Διήγημα - δωράκι. Διότι η τέχνη δίνει λάμψη και στον ζόφο.

Η ΚΩΜΙΣΣΑ

Όταν ήταν στις μαύρες του, ισχυριζόταν ότι είχε δραπετεύσει απ'την Αθήνα επειδή 
ασφυκτιούσε, μαραινόταν, πέθαινε - ποιός, έξω από τα αμαρτωλά κυκλώματα, 
νοιάζεται για σοβαρή μουσική στην κωλόπολη, στον απέραντο βόθρο όπου τρία 
εκατομμύρια άνθρωποι πασχίζουν να την κουτσοβγάλουν με την ψυχή στο στόμα; 

Όταν φτιάχναν τα κέφια του, το παρουσίαζε αλλιώς. Δεν  τον είχε ξεράσει η 
Αθήνα. Το νησί-παράδεισος, η ρίζα και η έμπνευσή του, τον είχε καλέσει στους 
κόρφους του. Κόρφοι-Κορφοί, Κέρκυρα.

Τα πίστευε ενώ τα έλεγε. Ο λόγος, στην πραγματικότητα, που είχε -στο κατώφλι 
των σαράντα- αλλάξει τόπο και τρόπο ζωής δεν ήταν υπαρξιακός αλλά εντελώς 
πρακτικός. Τα είχε βάλει κάτω και είχε καταλήξει ότι στην Κέρκυρα θα περνούσε 
από κάθε άποψη πιό άνετα.
 
Δεν θα'χε πρώτα-πρώτα να πληρώνει νοίκι και λογαριασμούς - το πατρικό του 
σπίτι, μισό χιλιόμετρο έξω απ'την πόλη, τον περίμενε. Στον πρώτο όροφο έμενε η 
μάνα του, το ισόγειο όμως ήταν κενό, ευάερο και ευήλιο, φορτωμένο με γλυκιές 
αναμνήσεις, εκεί είχε ξεπαρθενευτεί στα δεκάξι, εκεί είχε πρωτακούσει -λίγους 
μήνες αργότερα- την "Ιεροτελεστία της Άνοιξης" του Ιγκόρ Στραβίνσκι και είχε 
δει το φως το αληθινό. Η μάνα του και μόνη της σαν ήταν μαγείρευε 
μεσημέρι-βράδυ, πόσω δε μάλλον με την επάνοδο του κανακάρη, απ'το πρωί θα τού 
κατέβαζε μεζέδες -νούμπουλο και συκομαϊδα- και θα τους ακουμπούσε πάνω στο 
πιάνο. Όσο δε για τους φίλους του, στα μάτια τους διατηρούσε την εφηβική του 
αίγλη. Παρέμενε εκείνος που είχε θριαμβεύσει το 1992 στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό 
Μουσικής Δεξιοτεχνίας - το θυμόταν κανείς στην Αθήνα αυτό;

Έτσι το πήρε απόφαση την Πρωτοχρονιά του 2011. Τα μάζεψε απ'το Παγκράτι και 
επαναπατρίσθηκε. Τον έσφιξε εκείνη στην αγκαλιά της. Την αποκάλεσε εκείνος 
τρυφερά "γριούλα" του. 
Γενάρη και Φλεβάρη έβρεχε ασταμάτητα, στην πόλη τα βράδια δεν κυκλοφορούσε 
ψυχή, τα αυλάκια πλάι στους δρόμους φούσκωναν και παράσερναν τα σκουπίδια, 
κοίταζε από το παράθυρο τον μολυβένιο ουρανό και ζάρωνε στην κάμαρά του και 
ρούφαγε από μια νταμιτζάνα τσίπουρο, ώσπου αποζαλιζόταν και δεν ένοιωθε τόσο 
σκατά. 

Τέλη Μαρτίου αναστήθηκε και το έξω και το μέσα του. Έλαμψε ο ήλιος και 
ξεμούσκεψε το κοκκαλάκι του, ξύρισε το κρανίο του από τα σκόρπια ασθενικά 
μαλλιά και βγήκε χαμογελαστός στη ρούγα.  

Δεν δυσκολεύτηκε να προσληφθεί στην Παλιά Φιλαρμονική, δεν χρειάστηκε καν να 
τους δείξει τα πτυχία του. Ο μισθός που του πρόσφεραν τού φάνηκε στην αρχή 
αστείος, ταπεινωτικός σχεδόν - το ξανασκέφτηκε όμως - ανάγκες στο νησί δεν είχε 
- θα ξόδευε είκοσι ευρώ την ημέρα αποκλειστικά για το κέφι του. Ο ίδιος έπειτα 
το θεωρούσε αυτονόητο πως θα τον έκαναν μαέστρο. 

