Ταραντέλα καριέρα τσι Κέρκυρας, 12 ώρες, everyone
Περισσότερα
Η ΣΗΜΑΙΑ

Όλη τη βδομάδα έβρεχε.
Εκείνο το ενοχλητικό πίτσι-πίτσι τση κερκυραίικης ασταμάτητης βροχής που 
μουσκεύει πύργους, δρόμους, γης, δέντρα, λάχανα, ζα και τσ’ ανθρώπους ίσαμε το 
κόκκαλο. Οι πύργοι φουσκώνουνε κι η ώχρα τους γίνεται μια γκρίζα μούχλα. Οι 
δρόμοι πεντακάθαροι, τσου ξεπλένει ο Θέος, επειδής δε προκάνουνε οι ανθρώποι.
 Η γης ξερνάει το νερό στσι λούμπες.
 Το σφουγγάρι της πομπάρει και δε ρουφάει άλλο. Τα δέντρα και τα λάχανα 
βαριούνται και κοιτάνε ταψήλου για μια σταγιά ήγιο. Τα ζα με το κεφάλι κάτου.
Οι σκύλοι κι οι γάτοι είναι να τσου κλαις. 
Όλο γλύφουνε τη τρίχα τους, μη και με το σάγιο τήνε κάνουνε αδιάβροχη. Κόπηκε 
κι η κίνηση στα μαγαζιά.
 Ποιος να κατέβει; Είναι βαριές κι οι γαλότσες, και σου κόβουνε τη γάμπα. 
Οι βάρκες γιομίζουνε νερά και πρέπει να κατέβεις να τα βγάλεις. Δεν έχεις κι 
άλλο αγγειό να βάλεις να μάσεις τα νερά τση σκέπασης που τρέχει. 
Δε πάει άλλο.
- Σου τόπα, δε σου τόπα να φέρεις μάστορα να ματασύρει τα κεραμίδια; Έτο τώρα…, 
Βενετία εγίναμε στο τρίτο πάτωμα.
- Από πού, ορή, μάστορα; Εδώ χρωστάμε και τ’ Αγιού. Μούθελες το καλοκαίρι και 
παραθερισμό στη Μπινίτσα… Μούθελες και καινούργιο μπανιερό, μη και σε δούνε οι 
μελιχάνες και ξεράσουνε. Μη και μου τρέχουνε τάβολα από τα μπατζάκια; Βρέχει, 
δε το γλέπεις που βρέχει; Να δούμε πότες θα σταματήσει να κάνω κάνα μεροκάματο.
- Μη μου φωνάζεις εμένανε, ανεπρόκοπε. 
Ορέ, εσύ δε μούλεγες που θα μείχες σα το τσαντσαμίνι όλη μου τη ζωή; Σα 
παυλοσουκιά με κατάντησες, ανάθεμά την ώρα που σε πήρα. Μου τόλεγε η μάνα μου, 
αυτή η άγια η γυναίκα, μου τόλεγε… 
Μη τόνε πάρεις, τον αχρηστόνε. Αλλά, ξέρω ‘γώ; Εστραβώθηκα η άμοιρη.
 Η τύχη μου, η μαύρη. Ανάθεμά την ώρα…

Η κυρά Νούλα (από το Δεσπινούλα) είχε πλύνει από βραδύς. Άπλωσε τα ρούχα μέσα 
στσι κάμαρες, να στεγνώσουνε. Όλο το βράδυ έβηχε, τί τήνε πείραζε από μικρή η 
υγρασία στο αναπνευστικό.
Ο Θέος ξημέρωσε τη μέρα του.
 Σα Λαμπριά. 
Τήνε ξύπνησε ο ήγιος που τρύπωνε από τσι τολέτες. Γδώθηκε, ανασκαμνίστηκε και 
πετάχτηκε ν’ ανοίξει τσι φανέστρες. Να μπει ο ήγιος που κοντεύανε να 
χτικιάσουνε σαράντα μέρες τώρα. Ο άλλος ρούχαζε.
Νύφτηκε, χτενίστηκε, έβαλε τη νοτισμένη ρόμπα και τσι παντόφολες κι εβγήκε στο 
μπαρκόνι.
 Εκοίταξε την Ανατολή, σταυροκοπήθηκε και χαιρέτισε τα βουνά απέναντι.

