Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2020 - 09:42

Οι μποέμ και η ζωή τους


Πολλές φορές στο ιστολόγιο παρουσιάζω βιβλία που έτυχε να διαβάσω και να τα 
βρήκα ενδιαφέροντα -συνήθως πρόκειται για καινούργια βιβλία, με την έννοια ότι 
έχουν εκδοθεί σχετικά πρόσφατα.

Θα κάνω μιαν εξαίρεση σήμερα και θα παρουσιάσω ένα βιβλίο παλιό. Πόσο παλιό; Οι 
γνώμες διίστανται -ή, όπως το πάρει κανείς. Το βιβλίο που έχω στα χέρια μου 
εκδόθηκε το 1993, όμως αποτελεί επανέκδοση αφού η ίδια μετάφραση (διότι περί 
μετάφρασης πρόκειται) είχε αρχικά κυκλοφορήσει το 1935.

Ωστόσο, έχει κυκλοφορήσει και παλιότερη μετάφραση του ίδιου βιβλίου, γύρω στα 
1893 -ενώ το πρωτότυπο είναι του 1851.

Πρόκειται για το βιβλίο του Ερρίκου Μυρζέ (Henri Murger) «Σκηνές μποέμικης 
ζωής» (Scènes de la vie bohème), που κυκλοφόρησε το 1993 από τον εκδοτικό οίκο 
της Εστίας. Αν το είχα μάθει τότε θα είχα σπεύσει να το αγοράσω, αλλά στην 
προϊντερνετική εποχή τα νέα δεν κυκλοφορούσαν εύκολα κι έτσι μού ξέφυγε -ζούσα 
και τότε στο εξωτερικό. Τα Χριστούγεννα, το εντόπισα στο βιβλιοπωλείο Πολιτεία, 
στον πάγκο με τις προσφορές κι έτσι το πήρα -6 ευρώ, κελεπούρι.

Όπως φαίνεται και από το εξώφυλλο του Κυριτσόπουλου, το βιβλίο είχε τυπωθεί στη 
δεκαετία του 1990, όπως είπαμε όμως πρόκειται για ξανατύπωμα μιας μετάφρασης 
που είχε γίνει το 1935 από τον δημοσιογράφο Κ.Θ.Παπαλεξάνδρου, και είχε 
διανεμηθεί (σε δύο τόμους) από την εφημερίδα «Ηχώ της Ελλάδος». Η παλιά έκδοση 
διέφερε ελάχιστα στον τίτλο: Σκηνές της μποέμικης ζωής.

Όμως, ενώ καμιά από τις δύο εκδόσεις δεν είχα διαβάσει, το βιβλίο ήταν το 
αγαπημένο μου. Το είχα ακούσει πολλές φορές όταν ήμουν παιδί. Βλέπετε, το 
βιβλίο του Murger, σε αριστοτεχνική μετάφραση του Εμμ. Ροΐδη, το αγαπούσε πολύ 
ο παππούς μου και συνήθιζε να μου διαβάζει  εκτενή αποσπάσματα, επεξηγώντας πού 
και πού -σπάνια όμως- κάποια δύσκολη λέξη της ροϊδικής περίτεχνης καθαρεύουσας. 
Κάποια στιγμή το διάβασα κι εγώ, σε εκείνη την παλιά έκδοση του 1893. Όμως, ο 
φίλος Δημήτρης Ραπτάκης με πληροφόρησε ότι και η μετάφραση του Ροΐδη 
ξανακυκλοφόρησε περί το 1995, από τον Καστανιώτη, αν και είναι πια εξαντλημένη.

Το βιβλίο παρουσιάζει λοιπόν σκηνές από τη ζωή των μποέμ στο Παρίσι του 1850 
και ουσιαστικά πρόκειται για το βιβλίο που ευθύνεται, άμεσα και έμμεσα, για την 
πλατιά διάδοση της λέξης σε πολλές γλώσσες. Οπότε, ας λεξιλογήσουμε επιτροχάδην 
-αν και θ’ άξιζε χωριστό άρθρο.

