Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή, 9 Ιουνίου 2019 - 09:44

Ο σταυρός (διήγημα του Γιάννη Παλαβού)


Πριν από λίγο καιρό διάβασ\α τη συλλογή «Το παιδί» του Γιάννη Παλαβού και μου 
άρεσε, οπότε θα παρουσιάσω σήμερα ένα από τα διηγήματά της.

Nα πούμε όμως δυο λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα. Ο Γιάννης Παλαβός 
γεννήθηκε το 1980 στο Βελβεντό της Κοζάνης και είναι συγγραφέας και 
μεταφραστής. Είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο ένα μικροδιήγημα από την 
προηγούμενη συλλογή του (εδώ, στο τέλος του άρθρου) η οποία βραβεύτηκε με το 
Κρατικό Βραβείο Διηγήματος.

Κατά τη γνώμη μου, ο Γιάννης Παλαβός εντάσσεται στο ρεύμα που θα το χαρακτήριζα 
«ανανεωμένη ηθογραφία», που έχει εμφανιστεί τα τελευταία 10-15 χρόνια ή, αν 
προτιμάτε, στον αιώνα μας.

Στο ίδιο ρεύμα μπορούμε να εντάξουμε, τον καθένα με τις ιδιαιτερότητές του, 
συγγραφείς όπως ο Μακριδάκης, ο Παπαμάρκος, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος και άλλοι, 
που έχουν κοινό χαρακτηριστικό ότι τοποθετούν τη δράση των διηγημάτων τους στις 
ιδιαίτερες πατρίδες τους και χρησιμοποιούν, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, 
στοιχεία της ντοπιολαλιάς (ο Παλαβός κάπως λιγότερο).

Το σημερινό διήγημα έχει πασχαλινό θέμα, αλλά αν περιμένω μέχρι του χρόνου 
σχεδόν σίγουρα θα το ξεχάσω. Οπότε, χωρίς άλλη εισαγωγή, το δημοσιεύω σήμερα:

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ

Οι πόρτες ήταν κλειδωμένες. Κάποιος είπε ότι είδε τον νεωκόρο να αγοράζει 
κρασί. Ήμασταν τρεις που περιμέναμε. Είχα φέρει το γκέιμ μπόι, αλλά δεν το 
έβγαζα.

«Δεν περνάει», είπε ο Ντιζάς.

«Θα περάσει», είπε ο Γκόγκας.

Αυτός είχε δει τον νεωκόρο. Έμεναν στην ίδια γειτονιά. Ο Γκόγκας ήρθε 
τελευταίος. Η καμπάνα χτύπησε μία φορά.

«Πεντέμισι», είπε ο Ντιζάς.

Όταν έφτασα στην εκκλησία, στις τέσσερις, τον βρήκα εκεί. Είχε έρθει από τις 
τρεις, είχε φέρει και φαγητό. Ο Γκόγκας ήρθε λίγο πριν τις πέντε.

«Ποιοι άλλοι λέτε να ’ρθουν;», είπε ο Γκόγκας.

«Δεν με νοιάζει», είπε ο Ντιζάς, «εγώ ήμουν πρώτος».

Όταν τον είδα στον περίβολο, σκέφτηκα να φύγω. Κάθε χρόνο τα ίδια. Αλλά φέτος 
τον ήθελα πολύ τον σταυρό. Έστω το εξαπτέρυγο. Το πρώτο.

«Θα περάσει η καριόλα», είπε ο Γκόγκας.

Έβαλα το χέρι στην τσέπη της φόρμας, να βεβαιωθώ ότι το γκέιμ μπόι ήταν στη 
θέση του. Δεν μου χρησίμευε πολύ. Δύο κασέτες είχα μόνο. Αλλά ο παππούς έδωσε 
υπόσχεση. Εσκυψα κι είδα μέλισσες να γυροφέρνουν τα ζουμπούλια. Πιο κει, πλάι 
στα κυπαρίσσια, η κρήνη, το παρτέρι με τα γεράνια κι ανάμεσα βράχοι στο χρώμα 
της σκουριάς. Κι ο κισσός στο αρχονταρίκι πλατύφυλλος και θαλερός, από το χώμα 
ώς τ’ ακροκέραμα. Φέτος το Πάσχα ήρθε στην ώρα του ― ούτε νωρίς ούτε αργά. 
Καθόμασταν στα σκαλιά του καμπαναριού.

«Ο αδελφός μου είπε ότι θα ’ρθει κι ο Καραλιός», είπε ο Γκόγκας.

Ο Ντιζάς δεν μίλησε.

«Υπάρχει σειρά», είπα.

