Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή, 21 Ιουλίου 2019 - 09:40
Το ουζερί (αφήγημα του Ξενοφώντα Μαυραγάνη) Κυριακή σήμερα, μέρα ανάγνωσης -καλοκαιρινή Κυριακή μάλιστα. Θα παρουσιάσω σήμερα ένα αφήγημα με έμμεσο καλοκαιρινό χρώμα, αφού εκτυλίσσεται σε μια μικρή νησιωτική πόλη, που δεν κατονομάζεται ρητά αλλά είναι το Πλωμάρι της Μυτιλήνης. Πρόκειται για το βιβλίο «Το ουζερί», του Μυτιληνιού συγγραφέα Ξενοφώντα Μαυραγάνη (1940-), που γεννήθηκε στο Πλωμάρι αλλά εδώ και πολλά χρόνια ζει στη Θεσσαλονίκη. Το Πλωμάρι είναι πανελλήνια γνωστό για το ούζο που παράγει, ωστόσο ο συγγραφέας μάς λέει πως η λέξη «ουζερί» ήταν άγνωστη στην πόλη έως το 1952 που άρχισε να λειτουργεί ένα τέτοιο μαγαζί. Και με κέντρο το μαγαζί αυτό, ο Μαυραγάνης περιγράφει τη ζωή στην επαρχιακή πόλη στη δεκαετία του 1950, αφήνοντας τη διήγηση ελεύθερη να περνάει από το ένα θέμα στο άλλο. Παραθέτω λοιπόν ένα εκτενές απόσπασμα από τις σελίδες 55-66 του βιβλίου. Συνέντευξη του συγγραφέα για το βιβλιο του μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ βρήκα και μια ραδιοφωνική του συνέντευξη. Το ουζερί (απόσπασμα) Πολύ γρήγορα έγινε γνωστό το Ουζερί και πολύ πέρα από τα σύνορα της μικρής μας πόλης και για τους εξαιρετικούς μεζέδες που πρόσφερε. Γιατί, έξω από τα γνωστά και τετριμμένα, χταπόδι στη σχάρα ή ξιδάτο, παστά, ελιές, κεφτέδες και λοιπά, απόκτησε ειδικότητα, ίσως και μοναδικότητα, στα θαλασσινά και στα όστρακα, που του έρχονταν ειδικά από τον κόλπο της Καλλονής. Τα περίφημα χτένια, που τα πρόσφερε ωμά με μπόλικο λεμόνι ή πολύ ελαφρά ψημένα όσο ν’ ανοίξει το καύκαλό τους, με μπόλικο επίσης λεμόνι, πίνες τηγανητές ή μεταμορφωμένες σε πινοκεφτέδες, σουπιές και καλαμαράκια ολοζώντανα στη σχάρα ή τηγανητά, καραβίδες και φυσικά αστακούς και τις εκπληκτικές αστακοκαραβίδες, γνωστές και με το όνομα «κωλοχτύπες», που βεβαίως ορισμένες εποχές απαγορευόταν η αλίευσή τους, φαίνεται όμως πως για το Ουζερί γίνονταν κάποιες εξαιρέσεις. Όλα αυτά, όμως, μαζί με τους κεφτέδες, χορτοκεφτέδες, συκώτια αρνίσια ή κατσικίσια τηγανητά ή ψητά στο κάρβουνο, σφουγγάτα, ντολμαδάκια γιαλαντζί ή με κρέας, σουγάνια, δηλαδή κρεμμυδοντολμάδες, τα περίφημα και περιζήτητα γεμιστά κολοκυθολούλουδα και πολλά άλλα, συνοδεύοντάς τα με τα αξεπέραστα ξινά του. Που υπήρχαν, βέβαια, και στους μεζέδες των καφενείων, αλλά στο Ουζερί λεγόταν πως είχαν άλλη γεύση. Σε μια ατέλειωτη σειρά γυάλινων βάζων τοποθετημένων σ’ ένα μεγάλο ράφι πάνω από την