Στα γαλλικά, Bohème είναι ο Βοημός, ο καταγόμενος από τη Βοημία, περιοχή της 
σημερινής Τσεχίας. Ωστόσο, από το πρώτο μισό του 15ου αιώνα ο όρος 
χρησιμοποιήθηκε επίσης για τους Τσιγγάνους, τους Ρομά, οι οποίοι κακώς 
θεωρήθηκαν ότι κατάγονται από εκεί, πιθανώς επειδή εμφανίστηκαν στην Δυτική 
Ευρώπη ερχόμενοι από τη Βοημία. Στους επόμενους αιώνες, η σημασία του όρου 
διευρύνεται και φτάνει να σημαίνει κάθε άτομο που ζει ζωή έξω από κανόνες.

Γύρω στο 1830, εμφανίζεται μια ειδικότερη σημασία: bohème είναι πια ο φτωχός 
νέος καλλιτέχνης ή διανοούμενος, που ζει χωρίς σταθερούς πόρους και έξω από τα 
πλαίσια της κοινωνίας. Τότε εμφανίζεται και ο Μυρζέ με το βιβλίο του, που 
συμβάλλει όπως είπαμε (και θα δούμε πώς) στη διεθνοποίηση του όρου. Στα 
ελληνικά η λέξη γίνεται διάσημη με τη μετάφραση του Ροΐδη. Ο δημοσιογράφος 
Μήτσος Χατζόπουλος, αδελφός του Κώστα, υιοθετεί το ψευδώνυμο «μποέμ», ενώ πολλά 
είναι τα ρεμπέτικα που υμνούν τη ζωή του μποέμη ή της μποέμισσας -πιο γνωστό 
αυτό του Σέμση, που το τραγουδούν ο Στράτος και ο Στελλάκης. Θα τολμήσω να πω 
ότι στη λογοτεχνία τυπικός μποέμ δεν ήταν μόνο ή τόσο ο Τεύκρος Ανθίας, όσο ο 
Γιώργος Κοτζιούλας, που ειδικά προπολεμικά έζησε ζωή φτωχού διανοούμενου -και 
έγραψε και ποίημα με τίτλο Μποέμ που μάλιστα μελοποιήθηκε μετά τον θάνατό του 
και βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ο Μυρζέ ήταν μποέμ και έγραψε τις περιπέτειες τις δικές του και των φίλων του. 
Έτσι, ο ποιητής Ροδόλφος, ο ένας από τους τέσσερις της παρέας των μποέμ, είναι 
βασισμένος πάνω στο πρόσωπο του Μυρζέ. Οι άλλοι τρεις, ο μουσικός Σωνάρ, o 
ζωγράφος Μάρκελος και ο φιλόσοφος Γουστάβος Κολίν, αντιστοιχούν επίσης σε 
πραγματικά πρόσωπα, που όλοι έπαιξαν κάποιο μικρό ρόλο στα γράμματα και τις 
τέχνες του 19ου αιώνα στη Γαλλία.

Οι μποέμ του βιβλίου δεν έχουν σταθερούς πόρους. Βιοπορίζονται από ιδιαίτερα 
μαθήματα, από συνεργασιες με έντυπα, από ευκαιριακές συναυλίες. Ζουν στο Καρτιέ 
Λατέν, όπου νοικιάζουν άθλια δωμάτια και χρωστάνε μονίμως πολλά νοίκια, 
σκαρφίζονται τα πιο απίθανα κόλπα για να αποφύγουν τους δανειστές τους, 
αναγκάζονται να ενεχυριάσουν το πανωφόρι τους μέσα στο καταχείμωνο ή να κάψουν 
στο τζάκι την τελευταία τους καρέκλα. Όταν όμως έρθει το μάννα εξ ουρανού, όταν 
πουλήσουν έναν πίνακα ή όταν πάρουν προκαταβολή για ένα βιβλίο, τότε δεν 
τσιγκουνεύονται να χαρίσουν ακριβά δώρα στις κοπέλες τους και να δειπνήσουν με 
τα καλύτερα κρασιά. Και όταν τελειώσουν τα χρήματα, έχει ο Θεός.