Η καγκελόπορτα της αυλής έτριξε. Μπήκε ένα παιδί έναν χρόνο μικρότερο. Πέμπτη 
δημοτικού, έμενε στον Συνοικισμό, στην ανατολική άκρη του χωριού, στα ριζά του 
βουνού. Εκεί εγκαταστάθηκαν μετά τον πόλεμο οι Σκουλιαριώτες και οι άλλοι απ’ 
τα Πιέρια, όταν οι Γερμανοί έκαψαν τους οικισμούς τους. Είχαν αψάδα τα πρόσωπά 
τους. Τους αποφεύγαμε. Όμως αυτή ήταν η ενορία μας και το παιδί ήταν μικρότερο. 
Το πολύ πολύ να ’παιρνε ένα μανουάλι ― πρώτο, δεύτερο δεν είχε σημασία. Η όψη 
του ήταν κοκκινωπή, γεμάτη φακίδες.

Όσο προχωρούσε η ώρα, στα γύρω στενά η κίνηση αύξανε. Τελευταίες αγορές πριν τη 
γιορτή. Καφέδες, μηχανάκια. Τα αρώματα των λουλουδιών υποχωρούσαν μαζί με τον 
ήλιο. Η σκιά του καμπαναριού μάκραινε. Δεκαοχτούρες στις σκεπές. Την 
περισσότερη ώρα δεν λέγαμε τίποτα. Περιμέναμε.

Γύρω στις εφτά έτριξε πάλι η καγκελόπορτα. Ηρθε ο νεωκόρος με μια πλαστική 
σακούλα. Τα μάτια του ήταν μισόκλειστα. Μας είδε που καθόμασταν στα σκαλιά, 
χαμογέλασε.

«Όπου να ’ναι θα ’ρθει ο παπάς να σας ντύσει», είπε. Μπήκε στο αρχονταρίκι. 
Ηταν πιο κει, δεν φαινόταν, αλλά ακούσαμε που κλείδωσε.

«Ωραία», είπε ο Ντιζάς.

Πέρυσι είχε πιάσει πάλι απ’ τις τρεις σειρά για τον σταυρό, αλλά ο Καραλιός τού 
τον πήρε. Ηρθε στις οχτώ, πριν προλάβει ο παπάς να μας δώσει τα στιχάρια. 
Εσπρωξε ένα παιδί, μετρήθηκε στη θέση του. Μες στο Ιερό άρπαξε τον σταυρό απ’ 
τον Ντιζά. Ημουν μπροστά, είχα πάει κι εγώ από νωρίς. Κρατούσα το πρώτο 
μανουάλι, τα εξαπτέρυγα τα πρόφτασαν άλλοι. Ο Ντιζάς πήρε το δεύτερο μανουάλι. 
Ο παπάς με την πλάτη γυρισμένη ευλογούσε τη μεταλαβιά. Στη Λειτουργία, στην 
πομπή κι έπειτα στην Ανάσταση ο Ντιζάς δεν σήκωσε το βλέμμα απ’ το έδαφος.

Όμως φέτος τον ήθελα τον σταυρό. Έστω το εξαπτέρυγο, το πρώτο. Αν κρατούσα κάτι 
απ’ τα δυο, ο παππούς θα μου ’δινε λεφτά για καινούργια κασέτα. Ο Γκόγκας θα 
’παιρνε το δεύτερο εξαπτέρυγο, ο μικρός απ’ τον Συνοικισμό το πρώτο μανουάλι. Ο 
επόμενος που θα ερχόταν θα έπαιρνε το άλλο.

Περιμέναμε τον παπά, ενώ το φως λιγόστευε.

Ο Καραλιός ήρθε κατά τις εφτάμισι.

Ο Ντιζάς κι ο Γκόγκας δεν είπαν τίποτα.

«Ακόμα ν’ ανοίξουν;», είπε ο Καραλιός.

Πηγαίναμε στην ίδια τάξη, αυτός στο άλλο τμήμα. Φορούσε τζιν ζακέτα.

«Τ’ είν’ αυτό;», είπε κι έδειξε τον μικρό απ’ τον Συνοικισμό.

Ο μικρός τον κοίταξε. Στο χωριό ψιθύριζαν πως στον Συνοικισμό οι άνθρωποι 
καβαλούν τις γίδες τους, δέρνουν τις γυναίκες τους, το μόνο που τους νοιάζει 
είναι τα κοπάδια τους. Τ’ αγόρια δεν συνεχίζουν μετά το γυμνάσιο, γίνονται 
κατευθείαν κτηνοτρόφοι, οικοδόμοι, υλοτόμοι. Αλλη πάστα, έλεγαν στα καφενεία.

Ο Ντιζάς σηκώθηκε, μαζί κι ο Γκόγκας. Στάθηκαν στην είσοδο του νάρθηκα. Πήγα κι 
εγώ, ο Γκόγκας μ’ άφησε να περάσω δεύτερος. Πίσω του πήρε θέση ο μικρός. 
Στεκόμασταν φάλαγγα μπροστά στην πόρτα κι ο Καραλιός απέναντι με τα χέρια 
σταυρωμένα. Η καμπάνα σήμανε οχτώ. Ακούσαμε αυτοκίνητο, πάρκαρε πίσω απ’ την 
εκκλησία. Θα πρέπει να ’ταν ο παπάς.

