούς, μα δεν πειράζει. Χαμογελάς και δείχνεις το μετάλλιο, χαμός και μαγνητόφωνα και μηχανές και κινητά, απ’ όλα. Και γυναικεία κεφάλια που στριμώχνονται στους λίγους πόντους παρακάτω. Ενα απ’ αυτά δικό σου, του νικητή. Δεν διαλέγεις το πιό όμορφο αλλά το πιό γλυκό. Το κορμί της να ταιριάζει απόλυτα με το δικό σου όπως αποχωρείτε αγκαλιασμένοι. Το μετάλλιο και το κορίτσι, αυτός είναι όλος σου ο κόσμος, αυτός. Ούτε άρτος ούτε θεάματα. Μόνο περπάτημα με το κορίτσι αγκαλιά. Τα πόδια σου σε φέρανε στο σπίτι σου ξανά, μα το κορίτσι κάπου τ’ άφησες στο δρόμο. Γυρνάς στην κάμαρα σου και αλλάζεις. Μόνο τα ρούχα με πυτζάμες, τ’ άλλα το θές μα δεν μπορείς. Πλένεις τα δόντια σου, τη φάτσα στο καθρέπτη βλέπεις. Βλέπεις την κούραση στο πρόσωπο και δεν σ’ αρέσει. Ούτε το βλέμμα σου σ’ αρέσει πιά. Ελπίζεις όμως. Σε καλύτερες μέρες. Οπως όλοι. Και ονειροπολείς στο ξύπνιο σου. Και σκέπτεσαι…νάπιανες το λαχείο κι’ ας μην αγόρασες ποτέ σου. Νοιώθεις κουρασμένος και θες να ξαπλώσεις, είναι η ώρα σου. Εχεις δουλειά για μεροφάϊ το πρωΐ. Πάλι καλά που βρέθηκε αυτός ο εργολάβος κι’ ας σε στέλνει να βάψεις στα παλιά τα λημέρια σου, μισοκοιμισμένο. Θάθελες μόνο στα όνειρά σου να’ σαι εκεί, να ρύθμιζες εσύ το ριζικό σου. Μα όταν έπρεπε δεν είχες το κουράγιο να το κάνεις. Και τώρα πάμε στα πιό δύσκολα. Τέλος δουλειά, τέλος φαΐ, τέλος περπάτημα, τέλος διαδικασίες. Εσύ κι’ ο εαυτός σου. Μόνος. Τώρα πληρώνεις το γραμμάτιο του άλλοτε και των επιλογών σου. Για λίγο στάθηκες στης κάμαρης τη μέση. Τον απολογισμό σου έκανες και τρόμαξες πολύ. Με το που συνειδητοποίησες τη μοναξιά σου, χαθήκαν όλες οι εικόνες απ’ τα μάτια σου, καθρέπτες ξεφυτρώσαν γύρω-γύρω. Της μοναξιάς είναι τα κατορθώματα αυτά, τον εαυτό σου απανταχού να βλέπεις, οι πίνακες στους τοίχους και τα λίγα έπιπλα σαν να μην έδιναν εικόνα πια. Κι’ όταν τον εαυτό σου μόνο βλέπεις, χάνεις και μέτρα και σταθμά, το ελάχιστο στα μάτια σου, πελώριο φαντάζει. Είναι που ψάχνεις κάπου να πιαστείς και τίποτε δεν βρίσκεις. Τότε μπορείς να θυμηθείς ακόμα και το τίποτα, τη μια ματιά, την καλημέρα κάποιας μέσα στο λεωφορείο και ιστορίες μέσα σου να φτιάξεις. Θυμάσαι κάποιο χαρακτηριστικό της που σου άρεσε και πλάθεις τον χαρακτήρα της από αυτό, στα μέτρα τα δικά σου βέβαια. Αρπάζεσαι από μια κουβέντα και φτιάχνεις σενάρια ολόκληρα. Κι’ όλο την βλέπεις να σε κοιτάζει έτοιμη να σε ακούσει, έτοιμη να συμφωνήσει σε μια κοινή υπόσχεση για μια ζωή καινούργια που όλο την κυνηγάς και