κουζίνα μπορούσες να βρεις κάπαρη, ξινήθρα -αξνίθρα στην τοπική μας διάλεκτο- κρίταμο που σκέπαζε όλες τις βραχώδεις ακτές και που μέχρι σήμερα λίγοι το ξέρουν και το εκτιμούν, αγουρίδα, τρυφερούς βλαστούς αμπελιών, αρκόμπλα, τσάγαλα, ήτοι μικρά πριν προλάβει ακόμα να γίνει ξύλο η εξωτερική τους επιφάνεια, αμύγδαλα και μούσμουλα – που σε άλλες περιοχές τα ονομάζουν ιρίκια. Κι όλα αυτά στην άλμη, με μια ιδέα ξίδι στο διάλυμα της συντήρησής τους. Όλα, για να νοστιμίζουν τους άλλους εξαιρετικής ποιότητας μεζέδες και να διευκολύνουν την κατάποση μεγαλύτερων ποσοτήτων απ’ αυτούς. Τα μούσμουλα στην άρμη ήταν μια απ’ τις πιο θελκτικές λιχουδιές εμάς των μικρών. Αλλά πέρα απ’ αυτά που τρώγαμε από τα βάζα των μανάδων μας -πόσα, άραγε, θα μπορούσαν να έχουν στις κουζίνες τους;- ήταν κι εκείνα που αγοράζαμε από τους πλανόδιους πωλητές, τον Μάρκο ή τον Φώτη ή τον Αριστείδη τον Ντιν-Νταν. Όχι πως είχε καμιά ιδιορρυθμία ο άνθρωπος ή ιδιαιτερότητα, αλλά το παρατσούκλι τού το κόλλησαν γιατί μ’ ένα μικρό κουδουνάκι, που κρατούσε στο χέρι, έκανε γνωστή την παρουσία του στους παντοειδείς πελάτες του. Κλασικός μικροπωλητής του δρόμου ο Ντιν-Νταν, διέθετε στον μικρό ξύλινο δίσκο, που είχε κρεμασμένο μπροστά του, ό,τι μπορούσες να φαντασθείς. Λαχεία, καραμέλες, μικρές σοκολατίτσες της μπουκιάς, λουκουμάκια, παραμανάκια για τα μαλλιά των γυναικών, καρφίτσες, παραμάνες, μανταλάκια για το άπλωμα των ρούχων, ακόμα και μπικουτί. Όλοι αυτοί μάς πουλούσαν τα μούσμουλα στην άρμη μέσα σε μικρά χωνάκια από φύλλα εφημερίδων, που μούλιαζαν σχεδόν αμέσως και διαλύονταν μέσα στα χέρια σου, με κίνδυνο απώλειας του περίφημου μεζέ. Η σπουδαία, όμως, και ιδιαίτερη ιστορία με τα μούσμουλα όλη την περίοδο της άνοιξης ήταν το κλέψιμό τους. Ένα σπορ που ποτέ δεν μπόρεσα να εξηγήσω ούτε να καταλάβω. Χρέος και καθήκον κάθε αγοριού που σεβόταν τον εαυτό του και την ιδιότητά του ως μελλοντικού άνδρα ήταν το κλέψιμο των μούσμουλων. Ποτέ δεν μας πέρασε η ιδέα να κλέψουμε άλλο φρούτο. Ούτε πορτοκάλια που αφθονούσαν, μανταρίνια, καΐσια ή ροδάκινα, σταφύλια ή μούρα. Τα μούσμουλα ήταν αυτά που μας ερέθιζαν και δεν μας επέτρεπαν να ησυχάσουμε. Μόλις αποκτούσαν το μέγεθος μπίλιας, έπεφτε το σχετικό σύνθημα. Οργανωνόμασταν σε μικρές συμμορίες των τριών το πολύ τεσσάρων ατόμων και εκστρατεύαμε. Προσφιλής μας περιοχή τα «Άνθη», μια ρεματιά, δίπλα στον Σεδούντα που κυλούσε νωχελικά τα νερά του όσο απομακρυνόταν από την εποχή των βροχών, καταπράσινη και γεμάτη