Όταν τού πρότειναν να εκπαιδεύει τα παιδάκια, τους νεοσσούς, θίχτηκε και 
ξίνισε. Τα βρήκαν τελικά κάπου στη μέση. Θα έκανε μεν τον δάσκαλο, θα προϊστατο 
δε και του πειραματικού τμήματος της φιλαρμονικής - "αρκεί πλέον ο Βέρντι και ο 
Σπυρίδων Σαμάρας. Ας προχωρήσουμε σε κάτι πιό σύγχρονο!" αναφώνησε και τα 
ρυτιδιασμένα μούτρα του διοικητικού συμβουλίου επιδοκίμασαν χλιαρά.

Τα χρόνια που ακολούθησαν έβριθαν γεγονότων. 

Το καλοκαίρι του 2012 έδωσε στην εκκλησία του Άι Γιώργη, στο Παλιό μέσα 
Φρούριο, συναυλία "προχωρημένης" μουσικής, με έργα Γιάννη Χρήστου, Φίλιπ Γκλάς 
και δικά του. Η προσέλευση του κοινού στάθηκε απογοητευτική. Κι ας 
κουβαλήθηκαν, εκόντες-άκοντες, οι φίλοι και οι γονείς των μουσικών. "Για πρώτη 
φορά καλά πήγε. Έριξες σπόρο..." αποπειράθηκε να τον ενθαρρύνει ένας τοπικός 
ποιητής, παλιός συμμαθητής του, γνωστότερος στην κοινωνία ως ιδιοκτήτης 
ομπρελάδικου. "Χάλια πήγε!" τον έκοψε εκείνος. "Δεν υπάρχει ελπίδα. Γράφονται 
οι Κερκυραίοι στις φιλαρμονικές για να περιφέρονται στα καντούνια τη Μεγάλη 
Εβδομάδα, να παίζουν Αλμπινόνι και να τους καμαρώνουν οι δικοί τους και οι 
τουρίστες. Στα αμάξια τους, στα σπίτια τους, στις καφετέριες που συχνάζουν, 
μερακλώνουν με σκυλάδικα..."

Το φθινόπωρο διαγνώστηκε η μάνα του με καρκίνο. Άρχισαν να πηγαινοέρχονται στα 
Γιάννενα για τις χημειοθεραπείες - ούτε να ακούσει ήθελε η "γριούλα" για το 
νοσοκομείο της Κέρκυρας - τής είχαν πεθάνει εκεί μέσα τρεις δικοί της παλιά - η 
πάσα αλήθεια ήταν πως τους δύο τούς είχαν διακομίσει από το σπίτι νεκρούς. 

Στη ρεβεγιόν Χριστουγέννων, σε ένα μπαρ στα Μουράγια, τα έφτιαξε με την 
Ματίλντα Φέξι, μοναχοθυγατέρα Αλβανών, οι οποίοι είχαν περάσει κολυμπώντας από 
απέναντι μα μέσα σε εικοσιπέντε χρόνια είχαν υπερπροκόψει, είχαν ταβέρνα και 
καμιά δεκαριά ενοικιαζόμενα στην Κασσιόπη - ποιός να το'λεγε; Η μάνα της 
Ματίλντας συνέχιζε παρά ταύτα να κάνει ενέσεις στη γειτονιά, ο πατέρας της να 
ονειρεύεται το  χωριό του, έξω από τη Χειμάρρα. 

Για κάνα τρίμηνο εξακολούθησε να σμίγει και με τη χωρισμένη συμβολαιογράφο με 
τα κατάμαυρα αξεδίψαστα μάτια -σκέτα κάρβουνα!- και το βαθύ σημάδι στο λαιμό - 
την είχε χαρακώσει, μαθήτρια ακόμα, με ποδιά, ένας ανισσόροπος γκόμενος... 
Τελικά καταστάλαξε στην Ματίλντα, που είχε νιάτα και χυμώδη ομορφιά και ας της 
έλειπε τελείως το βάθος, "η συνείδηση της τραγικότητας των πραγμάτων", όπως 
εξομολογούνταν στον ποιητή-ομπρελά, προκαλώντας τον να τον αναθεματίσει, να τον 
αποκαλέσει φλώρο και συμβιβασμένο. Εκείνος όμως έπινε σιωπηλά το ουίσκι του. 

