Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2019 - 09:39
Ο Τάραχος (διήγημα του Κώστα Μάκιστου) Πριν από τρεις εβδομάδες, είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο το διήγημα Το μπουρίνι του μυτιληνιού λογοτέχνη Κώστα Μάκιστου. Ο φίλος Άρης Γαβριηλίδης, που το είχε πληκτρολογήσει, μας προσφέρει σήμερα ένα ακόμα διήγημα του Μάκιστου από την ίδια συλλογή, και μάλιστα το διήγημα που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή, «Ο Τάραχος». Ο Κώστας Μάκιστος (1895-1984) ήταν Μυτιληνιός λογοτέχνης -από την Αγία Παρασκευή, το κεντρικό κεφαλοχώρι του νησιού. Παπαχαραλάμπους το πραγματικό του επώνυμο. Τον είχα γνωρίσει γιατί ήταν γείτονάς μας και είχε φιλικές σχέσεις με τον παππού και τη γιαγιά μου. Περισσότερα δεν θα γράψω, αφού ο φίλος μας ο Άρης εχει και δικό του πρόλογο: Ύστερα από την πρόσφατη δημοσίευση του διηγήματος του Κώστα Μάκιστου «Το μπουρίνι», όπως είχα υποσχεθεί, δακτυλογράφησα και το άλλο του διήγημα, «Ο τάραχος», από την ομότιτλη συλλογή του διηγημάτων που κυκλοφόρησε το 1957 σε 1000 αντίτυπα, σε ιδιωτική έκδοση. Είχε περάσει από το σπίτι μας, στον Πειραιά, το 1958, όταν ήμουν δέκα χρονών, αλλά λείπαμε, και το άφησε σε μια γειτόνισσα να μας το δώσει, με αφιέρωση στον πατέρα μου: «Στον αγαπητό μου Νίκο Γαβριλέλλη με αγάπη ο θείος του Κώστας Μάκιστος». Αυτό ήταν το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο που διάβασα ποτέ. Μολονότι η ηλικία μου δεν μου επέτρεπε να το καταλαβαίνω πλήρως, με μάγεψαν η γλώσσα, η ατμόσφαιρα και η θεματολογία του. Ίσως αυτό να ήταν το μπόλι για να γράψω, πολύ αργότερα μεταξύ άλλων τα δικά μου διηγήματα. Ακολουθεί το διήγημα. Μετά το τέλος του, πρόσθεσα ορισμένα σχόλια που ίσως φανούν ενδιαφέροντα. Ο Τάραχος (του Κώστα Μάκιστου) Τον καλόγερο, το Γρηγόρη, σαν τον έβλεπες, έλεγες πως είναι αρκούδα. Το κεφάλι του αναμαλλιασμένο, τουφωτό· μαλλιά, γένια, μουστάκια μπερδεμένα στο ίδιο κουβάρι· πηχτές και μεγαλότριχες κι οι φρυδάρες, τριχωτά και τα χουνιά των αφτιών, κι απ’ όλη τούτη τη δασωμένη τόπα να ξεχωρίζει μονάχα η χοντρή μύτη και τα φουσκωτά μικρά μάτια. Ήταν κι η κορμάρα του χοντροδεμένη – ασουλούπωτη κι η περπατησιά του. Σαν πέθανε ο γέρο-Μπάρλας, είπαν πως έπρεπε να γράψουν στο γιο του το Γιώργη, μα κανένας δεν ήξερε πού βρίσκεται. Ήρθε μονάχος του την Άνοιξη κι ήταν καλόγερος. Πήγε, χωρίς να περάσει από το χωριό, ίσια στη δασωμένη ντερεδιά, στο πατρικό του ρουμάνι, κι εκεί έκαμε τη μονιά του. Μερεμέτισε την καλύβα του πατέρα του, συγύρισε τα σύνεργα, την αξίνα, το φτυάρι, το τσεκούρι, και βάλθηκε στη δουλειά. Ξαναφανέρωσε την παλιά νερομάνα κι έκαμε σιμά της περιβολάκι. Ξεχέρσωσε την πλατωσιά, παράμερα στην καλύβα, για καμίνι, και εκεί στοίβαζε τα ξύλα, τα κούτσουρα, τα κλαδιά, τις ρίζες. Κει κοντά έχτισε κι ένα μικρό φούρνο. Σαν τ’ αποτέλειωσε, έδωκε στον τσομπάνο το Μούλικα τη σαραβαλιασμένη πατρική νταμιτζάνα, να την