Το βιβλίο του Μυρζέ δεν γράφτηκε αποξαρχής ενιαίο. Ο Μυρζέ (1822-1861) άρχισε 
να γράφει διηγήματα με σκηνές από τη ζωή των μποέμ, στα οποία πρωταγωνιστούσαν 
οι τέσσερις ήρωες, οι ερωμένες τους και διάφορα άλλα πρόσωπα -αλλά σε κάθε 
διήγημα μπορεί να εμφανίζονταν ένας μόνο ή δύο από αυτούς. Οι βινιέτες αυτές 
είχαν κάποια επιτυχία στο κοινό, αλλά κυρίως στον στενό κύκλο των μποέμ. Όταν 
όμως διασκευάστηκαν για το θέατρο, το 1849, το έργο γνώρισε πολύ μεγάλη 
επιτυχία, και τότε ο Μυρζέ έγραψε ένα εκτενές πρώτο κεφάλαιο στο οποίο 
αφηγείται πώς γνωρίστηκαν οι τέσσερις ήρωες, προσθεσε και ένα κεφάλαιο στο 
τέλος, και το βιβλίο εκδόθηκε το 1849 και είχε μεγάλη επιτυχία. Δυο χρόνια 
αργότερα, το 1851, έγραψε ένα συναφές ακόμα βιβλίο, το Scènes de la vie de 
jeunesse, Σκηνές του νεανικού βίου, που επίσης το μετάφρασε ο Ροΐδης (αλλά όχι 
ο Παπαλεξάνδρου).

Το βιβλίο είχε επίσης μεγάλη επιτυχία και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες ενώ το 
θεατρικό έργο ανέβηκε ξανά, το 1875, ενω ο Μυρζέ είχε πεθάνει. Και η ακόμα 
μεγαλύτερη δημοτικότητα ήρθε έμμεσα, όταν το θεατρικό έργο και το βιβλίο 
αποτέλεσαν τη βάση για το λιμπρέτο της όπερας Μποέμ του Τζάκομο Πουτσίνι το 
1896 αλλά και της ομώνυμης του Λεονκάβαλο το 1897. Η Μποέμ του Πουτσίνι είναι 
μια από τις 10 δημοφιλέστερες όπερες του παγκόσμιου ρεπερτορίου, οπότε ο Μυρζέ 
έχει κερδίσει έμμεσα την αθανασία -αν και το έργο του συνέχισε να 
διασκευάζεται, αφού έδωσε αφορμή για αρκετές κινηματογραφικές ταινίες, από την 
εποχή του βωβού κινηματογράφου ίσαμε τον Άκι Καουρισμάκι το 1990.

Πρόκειται λοιπόν για ένα βιβλίο με ως επί το πλείστον αστεία και σχετικά 
σύντομα επεισόδια που αν δεν το έχετε διαβάσει θα σας χαρίσει αναγνωστική 
απόλαυση. Μόνο προς το τέλος σοβαρεύει ο τόνος, όταν πεθαίνει η Μιμή (θα έχετε 
δει την όπερα, μη με κατηγορήσετε για σποϊλερά) και βέβαια στο τέλος ο Ροδόλφος 
και ο Μάρκελος ξαναβρίσκονται ύστερα από πολλά χρόνια αλλά δεν καταδέχονται πια 
να πάνε να φάνε στο μαγεριό της νιότης τους διότι έχουν πια διαφθαρεί και τους 
αρέσουν μόνο τα καλά πράγματα.