από κάθε είδους οπωροφόρα. Και λουλούδια. Λουλούδια να δουν τα μάτια σου, να πνίγουν τα ρουθούνια σου και να γεμίζουν την ψυχή σου. Τριαντάφυλλα, κρίνοι, σαλγκίμια -τα αναφερόμενα σε άλλες περιοχές ως «Ιούδες»- ανεμώνες, παπαρούνες, μαργαρίτες και χαμομήλια. Ό,τι μπορούσες να ποθήσεις. Από κει ξεκινούσαν εκείνες τις ηρωικές εποχές του 1945 και 1946 οι διαδηλωτές του Ε.Α.Μ., που κατέβαιναν στο κέντρο της μικρής μας πόλης φορτωμένοι με λουλούδια πολύχρωμα και ευωδιαστά, υποσχόμενοι μια καινούργια ζωή γεμάτη χρώματα και αρώματα. Πολλοί από τους μικρούς κήπους ή κηπάρια, που είχαν προκύψει από τις αλλεπάλληλες κατατμήσεις λόγω προικών, κληρονομιών, δωρεών κλπ., ήταν περιφραγμένοι είτε με αγκαθωτά σύρματα είτε με ψηλούς τοίχους. Αυτό, όμως, δεν μας εμπόδιζε ούτε μας πτοούσε. Ο ένας από την ομάδα ή τη συμμορία, όπως θέλετε πέστε την, πρώτα έβαζε πλάτη για να μπορέσουν οι σύντροφοί του να περάσουν τα εμπόδια κι ύστερα φυλούσε τσίλιες, για την αποτροπή τυχόν κινδύνου. Βέβαια, οι επιδρομές γίνονταν συνήθως το σούρουπο, αλλά ποτέ δεν ήξερες τι μπορεί να συμβεί. Κι αφού γέμιζαν οι πάνινες σακούλες, οι σοφράδες δηλαδή, που είχε μαζί της η κάθε καταδρομική ομάδα, φεύγαμε τρέχοντας από το σημείο του εγκλήματος κραυγάζοντας: «Ού θεια, κλέφτουν τα μούσμουλα.» Κι αυτό ανεξαρτήτως αν υπήρχαν άνθρωποι ή σπίτια στην περιοχή, που θα μπορούσαν να μας πάρουν είδηση. Απ’ αυτά, όσα μπορούσαμε να φάμε, έτσι άγουρα και ξινά, μέχρι που πολλές φορές μας έπιανε κοιλόπονος, προσπαθούσαμε να τα βάλουμε εμείς στην άρμη. Βρίσκαμε στρογγυλούς μικρούς τενεκέδες από χρησιμοποιημένες κονσέρβες, βασικά της UNRA, στην περιοχή του σκουπιδότοπου, και τους πλέναμε με νερό αποκλειστικά της θάλασσας, με την επιμέλεια της ηλικίας μας φυσικά. Σ’ αυτούς συσκευάζαμε τα κλοπιμαία με εξασφαλισμένη πάντοτε την αποτυχία, αφού δεν μάθαμε ποτέ τις κανονικές αναλογίες παρασκευής της άλμης. Με αποτέλεσμα το σάπισμα των μούσμουλων. Πάντως, το καθήκον μας το είχαμε κάνει. Η περιοχή του Ουζερί, δηλαδή εκατό μέτρα παραπάνω από το κατάστημα όπου είχε εγκατασταθεί, αποτελούσε κι ένα φυσικό σύνορο, θα έλεγε κανείς, για μας τους νεότερους κλώνους της μικρής μας πόλης. Εκείνη την εποχή αντικαθιστούσαμε τη φυσιολογική μας ανάγκη να μπούμε στον χώρο της ταχύτητας και της μηχανοκίνησης, αλλά, μη έχοντας τον τρόπο, εξαντλούσαμε την ενεργητικότητά μας στα περίφημα «αραμπαδέλια». Μικρά ξύλινα καροτσάκια της μιας ή δύο θέσεων, η μια πίσω απ’ την άλλη, στηριγμένα σε