Τον Αύγουστο του 2013, η Ματίλντα γκαστρώθηκε. Με το τεστ εγκυμοσύνης στην 
τσέπη, παραιτήθηκε από τη θέση βοηθού μικροβιολόγου στο διαγνωστικό κέντρο, 
διατυμπανίζοντας έτσι την απόφαση της να κρατήσει το μωρό. 

Ο γάμος καθυστέρησε επειδή η "γριούλα" πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. 
Τελέστηκε -με τα πολλά- μες στις Απόκριες του 2014, τρεις εβδομάδες ύστερα από 
την κηδεία της. Κι ας ήτανε με την κοιλιά στο στόμα, η Ματίλντα τα'δωσε όλα στο 
γλέντι, πέταξε τα παπούτσια της και σκαρφάλωσε στο τραπέζι, τα γκαρσόνια τής 
άνοιγαν σαμπάνιες, οι φιλενάδες την έραιναν με λουλούδια, τα μεγάφωνα της 
ταβέρνας έτριζαν, "μέσα στην κρίση μάς μοστράρουν οι κωλοαλβανοί τα αφορολόγητα 
λεφτά τους..." σχολίασαν με χαμηλόφωνη οργή δυό-τρεις από το σόι του γαμπρού.   
             

Ο ίδιος ο γαμπρός δείχνει στο βίντεο αποστασιοποιημένος, εντελώς αμέτοχος στο 
γενικό ξεσάλωμα. Αν εξαιρέσεις όταν κόβουν με τη νύφη τη γαμήλια τούρτα κι όταν 
ανοίγουν τον χορό με ένα βαλσάκι -τί άλλο από το νούμερο 2 του Σοστακόβιτς;- 
όλες τις άλλες στιγμές κοιτάει απλανώς το κενό, χαϊδεύει τη γυαλιστερή φαλάκρα 
του, σκαλίζει ελάχιστα διακριτικά τη μύτη του. 

Κάποιος θα υπέθετε πως ήταν η νωπή απώλειά του, ο πόνος του για τη "γριούλα", 
που δεν του επέτρεπε να ευθυμήσει. 

Κάποιος άλλος θα ισχυριζόταν ότι τον βάραινε η προδοσία τής συμβολαιογράφου με 
τα κατάμαυρα, αξεδίψαστα μάτια - "γάμος βολέματος πάγωμα αίματος, τι τα 
θέλετε;" θα σχολίαζε. "Από μικρό παιδί λαχταρούσε να διαπρέψει, να αποδειχτεί 
αντάξιος - τίνος αντάξιος ακριβώς; αυτό δεν το'ξερε. Και ιδού που, στα 
σαρανταδύο του, τα έχει ξεπουλήσει όλα. Υπάλληλος στη φιλαρμονική ευνουχισμένος 
από καλλιτεχνικές φιλοδοξίες, εσώγαμβρος κάτι αγαθών πλην άξεστων ανθρώπων, 
σύνευνος μίας ζαχαρομπουμπούς που νοιάζεται μόνο να δείχνεται -και στο κρεββάτι 
ακόμα παίρνει πόζες- και είναι απορίας άξιον γιατί τον προτίμησε. Το μέλλον του 
έχει προδιαγραφεί. Θα σπείρει κάνα δυό παιδιά ακόμα, θα αναλάβει αργά ή γρήγορα 
τις δουλειές του πεθερού του, θα τις κουμαντάρει σχετικά καλά και θα κυκλοφορεί 
στην Κέρκυρα με τον αέρα του νοικοκύρη και με την πίκρα του ακυρωμένου.  
Βρωμάει ο τόπος από τέτοιους, των περισσότερων το παραμύθι έχει σχέση με την 
μπάλα, "αν δεν τραυματιζόμουν στα δεκαοχτώ μου, τύφλα να'χε ο Χατζηπαναγής!" 
διατείνονται μετά το τρίτο ούζο. Ε, ο δικός μας θα μιλάει για τις όπερες που 
δεν συνέθεσε, για τις παγκόσμιες περιοδείες που δεν πήγε... Καμιά επί της 
ουσίας διαφορά."    

Λάθος πέρα για πέρα οι ανωτέρω ερμηνείες. Ούτε πενθούσε ο γαμπρός τη μάνα του 
ούτε μαράζωνε για την παλιά αγάπη του ούτε ένοιωθε πως είχε ρίξει τα 
μαργαριτάρια στα γουρούνια. Είχε απλώς αλλού τον νου του. Σκεφτόταν 
πονταρίσματα, συστήματα, μπιλιές. Άμα τού έλυναν το χαλινάρι, θα εγκατέλειπε 
τον ίδιο του τον γάμο και θα'τρεχε γραμμή στο καζίνο. Όπως είχε αφήσει τη 
"γριούλα" στην εντατική και είχε πάει να παίξει το κομπόδεμα, το οποίο φυλούσε 
εκείνη για τα έξοδα της κηδείας της. 