κατεβάσει στο χωριό και να του τη γεμίσει ρακί. Παράγγειλε και δυο καινούργια πήλινα τσουκάλια. Οι πρώτοι πελάτες που πήγαν ν’ αγοράσουν κάρβουνα, τον χαιρέτισαν έτσι: -Ευλόγησον, πάτερ Γρηγόρη! Φρούμαξε κείνος μέσα στα γένια του, τους κοίταξε κατσούφικα και τους σφεντόνισε κακιωμένα: -Ειρήνη υμίν, διαβόλοι! Το πρώτο, το «ειρήνη υμίν», ήταν προσταχτικό κατσάδιασμα. Και το «διαβόλοι» σάρκαζε. Μιαν άλλη μέρα, κίνησε για κει ο Ζάκος, κι ήταν πολύ συγκινημένος για τον πρωτοξάδερφο και παιδικό φίλο του, να τον αγκαλιάσει, πούχε γεμίσει και την νταμιτζάνα ρακί. -Γιώργη!.. του φώναξε, και τα μάτια του νότισαν. Ο καλόγερος, που ξεχέρσωνε κείνη την ώρα, ανασήκωσε το κορμί, ακούμπησε τα χέρια στην αξίνα, μουθούνισε κι έμπηξε τις φωνές: -Βλέπεις, μορέ, κανένα Γιώργη, δω; Ε; Βλέπεις; Λέγε! Ζεματίστηκε ο Ζάκας και τα χρειάστηκε με κείνο το «λέγε!» μέσα στη ντερεδιά. Κι ο Γρηγόρης ξαναρίχτηκε στη δουλειά και μήτε σήκωσε το κεφάλι να του μιλήσει. Έτσι φερνόταν και σε όλους. Σε κανένα δεν έδινε γνωριμιά, και σαν τον ρωτούσε κάποιος: «Δε θα μας έρθεις και καμιά μέρα στο χωριό;» ο καλόγερος του φώναζε: -Και γιατί, μορέ; Ε; Γιατί νάρθω; Λέγε! Σαν που ξεφώνιζε, ήταν φόβος να μη σου κατεβάσει την αξίνα στο κεφάλι, κι ο άλλος μάσησε τα λόγια του. Για το πάρε-δώσε πάλι μαζί τους, παζάρεμα δεν έκανε, για τα κάρβουνα ή τα ξύλα, και δε δεχόταν χρήματα αμή μόνο αλεύρι, λάδι, όσπρια, κανένα ρουχικό, και ρακί για την νταμιτζάνα. Και πάλι, για το πόσο θα πάρουν και πόσο θα δώσουν δεν έδειχνε να νοιαζόταν. Κείνος, όποια ώρα και να πήγαιναν, δούλευε μέσα στο πηχτό ρουμάνι ή στο καμίνι. Στο φωνακλάδικο «καλημέρα» τους στυλωνόταν για μια στιγμή, τους τήραγε και σώπαινε. Μονάχα σαν έφευγαν, και τον καλοβράδιαζαν, τους σφεντόνιζε κείνο το δικό του: -Ειρήνη υμίν, διαβόλοι! «Στριμένος είναι!…» έλεγαν οι χωριανοί του και το βρίσκανε γουστόζικο να παρακολουθούν, στα κρυφά, τα καμώματά του, να τα λένε ύστερα στους άλλους και να γελούν στον καφενέ. Έτσι, κάποιος είπε, πως είδε τον καλόγερο μέσα στο ρουμάνι να κουβεντιάζει μ’ ένα κορκοδειλάκι. «Ήταν», είπε, «σκαρφαλωμένο στο βράχο το κορκοδειλάκι και σκαμπανέβαζε το κεφάλι. Του σκαμπανέβαζε και την δικιά του κεφάλα ο Γρηγόρης, και του μιλούσε και του γέλαγε…». Κι ο αγροφύλακας, ο Μπρούκος, πάλι, ιστόρησε πως τη νύχτα ο καλόγερος αφήνει ψωμί και φαγητό έξω από την καλύβα για τις αλεπούδες. «…Και μιαν αλεπού», είπε, «σιμώνει και παίρνει το φαγί της απ’ τα ίδια του τα χέρια!…». Οι άλλοι όμως τον έβαλαν στην πρόγκα για τούτο, το στερνό, και λέγανε πως ο Μπρούκος το παρατραβά το παραμύθι. -Το νου σας!