Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή, 26 Μαΐου 2019 - 09:44

Η κάρτα (διήγημα του Μαρσέλ Αιμέ)


Πριν από τρεις Κυριακές είχαμε δημοσιεύσει το φανταστικό-χιουμοριστικό διήγημα 
«Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’ τους τοίχους» του Μαρσέλ Αιμέ. Όπως είχαμε 
τότε αναφέρει, η φίλη που έκανε τη μετάφραση έχει επίσης μεταφράσει κι ένα 
ακόμα διήγημα του Αιμέ -και το παρουσιάζουμε σήμερα.

Όπως και το προηγούμενο, έτσι κι αυτό το διήγημα του Αιμέ γράφτηκε μέσα στην 
Κατοχή και δημοσιεύτηκε το 1943 σε βιβλίο -στην ίδια συλλογή διηγημάτων, που 
μπορείτε να τη βρείτε εδώ στα γαλλικά.

Το διήγημα έχει τη μορφή αποσπασμάτων από το ημερολόγιο ενός συγγραφέα. 
Θεσπίζεται ένας νέος νόμος βάσει του οποίου το δικαίωμα ύπαρξης χορηγείται με 
δελτίο και ο Αιμέ περιγράφει τα όσα γκροτέσκα ακολουθούν. Περιέργως, το διήγημα 
πέρασε από τη γερμανική λογοκρισία -θα θεωρήθηκε φανταστικό.

Το διηγημα έχει μεταφραστεί στα ελληνικά παλιότερα, με τίτλο «Το δελτίο». Η 
φίλη που το μετέφρασε προτίμησε να ακολουθήσει το πρωτότυπο, που κάνει λόγο για 
carte (κάρτα, και πιο πέρα carte de temps-χρονοκάρτα), η οποία περιέχει 24 
δελτία (tickets).

Στο διήγημα εμφανίζονται διάφορα υπαρκτά πρόσωπα, γνωστά στο Παρίσι και ειδικά 
στη Μονμάρτη στην εποχή. Ο Σελίν είναι γνωστός, τον Ζεν Πωλ τον αναφέραμε στο 
προηγούμενο διήγημα, ενώ στα άλλα πρόσωπα έχω βάλει λίκνους. Ο Τεντέν (Tintin) 
πιθανώς είναι ο Tonton, δηλαδή ο Gaston Baheux, που τον βλέπουμε στη φωτογραφία 
στο κέντρο, ενώ πίσω του με τα μαύρα γυαλιά είναι ο Μαρσέλ Αιμέ.

Το λουλούδι αγριολίζα είναι η pervenche.

Tο όνομα του κεντρικού ήρωα είναι Flegmon, που παραπέμπει στη διπλότυπη λόγια 
λέξη flegme/phlegme (φλέγμα) και στον ιατρικό όρο phlegmon (φλεγμονή).

Ο γέρος γείτονάς του λέγεται Roquenton, παραλλαγή του roquentin μειωτικού 
χαρακτηρισμού για γέρο που παλιμπαιδίζει. Στη Ναυτία του Σαρτρ, που κυκλοφόρησε 
 το 1938 και έχει επίσης ημερολογιακό χαρακτήρα, ο συγγραφέας του ημερολόγιου 
ονομάζεται Roquentin παρ’ ότι νέος.

            Η κάρτα

Αποσπάσματα από το ημερολόγιο του Ιούλιου Φλεγκμόν

10 Φεβρουαρίου. Κάτι παράλογο ψιθυρίζεται στη γειτονιά για νέα περιοριστικά 
μέτρα. Θα προχωρούσαν, λέει, στη θανάτωση των μη παραγωγικών καταναλωτών, 
γερόντων, συνταξιούχων, εισοδηματιών, άνεργων και άλλων άχρηστων στομάτων, 
προκειμένου να αντιμετωπίσουν την ένδεια και να διασφαλίσουν την καλύτερη 
απόδοση στο εργαζόμενο κομμάτι του πληθυσμού.

Κατά βάθος βρίσκω το μέτρο αρκετά δίκαιο. Συνάντησα λίγο αργότερα μπροστά στο 
σπίτι μου το γείτονά μου Ροκαντόν, τον παράφορο εβδομηντάρη, που παντρεύτηκε 
πέρσι μια νεαρή εικοσιτεσσάρα.

Τον έπνιγε η αγανάκτηση: «Τι σημασία έχει η ηλικία, φώναζε, εφόσον κάνω 
ευτυχισμένη την κουκλίτσα μου!».

Με λόγια που έδειχναν ανωτερότητα τον συμβούλεψα να δεχτεί με αλαζονική χαρά να 
θυσιαστεί για το καλό της κοινότητας.

12 Φεβρουαρίου. Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά. Σήμερα γευμάτισα με τον παλιό 
μου φίλο Μαλεφρουά, σύμβουλο στη νομαρχία του Σηκουάνα. Τον ψάρεψα με τρόπο, 
αφού του έλυσα τη γλώσσα με μια μποτίλια αρμπουά. Δεν πρόκειται φυσικά να 
θανατώσουν τους άχρηστους. Απλώς θα κουτσουρέψουν το χρόνο ζωής τους. Ο 
Μαλεφρουά μου εξήγησε ότι θα δικαιούνταν ορισμένες μέρες ύπαρξη το μήνα ανάλογα 
με το βαθμό αχρηστίας τους. Φαίνεται ότι οι χρονοκάρτες έχουν κιόλας τυπωθεί. 
Βρήκα την ιδέα και πετυχημένη και ποιητική. Απ’ ό,τι θυμάμαι έκανα σχόλια στ’ 
αλήθεια χαριτωμένα. Ο Μαλεφρουά -σίγουρα τον είχε πιάσει λίγο το κρασί- με 
κοίταξε καλοσυνάτα με μάτια βουρκωμένα από συμπάθεια.

13 Φεβρουαρίου. Είναι ατιμία! Αρνησιδικία! Ένα τερατώδες έγκλημα! Το διάταγμα 
μόλις δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες και ιδού που μεταξύ «των καταναλωτών που για 
τη συντήρησή τους δεν υπάρχει κανένα πραγματικό αντιστάθμισμα» φιγουράρουν οι 
καλλιτέχνες και οι συγγραφείς! Θα καταλάβαινα εν ανάγκη την εφαρμογή του μέτρου 
στους ζωγράφους, τους γλύπτες, τους μουσικούς. Αλλά στους συγγραφείς! Εδώ 
υπάρχει ανακολουθία, παραλογισμός, που θα μείνουν σαν το μεγαλύτερο όνειδος της 
εποχής μας. Διότι επιτέλους η χρησιμότητα των συγγραφέων δεν χρειάζεται να 
αποδειχτεί, και κυρίως η δικιά μου – μπορώ να το πω με κάθε μετριοφροσύνη. Θα 
δικαιούμαι λοιπόν μόνο δεκαπέντε μέρες ύπαρξη  το μήνα.

16 Φεβρουαρίου. Καθώς το διάταγμα μπαίνει σε ισχύ την 1η Μαρτίου και η 
καταγραφή οφείλει να έχει γίνει από τις 18 τρέχοντος, οι άνθρωποι που λόγω της 
κοινωνικής τους κατάστασης προορίζονται για μερική ύπαρξη ασχολούνται με την 
αναζήτηση δουλειάς, που θα τους επιτρέψει να ταξινομηθούν στην κατηγορία των 
πλήρως ζώντων. Αλλά η διοίκηση, με μια σατανική διορατικότητα, απαγόρευσε κάθε 
μετακίνηση προσωπικού πριν από τις 25 Φεβρουαρίου.