όλο σου ξεφεύγει. Και περιμένεις να την ξαναδείς στη στάση, στο λεωφορείο μέσα, μήπως η σύμπτωση αυτή την ώθηση σου δώσει, τον βούρκο σου ν’ αφήσεις. Αχ, πόσα θα της έλεγες άμα τη συναντούσες, κάθε πρωί που την γύρευες με την ελπίδα στο βλέμμα, στου λεωφορείου την ουρά. Μα δεν την ξαναείδες, και μέσα μείνανε τα λόγια που θα της έλεγες. Μετά και την μορφή της ξέχασες, ίδια κι’ απαράλλαχτα όπως ξεχνάμε τον αριθμό του λαχείου που δεν ευτύχησε στην κλήρωση, αυτόν τον αριθμό που λίγες μέρες πριν τον ψιθυρίζαμε στον εαυτό μας σαν το μυστικό που την ζωή μας θα γυρνούσε τούμπα. Αλλαξες θέση, άλλαξε κι η σκέψη σου, ψάχνει να βρει απάγκιο ν’ ακουμπήσει. Ξάπλωσες στο κρεβάτι και γλυκός ο ύπνος κάθεται στα βλέφαρά σου πάνω. Ψάχνεις με το μυαλό σου όλα τα θέματα της μέρας, όλες τις πληροφορίες, ζάπινγκ κάνεις στις εικόνες που περνάνε γρήγορα στα κλειστά τα μάτια σου μπροστά. Μόλις και βρήκες αυτό που ήθελες, παραδόθηκες ασυζητητί. Γέμισες την άδεια σου αγκαλιά μ’ όνειρα, με γλυκούς αναστεναγμούς, την μυρουδιά απ΄τα μαλιά της. Εκεί την αντάμωνες σαν τύχαινε να την φέρεις στ’ όνειρό σου, μόλις και τα κατάφερνες να διώξεις απ’ το μυαλό μοναξιά και κούραση και χρέη και όλα όσα σου ροκανίζαν τη ζωή. Στο όνειρό σου την είδες νάρχεται. Ένα χαμόγελο σχηματίσθηκε στο κοιμισμένο σου πρόσωπο, το χαμόγελο της γλυκιάς προσμονής. Αλλά δεν βάστηξε πολύ. Τα γαστρικά υγρά στις διαδρομές τους σκιαγραφούσαν στομάχι κι’ οισοφάγο. Ισως δεν ήταν το φαΐ αλλά η στενοχώρια, ίσως πάλι που ξάπλωσες κι’ ανέβηκε το φαγητό μεσ’ στο στομάχι. Πάντως σε ξύπνησαν. Ανασηκώθηκες και ρεύτηκες. Βαριά τα βλέφαρά σου κλείσανε σαν υποχώρησε η καούρα. Και τότε ήρθε. Η μήπως ήταν από ώρα εκεί και δεν την έβλεπες, δίπλα σου ξαπλωμένη ; Γύρισες στη μεριά της. Μαλλιά λεπτά και πλούσια, στο πιό γλυκό λευκοκίτρινό τους, μάτια και φρύδια σκούρα, μύτη λεπτή, κόκκινο στόμα. Δέρμα λευκό, σπασμένο με βαθειές χαραματιές μα χωρίς ζάρες. Εβλεπες μόνο το κεφάλι και λαιμό αλλά το στόμα σου βρέθηκε στη θηλή της. Στενόμακρη και ροζ, πόσο γλυκειά η γεύση της στο στόμα… Χρόνια είχες να αισθανθείς έτσι. Τ’ αριστερό σου χέρι χάϊδευε το γυμνό της σώμα στους ώμους, στο ξαπλωμένο χέρι της, στη μέση. Τραβήχθηκες λίγο προς τα πάνω και την φίλησες στο στόμα. Η γλώσσα σου ακολούθησε τα μεταλλικά στηρίγματα των δοντιών της και μετά ενώθηκε με τη δική της. Σου αρέσανε κι’ οι δυό οι γεύσεις βρήκες μιά γλύκα και στο μέταλλο. Τ’ αριστερό σου χέρι έφτασε στην ήβη της και