Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2019 - 09:40

Περαστικός απ’ τα Μετέωρα (αφήγημα του Γιώργου Κοτζιούλα)


Κυριακή και πρώτη του μηνός σήμερα οπότε έχουμε σύγκρουση λογοτεχνικής ύλης 
(διότι Κυριακή) και μηνολογίου (διότι πρώτη του μηνός). Συνήθως στη σύγκρουση 
αυτή υποχωρεί η λογοτεχνική ύλη, σήμερα όμως θα κάνουμε εξαίρεση και θα 
μεταθέσουμε το μηνολόγιο για αύριο. Ο λόγος είναι πως θέλω να τιμήσω μιαν 
επέτειο.

Στις 29 Αυγούστου 1956 είχαμε τον πρόωρο θάνατο του αγαπημένου μου ποιητή 
Γιώργου Κοτζιούλα, στα 47 του χρόνια, όταν η καρδιά του δεν άντεξε τους 
εξοντωτικούς ρυθμούς δουλειάς του επαγγελματία γραφιά. Ο γιος του μού στέλνει 
ένα άγνωστο αφήγημα του Κοτζιούλα, στο οποίο ο ποιητής αφηγείται πώς έφυγε από 
τη χειμαζόμενη Αθήνα τον πρωτο χειμώνα της Κατοχής, τον Νοέμβρη του 1941, για 
να αποφύγει τον σχεδόν βέβαιο θάνατο από πείνα. Η γενέθλια Πλατανούσα, αν και 
πάμφτωχη, μπορούσε να του εξασφαλίσει την επιβίωση.

Ο Κοτζιούλας δημοσίευσε το αφήγημά του το 1948 σε συνθήκες εμφυλίου. Ίσως γι’ 
αυτό να αναφέρει πως δεν ξαναπέρασε από την Καλαμπάκα μετά το 1941. Από τα 
ημερολόγιά του, που σύμφωνα με τις ενδείξεις θα εκδοθούν επιτέλους φέτος, 
ξέρουμε ότι μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, στη συντεταγμένη αποχώρηση των 
δυνάμεων του ΕΛΑΣ από τα Γιάννενα, φυσικά μέσω Κατάρας, πέρασε και από την 
Καλαμπάκα. Εκτός αν εννοεί ότι τη δεύτερη φορά δεν έμεινε εκεί.

Τα μπακέτα για τα οποία γίνεται λόγος στο αφήγημα είναι πακέτα καπνό που έφερνε 
στον πατέρα του.

Γ. Κοτζιούλας, Περαστικός απ’ τα Μετέωρα, Μετέωρα*, τεύχ. 2 (1948) 62-64.

* Περιοδικό του ΕΜΟΤ (Εκδρομικός Μορφωτικός Όμιλος Τρικάλων).

Θυμάμαι τον πρώτο χειμώνα της σκλαβιάς και της πείνας, το μαύρο χειμώνα του 41. 
Τότε μ’ έφερε η τύχη να περάσω κι εγώ για πρώτη φορά απ’ την Καλαμπάκα. Τότε 
ανέβηκα κι εγώ, προσκυνητής της περίστασης, στα φημισμένα Μετέωρα.

Σαν πουλιά που τα κυνηγάει ανεμική, έφευγαν οι άνθρωποι μπουλούκια απ’ τη 
ρημαγμένη πρωτεύουσα, που φτωχομάνα των επαρχιωτών ως τα χτες, είχε καταντήσει 
τώρα με τους Γερμανούς κολασμένο στρατόπεδο, κοιλάδα των δακρύων. Πουλούσαν 
ό,τι είχαν ο καθένας κι όσο όσο, κοιτάζοντας όπως μπορούσαν να βγάλουν την 
άδεια απ’ τους Ιταλούς για να πάρουν τα μάτια τους μια ώρα αρχύτερα και να 
ζητήσουν άσυλο στις πρώτες φωλιές τους, στις φτωχούλες πατρίδες που καρτερούσαν 
όλο στοργή τα κακότυχα παιδιά τους.