…, είπε ο χασομέρης η Τσόφλης, που το συνήθιζε να βγάζει συμπεράσματα από όσα άκουγε. Ο καλόγερος φιλιώνεται με τ’ αγρίμια, γιατί είναι χαλασμένη η καρδιά του με μας! Και λοιπόν, το νου σας όσοι πηγαίνετε στο ρουμάνι, μη γίνει κανένα κακό!.. Κείνο το καλοκαίρι πέρασε από το χωριό ένας άλλος καλόγερος, ζαργκλιασμένος και σπανός, που πουλούσε σταυρουδάκια, εικονίσματα και φυλαχτάρια. Σαν μπήκε στον καφενέ, κάποιος του φώναξε: -Ειρήνη υμίν, διαβόλοι!.. Γέλασαν οι άλλοι, κι ο καλόγερος παραξενεύτηκε. -Μην και πέρασε από δω ο Γρηγόρης; ρώτησε. Έτσι μάθανε απ’ αυτόν τούτα τα παρακάτω: Είχαν κάνει μαζί στ’ Αγιονόρος, στο μοναστήρι του Σίμωνος Πέτρας. Ο Γιώργης ήταν μεγαλωμένο παλικάρι σαν έφτασε εκεί. Έγινε καλόγερος με το όνομα Γρηγόριος κι έπιασε «υποτακτικός» στο γέροντα Ευλόγιο, περασμένον στα χρόνια και κατάκοιτο. Δώδεκα χρόνια έκαμε στο μοναστήρι και ξεχώριζε «σαν ο πιο υπάκουος αδελφός στο Τυπικό». Μονάχα που ήταν μονόχνωτος και δεν του έπαιρνες κουβέντα. Όμως τέτοιο δουλευτή δεν ξαναείδαν. Καταπιανόταν, ακούραστος πάντα, με τις πιο βαριές δουλειές, και τα βράδια διάβαζε τα ιερά βιβλία κι όλο ρώταγε τον γέροντά του να του τα ξηγά. Σαν πέθανε ο Ευλόγιος, ο Γρηγόρης ξακολούθησε την ίδια ζωή, με τη δουλειά και το διάβασμα. Όπου, κάποια μέρα, έξη μήνες ύστερα από το θάνατο του γέροντά του, παρουσιάστηκε στον ηγούμενο, κρατώντας το Ψαλτήρι στο χέρι. Το άνοιξε σε μια σημαδεμένη σελίδα και είπε χτυπώντας τα στήθια του: -Εγώ.., δεν το παραδέχομαι τούτο εγώ!.. -Εσύ;.. του είπε ξαφνιασμένος ο ηγούμενος. Και ποιος είσαι εσύ και χτυπάς έτσι τα στήθια σου; Ο Γρηγόρης βαριανάσαινε και δεν μιλούσε. -Και ποιο είναι αυτό, τον ρώτησε πάλι, που τολμάς να μην παραδέχεσαι; -Να, τούτο που λέει: «Εγώ δε ειμί σκώληξ και ουκ άνθρωπος, όνειδος ανθρώπων…» φώναξε ο Γρηγόρης. Ο ηγούμενος άρχισε να του ξηγά ότι αυτά είναι «θεόπνευστα» και «πώς εσύ εστοχάσθης να κερματίσεις το ακέραιον των Ιερών Κειμένων της Γραφής;» και άλλα τέτοια. -Αμάρτησες!.. του είπε στο τέλος. Σε παρέσυρεν ο Εωσφόρος εις την πονηράν παγίδα του! Θα κάνεις, λοιπόν, τούτον τον κάνονα: Σαράντα μέρες πρωί-βράδυ θα πέφτεις στα γόνατα και θα λες σαράντα φορές: «Εγώ δε ειμί σκώληξ και ουκ άνθρωπος, όνειδος ανθρώπων…» Άναψε και κόρωσε ο Γρηγόρης και κότησε να χουφτώσει τον Άγιο Ηγούμενο από τα γένια και του τρακουνούσε το κεφάλι… Την ίδια νύχτα έφυγε από το μοναστήρι. …Λένε – τέλειωσε τα λεγόμενά του ο σπανοκαλόγερος – πως θα τον αφορίσουν, γιατί έγινε αιρετικός και δαιμονόπληκτος!.. Από τότε, οι πελάτες για κάρβουνα δεν ξανοίγονταν σε καμιά πια κουβέντα με τον Γρηγόρη, και πρόσεχαν και τα δοσίματά τους να μην είναι λειψά. Και κάθε τόσο, όλο και κάποιος βρισκόταν να πει κάτι που άκουσε και είδε από τα καμώματά του. Και ιστόρησε ο τσομπάνος, ο Μουλίκας, πως μια νύχτα που αναζήταγε ένα χαμένο πρόβατό του, σίμωσε στη μονιά του καλόγερου και τον άκουσε να χαχανίζει μονάχος του μέσα στην καλύβα. «Εγώ», είπε, «κρύφτηκα, και τον είδα να βγαίνει στο κατώφλι και να ξεφωνίζει: Οι δράκοι!.. Το χαλάζι!.. Το χιόνι!.. Τα κρούσταλλα!.. κι άλλα τέτοια δαιμονικά λόγια…». Σαν το άκουσε τούτο ο Παπα-Γιάννης, στεναχωρέθηκε και είπε: «Μην εξοργισθεί ο Κύριος με τούτες τις μαγγανείες του δαιμονόπληκτου, και