τέσσερις ξύλινες ρόδες, εφοδιασμένα με πρωτόγονο τιμόνι εμπνευσμένο από τα τιμόνια, τα διάκια δηλαδή, που είχαν οι βάρκες μας, αλλά και με φρένο, οδηγημένα από μας σε καθημερινούς αγώνες ταχύτητας και δεξιοτεχνίας. Κινητήρια δύναμή τους ήταν ο δεύτερος ή τρίτος, ανάλογα με τον αριθμό των επιβατών, παίκτης της ομάδας, που μ’ ένα χοντρό στυλιάρι έσπρωχνε με όση δύναμη διέθετε του αραμπαδέλ. Έτσι, η δύναμη του προωθητή και η δεξιοτεχνία του οδηγού διαμόρφωναν το νικητήριο ή μη αποτέλεσμα. Έτσι, κάθε απόγευμα σχεδόν, κρατώντας άλλος μια φέτα ψωμιού με θρεψίνη κι άλλος πασπαλισμένη με ζάχαρη και υποψία καφέ ή συνοδευμένη μ’ ένα κομμάτι χαλβά και ελάχιστες φορές με τυρί, μαζευόμασταν στο γεφύρι του Ξυδιά, ο μικρός ελεύθερος χώρος τού οποίου επέτρεπε την προετοιμασία της εκκίνησης των αραμπαδοδρομιών. Η ξύλινη, όμως, κατασκευή των «αραμπαδελιών», χωρίς ίχνος ελαστικού ή άλλου μονωτικού υλικού, προκαλούσε τρομακτικό θόρυβο καθώς κυλούσαν πάνω στους πλακοστρωμένους, από την οθωμανική ακόμα εποχή, δρόμους της μικρής μας πόλης. Θόρυβο τρομακτικό αλλά και ενοχλητικό για τους μαγαζάτορες της Ευρωπαϊκής Αγοράς, του πιο εξελιγμένου εμπορικού μας τμήματος. Ωστόσο, οι διαμαρτυρίες τους, που απευθύνονταν κυρίως στον εμπνευστή και οργανωτή αυτών των πρωτόγονων «αυτοκινητιστικών» αγώνων, τον περίφημο Ντα, τον Μανώλη Ψ. δηλαδή, δεν μας αποθάρρυναν ούτε εμπόδιζαν τη δραστηριότητά μας. Που ήταν, όμως, ουσιαστικά απαγορευμένη στη νότια περιοχή της πόλης μας, δηλαδή στην περιοχή της αγοράς όπου ήταν εγκατεστημένο το Ουζερί. Την απαγόρευση την καθιστούσε ευκολότερη και η στενότητα του δρόμου, που μπορούσε με ευχέρεια να αποκλεισθεί. Και, βεβαίως, να οδηγήσει στην σύλληψή μας ή και στον ανελέητο ξυλοδαρμό μας. Ακριβώς στη μέση της «πίστας» των αραμπαδελοαγώνων μας και στη δεξιά μεριά του δρόμου υψωνόταν το επιβλητικό νεοκλασικό κτήριο της Εθνικής Τράπεζας, που δεν φαινόταν να ενοχλείται από τον θόρυβο που προκαλούσαν οι αγώνες μας. Στο προσωπικό της συγκαταλεγόταν ο Δημήτριος Α. ή Μητρέλος, που μετέφερε με σχετική ευκολία τις 120 οκάδες του σώματός του, ασφυκτιώντας μέσα στα κάτι παραπάνω από δύο μέτρα τής περιμέτρου της κοιλιάς του. Μ’ όλο αυτόν τον όγκο ξεκινούσε κάθε πρωί από το σπίτι του για τον τόπο της εργασίας του, διανύοντας τα 700 περίπου μέτρα που τα χώριζε. Η δυσκολία βρισκόταν στον τρόπο και στη θέση από την οποία θα πρόσφερε τις υπηρεσίες του στο κοινό, που επισκεπτόταν το καγκελόφρακτο νεοκλασικό κτήριο, όπου