Μου ήρθε η ιδέα να τηλεφωνήσω στο φίλο μου Μαλεφρουά, για να μου εξασφαλίσει 
μια θέση πορτιέρη ή φύλακα μουσείου μέσα στις επόμενες 48 ώρες. Πολύ αργά. 
Μόλις έκλεισε η τελευταία διαθέσιμη θέση κλητήρα.

-Μα διάολε, γιατί περιμένατε μέχρι σήμερα, για να μου ζητήσετε μια θέση;

-Και πώς μπορούσα να υποθέσω ότι θα με έθιγε το μέτρο; Όταν φάγαμε μαζί, δεν 
μου είπατε…

-Επιτρέψτε μου. Σας είχα επισημάνει, πιο καθαρά δεν γινόταν, ότι το μέτρο 
αφορούσε όλους τους άχρηστους.

17 Φεβρουαρίου. Χωρίς αμφιβολία η θυρωρός μου με θεωρεί από τώρα ένα 
μισοζώντανο, ένα φάντασμα, μια σκιά που ανεβαίνει με δυσκολία από τον κάτω 
κόσμο, αφού σήμερα το πρωί παρέλειψε να μου φέρει την αλληλογραφία μου. 
Κατεβαίνοντας της τα ’ψαλα για τα καλά.«Για να χλαπακιάζετε καλύτερα», της 
είπα, «οι τεμπέληδες του είδους σας, μια ελίτ θυσιάζει τη ζωή της.» Αυτό κατά 
βάθος είναι πολύ αληθινό. Όσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο αυτό το διάταγμα 
μου φαίνεται άδικο και αθέμιτο.

Λίγο αργότερα συνάντησα τον Ροκαντόν και τη νεαρή γυναίκα του. Τον λυπήθηκα τον 
καημένο το γέρο. Συνολικά θα δικαιούται έξι μέρες ζωή το μήνα αλλά το χειρότερο 
είναι ότι η κυρία Ροκαντόν λόγω της νεότητάς της δικαιούται δεκαπέντε μέρες. 
Αυτή η διαφορά κάνει το γέρο σύζυγο να έχει φοβερή αγωνία. Η μικρή φαίνεται να 
δέχεται τη μοίρα της πιο φιλοσοφημένα.

Μέσα στη μέρα αυτή συνάντησα πολλά πρόσωπα που το διάταγμα δεν τους έθιγε. Η 
έλλειψη κατανόησης και η αχαριστία τους γι’ αυτούς που θυσιάζονται με αηδιάζουν 
βαθιά. Αυτό το άδικο μέτρο όχι μόνο τους φαίνεται το φυσικότερο του κόσμου αλλά 
χαίρονται κι από πάνω. Πότε θα καυτηριάσουμε σκληρά τον ανθρώπινο εγωισμό!

18 Φεβρουαρίου. Τρεις ώρες ουρά στο δημαρχείο του 18ου διαμερίσματος, για να 
πάρω τη χρονοκάρτα μου. Μοιραστήκαμε σε δυο σειρές, δυο χιλιάδες περίπου 
δυστυχισμένοι, παραδομένοι στην όρεξη των εργαζόμενων μαζών. Και δεν ήταν παρά 
μόνο μια πρώτη φουρνιά. Οι μισοί περίπου ήταν ηλικιωμένοι.

Έβλεπες όμορφες νέες με πρόσωπα μαραμένα απ’ τη θλίψη, που έμοιαζαν να 
αναστενάζουν: δεν θέλω ακόμη να πεθάνω. Πολυάριθμες ήταν και οι επαγγελματίες 
του έρωτα. Το διάταγμα τις έθιγε σκληρά, περιορίζοντας το χρόνο ζωής τους σε 
εφτά μέρες το μήνα. Μπροστά μου μια απ’ αυτές παραπονιόταν ότι ήταν 
καταδικασμένη για πάντα στην κατάσταση της κοινής γυναίκας. Σε εφτά μέρες, 
διαβεβαίωνε, οι άντρες δεν έχουν χρόνο να προσκολληθούν. Αυτό δεν μου φαίνεται 
και τόσο σίγουρο. Στις ουρές αναγνώρισα, όχι χωρίς συγκίνηση και, οφείλω να 
ομολογήσω, με κρυφή ικανοποίηση, τους συναδέλφους απ’ τη Μονμάρτη, συγγραφείς 
και καλλιτέχνες: τον Σελίν, τον Ζεν Πωλ, τον Νταρανιές, τον Φοσουά, τον Σουπό, 
τον Τεντέν, τον ντ’ Εσπαρμπές και άλλους. Ο Σελίν ήταν στις μαύρες του. Έλεγε 
ότι ήταν ένα ακόμα τέχνασμα των Εβραίων αλλά πιστεύω ότι ειδικά σ’ αυτό το θέμα 
τον παρέσυρε η κακή του διάθεση. Στην πραγματικότητα με τους όρους του 
διατάγματος χορηγούσαν στους Εβραίους αδιακρίτως ηλικίας, φύλου ή 
δραστηριότητας μισή μέρα ύπαρξη το μήνα. Το πλήθος στο σύνολο του ήταν 
εξοργισμένο και θορυβούσε. Οι πολυάριθμοι υπάλληλοι που είχαν αναλάβει την 
επιβολή της τάξης μας συμπεριφέρονταν με μεγάλη περιφρόνηση, θεωρώντας μας 
προφανώς σαν απόβλητα της ανθρωπότητας. Καθώς δυσανασχετούσαμε με την 
παρατεταμένη αναμονή, καταπράυναν επανειλημμένα την ανυπομονησία μας με 
κλωτσιές στον κώλο. Κατάπια τον εξευτελισμό με βουβή αξιοπρέπεια αλλά κοίταξα 
ασκαρδαμυκτί έναν υπαστυνόμο βγάζοντας νοερά μια επαναστατική κραυγή. Τώρα 
είμαστε εμείς της γης  οι κολασμένοι.

Πήρα επιτέλους τη χρονοκάρτα μου. Τα συνημμένα δελτία, που καθένα αξίζει 24 
ώρες ύπαρξη, είναι μπλε πολύ απαλό, στο χρώμα της αγριολίζας, και τόσο γλυκό 
που μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια.

24 Φεβρουαρίου. Πριν από οχτώ μέρες είχα γράψει στην αρμόδια υπηρεσία, για να 
εξετάσουν την προσωπική μου περίπτωση. Πέτυχα ένα συμπλήρωμα 24 ωρών το μήνα. 
Κάτι είναι κι αυτό.