μας στείλει καμιά συμφορά». Ωστόσο, ο καλόγερος ο Γρηγόρης περνούσε απλά και ήσυχα στο ρουμάνι, καλοβολεμένος στη μονιά του. Από τις πρώτες μέρες είχε βάλει δικό του «Τυπικό» στη μοναστική ζωή του. Ξυπνούσε με τα πρώτα χαράματα, νιβόταν στη νερομάνα, διάβαζε μουρμουριστά στο Ψαλτήρι, κολάτσιζε, κι ύστερα ριχνόταν στη δουλειά. Σταματούσε το μεσημέρι, όσο για να φάει, και πάλι δουλειά, και κουβάλαγε ο ίδιος στη ράχη του τα ξύλα και τα κάρβουνα. Με το ηλιοβασίλεμα, ανέβαινε στο «Κατακύριο» -έτσι έλεγε την καλύβα του-, πλενόταν και έβαζε φαγητό στη φωτιά. Σα σκοτείνιαζε, άναβε το λαδολύχναρο, έπαιρνε σιμά του την νταμιτζάνα και γέμιζε τη μεγάλη ποτήρα, μισό ρακί, μισό νερό. Κατέβαζε γουλιές το πιοτό – και τότες άρχιζε να χαμογελά τηρώντας το φρεσκοκομμένο κούτσουρο. Χαμογέλαγε και στο ποντίκι που φανερωνόταν στην πέρα σκοτεινή γωνιά. Χαμογέλαγε και στο σούσουρο που έκανε το αγέρι, έξω στα δεντρόφυλλα. Φορές όμως κατσούφωνε, και τότες έπαιρνε το Ψαλτήρι, το ξεφύλλιζε, και με το μολύβι έσβηνε αυτό που θυμήθηκε και κατσούφωσε. Τις πρώτες βραδιές βρήκε το «Εγώ δε ειμί σκώληξ…». Το μουτζούρωσε πεισματικά και έμπηξε τα χάχανα. Υστερότερα τον πείραξε κείνο κει το: «Κλίνον, Κύριε, το ους σου, ότι πτωχός και πένης ειμί εγώ». Το έσβησε και βάλθηκε να βρει όσα μιλούσαν για ταπείνωση και ικεσία. Κάποτε τον πείραξε το: «Θεός εκδικήσεων Κύριος, ο Θεός εκδικήσεων, επαρρησιάσατο». Μούγκρισε – μα το άφησε… Βραδιές τον παίδεψε αυτός ο στίχος. Τον διάβαζε φωναχτά, λαχάνιαζε – μα τον άφηνε. Ώσπου κάποια βραδιά, άρπαξε το μολύβι, τον έσβησε, έβαλε τα χάχανα, σηκώθηκε ολόρθος και άρχισε να ξεφωνίζει από κείνα τα Δοξαστικά: «Ψάλατε τω Κυρίω εν σάλπιγξιν ελαταίς και φωνή σάλπιγγος κερατίνης. Σαλευθήτω η θάλασσα και το πλήρωμα αυτής, η οικουμένη και οι κατοικούντες αυτήν…». Τα είχε μάθει απ’ έξω αυτά τα Δοξαστικά και τους Αίνους: «Αινείτε τον Κύριον εκ της γης, δράκοντες και πάσαι άβυσσοι. Πυρ, χάλαζα, χιών, κρύσταλλοι, πνεύμα καταιγίδος τα ποιούντα τον λόγον αυτού…». Κι όπως ξεφώνιζε τους στίχους τούτους, το πρόσωπό του ιλάρωνε και τα μάτια του λαμπύριζαν. Σαν τέλειωνε και η τρίτη ποτήρα του ρακιού, όσο και αν τον πείραζε η όρεξη να βάλει κι άλλο, δεν το έκανε, γιατί το «Τυπικό» του ήταν μονάχα για τρεις ποτήρες. Και τότε έβγαινε στο κατώφλι, σταυροκοπιόταν θωρώντας τον αστρόσπαρτο ουρανό ή την άφεγγη νύχτα, σφάλναγε την πόρτα και πλάγιαζε. Κουρασμένος από την ολήμερη δουλειά, γαληνεμένος από τα Δοξαστικά, κοιμόταν μονορούφι ως την αυγή, για να ξαναρχίσει απαράλλαχτα την ίδια καθημερινή ζωή: να ξεχερσώνει τη μέρα το ρουμάνι και το βράδι το Ψαλτήρι. Τις Κυριακές όμως άλλη δουλειά δεν έκανε, εξόν από το να ταχτοποιεί τα ρουχικά και το νοικοκυριό του. Ούτε και το Ψαλτήρι έπιανε κείνη τη μέρα. Έπαιρνε το Βαγγέλιο, το άνοιγε, και διάβαζε σιωπηλά. Κάθε τόσο σταματούσε, έβαζε την απαλάμη στο στήθος, αναστέναζε, και ύστερα ξανάρχιζε το ίδιο