Έτσι κι εγώ χωρίς να καταλάβω πώς, βρέθηκα ριγμένος στην άγνωστη Θεσσαλία. 
Σταμάτησα κάνα δυο μέρες στην Καρδίτσα για να ψυχοπιάσω κοντά σε φίλο απ’ την 
αναφαγιά, πέρασα μια ματιά κι απ’ τα Τρίκαλα με την ασήκωτη καταχνιά του 
ποταμού, που πότιζε όλη την ατμόσφαιρα υγρασία και στο τέλος, πάτησε το πόδι 
μου στην Καλαμπάκα. Ύστερ’ από τόσες άθελες φουρτούνες – Γραβιά και Μπράλο και 
Λαμία, επιτέλους βρισκόμουν – έστω και με την ψυχή στο στόμα – στα σύνορα της 
γειτόνισσας Θεσσαλίας, κοντά στην πατρίδα μου. Και το χειρότερο ήταν που ήμουν 
ολομόναχος, δεν είχα κανέναν συντροφιά.

Πώς μπορώ να ξεχάσω εκείνες τις δύστυχες μέρες! Ήταν τέλη του Νοέμβρη, χιόνιζε 
ψηλά στην Κατάρα απ’ όπου έπρεπε να διαβώ για να φτάσω στο σπίτι μου κι εγώ 
περίμενα, αποκλεισμένος στην Καλαμπάκα, πότε να ξεχιονίσουν με τις μηχανές 
εκείνο τ’ ανάποδο πέρασμα, τ’ ολότελα σύμφωνο με τ’ όνομά του. Αλλά στο μεταξύ 
πώς περνούν;

Καθόμουν σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο, μια βελτιωμένη έκδοση χανιού, που τόχαν 
μισοεπιτάξει ο ιταλικός στρατός. Άφησαν όμως κάμποσα κρεβάτια για τους 
ταξιδιώτες που θα έφερνε η ανάγκη να περάσουν από κει. Εκεί έκαμα και μια 
τράμπα με το παιδί του ξενοδοχείου.

Μου το δίνεις αυτό το λεξικό; Με ρωτάει για ένα μικρό ελληνοϊταλικό λεξικό της 
τσέπης που είχα βγάλει να ξεφυλλίσω για να περνάει η ώρα.

Του τόδωσα για ένα κομμάτι ψωμί – κυριολεχτικά, γιατί μόνο τούτο είχε πέραση 
τότε. Έτσι στερήθηκα αυτή την ελαφριά (έτσι κι αλλιώς) αποσκευή, αυτόν το 
βολικό μεσίτη μεταξύ υπόδουλων και καταχτητών, που δε θα μου χρειάζονταν εμένα 
στ’ απόκεντρα τ’ απροσκύνητα Τζουμέρκα, όπου πολέμαγα να φτάσω ύστερ’ απ’ τις 
πολυήμερες περιπλανήσεις μου, έρημος ναυαγός που τον πετάν τα κύματα από δω κι 
από κει.

Μα για καλή μου τύχη, όταν σώθηκε εκείνο το ψωμί, πέτυχα κι άλλο. Καλά λεν πως 
οι ταξιδεμένοι βρίσκουν γνώριμους ολούθε. Όποιος έζησε χρόνια στην Αθήνα και 
κυλήσει ύστερα στην επαρχία, δε μπορεί, κάποιος γνωστός του θα του τύχει. Έτσι 
κι εγώ βρήκα εκεί έναν υπάλληλο Τραπέζης που με σύστησε πάλι σ’ ένα νέο γιατρό, 
κι έτσι σχετίστηκα με τον κύκλο τους.

Ήμουν θεονήστικος, λιμασμένος, είχα πεινάσει φοβερά και στην Αθήνα τόσους 
μήνες, και στο ταξίδι, κάμποσες μέρες. Στη Λαμία τρεφόμουν με κούμαρα που 
πούλαγαν οι γυναίκες σε χάρτινα χωνάκια. Στο Μπράλο έκαμα ανταλλαγή με ξερό 
ψωμί τα λίγα μπακέτα που είχα πάρει για τον πατέρα μου, να ιδεί κι αυτός κάτιτί 
[σικ] απ’ τα χέρια μου έπειτ’ από τόσων χρόνων θυσίες εκεινού και τέτια 
ανάδειξή μου, εμένα στα γράμματα!