5 Μαρτίου. Εδώ και δεκαριά μέρες ζω σε μια πυρετώδη κατάσταση, που μ’ έκανε να 
παραμελήσω το ημερολόγιό μου. Έχω σχεδόν χάσει το νυκτερινό μου ύπνο, για να 
μην αφήσω τίποτα να χαθεί από μια ζωή τόσο σύντομη. Αυτές τις τέσσερις 
τελευταίες μέρες θα έχω γεμίσει περισσότερο χαρτί απ’ όσο σε τρεις βδομάδες 
κανονικής ζωής και ωστόσο το στυλ μου διατηρεί την ίδια διαύγεια, η σκέψη μου 
το ίδιο βάθος. Δίνομαι στην ηδονή με την ίδια φρενίτιδα. Θα ήθελα όλες οι 
ωραίες γυναίκες να γίνονταν δικές μου αλλά αυτό είναι αδύνατο. Από επιθυμία να 
εκμεταλλευτώ πάντα την ώρα που περνάει και ίσως επίσης από πνεύμα εκδίκησης 
κάνω κάθε μέρα δύο πολύ πλούσια γεύματα στη μαύρη αγορά. Έφαγα το μεσημέρι 
τρεις ντουζίνες στρείδια, δύο αυγά ποσέ, μια μεγάλη μερίδα χήνα, ένα κομμάτι 
βοδινό φιλέτο, λαχανικά, σαλάτα, διάφορα τυριά, ένα σοκολατένιο γλύκισμα, ένα 
γκρέιπφρουτ και τρία μανταρίνια. Πίνοντας τον καφέ μου και, παρόλο που η ιδέα 
της θλιβερής μοίρας μου δεν με είχε καθόλου εγκαταλείψει, δοκίμασα ένα αίσθημα 
μιας κάποιας ευτυχίας. Θα γινόμουν ένας τέλειος στωικός;

Βγαίνοντας απ’ το εστιατόριο έπεσα πάνω στο ζεύγος Ροκαντόν. Ο ανθρωπάκος ζούσε 
σήμερα την τελευταία του μέρα του Μαρτίου. Σήμερα το βράδυ, τα μεσάνυχτα, μόλις 
τελειώσει το έκτο του δελτίο, θα βυθιστεί στο μη είναι και θα μείνει εκεί 
εικοσιπέντε μέρες.

7 Μαρτίου. Επίσκεψη στη νεαρή κυρία Ροκαντόν, προσωρινά χήρα από τα μεσάνυχτα. 
Με υποδέχτηκε με χάρη και η μελαγχολία την έκανε γοητευτικότερη. Μιλήσαμε για 
πολλά και διάφορα και για το σύζυγό της. Μου διηγήθηκε πώς βυθίστηκε στο μηδέν. 
Είχαν πλαγιάσει. Τα μεσάνυχτα παρά ένα ο Ροκαντόν κρατούσε το χέρι της γυναίκας 
του και της απηύθυνε τις τελευταίες του συστάσεις. Μεσάνυχτα ακριβώς, ένιωσε 
ξάφνου το χέρι του συντρόφου της να λιώνει μέσα στο δικό της. Πλάι της έμεινε 
μόνο μια πιζάμα αδειανή και μια μασέλα πάνω στο προσκέφαλο. Η ανάκληση του 
γεγονότος μας συγκίνησε ζωηρά. Ενώ η Λιουσέτ Ροκαντόν έχυνε κάποια δάκρυα, της 
άνοιξα την αγκαλιά μου.

12 Μαρτίου. Χτες  στις έξι η ώρα το βράδυ πήγα για ένα ποτό στου Περούκα, του 
ακαδημαϊκού [Perruque, χαρακτηρισμός της αργκό για τους αρτηριοσκληρωτικούς 
γέρους]. Όπως ξέρουμε, η διοίκηση, για να μη διαψεύσει τη φήμη των αθανάτων 
της, παραχώρησε σ’ αυτά τα λείψανα το προνόμιο να περιλαμβάνονται μεταξύ των 
πλήρως ζώντων. Ο Περούκας ήταν ένας τιποτένιος με αυταρέσκεια, υποκρισία και 
κακία. Στο σπίτι του ήμασταν καμιά δεκαπενταριά, όλοι θυσιασμένοι, που ζούσαμε 
τα τελευταία μας δελτία του μήνα. Μόνο ο Περούκας ήταν από τους «πλήρως». Μας 
φερόταν με καλοσύνη σαν σε όντα εξασθενημένα, αδύναμα. Μας λυπόταν με ένα 
σπίθισμα του ματιού γεμάτο κακία και μας υποσχόταν ότι θα υπεράσπιζε τα 
συμφέροντά μας κατά την απουσία μας. Το απολάμβανε που σε κάποιο σημείο ήταν 
κάτι παραπάνω από μας. Με το ζόρι κρατήθηκα, για να μην τον βρίσω ξεμωραμένο 
και ψωράλογο. Αχ! Αν δεν ήλπιζα  μια μέρα να τον διαδεχτώ!

13 Μαρτίου. Μεσημεριανό γεύμα στους Ντιμόν. Όπως πάντα τσακώθηκαν και 
βρίστηκαν. Σε τόνο πραγματικής ειλικρίνειας ο Ντιμόν φώναξε: «Αν μπορούσα 
τουλάχιστον να χρησιμοποιήσω τα δελτία το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μήνα, για 
να μη ζω ποτέ την ίδια περίοδο με σένα!» Η κυρία Ντιμόν έκλαψε.

16 Μαρτίου. Η Λιουσέτ Ροκετόν πέρασε σήμερα τη νύχτα στο μηδέν. Επειδή φοβόταν 
πολύ, της παραστάθηκα στις τελευταίες της στιγμές. Όταν ανέβηκα στο σπίτι της 
στις εννιάμισι, είχε κιόλας πλαγιάσει. Για να την απαλλάξω απ’ την επιθανάτια 
αγωνία του τελευταίου λεπτού, κανόνισα να βάλω το μικρό εκκρεμές του κομοδίνου 
της ένα τέταρτο πίσω. Πέντε λεπτά πριν απ’ τη βουτιά ξέσπασε σε κλάματα. 
Έπειτα, πιστεύοντας ότι είχε ακόμη είκοσι λεπτά περιθώριο, βρήκε χρόνο για να 
φτιαχτεί με μια φιλαρέσκεια που μου φάνηκε αρκετά συγκινητική. Τη στιγμή του 
περάσματος φρόντισα να μη την αφήσω απ’ τα μάτια μου. Ήταν έτοιμη να γελάσει με 
μια παρατήρηση που μόλις της είχα κάνει και ξαφνικά το γέλιο της διακόπηκε και 
την ίδια στιγμή χανόταν απ’ τα μάτια μου σαν να την είχε εξαφανίσει ένας 
ταχυδακτυλουργός. Ψηλάφησα την ζεστή ακόμα θέση όπου αναπαυόταν το κορμί της 
και ένιωσα μέσα μου αυτή τη σιωπή που επιβάλλει η παρουσία του θανάτου. 
Εμπειρία αρκετά οδυνηρή. Σήμερα το πρωί , τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές 
είμαι ακόμη αγχωμένος. Από την ώρα που ξύπνησα μετράω τις ώρες ζωής που μου 
μένουν. Σήμερα το βράδυ ,τα μεσάνυχτα, θα είναι η σειρά μου.