άφωνο διάβασμα. Τις πρώτες μέρες, το πρωινό μιας Κυριακής, του ήρθε στο νου ν’ ανέβει στην αποδώθε ράχη. Ανοιξιάτικα ήταν τα πάντα, και πέρα από την δώθε ράχη μακρινό και αθώρητο έπεφτε το χωριό. Απόμεινε κάμποσο, μουδιασμένος και ασάλευτος. Και ξαφνικά, χούφτωσε τα γένια του. Άρχισε να τα τραβά, τράνταζε το κεφάλι του, και στην αποδώθε ράχη δεν ανέβηκε. Κάποτε το καλοκαίρι πέρασε. Πέρασε και το χινόπωρο, κι έμπαινε χειμώνας πια. Κείνο το Σαββατόβραδο, στο έβγα του Νοέμβρη, μαύρα σύννεφα πήχτωσαν στον ουρανό και σκοτείδιασε από νωρίς το απόγεμα. Κάτω στην ντερεδιά σφύριζε και μάνιαζε ο αγέρας και σε λίγο ξέσπασε βροχή. Πρόβαλε στην πόρτα ο καλόγερος, κοίταξε το σκοτάδι και μουρμούρισε: «Ανάγων νεφέλας εξ εσχάτου της γης, αστραπάς εις υετόν εποίησεν…». Ανάσανε τον υγρόν αγέρα, αφουγκράστηκε και ξανάπε: «Πλήθος ηχούς υδάτων φωνήν έδωσαν αι νεφέλαι». Η βροχή τον βίτσισε στο πρόσωπο, μα κείνος, ασάλευτος, όλο και κάτι θυμόταν να ξεφωνίσει: «Επισκέψω την γην και εμέθυσας αυτήν… Τους αύλακας αυτής μέθυσον, πλήθυνον τα γενννήματα αυτής…». Και τότε, σα νάπιασε τ’ αφτί του μια παιδιάτικη κλαμένη τσιριξιά. Δε χασομέρησε. Βγήκε σφαλώντας πίσω του την πόρτα, έβαλε τις απαλάμες χουνί στο στόμα και φώναξε: -Αχά α!.. Μείνε κει που είσαι αι! Και φώναζε να ξέρω ω!.. Αχά α! -Έε ε ε!.. τσίριξε και η παιδιάτικη φωνή. Ο καλόγερος ρίχτηκε στην ανηφόρα, και μέσα στο σκοτάδι κάθε τόσο και ακουγόταν το δικό του: «Αχά α!..» και η τρέμουλη παιδική φωνή: «Έε εε!..». Γύρισε ύστερα από λίγο και κράταγε παραμάσχαλα, από τη μια και από την άλλη, δυο παιδιά. Ως δώδεκα χρονώ ήταν το αγόρι, και το κορίτσι μικρότερο – και λαχάνιαζαν. Σαν τ’ άφησε μέσα στην καλύβα, το κορίτσι έβαλε τα κλάματα και το αγόρι έλεγε πως η μάνα τους τα έστειλε να μαζέψουν μανιτάρια, και η Φρόσω ήθελε να βρούνε τις κουμαριές να φάνε κούμαρα. «…Και γω –Αλέξη με λένε μένα- έχασα το δρόμο. Και τώρα; Τι θα λέει τώρα η μάνα μας;…» Έριξε ξύλα στο τζάκι ο Γρηγόρης και η φωτιά λαμπάδιασε. Τα πόδια του ξυπόλυτου αγοριού ήταν πληγωμένα και το κορίτσι τουρτούριζε. Σαν αποστέγνωσαν, τα σέρβιρε από τη φασολάδα του να φάνε. -Μην κλαις πιά!.. φώναξε στο κορίτσι, κι απόμεινε να κοιτά το πρόσωπο του αγοριού. Κείνο το βράδυ ο καλόγερος μήτε ρακί ήπιε, μήτε το Ψαλτήρι του άνοιξε. Έστρωσε στα παιδιά να κοιμηθούν και πλάγιασε και ο ίδιος παράμερα. Στην ντερεδιά ούρλιαζε ο αγέρας, η βροχή έπεφτε με το τουλούμι, και στο νου του Γρηγόρη το πρόσωπο του αγοριού… Τι ήταν, λοιπόν, αυτό που του θύμιζε τούτο το αυγουλωτό πρόσωπο; Δεν μπορούσε να το βρει και ένιωθε στενάχωρα. Πάρωρα τα μεσάνυχτα σταμάτησε η βροχή. Τα σύννεφα ξέφτιζαν, ο καιρός το γύρισε στο βοριαδάκι και το κορίτσι παραμίλαγε. Σαν ξημέρωσε, βγήκε έξω ο Γρηγόρης και κοίταξε τον ουρανό. Θα ήταν μια Κυριακή με λιακάδα. Πήγαινε να πει: «Εν τω Ηλίω έθετο το σκήνωμα αυτού». Όμως ο ψαλμός δεν έβγαινε, και ο καλόγερος συλλογίστηκε: «Θα τα συνοδέψω ως το στρωτό μονοπάτι, να πάνε μονάχα τους…». Ξύπνησαν κάποτε και τα παιδιά, μα ο Αλέξης κούτσαινε και η Φρόσω ήταν άρρωστη και δεν έφαγε πρωινό. -Άμα δεν ξέρεις πού είναι οι κουμαριές, να μη βγαίνεις για μανιτάρια!..