Ο Μυρζέ γράφει πράγματα που τα έχει ζήσει ή ακούσει, με πολύ μπρίο, με άφθονα 
λογοπαίγνια (τα οποία ο Παπαλεξάνδρου όταν δεν μπορεί να τα αποδώσει τα 
παραλείπει απλώς) και με μπολικο χιούμορ, συχνά πικρό. Κάποια Κυριακή θα βάλω 
το κεφάλαιο με τον αντιπρόσωπο των ζαχαροβιομηχάνων από τη Νάντη, αλλά σήμερα 
θα παραθέσω ένα μικρό απόσπασμα:

…το ίδιο βράδυ, ο Μάρκελος πήρε μια ομαδική πρόσκληση για όλους τους φίλους. 
Αυτό το γράμμα ήταν το εξής:

«Ο κύριος και η κ. Ροδόλφου, άνθρωποι των γραμμάτων, σας παρακαλούν να τους 
κάνετε την τιμή να’ρθετε να δειπνήσετε στο σπίτι τους αύριο βράδυ, στις πέντε 
ακριβώς.
Σημ. Θα υπάρχουν και πιάτα».

Κύριοι, είπε ο Μάρκελος, ανακοινώνοντας το γράμμα στους συντρόφους του, η 
είδηση επιβεβαιούται· ο Ροδόλφος έχει πραγματικά ερωμένη· εις επίμετρον μάς 
καλεί να δειπνήσουμε και -πρόσθεσε ο Μάρκελος- το υστερόγραφο υπόσχεται 
πιατικά. Δε σας κρύβω ότι η τελευταία αυτή παράγραφος μού φαίνεται λυρική 
υπερβολή· εντούτοις πρέπει να δούμε.

Tην επαύριο, στην ωρισμένη ώρα, ο Μάρκελος, ο Κολλίν κι ο Σωνάρ, πεινασμένοι 
όπως την τελευταία μέρα της Σαρακοστής, πήγαν στο σπίτι του Ροδόλφου, που τον 
βρήκαν να παίζει μ’ ένα κόκκινο γάτο, ενώ μια νέα έστρωνε τραπέζι.

Βλέπετε ότι η μετάφραση του Παπαλεξάνδρου έγινε σε δημοτική που ακούγεται πολύ 
σύγχρονη, αν εξαιρέσουμε κάποια ορθογραφικά. Σε πολλά σημεία -όπως και εδώ- 
παίζει και με την καθαρεύουσα για επισημότητα ή για χιούμορ. Είπα πιο πριν ότι 
εντόπισα να παραλείπει καναδυό δυσκολομετάφραστα λογοπαίγνια, αλλά αυτό δεν το 
θεωρώ σοβαρό ψεγάδι για μια μετάφραση του 1935, που προορίζεται να βγει σε 
βιβλίο τσέπης όπου δεν χωράνε υποσημειώσεις.

Με δυο λόγια, η μετάφραση μού άρεσε πολύ και βρίσκω πως δεν έχει βγάλει ρυτίδες 
-αν και εντόπισα δυο τρία λαθάκια, που θα έπρεπε να τα πιάσει ο επιμελητής της 
έκδοσης του 1993.

Να τα πω τώρα.

Στη σελ. 50, 2ο κεφάλαιο, μιλάνε για έναν βουλευτή που «είναι του Κέντρου της 
Αριστεράς». Εντελώς άστοχη απόδοση. Στο πρωτότυπο λέει mon député est centre 
gauche, που σημαίνει απλώς «είναι κεντροαριστερός» ή «της Κεντροαριστεράς». Δεν 
ξέρω αν υπήρχε ο όρος στην Ελλάδα το 1935, μάλλον δεν υπήρχε, ενώ στη Γαλλία 
υπάρχει από τον 19ο αιώνα, όμως ο επιμελητής έπρεπε να το πιάσει και να το 
διορθώσει.

Στη σελ. 164, 13ο κεφάλαιο, ο Σωνάρ αναφωνεί: – Κρίμα που δεν είναι χτυπημένη η 
σαμπάνια.

Συγγνώμη, αλλά μαργαριτάρι. Το πρωτότυπο είναι: C’est bien malheureux que le 
champagne ne soit pas frappé, αλλά ενώ frapper θα πει «χτυπάω» η σαμπάνια είναι 
frappé όταν έχει παγώσει, ή πιο σωστά όταν έχει κρυώσει μέσα στον κουβά με το 
νερό και τα παγάκια. (Και ο εθνικός μας φραπές, παρόλο που τον χτυπάμε, 
ονομάστηκε έτσι, επειδή αρχικά ο κ. Βακόνδιος τον έφτιαξε με παγωμένο νερό 
-αλλά εδώ χρειάζεται άλλο άρθρο).