Την ίδια μέρα, μεσάνυχτα παρά τέταρτο, ξαναπιάνω το ημερολόγιό μου. Μόλις 
ξάπλωσα και θέλω αυτός ο προσωρινός θάνατος να με πάρει με την πένα στο χέρι, 
την ώρα που θα εξασκώ το επάγγελμά μου. Βρίσκω αυτή τη στάση αρκετά τολμηρή. Μ’ 
αρέσει αυτό το είδος θάρρους, κομψό και διακριτικό. Άραγε ο θάνατος που με 
περιμένει είναι πράγματι προσωρινός και δεν πρόκειται για κανονικό θάνατο; Αυτή 
η υπόσχεση της ανάστασης δεν μου λέει τίποτα. Έχω τώρα την τάση να τη βλέπω σαν 
ένα έξυπνο τρόπο να μας χρυσώσουν το χάπι. Αν μετά από δεκαπέντε μέρες δεν 
αναστηθεί κανένας απ’ τους θυσιασμένους, ποιος θα διαμαρτυρηθεί τότε γι’ 
αυτούς; Όχι βέβαια οι κληρονόμοι τους! Αλλά και αν θα διαμαρτύρονταν, ωραία 
παρηγοριά! Τώρα που το σκέφτομαι, οι θυσιασμένοι πρέπει να αναστηθούν όλοι μαζί 
την πρώτη του επόμενου μήνα, δηλαδή την πρωταπριλιά. Θα ήταν μια καλή ευκαιρία 
για ένα ωραίο πρωταπριλιάτικο ψέμα. Νιώθω να με κυριεύει φοβερός πανικός κι εγώ…

1η Απριλίου. Να ’μαι πάλι ζωντανός. Δεν ήταν πρωταπριλιάτικο ψέμα. Δεν είχα 
άλλωστε την αίσθηση του χρόνου που κύλησε. Όταν ξαναβρέθηκα στο κρεβάτι μου, 
ήμουν ακόμα υπό την επήρεια του πανικού που προηγήθηκε του θανάτου μου. Το 
ημερολόγιό μου είχε μείνει πάνω στο κρεβάτι και θέλησα να αποτελειώσω τη φράση 
στην οποία είχε σταματήσει η σκέψη μου, αλλά η μελάνη στο στυλό μου είχε 
τελειώσει. Όταν ανακάλυψα ότι το εκκρεμές είχε σταματήσει στις τέσσερις και 
δέκα, άρχισα να υποψιάζομαι την αλήθεια. Το ρολόι μου ήταν επίσης σταματημένο. 
Είχα την ιδέα να τηλεφωνήσω στο Μαλεφρουά, για να τον ρωτήσω την ημερομηνία. 
Δεν έκρυψε την ενόχλησή του που τον έβγαζα απ’ το κρεβάτι του μέσα στη νύχτα 
και η χαρά της ανάστασής μου τον άγγιξε ελάχιστα. Είχα όμως ανάγκη ν’ ανοίξω σε 
κάποιον την καρδιά μου.

-Βλέπετε, είπα, η διάκριση μεταξύ χωρόχρονου και βιωμένου χρόνου δεν είναι 
φαντασία των φιλοσόφων. Και η απόδειξη εγώ. Στην πραγματικότητα ο απόλυτος 
χρόνος δεν υπάρχει…

-Πολύ πιθανόν, είναι όμως δωδεκάμισι η ώρα και νομίζω…

-Σημειώστε ότι είναι πολύ παρήγορο. Αυτές οι δεκαπέντε μέρες που δεν ζούσα δεν 
είναι για μένα χαμένος χρόνος. Υπολογίζω να τις αναπληρώσω αργότερα.

-Καλή τύχη και καληνύχτα, ο Μαλεφρουά έκλεισε.

Το πρωί κατά τις εννιά βγήκα και είχα την αίσθηση μιας απότομης αλλαγής .Η 
εποχή φαινόταν να έχει κάνει ένα σημαντικό άλμα. Στ’ αλήθεια, τα δέντρα είχαν 
κιόλας μεταμορφωθεί, ο αέρας ήταν πιο ελαφρός, οι δρόμοι είχαν μια όψη 
διαφορετική. Και οι γυναίκες ήταν πιο ανοιξιάτικες. Η ιδέα ότι ο κόσμος μπόρεσε 
να ζήσει χωρίς εμένα μ’ έκανε και με κάνει ακόμα να χολοσκάω. Το βράδυ είδα 
πολλούς  αναστημένους και ανταλλάξαμε εντυπώσεις. Η κυρα- Μπορντιέ με κράτησε 
στο πόδι είκοσι λεπτά, για να μου διηγηθεί ότι αποχωρισμένη από το σώμα της 
έζησε δεκαπέντε μέρες χαρές υπέροχες και παραδείσιες. Η πιο αστεία μου 
συνάντηση ήταν σίγουρα αυτή με τον Μπουσαρντόν την ώρα που έβγαινε απ’ το σπίτι 
του. Ο προσωρινός θάνατος τον άρπαξε στον ύπνο, τη νύχτα της δέκατης πέμπτης 
Μαρτίου.

Σήμερα το πρωί ξύπνησε εντελώς πεπεισμένος ότι είχε ξεφύγει απ’ το πεπρωμένο 
του. Το εκμεταλλεύτηκε, για να πάει σ’ ένα γάμο που πίστευε ότι ήταν για 
σήμερα, ενώ στην πραγματικότητα η τελετή πρέπει να έγινε πριν από δεκαπέντε 
μέρες. Δεν τον έβγαλα  απ’ την πλάνη του.

2 Απριλίου. Πήγα να πάρω το τσάι μου στους Ροκαντόν. Ο ανθρωπάκος είναι 
πανευτυχής. Καθώς δεν είχε την αίσθηση του χρόνου της απουσίας του, στο μυαλό 
του τα γεγονότα, που στο μεταξύ συνέβησαν, δεν υπήρξαν πραγματικά. Η ιδέα ότι η 
γυναίκα του μπορεί να τον είχε απατήσει τις εννιά μέρες που έζησε χωρίς αυτόν 
του φαινόταν προφανώς μεταφυσική. Χαίρομαι πολύ γι’ αυτόν. Η Λιουσέτ με κοίταζε 
διαρκώς με βλέμμα χαμένο και ονειροπόλο. Απεχθάνομαι τα παθιασμένα μηνύματα που 
εκπέμπονται μπροστά σ’ έναν ανυποψίαστο τρίτο.

3 Απριλίου. Δεν ξεθύμωσα απ’ το πρωί. Ο Περούκας, όσο ήμουνα πεθαμένος, τα 
κανόνισε ώστε τα εγκαίνια του μουσείου Μεριμέ να γίνουν στις 18 Απριλίου. Με 
την ευκαιρία αυτής της γιορτής – και η γριά αλεπού δεν το αγνοεί – θα εκφωνούσα 
βαρυσήμαντο λόγο, που θα μου άνοιγε τις πόρτες της Ακαδημίας. Αλλά στις 18 
Απριλίου εγώ θα βρίσκομαι εις τας αιωνίους μονάς.

7 Απριλίου. Ο Ροκαντόν πέθανε άλλη μια φορά. Αυτή τη φορά δέχτηκε τη μοίρα του 
με καλή διάθεση. Με είχε παρακαλέσει να δειπνήσω σπίτι του και τα μεσάνυχτα 
βρισκόμασταν στο σαλόνι και ετοιμαζόμασταν να πιούμε σαμπάνια. Τη στιγμή που 
έκανε τη βουτιά, ο Ροκαντόν ήταν όρθιος και είδαμε ξαφνικά τα ρούχα του να 
πέφτουν σωρηδόν πάνω στο χαλί. Ήταν στ’ αλήθεια αρκετά κωμικό. Ωστόσο το 
ξέσπασμα χαράς της Λιουσέτ μου φάνηκε άτοπο.