στο ισόγειό του στέγαζε το υποκατάστημα και στον πρώτο όροφο την κατοικία του εκάστοτε διευθυντή, λίγα μέτρα πριν από την «Ευρωπαϊκή Αγορά», όπου ήταν συγκεντρωμένα όλα τα μαγαζιά ποιότητας, νεωτερισμών όπως τα αποκαλούσαν, δηλαδή υφασμάτων, παπουτσιών και των ελάχιστων ετοίμων ενδυμάτων που υπήρχαν την εποχή των δεκαετιών 1950 και 1960. Εκεί γίνονταν οι συναντήσεις των επωνύμων και ευκαταστάτων ως εικός κυριών της κωμόπολης, κι εκεί πρωτοεμφανίζονταν οι όποιες τάσεις μόδας έφταναν μέχρις εμάς. Είναι σίγουρο, πάντως, ότι στο εμπορικό αυτό σημείο έφτασε το καταλυτι-κό νάυλον, που κατάκλεψε ακαριαία τις καρδιές των νοικοκυρών στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ήταν ανθεκτικό, δεν ήθελε σιδέρωμα, δεν έπιανε εύκολα λεκέδες. Εκεί, όμως, που έκανε θραύση ήταν οι κάλτσες, οι γυναικείες κυρίως, που οι νάυλον αντικατέστησαν τις μεταξωτές που και πιο ακριβές ήταν και πιο δύσκολες στην αποκατάσταση των βλαβών τους. Στην ίδια περιοχή στεγαζόταν και το Αγρονομείο, σπουδαίος παράγοντας του κράτους, αλλά και σημαντικότατος βραχίονας άσκησης πολιτικής ή, για το πούμε καλύτερα, άσκησης πολιτικής πίεσης, αφού το «ημιστρατιωτικόν σώμα της Αγροφυλακής» ασκούσε τον πάσης φύσεως έλεγχο των τεκταινομένων στην ύπαιθρο με κύριο άξονα τον απόλυτο έλεγχο των πολιτικών φρονημάτων. Στο ισόγειο, λοιπόν, του Αγρονομείου, που κάποτε αποτελούσε στάβλο ή, στην καλύτερη περίπτωση, αποθήκη σιταριού, λειτουργούσε περιοδικά το «χοροδιδασκαλείον Τσάκωνα», που έφθανε στην μικρή μας πόλη από την πρωτεύουσα του νησιού για να παραδίδει μαθήματα χορού στα «κουπιλούδια τσι τα κουπιλάργια» που ήθελαν να εμπλουτίσουν τη ζωή τους με ευρωπαϊκές πινελιές. Τις εν τινι μέτρω ανάρμοστες επαφές των μαθητών του χοροδιδασκαλείου εξέθετε σε έκτακτη έκδοσή της η χειρόγραφη εφημερίδα των νέων της εποχής «Φιλιστόκα», άγνωστης ετυμολογικής προέλευσης ονομασία που, με τίτλο «Τα γκρούπγια», δηλαδή τα γκρουπ ή οι ομάδες που θα λέγαμε σε απλά ελληνικά, διεκτραγωδούσε τα γενόμενα. Μεταξύ των οποίων ήταν πως κάθε μαθητής μπορούσε ελεύθερα να αγκαλιάζει οποιαδήποτε μαθήτρια προτιμούσε, υπό το αθώο πρόσχημα της εκμάθησης του χορού. Κι όλ’ αυτά μ’ ένα κατοστάρικο, εκατό δραχμές δηλαδή, εφάπαξ καταβολή διδάκτρων. Στου λιμόμ μ γι ανισαμιούδα τζ Μες στα ρθούνια μ τα μαλέλια Τσι καρσιλακστά στου στόμα μ Ένα τι τα θκα τζ τ’ αχλέλια. (Στο λαιμό μου η αναπνοή της στα ρουθούνια μου τα μαλλάκια της και κοντά στο στόμα μου μια τρίχα απόσταση τα χειλάκια