Τελοσπάντων, μ’ έσωσαν εκείνοι οι φίλοι απ’ την Καλαμπάκα, που είχαν αναλάβει 
μόνοι τους να μου φέρνουν από ακέριο ή μισό καρβέλι ψωμί την ημέρα, μέσα σ’ 
εκείνη την έλλειψη των πάντων. Έτρωγα και σ’ ένα μικρό μαγέρικο, στην άκρη της 
πόλης, που το βαστούσε κάποιος Κοζανίτης, απλός άνθρωπος, όχι σφιχτός στις 
μερίδες, σωστό λαχείο για μένα.

Μωρέ, τι γίνεται δωπέρα! Κάθε μέρα σφάζουν αρνιά[,] μαγειρεύουν κρέας και σου 
δίνουν όσο τραβάει η καρδιά σου κι ούτε σου παίρνουν ακριβά στην πληρωμή και 
τρως και ξανατρώς και χορταίνεις χωρίς να σου αδειάζει η τσέπη. Τι διάολο, δεν 
πήραν είδηση τι συμβαίνει αλλού; Γιατί δεν κρύβουν τα τρόφιμα; Γιατί δεν 
ανεβάζουν τις τιμές; Μπα σε καλό τους! Αυτά συλλογίζομουν και ξανασυλλογίζομουν 
εκεί που γυρνούσα ολημέρα στους δρόμους φροντίζοντας στο μεταξύ να την τιλώσω 
για καλά. Εκδικούμουν έτσι τις πείνες που είχα τραβήξει. Ένα μεσημέρι, θυμάμαι, 
είχα φάει τρία πιάτα κρέας, τριών ειδών, αφού είχα αδειάσει πρωί δυο τσανάκες 
από μισή οκά γάλα με τριμμένο ψωμί και σε λίγο κολάτσισα άλλους δυο πατσιάδες, 
πραγματικούς όμως, όχι νεροπλύματα σαν της Αθήνας. Σα να μην έφταναν αυτά, 
ύστερ’ απ’ το κρέας που σας είπα, πήρα και κάμποσα κομμάτια κοκορέτσι νόστιμο, 
ζεστό, που τότρωγα στο δρόμο (τύπους θα κοιτάζαμε δω!) δαγκώνοντας συνάμα κι 
απ’ το καρβέλι των φίλων μου.

Βρε, θα σκάσω με τούτα που έφαγα! σκέφτηκα για μια στιγμή.

Μ’ έκοψε κρύος ιδρώτας με την ιδέα πως μπορούσα να πάθω κάτι τέτιο απ’ την 
αλαιμαργία μου, απ’ την αχορτασιά μου, εγώ ο λιτοδίαιτος, ο σχεδόν νηστευτής. 
Θυμήθηκα και το πάθημα του καθηγητή Ρεμούνδου, που έσκασε απ’ την πολυφαγία στο 
καράβι καθώς γύριζε από ένα μαθηματικό συνέδριο της Ευρώπης.

– Έχει γούστο να την πάθω κι εγώ σαν το μακαρίτη! συνέχισα τη σκέψη μου παρ’ 
όλο που ήξερα καλά πως δεν έφτανα ούτε το μικρό δάχτυλο του διάσημου Ρεμούνδου.

Τότε μου ήρθαν στο νου, στο βλέμμα μου καλύτερα σαν έσχατο καταφύγιο, τα 
επιβλητικά, τα παράξενα Μετέωρα, που ορθώνονταν απάνω απ’ την Καλαμπάκα σαν 
προαιώνιοι φύλακες, σαν αρχαία στοιχεία που ρίζωξαν σ’ εκείνη τη γη και σιγά 
σιγά έγιναν ένα μαζί της, τετράγωνοι όγκοι, κύβοι από τεμπεσίρι, που κάποιος 
πρωτόγονος τεχνίτης τα πέρασε από πάνω με κάρβουνο για να κάνει γούστο με τη 
δική μας απορία.