12 Απριλίου. Δέχτηκα το πρωί μια επίσκεψη που μ’ αναστάτωσε, την επίσκεψη ενός 
σαραντάρη, φτωχού, ντροπαλού και σε αρκετά άσχημη φυσική κατάσταση. Ήταν ένας 
εργάτης άρρωστος, παντρεμένος και πατέρας τριών παιδιών, που ήθελε να μου 
πουλήσει ένα μέρος απ’ τα δελτία του, για να μπορέσει να θρέψει την οικογένειά 
του.

Η γυναίκα του άρρωστη, ο ίδιος πολύ εξασθενημένος απ’ τις στερήσεις, για να 
κάνει βαριές δουλειές, και το επίδομα ίσα που του επέτρεπε να διατηρεί τους 
δικούς του σε μια κατάσταση πιο κοντά στο θάνατο παρά στη ζωή. Η πρότασή του να 
μου πουλήσει τα δελτία του μου προκάλεσε σύγχυση. Φαντάστηκα τον εαυτό μου σαν 
λάμια του παραμυθιού, ένα από κείνα τα τέρατα του αρχαίου μύθου που εισέπραττε 
για φόρο ανθρώπινη σάρκα. Ψέλλισα κάποια ένσταση, αρνήθηκα τα δελτία του 
επισκέπτη και του πρόσφερα κάποιο χρηματικό ποσό χωρίς αντάλλαγμα. Έχοντας 
συνείδηση του μεγέθους της θυσίας του ένιωθε δικαιολογημένη περηφάνια και δεν 
ήθελε να δεχτεί τίποτα, αν δεν το είχε πληρώσει με μια ή περισσότερες μέρες απ’ 
την ύπαρξή του. Αφού δεν κατάφερα να τον πείσω, δέχτηκα τελικά ένα δελτίο. Όταν 
έφυγε, το έχωσα μες στο συρτάρι μου, αποφασισμένος να μην το χρησιμοποιήσω.

Αυτή η συμπληρωματική μέρα, παρακρατημένη από την ύπαρξη ενός ομοίου μου, θα 
μου ήταν μισητή.

14 Απριλίου. Συνάντησα τον Μαλεφρουά μέσα στο μετρό. Μου εξήγησε ότι το 
διάταγμα των περικοπών άρχισε να δίνει καρπούς. Καθώς οι πλούσιοι είχαν πληγεί 
πολύ, η μαύρη αγορά είχε χάσει σημαντική πελατεία και οι τιμές της έπεσαν πολύ 
αισθητά. Στα υψηλά κλιμάκια ελπίζουν να τελειώνουν σύντομα μ’ αυτή την πληγή. 
Γενικά, φαίνεται ότι ο ανεφοδιασμός του κόσμου πάει καλύτερα και ο Μαλεφρουά 
μου είπε να προσέξω ότι οι Παριζιάνοι είχαν καλύτερη όψη. Αυτή η διαπίστωση μου 
προκάλεσε ανάμεικτα συναισθήματα.

– Κάτι που δε πρέπει καθόλου να υποτιμηθεί, συνέχισε ο Μαλεφρουά, είναι η 
ατμόσφαιρα ηρεμίας και ανακούφισης στην οποία ζούμε, όταν λείπουν αυτοί οι νέοι 
μεριδιούχοι. Κατανοεί λοιπόν κανείς πόσο επικίνδυνοι μπορεί να είναι οι 
πλούσιοι, οι άνεργοι, οι διανοούμενοι και οι τσούλες σε μια κοινωνία στην οποία 
φέρνουν μόνο την ταραχή, την μάταιη αναστάτωση, την αταξία και τη νοσταλγία του 
αδύνατου.

15 Απριλίου. Αρνήθηκα την πρόσκληση για απόψε στους Καρτερέ, που με 
παρακαλούσαν, αν ήθελα, να παραστώ στην «επιθανάτια αγωνία τους». Είναι η μόδα 
που έχουν υιοθετήσει οι αμερικανόπληκτοι, να συγκεντρώνουν δηλαδή τους φίλους 
τους με την ευκαιρία του προσωρινού τους θανάτου. Μερικές φορές, όπως μου 
είπαν, αυτές οι συγκεντρώσεις καταλήγουν σε οργιαστικές περιπτύξεις. Είναι 
αηδιαστικό.

16 Aπριλίου. Πεθαίνω σήμερα το βράδυ. Κανένας φόβος.

1η Μαΐου. Αυτή τη νύχτα , επιστρέφοντας στη ζωή, είχα μια έκπληξη. Ο σχετικός 
θάνατος (είναι η έκφραση της μόδας) με είχε βρει όρθιο και, καθώς τα ρούχα μου 
είχαν σωριαστεί στο χαλί, βρέθηκα ολόγυμνος. Την ίδια περιπέτεια είχε ο 
ζωγράφος Ροντό, που είχε συγκεντρώσει καμιά δεκαριά προσκεκλημένους και των δύο 
φύλων,

όλους υποψήφιους για το σχετικό θάνατο. Πρέπει να ήταν αρκετά αστείο. Ο Μάιος 
αναγγέλλεται τόσο ωραίος και μου στοιχίζει που θα παραιτηθώ από το δεύτερο 
δεκαπενθήμερό του.

5 Μαΐου. Κατά τη διάρκεια της προηγούμενης περιόδου ζωής, ένιωσα ότι είχε 
αρχίσει να γεννιέται κάποια αντίθεση ανάμεσα στους πλήρως ζώντες και τους 
υπόλοιπους.

Φαίνεται ότι εκδηλώνεται όλο και περισσότερο και πάντως δεν θα μπορούσαμε να 
αμφισβητήσουμε ότι υπάρχει. Υπάρχει πρώτα πρώτα μια αμοιβαία ζήλεια. Η ζήλεια 
όσων έχουν χρονοκάρτα εξηγείται άνετα. Να μη μας εκπλήσσει επίσης το γεγονός 
ότι συνοδεύεται από μια σταθερή μνησικακία απέναντι στους προνομιούχους. Αυτοί 
πάλι, έχω ανά πάσα στιγμή την ευκαιρία να το διαπιστώσω, μας κρυφοζηλεύουν που 
είμαστε οι ήρωες του μυστηρίου και του αγνώστου, κι ακόμα περισσότερο, επειδή 
αυτό το φράγμα του μηδενός που μας χωρίζει, τους είναι πιο αισθητό απ’ ό,τι σε 
μας τους ίδιους που δε το αντιλαμβανόμαστε. Ο σχετικός θάνατος τους φαίνεται 
σαν διακοπές και έχουν την εντύπωση ότι είναι αλυσοδεμένοι. Γενικά έχουν την 
τάση να αφήνονται σε ένα είδος απαισιοδοξίας και κρυφού θυμού. Αντίθετα, το 
πάντα παρόν αίσθημα του χρόνου που διαφεύγει, η ανάγκη να υιοθετήσουμε ένα πιο 
γρήγορο ρυθμό ζωής κάνει τους ανθρώπους της κατηγορίας μου να κλίνουν προς την 
καλή διάθεση. Τα σκεφτόμουν όλα αυτά το μεσημέρι τρώγοντας με το Μαλεφρουά. 
Άλλοτε χωρίς αυταπάτες και ειρωνικός, άλλοτε επιθετικός φαινόταν  να έχει πάρει 
στα σοβαρά να με αποθαρρύνει για τη μοίρα μου και έκανε ότι εκτιμάει την τύχη 
του σε μια προφανή προσπάθεια να πείσει τον εαυτό του. Μου μιλούσε όπως θα 
μιλούσαμε σ’ ένα φίλο που ανήκει σ’ ένα εχθρικό μας έθνος.