της) Παράλληλα με τον κεντρικό πλακοστρωμένο δρόμο, όπου διεξάγονταν οι αραμπαδελοδρομίες, ένας δρομίσκος ούτε εκατό μέτρα μήκος που άρχιζε από το αρχοντικό των Ρεπάνηδων, τριώροφο με κήπους και αλέες προς την ανατολική του πλευρά, και τελείωνε σχεδόν στα όρια του σπιτιού μας, χαρακτηριζόταν από την ύπαρξη δυο μεγάλων πεταλωτηρίων, γι’ αυτό και η περιοχή ονομαζόταν «αλμπάνικα», τουτέστιν χώροι φιλοξενίας και περιποίησης ζώων μεταφορικών. Δηλαδή αλόγων, γαϊδουριών και μουλαριών, των λεγόμενων «χοντρών» ζώων. Στους δυο αυτούς μεγάλους στεγασμένους χώρους οι χωρικοί που έρχονταν στο διοικητικό αλλά και εμπορικό κέντρο της επαρχίας εμπιστεύονταν τα ζώα τους για όσες ώρες θα τους κρατούσαν οι δουλειές τους, εξασφαλίζοντάς τους τροφή και νερό, αλλά και πετάλωμα. Τα πεταλωτήρια, τα «αλμπάνικα» δηλαδή, ήταν τα πάρκινγκ της εποχής. Που, εκτός από χώροι φύλαξης, φιλοξενίας και περιποίησης των ζώων, αποτελούσαν και τα ιατρικά, δηλονότι εργαστήρια όπου γινόντουσαν οι ευνουχισμοί, τα «μουνουχίσματα» των αρσενικών γαϊδουριών και των αλόγων. Μια διαδικασία που την παρακολουθούσαμε με περιέργεια αλλά και δέος, χωρίς ν’ αντιλαμβανόμαστε τους φρικτούς πόνους που βίωναν τα ζώα ή να συγκινούμαστε από τις οιμωγές τους. Δυο τουλάχιστον μπρατσωμένοι άνδρες έριχναν το ζώο στο έδαφος με δεμένα γερά τα πόδια και το κεφάλι και, αφού το ακινητοποιούσαν πλήρως, άρχιζε ο «χειρουργός» τη δική του δουλειά. Με καλοακονισμένα ξυράφια, που είχε μέσα σε μια λεκάνη με βρασμένο νερό ή οινόπνευμα κατά περίπτωση, έσκιζε το όσχεον του ζώου, αφαιρούσε βίαια τους γεννητικούς του αδένες, ενώ αυτό σπάραζε και μούγκριζε από τον πόνο, και τους πετούσε στα κεραμίδια του «αλμπάνικου», βορά των δεκάδων ελεύθερης διαβίωσης γάτων. Με γρήγορες είν’ αλήθεια κινήσεις πασπάλιζε με μια μπλε σκόνη τα καθημαγμένα όργανα του ζώου και ένωνε τα κομμένα μέρη με μια-δυο ειδικές πένσες. Κι ύστερα από λίγο, όταν μάλλον καταλάγιαζε ο πόνος, έλυναν το ζώο που κινούνταν προς το παχνί με το άχυρο και τις ποτίστρες με το νερό. Μερικές μέρες αργότερα, ο «γιατρός» αφαιρούσε τις πένσες, αφού διαπίστωνε ότι η πληγή έβαινε προς την ίαση. Τέτοια «μνουχίσματα» γίνονταν πολλά ιδίως την άνοιξη, μετά το τέλος δηλαδή της ελαιοσυγκομιδής, βοηθώντας τα ζώα, απαλλαγμένα από τις ανάγκες της αναπαραγωγής, να αποδίδουν καλύτερα στη δουλειά για την οποία προορίζονταν. Τη μεταφορά βαριών φορτίων ελαιοκάρπου και άλλων εφοδίων. Κι όλ’ αυτά γινόντουσαν χωρίς κανείς να ενοχλείται ή να