- Καλημέρα σας βουνά…

Έβαλε ν’ απλώνει τα ρούχα τα πλυμένα.
 Με τη σειρά και καθώς πρέπει. Τα σεντόνια πρώτα, μετά τσι ντεμέλες, τα 
προσόψια, τα σώβρακα αυτουνού του αχαΐρευτου, τσι γκιλότες της, τα σκαρτσούνια, 
πρώτα τα σκούρα και μετά τα χρωματιστά, τι και τ’ άπλωμα πρέπει νάναι καθώς 
πρέπει, να μη γίνεις και βουρδούγιο στσι φιτουάλες που στα νύχια στέκουνε να σε 
κακολογήσουνε.
Είχε πλύνει και τη Σημαία, τί μια ξεζενταρισιά την ήθελε. Ξημέρωνε και γιορτινή 
κι ήπρεπε να τήνε βάλει στο κοντάρι.
Ο αστυφύλακας εκοίταε κατ’ απάνου. 
Την ήξερε και τον ήξερε. Γειτόνοι.
- Κυρά Νούλα, μάζεψε τα ρούχα και βάλε τη Σημαία.
- Μόλις άπλωσα, να στεγνώσουνε.
- Κυρά Νούλα, σήμερα είναι γιορτή. Ούτ’ απλώνουμε, ούτε στεγνώνουμε. Μάζεψέ τα.
- Κάνε μου τη χάρη…, σαράντα μέρες βρέχει, πότε ν’ απλώσω; Η γυναίκα σου δεν 
άπλωσε;
- Κυρά Νούλα μου, εμείς μένουμε από πίσω, δε φαινομάστενε. Εσύ είσαι μπροστά. 
Θα περάσει από κάτου ο Νομάρχης με το Δήμαρχο. Επιτρέπεται νάχεις απλωμένα και 
το μπαρκόνι χωρίς Σημαία;
- Τώρα σοβαρολογείς; Δε γλέπεις τη κατάσταση;
- Κυρά Νούλα θα σε γράψω. Έλα με το καλό.
Από μέσα ο άλλος εφώναζε:
- Νούλα, κάμε μια στάλα καφέ.
Εσκοτίστηκε. 
Μάζεψε τα ρούχα άρον-άρον. 
Τση πέσανε και δυο μανταλάκια κάτου. 
Έβαλε το μπρίκι στη γκαζιέρα.
Εβγήκε κι έβαλε στο κοντάρι τη Σημαία. 
Τήνε κοίταξε. Όμορφη ήτανε.
Ο άλλος εφώναζε:

- Νούλα, ορή Νούλα…, ο καφές εχύθηκε.
⁨Γιώργος Καγκουρίδης⁩, Χθες στις 23:12, everyone
Η ΣΗΜΑΙΑ

Όλη τη βδομάδα έβρεχε. 
Εκείνο το ενοχλητικό πίτσι-πίτσι τση κερκυραίικης ασταμάτητης βροχής που 
μουσκεύει πύργους, δρόμους, γης, δέντρα, λάχανα, ζα και τσ’ ανθρώπους ίσαμε το 
κόκκαλο. Οι πύργοι φουσκώνουνε κι η ώχρα τους γίνεται μια γκρίζα μούχλα. Οι 
δρόμοι πεντακάθαροι, τσου ξεπλένει ο Θέος, επειδής δε προκάνουνε οι ανθρώποι. Η 
γης ξερνάει το νερό στσι λούμπες. Το σφουγγάρι της πομπάρει και δε ρουφάει 
άλλο. Τα δέντρα και τα λάχανα βαριούνται και κοιτάνε ταψήλου για μια σταγιά 
ήγιο. Τα ζα με το κεφάλι κάτου. Οι σκύλοι κι οι γάτοι είναι να τσου κλαις. Όλο 
γλύφουνε τη τρίχα τους, μη και με το σάγιο τήνε κάνουνε αδιάβροχη. Κόπηκε κι η 
κίνηση στα μαγαζιά. Ποιος να κατέβει; Είναι βαριές κι οι γαλότσες, και σου 
κόβουνε τη γάμπα. Οι βάρκες γιομίζουνε νερά και πρέπει να κατέβεις να τα 
βγάλεις. Δεν έχεις κι άλλο αγγειό να βάλεις να μάσεις τα νερά τση σκέπασης που 
τρέχει. Δε πάει άλλο.

- Σου τόπα, δε σου τόπα να φέρεις μάστορα να ματασύρει τα κεραμίδια; Έτο τώρα…, 
Βενετία εγίναμε στο τρίτο πάτωμα.
- Από πού, ορή, μάστορα; Εδώ χρωστάμε και τ’ Αγιού. Μούθελες το καλοκαίρι και 
παραθερισμό στη Μπινίτσα… Μούθελες και καινούργιο μπανιερό, μη και σε δούνε οι 
μελιχάνες και ξεράσουνε. Μη και μου τρέχουνε τάβολα από τα μπατζάκια; Βρέχει, 
δε το γλέπεις που βρέχει; Να δούμε πότες θα σταματήσει να κάνω κάνα μεροκάματο.
- Μη μου φωνάζεις εμένανε, ανεπρόκοπε. Ορέ, εσύ δε μούλεγες που θα μείχες σα το 
τσαντσαμίνι όλη μου τη ζωή; Σα παυλοσουκιά με κατάντησες, ανάθεμά την ώρα που 
σε πήρα. Μου τόλεγε η μάνα μου, αυτή η άγια η γυναίκα, μου τόλεγε… Μη τόνε 
πάρεις, τον αχρηστόνε. Αλλά, ξέρω ‘γώ; Εστραβώθηκα η άμοιρη. Η τύχη μου, η 
μαύρη. Ανάθεμά την ώρα…