8 Μαΐου. Σήμερα το πρωί, ένας άνθρωπος ήρθε να μου προτείνει δελτία ζωής προς 
διακόσια φράγκα το κομμάτι. Είχε καμιά πενηνταριά να πλασάρει. Τον πέταξα έξω 
χωρίς να κρατήσω τους τύπους και το χρωστάει στις δυνατές του πλάτες που δεν 
του την έριξα στα κωλομέρια.

10 Μαΐου. Σήμερα το βράδυ ο Ροκαντόν θα κλείσει τέσσερις μέρες από τότε που 
πέρασε για τρίτη φορά στο σχετικό θάνατο. Δεν ξαναείδα τη Λιουσέτ από τότε αλλά 
μόλις έμαθα ότι είναι ερωτοχτυπημένη  μ’ έναν  ασήμαντο ξανθούλη. Το βλέπω το 
ζώο, ένα μοσχαράκι που ανήκει στο είδος «αμερικανόπληκτοι». Αλλά εγώ στο κάτω 
κάτω δεν δίνω δεκάρα. Αυτή η γυναικούλα δεν έχει κανένα γούστο, δεν περίμενα 
σήμερα για να το καταλάβω.

12 Μαΐου. Η μαύρη αγορά δελτίων ζωής οργανώνεται ήδη σε ευρεία κλίμακα. Πωλητές 
επισκέπτονται τους φτωχούς και τους πείθουν να πουλήσουν μερικές μέρες, για να 
εξασφαλίσουν στις οικογένειές τους συμπληρωματικά μέσα επιβίωσης. Οι 
ηλικιωμένοι με μια σύνταξη εργάτη, οι άνεργες γυναίκες των φυλακισμένων είναι 
εξίσου εύκολη λεία. Η τιμή του δελτίου αυτή τη στιγμή πάει από 200 μέχρι 250 
φράγκα. Δεν νομίζω ότι θ’ ανεβεί ψηλότερα, γιατί ο αριθμός των πλούσιων ή απλώς 
των εύπορων πελατών είναι παρ’ όλα αυτά αρκετά περιορισμένος  μπροστά σ’ αυτόν 
των φτωχών. Εξάλλου, πολλοί άνθρωποι αρνούνται να δεχτούν ότι μπορούμε να 
μεταχειριζόμαστε έτσι την ανθρώπινη ζωή, σαν ένα ευτελές εμπόρευμα. Όσο για 
μένα, δεν θα προδώσω τη συνείδησή μου.

14 Μαΐου. Η κυρία Ντιμόν ξέχασε πού έβαλε τη χρονοκάρτα της. Είναι πολύ 
ενοχλητικό, γιατί για ν’ αποχτήσει καινούργια πρέπει να περιμένει τουλάχιστον 
δύο μήνες. Κατηγορεί τον άντρα της ότι αυτός την έκρυψε, για να γλιτώσει απ’ 
αυτήν. Δεν νομίζω ότι είναι τόσο κακόψυχος. Η άνοιξη δεν ήταν ποτέ τόσο όμορφη 
όπως φέτος. Λυπάμαι που θα πεθάνω μεθαύριο.

16 Μαΐου. Δείπνησα χτες στης βαρόνης Κλιμ. Ο μόνος μεταξύ των καλεσμένων με 
πλήρη ζωή ήταν ο επίσκοπος Ντελαμπόν. Όταν κάποιος μίλησε για τη μαύρη αγορά 
των δελτίων, εξεγέρθηκα εναντίον μιας πρακτικής που τη θεωρούσα ντροπή. Ήμουν 
ειλικρινής, όσο δεν γίνεται. Ίσως επίσης ήλπιζα να κάνω καλή εντύπωση στον 
επίσκοπο που διαθέτει πολλές ψήφους στην Ακαδημία. Ένιωσα αμέσως μια παγωμάρα 
στην ομήγυρη. Ο επίσκοπος μου χαμογέλασε με καλοσύνη, όπως θα έκανε στις 
εκμυστηρεύσεις ενός νέου ιερέα που φλέγεται από ιεραποστολικό ζήλο. Άλλαξαν 
κουβέντα. Μετά το δείπνο στο σαλόνι η βαρόνη μ’ έπιασε στην κουβέντα , 
χαμηλόφωνα στην αρχή, για τη μαύρη αγορά των δελτίων. Μου υπέδειξε ότι το 
απέραντο και αδιαμφισβήτητο συγγραφικό μου ταλέντο, το βάθος των απόψεών μου, ο 
σημαντικός ρόλος που είχα κληθεί να παίξω μου επέβαλλαν το καθήκον, την ηθική 
υποχρέωση να επιμηκύνω μια ύπαρξη αφιερωμένη στον εμπλουτισμό της σκέψης και 
στο μεγαλείο της χώρας. Βλέποντας ότι κλονίζομαι, έφερε τη συζήτηση μπροστά 
στους καλεσμένους. Αυτοί επέκριναν σχεδόν ομόφωνα τις επιφυλάξεις μου που μου 
έκρυβαν τα αληθινά μονοπάτια της δικαιοσύνης κάτω από ένα πέπλο 
ψευτοσυναισθηματισμού. Ο επίσκοπος, όταν τον παρακίνησαν να πει τη γνώμη του, 
αρνήθηκε να εκφραστεί καθαρά αλλά μίλησε με μια παραβολή όλο νόημα: ένας 
εργατικός γεωργός έχει έλλειψη γης, ενώ οι γείτονές του αφήνουν τη δική τους 
χέρσα. Απ’ τους αδιάφορους γείτονες αγοράζει ένα μέρος των αγρών τους, τους 
οργώνει, τους σπέρνει και θερίζει πλούσιους καρπούς, που ωφελούν όλο τον κόσμο.

Άφησα τη λαμπρή αυτή σύναξη να με πείσει και σήμερα το πρωί μου είχε μείνει 
αρκετή πεποίθηση, για να αγοράσω πέντε δελτία ζωής. Για να αξιοποιήσω αυτό το 
συμπλήρωμα ζωής, θα αποσυρθώ στην εξοχή και θα δουλέψω το βιβλίο μου χωρίς 
διακοπή.

20 Μαΐου. Είμαι στη Νορμανδία εδώ και τέσσερις μέρες. Αν εξαιρέσω κάποιους 
περιπάτους με τα πόδια, ο χρόνος μου είναι ολοκληρωτικά αφιερωμένος στη 
δουλειά. Οι αγρότες δεν γνωρίζουν καθόλου τη χρονοκάρτα. Ακόμα και οι γέροι 
δικαιούνται εικοσιπέντε μέρες το μήνα. Επειδή θα μου χρειαζόταν μια επιπλέον 
μέρα, για να τελειώσω ένα κεφάλαιο, ζήτησα από ένα γέρο χωρικό να μου 
παραχωρήσει ένα δελτίο. Όταν με ρώτησε για την τιμή, του απάντησα ότι το δελτίο 
στο Παρίσι πουλιέται 200 φράγκα.«Θα αστειεύεστε! » φώναξε. «Στην τιμή που μας 
αγοράζουν ένα ζωντανό γουρούνι, έρχεστε και μου προτείνετε 200 φράγκα!» Έτσι η 
δουλειά δεν έκλεισε. Παίρνω το τρένο αύριο το απόγευμα, για να είμαι κατά το 
βραδάκι στο Παρίσι και να πεθάνω στο σπίτι μου.