προσβάλλεται, σαν αυτονόητα γεγονότα της ρέουσας ζωής, χωρίς κανείς να κυριαρχείται από υπέρμετρες ευαισθησίες για πράγματα που έπρεπε να συμβούν γιατί το επέτασσαν οι ανάγκες των ανθρώπων. Άλλωστε, πολλοί απ’ αυτούς που είτε παρέδιδαν τα ζώα τους για το φοβερά επώδυνο «μουνούχισμα» είτε αυτοί που το εκτελούσαν, είχαν ζήσει πολύ πιο τραγικές στιγμές στους πολέμους που έζησαν. Είτε στη Μικρά Ασία από το 1912 μέχρι και το 1922 είτε στην Αλβανία και στα ελληνικά βουνά το 1940. Τα μουνουχίσματα πραγματοποιούνταν σαν μια καθημερινή απασχόληση και στον καιρό της γερμανικής Κατοχής, όταν η υπέροχη μονοκατοικία Ρεπάνη, με μόνη κάτοικό της την κυρία Σοφία, χήρα και άτεκνη, έγινε κατοικία των επικεφαλής των Γερμανών που διοικούσαν τη μικρή μας πόλη και την περιοχή της. Τα μέχρι τότε άδεια και σκοτεινά δωμάτια, με τα ζωγραφισμένα ταβάνια, τα θαυμάσια έπιπλα φερμένα όλα από την Εσπερία, τις πορσελάνινες λάμπες φωτισμού, τις βαριές βελούδινες κουρτίνες που άφηναν ακόμα και τις πιο σκοτεινές μέρες του χειμώνα ελάχιστες αχτίδες φωτός να περνούν, έζησαν μετά από πολλά χρόνια, έστω και υπό συνθήκες Κατοχής, και άκουσαν ανθρώπινες ομιλίες, όσο κι αν απείχαν πολύ από το «ανθρώπινο». Κι ήταν μεγάλη η χαρά μας, των παιδιών των τριών και τεσσάρων χρόνων, όταν πολύ τακτικά έβγαιναν κάποιοι Γερμανοί γαλονάδες και μας μοίραζαν σοκολάτες. Πώς να ξέραμε τότε; Αν και αργότερα δικαιολογήσαμε τους εαυτούς μας, ανακαλύπτοντας πως αυτοί ειδικά οι αξιωματικοί που μας φίλευαν με σοκολάτες ήταν Αυστριακοί, που σε σχέση με τους Γερμανούς ήταν καλοί. Για τον Μητρέλο είχε δημιουργηθεί από την τράπεζα ειδικός χώρος εργασίας, αφού στα κανονικά γραφεία δεν χωρούσε. Ένα μεγάλο τραπέζι με μια ελλειπτική εγκοπή για να χωρά την τεράστια κοιλιά του, στο οποίο, εκτός από τα χαρτιά και τα έγγραφα της υπηρεσίας, ήταν απλωμένα και πάσης φύσεως φαγώσιμα, για να ικανοποιεί ο αείμνηστος την ακόρεστη πείνα του. Οι κινήσεις του Μητρέλου μέσα στην τράπεζα ήταν ελάχιστες και περιορίζονταν συνήθως στην επίσκεψη του αποχωρητηρίου, που βρισκόταν στο υπόγειο του καταστήματος. Εκεί, λοιπόν, συνέβη και το ατύχημα το οποίο παρ’ ολίγο να κοστίσει τη ζωή τού συμπαθούς άμα και ευτραφούς τραπεζικού. Μια χειμωνιάτικη μέρα, που το φως στο υπόγειο ήταν λιγοστό, με δεδομένο ότι η ηλεκτρική ενέργεια της Δ.Ε.