Η κυρά Νούλα (από το Δεσπινούλα) είχε πλύνει από βραδύς. Άπλωσε τα ρούχα μέσα 
στσι κάμαρες, να στεγνώσουνε. Όλο το βράδυ έβηχε, τί τήνε πείραζε από μικρή η 
υγρασία στο αναπνευστικό.
Ο Θέος ξημέρωσε τη μέρα του. Σα Λαμπριά. Τήνε ξύπνησε ο ήγιος που τρύπωνε από 
τσι τολέτες. Γδώθηκε, ανασκαμνίστηκε και πετάχτηκε ν’ ανοίξει τσι φανέστρες. Να 
μπει ο ήγιος που κοντεύανε να χτικιάσουνε σαράντα μέρες τώρα. Ο άλλος ρούχαζε.
Νύφτηκε, χτενίστηκε, έβαλε τη νοτισμένη ρόμπα και τσι παντόφολες κι εβγήκε στο 
μπαρκόνι. Εκοίταξε την Ανατολή, σταυροκοπήθηκε και χαιρέτισε τα βουνά απέναντι.

- Καλημέρα σας βουνά…

Έβαλε ν’ απλώνει τα ρούχα τα πλυμένα. Με τη σειρά και καθώς πρέπει. Τα σεντόνια 
πρώτα, μετά τσι ντεμέλες, τα προσόψια, τα σώβρακα αυτουνού του αχαΐρευτου, τσι 
γκιλότες της, τα σκαρτσούνια, πρώτα τα σκούρα και μετά τα χρωματιστά, τι και τ’ 
άπλωμα πρέπει νάναι καθώς πρέπει, να μη γίνεις και βουρδούγιο στσι φιτουάλες 
που στα νύχια στέκουνε να σε κακολογήσουνε.
Είχε πλύνει και τη Σημαία, τί μια ξεζενταρισιά την ήθελε. Ξημέρωνε και γιορτινή 
κι ήπρεπε να τήνε βάλει στο κοντάρι.
Ο αστυφύλακας εκοίταε κατ’ απάνου. Την ήξερε και τον ήξερε. Γειτόνοι.

- Κυρά Νούλα, μάζεψε τα ρούχα και βάλε τη Σημαία.
- Μόλις άπλωσα, να στεγνώσουνε.
- Κυρά Νούλα, σήμερα είναι γιορτή. Ούτ’ απλώνουμε, ούτε στεγνώνουμε. Μάζεψέ τα.
- Κάνε μου τη χάρη…, σαράντα μέρες βρέχει, πότε ν’ απλώσω; Η γυναίκα σου δεν 
άπλωσε;
- Κυρά Νούλα μου, εμείς μένουμε από πίσω, δε φαινομάστενε. Εσύ είσαι μπροστά. 
Θα περάσει από κάτου ο Νομάρχης με το Δήμαρχο. Επιτρέπεται νάχεις απλωμένα και 
το μπαρκόνι χωρίς Σημαία;
- Τώρα σοβαρολογείς; Δε γλέπεις τη κατάσταση;
- Κυρά Νούλα θα σε γράψω. Έλα με το καλό.

Από μέσα ο άλλος εφώναζε:

- Νούλα, κάμε μια στάλα καφέ.

Εσκοτίστηκε. Μάζεψε τα ρούχα άρον-άρον. Τση πέσανε και δυο μανταλάκια κάτου. 
Έβαλε το μπρίκι στη γκαζιέρα. 
Εβγήκε κι έβαλε στο κοντάρι τη Σημαία. Τήνε κοίταξε. Όμορφη ήτανε. 
Ο άλλος εφώναζε:

- Νούλα, ορή Νούλα…, ο καφές εχύθηκε.
Φωτογραφία, Η εικόνα ίσως περιέχει: 11 άτομα, υπαίθριες δραστηριότητες
1 σχόλιο
3 κοινοποιήσεις
51 αντιδράσεις
Αντιδράστε
(two finger double tap to interact with this post)
 ________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις 
προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ενώ Για 
να κατεβάσετε τον σχετικό κατάλογο επισκεφθείτε το 
http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.zip
____________

Απαντηση