3 Ιουνίου. Τι περιπέτεια! Το τρένο είχε μεγάλη καθυστέρηση και ο προσωρινός 
θάνατος με βρήκε μερικά λεπτά πριν φτάσω στο Παρίσι. Επανήλθα στη ζωή μέσα στο 
ίδιο κουπέ, αλλά το βαγόνι βρισκόταν στο σταθμό της Νάντης. Και φυσικά ήμουν 
ολόγυμνος. Τι μπλεξίματα και τι προσβολές μου έμελλε να υποστώ̇ είμαι ακόμα 
άρρωστος. Ευτυχώς ταξίδευα με κάποιο γνωστό μου και είχε στείλει τα ρούχα μου 
στο σπίτι.

4 Ιουνίου. Συνάντησα τη Μελίνα Μπαντέν, την ηθοποιό, που μου διηγήθηκε μια 
παράδοξη ιστορία. Καθώς ορισμένοι θαυμαστές της της παραχώρησαν ένα κομμάτι απ’ 
τη ζωή τους, βρέθηκε στις 15 Μαΐου με εικοσιένα δελτία. Ισχυρίζεται λοιπόν ότι 
τα χρησιμοποίησε όλα κι ότι τελικά είχε ζήσει τριάντα έξι μέρες το μήνα. Το 
βρήκα σωστό να αστειευτώ:

-Αυτός ο Μάιος που συναινεί να παραταθεί κατά πέντε μέρες για δική σας χρήση, 
είναι ένας μήνας αληθινά γαλαντόμος, της είπα.

Η Μελίνα έδειξε ειλικρινά θλιμμένη με το σκεπτικισμό μου. Αρχίζω να πιστεύω ότι 
τα έχει χάσει.

11 Ιουνίου. Δράμα στους Ροκαντόν. Το έμαθα μόλις σήμερα το απόγευμα. Στις 15 
Μαΐου η Λιουσέτ υποδέχτηκε σπίτι της τον ξανθόψειρα λιμοκοντόρο της και τα 
μεσάνυχτα βυθίστηκαν στο μηδέν. Όταν επανήλθαν στη ζωή, πήραν σάρκα και οστά 
στο κρεβάτι όπου είχαν αποκοιμηθεί. Αλλά δεν βρίσκονταν πια μόνοι τους, γιατί ο 
Ροκαντόν είχε αναστηθεί ανάμεσά τους. Η Λιουσέτ και ο ξανθούλης έκαναν ότι δεν 
γνωρίζονταν αλλά ο Ροκαντόν δεν το βρίσκει καθόλου αληθοφανές.

12 Ιουνίου. Tα δελτία ζωής πουλιούνται σε αστρονομικές τιμές και δεν τα 
βρίσκεις πια με λιγότερο από 500 φράγκα. Πρέπει να πιστέψουμε ότι οι φτωχοί 
έγιναν πιο τσιγκούνηδες με την ύπαρξή τους και οι πλούσιοι πιο άπληστοι. 
Αγόρασα δέκα στις αρχές του μήνα, 200 φράγκα το κομμάτι, και την επαύριο της 
αγοράς, πήρα γράμμα απ’ το θείο μου Αντουάν απ’ την Ορλεάνη που μου έστελνε 
άλλα εννιά. Ο καημένος υποφέρει τόσο πολύ απ’ τους ρευματισμούς του που 
αποφάσισε να αναζητήσει κάποια βελτίωση της κατάστασής του παραμένοντας στο 
μηδέν. Να ’μαι λοιπόν με δεκαεννιά δελτία. Ο μήνας έχει τριάντα μέρες, άρα έχω 
πέντε παραπάνω. Θα βρω εύκολα να τα πουλήσω.

15 Ιουνίου. Χτες το βράδυ ο Μαλεφρουά ήρθε σπίτι μου. Είχε εξαιρετική διάθεση. 
Το γεγονός ότι κάποια άτομα ξοδεύουν χοντρά ποσά, για να ζήσουν ένα πλήρη μήνα 
όπως αυτός, του ξανάδωσε την αισιοδοξία του. Δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο, για να 
πειστεί τουλάχιστον ότι η μοίρα των πλήρως ζώντων ήταν αξιοζήλευτη.

20 Ιουνίου. Εργάζομαι πυρετωδώς. Αν πρέπει να πιστέψουμε ορισμένες φήμες, η 
Μελίνα Μπαντέν, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν είναι και τόσο τρελή. Πράγματι, αρκετά 
άτομα πιστεύουν ότι έχουν ζήσει τον τελευταίο μήνα ,τον Μάιο, πάνω από 
τριανταμία μέρες. Εγώ προσωπικά άκουσα πολλούς. Δεν λείπουν φυσικά οι αρκετά 
απλοϊκοί άνθρωποι που πιστεύουν αυτά τα παραμύθια.

22 Ιουνίου. Ο Ροκαντόν εφαρμόζοντας αντίποινα αγόρασε στη μαύρη αγορά δελτία 
για καμιά δεκαριά χιλιάδες φράγκα και τα κρατάει για αποκλειστική του χρήση. Η 
γυναίκα του είναι ήδη στο μηδέν εδώ και δέκα μέρες. Πιστεύω ότι μετάνιωσε που 
ήταν τόσο αυστηρός. Η μοναξιά φαίνεται να τον βαραίνει σκληρά. Τον βρίσκω 
αλλαγμένο, σχεδόν αγνώριστο.

27 Ιουνίου. Ο μύθος σύμφωνα με τον οποίο ο Μάιος μπορεί να επιμηκυνθεί για 
κάποιους προνομιούχους, κερδίζει έδαφος. O Λαβερντόν, που κατά τα άλλα είναι 
αξιόπιστος άνθρωπος, με διαβεβαίωσε ότι σε ένα μόνο μήνα, το Μάιο, είχε ζήσει 
τριάντα πέντε μέρες. Φοβάμαι ότι αυτές οι μοιρασιές του χρόνου με δελτίο έχουν 
πειράξει πολλά μυαλά.

28 Ιουνίου. Ο Ροκαντόν πέθανε χτες το πρωί, μάλλον απ’ τον καημό του. Δεν 
πρόκειται για σχετικό θάνατο αλλά για θάνατο κανονικότατο. Θα τον θάψουν αύριο. 
Την 1η Ιουλίου, όταν η Λιουσέτ επανέλθει στη ζωή, θα βρεθεί χήρα.