Η. ήρθε στη μικρή μας πόλη αργότερα, ο Μητρέλος έχασε τον προσανατολισμό του και πάτησε το σκέπασμα ενός πηγαδιού, που προφανώς παλαιότερα εξυπηρετούσε την ύδρευση του κτηρίου. Το ξύλινο σκέπασμα υπό το βάρος των 120 οκάδων ή 154 κιλών υποχώρησε, και ο Μητρέλος θα βρισκόταν στον πάτο του πηγαδιού, αν δεν τον συγκρατούσε στο χείλος του η τεράστια κοιλιά του. Εκεί τον βρήκε μερικές ώρες αργότερα ένας συνάδελφός του, όταν επισκέφθηκε το υπόγειο για σωματική του ανάγκη. Ακούστηκαν κραυγές, επικλήσεις βοήθειας και ακολούθησε μεγάλη συρροή κόσμου. Κυρίως περιέργων. Χάρη στην επινόηση ενός ντόπιου μαραγκού, μια ειδική κατασκευή, τύπου γερανού, βοήθησε αποτελεσματικά ώστε ν’ ανασυρθεί ο Μητρέλος από το πηγάδι μετά από μερικές ώρες χωρίς ούτε μια αμυχή. Παρ’ όλο που δεν υπήρχαν τότε πυροσβεστικές υπηρεσίες και εξειδικευμένοι διασώστες. Παρά το σοκ που υπέστη, ο Μητρέλος συνέχισε την τρυφηλή, όπως θα έλεγαν άλλοτε, ζωή του, απολαμβάνοντας όλες τις χαρές που μπορούσε ν’ απολαύσει. Κυρίως, βεβαίως, τις γαστριμαργικές, που του χάριζαν κι αυτήν τη σωματική διάπλαση. Πρώτος στα τραπεζώματα, πρώτος στα γλέντια με ιδιαίτερη δράση την περίοδο της Αποκριάς, όπου πρωταγωνιστούσε. Συνήθως η μεταμφίεσή του ήταν του Τούρκου πασά, που του ταίριαζε απόλυτα, αφού, χωμένος μέσα στα φαρδιά σαλβάρια και μ’ ένα φέσι κατακόκκινο στο κεφάλι του, απελευθερωνόταν, έστω για λίγο, από τη φράγκικη ενδυμασία, που με τα γιλέκα, τις γραβάτες και τις ζώνες περιόριζε, όσο να ’ναι, την ελευθερία των κινήσεών του. Φίλος του ζωγράφος απεικόνισε την αξεπέραστη φιγούρα του, δίνοντας και σημαντικά στοιχεία τού χαρακτήρα του, μπροστά σ’ ένα τραπέζι με του κόσμου τα αγαθά, δίνοντας τον τίτλο «Ο Μη Τρελός». Προσφιλής του ενασχόληση η επισήμανση και μανιώδης προμήθεια των πιο εκλεκτών, συνάμα και προκλητικά εύγευστων λιχουδιών, που τις έβρισκε συνήθως στο μπακάλικο της γωνίας της αγοράς με τον κεντρικό πλακόστρωτο δρόμο, που από το σημείο αυτό ακριβώς άρχιζε. ……. Advertisements https://sarantakos.wordpress.com/2019/07/21/ouzeri/ ________ Orasi mailing list για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] και στο θέμα γράψτε unsubscribe Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net Για το αρχείο της λίστας http://www.mail-archive.com/[email protected]/ Εναλλακτικό αρχείο: http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/ παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) http://www.freelists.org/archives/orasi __________ NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού http://www.nvda-project.org/ _____________ Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ____________