Έτσι θυμήθηκα απάνω στην ανάγκη μου τα Μετέωρα, τη συστάδα των μοναστηριών, κι 
αποφάσισα με την ευκαιρία να τα επισκεφτώ, για να πεθάνω τουλάχιστο απάνω στην 
εκτέλεση ενός ιερού χρέους, «προσκυνητής» αφού είχα κάνει το θανάσιμο αμάρτημα 
να φάω εκείνη την ημέρα όσο δε χωρούσε η κοιλιά μου.

Τράβηξα λοιπόν μοναχός μου, στέκοντας εδώ κι εκεί να ρωτήσω για το δρόμο, χωρίς 
εννοείται να μου συμβεί τίποτα απ’ ό,τι φοβόμουν. Μπορώ μάλιστα να πω πως το 
ανέβασμα εκείνο με βοήθησε στη χώνεψη πρώτη και ίσως τελευταία περίπτωση της 
ζωής μου. Κάθομουν λίγο στη ρίζα των βράχων κι άκουγα τις στάλες που έσταζαν 
από ψηλά δίνοντας στη λεία επιφάνεια εκείνο το φαιό χρώμα.

Δυο φορές που επεσκέφθηκα μεγάλα μοναστήρια της χριστιανωσύνης  – στο Άγιον 
Όρος κι εδώ – είχα την ατυχία να είμαι χωρίς συντροφιά. Κι αυτό σε κάνει να 
σκολάς γρήγορα, να μη μαθαίνεις παρά ελάχιστα, όταν κιόλα σου λείπει το θάρρος 
να ρωτάς το καθετί. Δε μπορώ να πω τα ίδια και για το περίφημο Παλαμήδι, όπου 
ανέβηκα πάλι μοναχός μου, γιατί εκεί τη μοναξιά τη ζητάει το ίδιο το μέρος και 
το νοιώθεις καλύτερα έτσι κι ο ίδιος αγριεμένος απ’ τ’ ανήμερο κάστρο με τις 
ντάπιες και τις φυλακές του.

Μολαταύτα σεργιάνισα και τα τέσσερα ή πέντε κυριώτερα μοναστήρια, που 
κατοικιούνται ακόμα από καλογέρους, πιάνοντας κουβέντα μαζί τους με την ασπίδα 
της ανωνυμίας, δίνοντάς τους και κανένα τσιγάρο (που μου το ζητούσαν μόνοι τους 
οι φτωχοί) για να τους καλοπιάσω. Μούδειχναν και κάτι ηλιακά ωρολόγια, κάτι 
πέρα δώθε που νόμιζαν πως ενδιαφέρουν τους επισκέπτες. Αλλά τ’ αρχαία βιβλία 
και τα χειρόγραφά τους (που ποιος ξέρει πόσα μερόνυχτα είχε σκύψει απάνω τους ο 
δάσκαλός μου ο Βέης, άγουρος ακόμα, για να τα ξεσηκώσει με υπομονή), αυτά δεν 
τα είδα, γιατί κάπου τάχαν κλειδωμένα, ούτε είχα άλλωστε και τον καιρό να τα 
ιδώ. Ο νους μας ολουνών ήταν εκείνες τις ώρες σε άλλα, πιο άμεσα, πιο υλικά.

Σ’ ένα μοναστήρι βρήκα κι έναν καλόγερο απ’ τα μέρη μου, δε θυμούμαι πια τ’ 
όνομά του. Ήταν εξηντάρης περίπου, άνθρωπος του Θεού, αλλά και με φέρσιμο 
κοινωνικό: Κάναμε μαζί έναν περίπατο σ’ εκείνα τα ορθόπετρα ψηλώματα, όπου μόνο 
φιλέρημα πετούμενα έπρεπε να κουρνιάζουν. Ο γέροντας με το ράσο κι εγώ με τα 
δικά μου, σα δυο βιγλάτορες απαντημένοι στην τύχη, μιλάγαμε για το ριζικό των 
υπόδουλων Ελλήνων.