Τέλος, στη σελ. 268, στο κεφ. 19, ο Μάρκελος έχει πουλήσει έναν πίνακα και όλη 
η παρέα το έχει στρώσει στο σπίτι του όπου το έχουν ρίξει στο φαγοπότι με τα 
καλύτερα εδέσματα και τα πιο εκλεκτά κρασιά. Την πέμπτη ή έκτη μέρα, ο Κολλίν 
συντάσσει το μενού της ημέρας και πηγαίνει στο συρτάρι όπου κρατάνε τα χρήματα 
και μόλις το ανοίγει «έγινε πελιδνός σαν το φάντασμα του Βάγκου».

Αλλά ποιος είναι ο… Βάγκος; Το όνομα μάλλον σε ρεμπέτη παραπέμπει. Στο 
πρωτότυπο βλέπουμε ότι πρόκειται για τον Banquo, από τον σεξπιρικό Μάκβεθ. 
Όμως, αυτός Μπάνκο λέγεται πλέον. Δεν ξέρω αν το 1935 λεγόταν Βάγκος, αλλά έτσι 
κι αλλιώς ο επιμελητής έπρεπε να το εκσυγχρονίσει.

Όπως καταλάβατε, θα γκρινιάξω για τον επιμελητή ή μάλλον για τους επιμελητές, 
που είναι ο Ήρκος και ο Στάντης Αποστολίδης. Οι ίδιοι έχουν κάνει και τον 
πρόλογο, που είναι απαράδεκτος.

Ο πρόλογος αυτός δεν αποφεύγει τα λάθη στις χρονολογίες π.χ. για την έκδοση του 
γαλλικού πρωτοτύπου (μας λέει 1851 αντι του σωστου 1849) ή για τις πρώτες 
δημοσιεύσεις σε περιοδικά (μας λέει 1847 αντί του σωστού 1845). Το χειρότερο, 
ενώ πιάνει 5 σελίδες, δεν λέει τίποτα για την επιρροή που είχε το έργο στις 
επόμενες δεκαετίες, δεν λέει τίποτα για την όπερα του Πουτσίνι ή για τις 
κινηματογραφικές διασκευές, δεν λέει τίποτα ούτε καν για τη μετάφραση του Εμμ. 
Ροΐδη.

Κι όμως, ενώ παραλείπουν τόσα βασικά στοιχεία, οι επιμελητές αφιερώνουν μισή 
από τις πέντε σελίδες του προλόγου για να μας πουν ότι οι μποέμ της εποχής 
εκείνης δεν μοιάζουν καθόλου «με τους σημερινούς ‘επαναστατημένους’ ή 
‘χίππιδες’ ή ‘πανκς’ ή οποιουσδήποτε ανάλογους», που είναι φανατικοί και 
βίαιοι. Όταν ξεχνάνε τις πιο βασικές πληροφορίες για το βιβλίο και παράλληλα 
χρησιμοποιούν τον πρόλογο για να βγάλουν το άχτι τους, δικαιούμαι θαρρώ να 
χαρακτηρίσω τον πρόλογο παράδειγμα προς αποφυγήν.

Αλλά δεν είναι ανάγκη να χολοσκάσετε με τις ιδεοληψίες των αδελφών Αποστολίδη. 
Πάρτε το βιβλίο, η Πολιτεία πρέπει να το έχει ακόμα σε προσφορά, και θα 
περάσετε κάμποσες ώρες αναγνωστικής απόλαυσης παρέα με τους Μποέμ.

https://sarantakos.wordpress.com/2020/01/31/murger/
 ________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις 
προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ενώ Για 
να κατεβάσετε τον σχετικό κατάλογο επισκεφθείτε το 
http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.zip
____________

Απαντηση