γκρίνιαξε στο αγόρι ο καλόγερος, και βλέποντάς το να ξυνίζει το μουτράκι του, φώναξε: «Πάψε!.. Θα μου αρχίσεις τώρα και τα κλάματα!..». Πήρε το σκοινί που φορτωνόταν τα ξύλα, το έδεσε από τη μια και από την άλλη στις κάτω άκρες του ράσου, το ανέσυρε πίσω από τη ράχη στους ώμους. το έδεσε στη μέση του, γονάτισε, και είπε στο αγόρι: -Βάλε την αδελφή σου μέσα!.. Ύστερα, γονατιστός πάντα, ξανάπε: -Έμπα και συ από την άλλη!.. Έτσι, με τα δύο παιδιά στη φουφούλα του ράσου, κατάραχά του, κίνησε ο Γρηγόρης και ανέβηκε στην αποδώθε ράχη. Ο ήλιος δεν είχε βγει ακόμα κι η πρωινή ψύχρα έτσουζε. Έχωσε το κεφάλι του ο Αλέξης στη φουφούλα, έτριψε το μάγουλο στην πλάτη του καλόγερου και χαμογέλασε στην άρρωστη αδερφή του. Σα σίμωναν στα σύνορα του χωριού, ο ήλιος είχε ανέβη ως ένα χέρι στον ουρανό κι ακούστηκε το δεύτερο καμπάνισμα της εκκλησιάς. Ήταν για τις Καταβασίες τούτο: «Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσεται πνεύματος…». Η ράχη του καλόγερου μυρμήγκιασε και την ένιωθε έτσι, ζεσταμένη, όπως η βαρυχειμωνιά στη λιακάδα. «Αυτά τα κουτσούβελα! Έ!.. Αυτά τα κουτσούβελα!..» μουρμούρισε και ξάνοιξε δρασκελιά. Ο ήλιος πήγε ακόμα ψηλότερα στον ουρανό και μπαίνανε στο χωριό. Αναδεύτηκε μέσα στη φουφούλα η Φρόσω, μάκρυνε το λαιμουδάκι της και είπε στο τριχωτό αφτί: -Κατέβασέ μας… Αναδεύτηκε κι ο Αλέξης, και φώναξε: -Κατέβασέ μας πια!.. -Κάτσετε καλά, κουτσούβελα!.. γκρίνιαξε ο Γρηγόρης και ξανάνοιξε τις δρασκελιές του. Κάτω στην πλατωσιά του χωριού, ο Τσόφλης, που σουλατσάριζε, φώναξε: -Κοιτάχτε! Ο καλόγερος ο Γρηγόρης δεν είναι; Άνθρωποι βγήκαν απ’ τον καφενέ, έγινε σούσουρο, και όλοι μαζεύτηκαν και βλέπανε να κατηφορίζει το παράξενο τούτο μαύρο καγκουρώ, που είχε θύλακα για τα μικρά κατάραχα. -Πάρτε τα κουτάβια σας!.. φώναξε ο Γρηγόρης σαν τους σίμωσε, και μούτρωσε. Γονάτισε, μποσκάρισε τη φουφούλα και βγήκαν τα παιδιά. Οι συναγμένοι άνθρωποι μιλούσαν όλοι μαζί και ολόρθος ο καλόγερος, ανάμεσά τους, ζωνόταν το λυμένο σκοινί στη μέση. Και τότε μια γυναίκα πηλαλούσε και τσίριζε. «Τούτη θα είναι η μάνα…» σκέφτηκε ο Γρηγόρης, και της φώναξε από μακριά: -Τι τα ξαμόλυσες μέσα στη φουρτούνα;.. Έ;.. Τι τα ξαμόλυσες; Λέγε! Η μαυροφορεμένη γυναίκα έφτασε κι έκαμε να γονατίσει και να του πιάσει το χέρι. -Σωτήρα μου!… Σωτήρα μου!… κλιαμούριζε. Αποτραβήχτηκε ο καλόγερος, ξετίναξε πλαγινά τη χερούκλα του και της ξεφώνισε: -Να σου κοπανήσω μια!.. Και τότε, πρωταντικρύζοντάς την κατάφατσα, απόμεινε να κοιτά το αυγουλωτό της πρόσωπο. Τα μικρά φουσκωτά του μάτια αναζήτησαν τα δικά της κι έδειχνε ταραγμένος. Όμως αυτό δεν βάσταξε πιότερο από λίγες στιγμές και, ξαφνικά, έμπηξε τη φωνάρα του: -Τι μαζευτήκατε, μορέ;.. Έ;.. Καμιά αρκούδα βλέπετε και μαζευτήκατε έτσι; Δεν έδειξε ν’ άκουσε το Ζάκο που τον καλούσε να μπούνε στον καφενέ να τον τρατάρει. Πατήκωσε το σκούφο στο κεφάλι του, πισωπάτησε, τους γύρισε τη ράχη, και πήρε τον ανήφορο. «Της Αννέτας ήταν τα παιδιά!.. Της Αννέτας!.. έλεγε και ξανάλεγε μέσα του. Σαν έφτασε κατάκορφα στο λόφο, σταμάτησε να τηρά το πέρ’ απ’ την κείθε μεριά μακρινό πευκόδασο, ίδιο με σταχτόμαυρο πούσι, να φιδοσέρνεται στη γη. Κατσούφωσε… Κάθησε στο βράχο και βάλθηκε να χτενίζει με τα χοντρά ροζιασμένα του χεροδάχτυλα τα γένια του. Από δώθε, χαμηλά και μπροστά του, τα σπίτια του χωριού φώλιαζαν μέσα στη ζεστή διάφανη ανάσα. Κι όχι, δεν ήταν σπίτια. Ανθρώπινες μορφές αναδεύονταν, έπαιρναν σχήματα, σχεδίαζαν γνώριμες εκφράσεις, κι έσμιγαν σ’ ένα πρόσωπο αυγουλωτό, ονειρικό, αγαπημένο… Ξάφνου, αργό καμπάνισμα ξέσπασε με τέσσερις δεμένους ήχους κάθε φορά: «Νταν-νταν-νταν-νταν!…». Ήταν το τρίτο για το «Δόξα σοι τω δείξαντι το φως», μα το γλωσσίδι της καμπάνας βούιζε στ’ αφτιά του Γρηγόρη, πάνω στον ίδιο χτυπητό ρυθμό, ολοένα τούτο: «Της-Αν-νέ-τας!.. Της-Αν-νέ-τας!..» Ένα αγόρι που σαλάγαγε πιο πέρα τις γίδες του στη βοσκή, βλέποντας τον καλόγερο στάθηκε και φώναξε: -Ειρήνη υμίν, διαβόλοι!.. Ο Γρηγόρης γύρισε, κοίταξε το παιδί που το είχε βάλει στην πηλάλα, αχνογέλασε, κι ύστερα σηκώθηκε κι απόμεινε να τηρά το χωριό που λούφαζε χαμηλά. «Ο εξάγων ανέμους εκ θησαυρών αυτού…» μουρμούρισε. Τα καμπανίσματα είχαν σταματήσει. ΟΙ γαλαζόασπρες τουλούπες του καπνού από τις καμινάδες των σπιτιών, πήγαιναν να ψηλώσουν κι ύστερα σκόρπιζαν πάνω από τις κεραμιδωτές στέγες. Κατέπα ήταν και ούτε αγεράκι δεν φύσαγε. Μα ο Γρηγόρης ξαναμουρμούρισε: «Ο εξάγων ανέμους εκ θησαυρών αυτού…» και πήρε το μονοπάτι για το μακρινό πευκοδάσο. Έτσι που βαριοπερπάταγε τώρα, του φάνηκε πως άκουσε το ξυλένιο σήμαντρο της Σιμωνόπετρας, που βαρά τη βαθιά νύχτα να ξυπνήσουν οι καλόγεροι για προσευχή. Το ξυλένιο σήμαντρο, που είναι σαν να βγαίνει από σπηλιά το ρυθμικό του: Τ ω ν π α θ ώ ν μ ο υ τ ο ν τ ά ρ α χ ον, τ ο ν-τ ά, τ ο ν-τ ά, τ ο ν τ ά ρ α χ ο ν τ ο ν τ ά ρ α χ ο ν, τ ο ν τ ά ρ α χ ο ν… Κατηφόρισε στο αντιπέρα φαράγγι, και το σφυροκόπημα στα μηλίγγια του δεν έλεγε να σταματήσει: τ ο ν-τ ά, τ ο ν-τ ά, τ ο ν τ ά ρ α χ ο ν τ ο ν τ ά ρ α χ ο ν, τ ο ν τ ά ρ α χ ο ν… Τη Δευτέρα, οι πελάτες που πήγαν, δε βρήκαν τον καλόγερο. Μήτε στο «Κατακύριο» ήταν, μήτε στο ρουμάνι. Ξαναπήγαν και την άλλη, και την παράλλη, μα πάλι δεν ήταν. Όλοι έδειχναν απορημένοι και δε βρίσκανε γιατί ξανάφυγε ο Γρηγόρης, και ούτε και κανένας ήξερε να πει για πού τράβηξε. Και τότε ο Ζάκος είπε πως το ρουμάνι και τα πράματα που άφησε ήταν δικά του πια, γιατί αυτός ήταν ο μόνος συγγενής του. Πήγε λοιπόν και τα περιμάζεψε. Και η νταμιτζάνα ήταν μισόγεμη με ρακί. Το Ψαλτήρι το έδωσε στον παπα-Γιάννη. Το άνοιξε κείνος, και βλέποντας τις μουτζουρωμένες αράδες