– Μη φοβάσαι, μου έλεγε ο γέροντας. Η σκλαβιά θα μας δυναμώσει, θα βγάλει από 
μέσα τις κρυμμένες αρετές μας. Ο ελληνισμός και άλλοτε θαυματούργησε επί ξένων 
κατακτητών. Θα σφιχτούμε περισσότερο, αλλά κάτι καλύτερο θα βγει. Το μαρτύριο 
θα μας εξαγνίσει.

Να ζει άραγε ο καλός εκείνος συνοδός μου στον περίπατο των Μετεώρων; Πριν φύγω, 
μου ευχήθηκε καλό ταξίδι για την πατρίδα και βγάζοντας κάτω απ’ το ράσο του μου 
πρόσφερε με άπειρη διάκριση κάτι που ήταν σωστή ευλογία: ένα καρβέλι ζεστό, 
μόλις βγαλμένο απ’ το φούρνο τους.

Ώσπου να φτάσω κάτω στην πόλη, στέκοντας κάθε τόσο εκεί στις πλαγιές, 
τραγανίζοντάς το λίγο λίγο, τόχα κιόλας εξαφανίσει. Τι δώρο ήταν αλήθεια ένα 
ψωμί εκείνον τον καιρό!

Ευλογημένη Καλαμπάκα! Δε σε ξαναείδα από τότε, η τύχη μου μ’ έφερε αλλού, 
μακριά. Μα αν ποτές οι εννιά μούσες μου στείλουν έμπνευση για σένα, μην 
καρτερείς να σε υμνήσω ποιητικά, με τα σχήματα και τα μαγνάδια που ξέρουν να 
βάνουν οι στιχουργοί γύρω απ’ τα κούφια[,] συχνά, είδωλά τους. Όχι, εγώ θα σε 
τραγουδήσω αλλιώτικα, πιο χεροπιαστά, ω τροφοδότισσα της πείνας μου, γη της 
επαγγελίας για μένα!

27-5-48

Για την ιστορία, ο Κοτζιούλας έφτασε τελικά στην Πλατανούσα στις 26 Νοεμβρίου 
1941. Αργότερα έγραψε και ένα ποίημα για την άφιξή του εκεί:

ΕΤΟΣ 1941

— «Ένα πακέτο μοναχά και μια ξυλένια πίπα
φέρνω απ’ τα ξένα· κάπνισε, να φύγει το φαρμάκι!»
Να τι γυρνώντας στο φτωχό γεροπατέρα μου είπα,
καθώς την άλλη, αντίκρυ του, μεριά έπιασα απ’ το τζάκι.

Είναι καιρός του χαλασμού, κι όχι παιγνίδια, ετούτος:
βασίλεια ακέρια χάνονται, πέφτουνε σάπιοι θρόνοι
κι αναγαλλιάζει, όπως το λεν, ο διάολος ο κανούτος.
Σε τέτοια μπόρα οι άρχοντες τρέμουν, εκείνοι μόνοι.

Μα όσοι από μας λαχτάρησαν πότε να βγει, ν’ αλλάξει
νόμος ανάνθρωπος, βαρύς, κατάρα κόσμου αρρώστου,
κι εκεί π’ ορίζουν τύραννοι να ‘ρθει μια δίκαια τάξη,
τώρα απαντέχουμε καθώς ένας τυφλός το φως του.

Για μας η νιότη πολεμάει σε παγωμένη στέπη
και βάφεται απ’ την άλικη σπιρτάδα της το χιόνι.
Κύριος σχεδόν του σύμπαντος ο Σκύθης μάς προσβλέπει
με κάτι το αινιγματικό δω γύρω απ’ το σαγόνι.

Advertisements
https://sarantakos.wordpress.com/2019/09/01/kotzioulas-12/

 ________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις 
προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών
____________

Απαντηση