Ο Καραλιός πλησίασε τον Ντιζά. Τον άρπαξε απ’ τον γιακά και τον κύλησε στο 
τσιμέντο, εκεί που ’χε σκάσει κι ήταν όλο μυρμήγκια. Ο Ντιζάς στάθηκε στα πόδια 
του, γράπωσε ένα χοντροχάλικο, το πέταξε. Εσκυψα, πέρασε ξυστά μου ― έσκυψε 
όμως κι ο Καραλιός. Ράγισε ένα τζάμι στον νάρθηκα. Ο Καραλιός τού ρίχτηκε κι 
άρχισε να τον κλοτσάει στο στομάχι. Ο άλλος κουλουριάστηκε σαν σκουλήκι μόλις 
σηκώσεις πέτρα. Ο Γκόγκας κι εγώ κάναμε να τον σταματήσουμε, αλλά έριξε και σε 
μας μερικές. Φοβήθηκα μη μου σπάσει το γκέιμ μπόι και δεν ξαναπροσπάθησα. Έκανα 
τον γύρο της εκκλησίας να φωνάξω τον παπά, όμως δεν είχε έρθει ― το αυτοκίνητο 
ήταν αλλουνού. Ο νεωκόρος άφαντος. Ο Καραλιός κλοτσούσε και χτυπούσε. Κάπου 
κάπου βλέπαμε αίματα στις ρωγμές, στα χόρτα που φύτρωναν πλάι στις 
μυρμηγκοφωλιές. Ώσπου είδαμε τον μικρό απ’ τον Συνοικισμό με μια κοτρόνα στα 
χέρια, την είχε πάρει απ’ το παρτέρι. Πήγε πίσω απ’ τον Καραλιό και με μια 
παράδοξη ησυχία, σαν να έκοβε λουλούδια, σαν να χάιδευε τα μαλλιά νεογέννητου, 
την κατέβασε στο κεφάλι του. Ο Καραλιός γύρισε ζαλισμένος, παραπάτησε κι ύστερα 
ο μικρός την κατέβασε άλλη μια, αυτή τη φορά στο πρόσωπο, έπειτα μια φορά 
ακόμα. Ο Καραλιός ξαπλώθηκε.

Σηκώσαμε τον Ντιζά, ο Γκόγκας έφερε νερό απ’ την κρήνη, τον έβρεξε, τον 
καθάρισε. Συνήλθε. Κοιτάξαμε τον πεσμένο Καραλιό. Ακούσαμε βήματα απ’ την άλλη 
μεριά της εκκλησίας. Είδαμε μια σκιά, ο νεωκόρος καλησπέρισε τον παπά.

«Θέλω τον σταυρό», είπε ο μικρός απ’ τον Συνοικισμό. Καθόταν πάνω στην κοτρόνα.

Ο Ντιζάς τον κοίταξε. Είχε μείνει λίγο αίμα στη βάση του λαιμού.

Φάνηκε ο νεωκόρος. Είδε τον Καραλιό κι έβαλε τις φωνές. Του είπαμε ότι σκόνταψε 
στις ρωγμές του τσιμέντου. Έπεσε και χτύπησε στην κοτρόνα ― άγνωστο πώς βρέθηκε 
εκεί. Ηρθε ο παπάς, τηλεφώνησε στο αγροτικό ιατρείο. Τον μάζεψαν σ’ ένα 
τέταρτο, αναίσθητο ακόμα.

Στη Λειτουργία ο Ντιζάς πήρε το πρώτο εξαπτέρυγο. Εγώ το δεύτερο, ο Γκόγκας κι 
ο τελευταίος που ήρθε τα μανουάλια. Έξω απ’ την εκκλησία ο παππούς με είδε που 
δεν κρατούσα τον σταυρό, αλλά μου ’κλεισε το μάτι ― μου έδωσε τελικά τα 
χρήματα. Την πομπή, ακριβώς πίσω απ’ τον παπά, οδηγούσε ο μικρός. Ανέκφραστος 
παρά το πλήθος στην πλατεία, ατάραχος ακόμα κι όταν μεσάνυχτα άστραψαν πάνω μας 
γαλαζοπράσινα τα πυροτεχνήματα ― λες και δεν ήταν Πάσχα, λες κι ήταν μια Τρίτη 
βράδυ, Ιούλιος με τις ζέστες κι όλος ο Συνοικισμός στις αυλές, στις πλαστικές 
καρέκλες, να πίνει μπίρες σιωπηλός.

Advertisements
https://sarantakos.wordpress.com/2019/06/09/stauros/

 ________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις 
προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών
____________

Απαντηση