ξεφώνισε: -Κύριε των Δυνάμεων!.. Και σταυροκοπήθηκε. Φώναξε την παπαδιά του, της το παρέδωσε κα της είπε να το ρίξει μέσα στον αναμμένο φούρνο. Λεξιλόγιο φρούμαξε= (για ζώα) φύσηξε δυνατά αέρα από τα ρουθούνια από ανυπομονησία ή οργασμό – το άλογο φρούμαξε μουθούνισε = ξεφύσησε από τα ρουθούνια με κλειστό το στόμα κότησε= τόλμησε , τρακουνούσε=προφανώς ταρακουνούσε ρουμάνι= (από το τούρκ. orman) δάσος, λόγγος, ορμάνι ζαργκλιασμένος = υποθέτω από τα συμφραζόμενα, ρυτιδωμένος Κούμαρα: παιδική λιχουδιά μας, στη δεκαετία του 50, που μάζευαν από τους θάμνους στην Πεντέλη και πουλούσαν γυρολόγοι σε χάρτινο χωνάκι. ντερεδιά: ρεματιά (δασωμένη) τόπα, κατέπα = άγνωστες, από τα συμφραζόμενα αναφέρονται σε μορφή εδάφους. Ονόματα προσώπων Κυρίως δισύλλαβα, ίσως παρατσούκλια: Μούλικας (πιο κάτω Μουλίκας), Μπάρλας, Ζάκος, Μπρούκος, Τσόφλης, Ζάκος (από το Ισαάκ;). Λείπουν τα παραδοσιακά λεσβιακά π.χ. Στράτος, Θεοδόσης. Σχόλια δακτυλογράφου Καθαρά ερωτικό διήγημα που αποκαλύπτεται τέτοιο στο τέλος, αρχίζοντας από την φράση «Και τότε, πρωταντικρύζοντάς την κατάφατσα» Από εδώ και μετά είναι το κυρίως διήγημα. Όλο το προηγούμενο κείμενο υποστηρίζει αυτό το τελευταίο κομμάτι. «…σ’ ένα πρόσωπο αυγουλωτό, ονειρικό, αγαπημένο…» λίγες λέξεις, ένας απελπισμένος έρωτας. «…η μαυροφορεμένη γυναίκα». Άραγε χήρεψε ή πενθούσε άλλο συγγενή; Συγχωρήστε μου την υπερβολική ευαισθησία αλλά κάθε φορά που διαβάζω το διήγημα, (και το έχω διαβάσει πολλές φορές), ένας κόμπος πνίγει το λαιμό μου στη φράση «της Αννέτας ήταν τα παιδιά, της Αννέτας». Η συγκλονιστική τραγικότητα του ήρωα, σε μια απλή, απλούστατη φράση. Ο ήρωας αισθάνθηκε εξευτελισμένος από την άρνηση του έρωτά του και για αυτό πήρε των ομματιών του και έφυγε, μόνασε, και έσβηνε από το Ψαλτήρι λέξεις που αναφέρονται σε εξευτελισμό. 12 χρόνια υποτακτικός + 6 μήνες που έφυγε από τον Άθω και επέστρεψε = 12,5 χρόνια, δωδεκαετής ο γιος της Αννέτας. Προφανώς μόλις έφυγε εκείνος παντρεύτηκε η Αννέτα και έμεινε έγκυος. Συχνή αναφορά σε ψαλμούς, όχι μόνο σε αυτό αλλά και σε άλλα διηγήματα. Η μεγάλη εξοικείωση του συγγραφέα με αυτούς εξηγείται από το γεγονός ότι ο ήταν ιερόπαις (παπαδοπαίδι). Πρωτότυπη η ιδέα, άρτια σκηνοθετημένο. Άρης Γαβριηλίδης Advertisements https://sarantakos.wordpress.com/2019/10/06/taraxos/ ________ Orasi mailing list για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] και στο θέμα γράψτε unsubscribe Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net Για το αρχείο της λίστας http://www.mail-archive.com/[email protected]/ Εναλλακτικό αρχείο: http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/ παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) http://www.freelists.org/archives/orasi __________ NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού http://www.nvda-project.org/ _____________ Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ____________