32 Ιουνίου. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο χρόνος έχει διαστάσεις ακόμη άγνωστες. 
Τι σπαζοκεφαλιά! Χτες το πρωί μπαίνω σ’ ένα μαγαζί ν’ αγοράσω μια εφημερίδα. 
Είχε ημερομηνία 31 Ιουνίου. Κάτσε, λέω. Ο μήνας έχει τριανταμία μέρες; Η 
εμπόρισσα που τη γνωρίζω χρόνια με κοιτάζει χωρίς να καταλαβαίνει. Ρίχνω μια 
ματιά στους τίτλους της εφημερίδας και διαβάζω: «Ο κ. Τσόρτσιλ θα βρίσκεται στη 
Νέα Υόρκη μεταξύ 39ης και 45ης Ιουνίου».

Στο δρόμο αρπάζει κάτι το αυτί μου από τη συζήτηση δυο αντρών:

-Πρέπει να είμαι στην Ορλεάνη στις 37, λέει ο ένας.

Λίγο πιο κάτω, πέφτω πάνω στον Μπονριβάζ που βολτάρει αγριεμένος. Μου λέει ότι 
τα  έχει χαμένα. Προσπαθώ να τον στηρίξω. Πρέπει να πάρουμε τα πράγματα όπως 
έρχονται. Το απογευματάκι έκανα την εξής παρατήρηση. Οι πλήρως ζώντες δεν έχουν 
συνειδητοποιήσει την παραμικρή ανωμαλία στη ροή του χρόνου. Οι άνθρωποι της 
κατηγορίας μου που μπήκαμε λαθραία στην παράταση του Ιουνίου είμαστε οι μόνοι 
μπερδεμένοι. Ο Μαλεφρουά, όταν του μίλησα για την έκπληξή μου, δεν κατάλαβε 
τίποτα και με πέρασε για παλαβό. Αλλά τι με νοιάζει που ο χρόνος διαστέλλεται! 
Από χτες το βράδυ είμαι τρελά ερωτευμένος. Τη συνάντησα στου Μαλεφρουά. 
Κοιταχτήκαμε και αγαπηθήκαμε με την πρώτη ματιά. Λατρεμένη Ελίζα.

34 Ιουνίου. Ξαναείδα την Ελίζα χτες και σήμερα. Συνάντησα επιτέλους τη γυναίκα 
της ζωής μου. Αρραβωνιαστήκαμε. Φεύγει αύριο για ένα ταξίδι τριών εβδομάδων σε 
μη κατεχόμενη ζώνη. Αποφασίσαμε να παντρευτούμε, όταν γυρίσει. Είμαι 
υπερευτυχισμένος  ώστε να μιλήσω για τη μακαριότητά μου, ακόμα και σ’ αυτό το 
ημερολόγιο.

35 Ιουνίου. Πήγα την Ελίζα στο σταθμό. Πριν ανεβεί στο τρένο, μου είπε:

-Θα κάνω τα αδύνατα δυνατά, για να γυρίσω πριν από τις εξήντα Ιουνίου.

Όταν το σκέφτομαι, αυτή η υπόσχεση μ’ ανησυχεί. Γιατί τελικά χρησιμοποιώ σήμερα 
το τελευταίο μου δελτίο ζωής. Σε ποια ημερομηνία θα είμαι αύριο;

1η Ιουλίου. Οι άνθρωποι στους οποίους μιλάω για τις 35 Ιουνίου δε καταλαβαίνουν 
καθόλου τα λόγια μου. Κανένα ίχνος αυτών των πέντε ημερών στη μνήμη τους.  
Ευτυχώς συνάντησα κάποιους λαθρόβιους και μπόρεσα να το κουβεντιάσω μαζί τους.

Περίεργη βέβαια συζήτηση. Για μένα ήταν χτες 35 Ιουνίου. Για άλλους ήταν 32 ή 
43. Στο εστιατόριο συνάντησα έναν άντρα που είχε ζήσει μέχρι τις 66 Ιουνίου, 
πράγμα που αντιπροσωπεύει μια καλή προμήθεια δελτίων.

2 Ιουλίου. Πιστεύοντας ότι η Ελίζα λείπει, δεν έβλεπα το λόγο να της δώσω 
σημεία ζωής. Μου μπήκε όμως κάποια αμφιβολία και της τηλεφώνησα. Η Ελίζα 
δηλώνει ότι δεν με γνωρίζει, ότι δεν μ’ έχει δει ποτέ. Της εξήγησα όσο καλύτερα 
μπορούσα ότι έζησε, χωρίς να της περνάει απ’ το νου, μέρες μεθυστικές. Το 
διασκέδασε αλλά χωρίς καθόλου να πειστεί,  δέχτηκε να με δει την Πέμπτη. Είμαι 
ανήσυχος μέχρι θανάτου.

4 Ιουλίου. Όλες οι εφημερίδες μιλούν για την «υπόθεση των δελτίων». Το 
λαθρεμπόριο των χρονοκαρτών  θα είναι το μεγάλο σκάνδαλο της εποχής. Λόγω της 
προαγοράς δελτίων ζωής απ’ τους πλούσιους η οικονομία σε τρόφιμα είναι περίπου 
μηδενική.

Εξάλλου κάποιες ιδιαίτερες περιπτώσεις προκαλούν μεγάλη αναστάτωση. Αναφέρουν 
μεταξύ άλλων την περίπτωση του ζάπλουτου κυρίου Βαντέ, που πρέπει να έζησε 
μεταξύ τριακοστής Ιουνίου και πρώτης Ιουλίου 1.967 μέρες, δηλαδή την ασήμαντη 
ποσότητα των 5 ετών και 4 μηνών. Συνάντησα μετά από λίγο τον Υβ Μιρονό, τον 
σπουδαίο φιλόσοφο. Μου εξήγησε ότι κάθε άνθρωπος ζει χιλιάδες χρόνια αλλά ότι η 
συνείδησή μας διατηρεί μόνο σύντομες και αποσπασματικές εικόνες αυτού του 
απείρου, που η παράθεσή τους συνιστά την ύπαρξή μας. Είπε κι άλλα πιο δυσνόητα 
αλλά δεν κατάλαβα και σπουδαία πράγματα. Είν’ αλήθεια ότι είχα αλλού το μυαλό 
μου. Πρέπει αύριο να δω την Ελίζα. Αλίμονο! Όλα χάθηκαν και δεν έχω να ελπίζω 
σε τίποτα. Δεν αμφέβαλε ωστόσο για την ειλικρίνεια της διήγησής μου. Ίσως ακόμη 
η ανάκληση του γεγονότος να την άγγιξε χωρίς όμως να ξυπνήσει μέσα της κανένα 
αίσθημα τρυφερότητας ή συμπάθειας. Απ’ ό,τι κατάλαβα μάλλον προτιμούσε τον 
Μαλεφρουά. Η ευφράδειά μου πάντως αποδείχτηκε άχρηστη. Η σπίθα που ξεπήδησε 
μεταξύ μας το βράδυ της 31ης Ιουνίου ήταν κάτι το τυχαίο, μια διάθεση της 
στιγμής. Ύστερα απ’ αυτό ας έρθουν να μου μιλήσουν για ψυχική συγγένεια! 
Υποφέρω σαν κολασμένος. Ελπίζω απ’ τον πόνο μου να βγει ένα βιβλίο που θα 
μοσχοπουληθεί.

6 Ιουλίου. Ένα διάταγμα καταργεί τη χρονοκάρτα. Μου είναι αδιάφορο.

Advertisements
https://sarantakos.wordpress.com/2019/05/26/ayme-2/

 ________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις 
προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών
____________

Απαντηση