κατηφορίζοντας έστειλε ένα δάκτυλο μέσα. Ηταν υγρά και ζεστά. Το δεξί σου χέρι, καρφωμένο στο στήθος της, βάσταγε κάτι επιτέλους. Σιγά- σιγά άρχισες να ξεφεύγεις από τον χώρο των αισθήσεων και να σκέπτεσαι ξανά. Δεν βρήκες την παραμικρή αποδοχή εκ μέρους της, μόνο σιωπή μα ούτε και απόρριψη αισθάνθηκες. Σου φάνηκε περίεργο, δεν ήξερες αν έπρεπε να συνεχίσεις ή όχι. Πριν το σκεφτείς όμως και πριν προλάβεις να ξυπνήσεις, μέσα στα σκέλια ένιωσες ωραία. Μιά δυνατή, πολύ σκληρή στύση, όπως παλιά. Βάλθηκες να την φιλάς παθιασμένα, το σώμα σου άρχισε να σκαρφαλώνει στο δικό της, προσπαθούσες να θυμηθείς τις θέσεις και τις στάσεις. Κι’ αποκοιμήθηκες με το χαμόγελο στα χείλη. Βαθιά όσο ποτέ. Ηταν τότε που πήρε την απόφαση η καρδιά σου πως αρκετά έβαψες, καιρός ν’ αναπαυθείς λιγάκι… Στο μεταίχμιο Λίγες ωρίτσες σου μείνανε μα δεν το ξέρεις. Τώρα βρίσκεσαι απορημένος κάνα μέτρο πιο πάνω, ξεσκέπαστος μα δεν κρυώνεις. Βλέπεις τον εαυτό σου στο κρεβάτι ξαπλωμένο και διχάζεσαι. Δεν ξέρεις αν πρέπει να πας εκεί ή να μείνεις εδώ που βρίσκεσαι. Σε στενοχωρεί η άγνοια μα περισσότερο σε στενοχωρεί να βλέπεις τον εαυτό σου από κάποια απόσταση, δεν τόχεις συνηθίσει. Ευτυχώς που δεν βλέπεις το πώς φθίνει η εικόνα σου σιγά-σιγά, σαν αιθέρας που εξατμίζεται. Παίζεις την ταινία της ζωής σου στα μάτια σου να διώξεις την θλίψη. Διαλέγεις σκηνή. Μεταπολίτευση κι’ όλος ο κόσμος στους δρόμους. Εκτός από τρεις. Ηταν τότε που προσπαθούσατε με τον διαφημιστή να μάθετε το γιατρό πρέφα. Κλεισμένοι τρεις μέρες σ’ ένα σπίτι, μόνο τηλεόραση για ενημέρωση, κάνατε σχέδια για πλιάτσικο σε ενδεχόμενο πολέμου, η επιστράτευση ήταν γενική αλλά δεν είχε χώρο στα στρατόπεδα και διώξανε τους αγύμναστους στα σπίτια τους. Ο γιατρός μελετούσε τις αξίες των χρωμάτων, μπαστούνια, σπαθιά, καρά, κούπες, αχρωμάτιστα. Μετά πάμε στις εφτά μπάζες με την ίδια σειρά. Το αεροπλάνο απ’ το Παρίσι έφερνε πίσω αυτόν που είχε φύγει με ψευδώνυμο, κύριος Τριανταφυλλίδης. Ο λαός στους δρόμους μεθυσμένος αποθέωνε τον «εθνάρχη», η χούντα έπεφτε. Με πίκρα σκεφτόσουνα πριν τη χούντα, στη χούντα και μετά τη χούντα ο ίδιος αστυφύλακας ήτανε, ο ίδιος δάσκαλος, ο ίδιος δικαστής. Γιατί πανηγυρίζανε ; Αρχισε το παιχνίδι, μετά δυο-τρεις γύρους ο γιατρός ξεθάρρεψε, αγόρασε αχρωμάτιστα. Κοίταξες τα χαρτιά σου, τον «είχες». «Παίζω» φώναξες, «κι εγώ» είπε ο διαφημιστής. Ο γιατρός αμφιταλαντεύτηκε. «Όταν λέω αχρωμάτιστα, τι εννοώ ; » ρώτησε. Εκεί τελείωσε το παιχνίδι, με πολύ γέλιο. Δεν θυμόσουνα άλλο πράγμα στη ζωή σου που να τελείωσε με γέλιο. Ο «εθνάρχης» ανασυγκροτούσε τη χώρα. Κάποια χρόνια μετά ο συνονόματός του ανεψιός ανασυγκροτούσε το κράτος αλλά ήσουνα αρκετά μεγάλος πια για να γελάσεις. Ηδη αχνοφαίνεσαι μέσα στο σπάσιμο της αυγής, κοντεύει έξη η ώρα. Βλέπεις τον εαυτό σου στο κρεβάτι ακίνητο. Σαν τη θάλασσα που τόσο αγάπησες, την ήρεμη περισσότερο. Κάποιες φορές ο αγέρας και τα ρέματα κοιμούνται, αν είναι αφέγγαρη η νυχτιά βλέπεις τ’ αστέρια στο νερό. Αν είναι μέρα παίρνει η επιφάνεια ένα χρώμα προς το γκρι, «από τη σκόνη που κάθεται στο ακίνητο νερό» ήταν το σλόγκαν σου. Με τέτοια θάλασσα είχατε πάει για ψάρεμα τις εποχές τις ευτυχισμένες, με τα κουπιά. Καφές στο τάπερ, ψαράκια στον κουβά, ντύλαν στο κασσετόφωνο, το φορητό. Σαν μεσημέριασε κι’ έπρεπε να πάρετε το δρόμο για την επιστροφή το μόνο πρόβλημα στη ζωή σου ήταν που έπρεπε να λάμνεις με ντάλα ήλιο. Πήγες να περάσεις τα κουπιά στους σκαρμούς και σούπεσαν και τα δυο στη θάλασσα. Ηταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή στη ζωή σου σαν έφυγε κι’ η τελευταία έγνοια απ’ το κεφάλι. Κρίμα που δεν την είδε αυτή τη λάμψη στα μάτια σου η κοπελιά, την έψαχνε σαν κάνατε έρωτα, μα δεν της έτυχε ποτέ. Άλλη μια φορά αισθάνθηκες έτσι : σαν πρωτάκουσες την πέστροφα του Σούμπερτ μόλις που ξύπναγες, με το κεφάλι άδειο και τις αισθήσεις σου στην τσίτα. Ηταν η παρθενιά σου με τις μουσικές στα σολφέζ της μεγαλοφυΐας. Μετά γνώρισες τον Βέρντι. Πήγε έξη και τέταρτο. Κάνεις να σηκωθείς και δεν σαλεύεις. Το νοιώθεις καλά πως δεν μπορείς να κουνηθείς μα δεν αντιδράς.. Εξ άλλου έχεις πάει πιο ψηλά κι’ έχεις τελείως εξαϋλωθεί, δεν υπάρχεις πια. Κι ούτε κρυώνεις. Τα πτώματα έχουνε πάντα θερμοκρασία δωματίου, σαμπρέ όπως λένε για τα κόκκινα κρασιά. ΤΕΛΟΣ Advertisements https://sarantakos.wordpress.com/2019/03/17/gpoint-6/ ________ Orasi mailing list για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] και στο θέμα γράψτε unsubscribe Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net Για το αρχείο της λίστας http://www.mail-archive.com/[email protected]/ Εναλλακτικό αρχείο: http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/ παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) http://www.freelists.org/archives/orasi __________ NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού http://www.nvda-project.org/ _____________ Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ____________