Πότε ακριβώς τον είχε καβαλήσει ο δαίμων της ρουλέτας; 

Το σίγουρο είναι πως όσο ζούσε στην Αθήνα δεν είχε ιδέα από τζόγο, ούτε λαχεία 
καν αγόραζε. Η ραστώνη της επαρχίας, που άλλους τους κάνει φανατικούς 
φυσιολάτρες και άλλους αρρωστημένα κουτσομπόληδες, είχε οδηγήσει το δικό του 
βήμα ένα απόγευμα στα ενδότερα του πολυτελούς ξενοδοχείου όπου έδρευε ο ναός 
της τύχης. Είχε σχολάσει από τη φιλαρμονική, το βράδυ του προμηνυόταν πληκτικό 
στο έπακρο, κάπως έπρεπε να σκοτώσει την ώρα του... 

Στο έμπα του καζίνο μια νοστιμούλα με κατάλευκο πουκάμισο και μαύρη φούστα κάτω 
από το γόνατο ήλεγχε την ταυτότητά σου και εισέπραττε το εισιτήριο, συμβολική 
τιμή, επτά ευρώ. Ο πρωτάρης μας δεν αμφιταλαντεύθηκε ούτε δευτερόλεπτο. Δεν 
ένοιωθε ότι διαβαίνει κάποια πύλη αμαρτίας. Περαστικός αισθανόταν. Να κάνει 
χάζι σκόπευε τα αλλότρια δράματα. 

Έτσι ακριβώς και συνέβη από τις 18:25 μέχρι τις 20:12. Στεκόταν ένα μέτρο 
τουλάχιστον μακριά από τα τραπέζια και περιεργαζόταν τους παίκτες. Το υπόκωφό 
τους πάθος. Πόσο σεμνότυφα μειδιούσαν όποτε κέρδιζαν -μην τυχόν προκαλέσουν τη 
μοίρα τους-, πώς δάγκωναν τα χείλη όταν ο κρουπιέρης μάζευε με μια σκούπα με 
μακρύ κοντάρι όλες τις μάρκες που είχανε ποντάρει. 

Μες στο καζίνο αντίκριζε φάτσες εντελώς ξένες του, τύπους με τους οποίους 
ουδέποτε είχε διασταυρωθεί στην πιάτσα, στο Λιστόν ή στο Σαρόκο. Στη μικρή πόλη 
όλοι γνωρίζονται, εξ'όψεως τουλάχιστον, με όλους. Οι θαμώνες του καζίνο από πού 
είχαν έρθει; Απ'τα χωριά της Κέρκυρας; Από απέναντι, απ'την Ήπειρο;  Απ'την 
Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη με το αεροπλάνο; Ελάχιστοι έδειχναν ξένοι τουρίστες, αν 
εξαιρέσεις τρεις χοντρούς Άραβες με κελεμπίες συνοδευόμενους από ισάριθμους 
Φιλιππινέζους υπηρέτες, οι οποίοι τούς κρατούσαν βαλιτσάκια με λεφτά. Το 
"άγνωστος μεταξύ αγνώστων" τι ανακουφιστική αίσθηση! Πόσο τού είχε λείψει! 

Στα καζίνο δεν υπάρχουν παράθυρα, καθρέφτες και ρολόγια τοίχου και τα ποτά 
προσφέρονται δωρεάν. Κανείς δεν σου απευθύνεται, κανείς δεν θορυβεί.  "Ιδανικός 
τόπος" σκέφτηκε "για αυτοσυγκέντρωση και περισυλλογή. Nα κάτσεις σε μια γωνιά, 
οκλαδόν στη μοκέτα, με ένα κενό πεντάγραμμο και ανενόχλητος να αποτυπώσεις 
επιτέλους τις μουσικές σου ιδέες. Ό,τι εγκυμονείς επί χρόνια και χρόνια μυστικά 
και δεν τολμάει να γεννηθεί, δεν στέργει να βγει σε έναν κόσμο αδιάφορο, 
εχθρικό, που δεν τον ενδιαφέρει παρά μόνο η μάσα και η κάβλα -η μικρομάσα και η 
μικροκάβλα του- εδώ, μέσα σε ετούτη την αλλόκοτη κιβωτό του Νώε, θα σκάσει σαν 
βλαστάρι, θα ανθίσει, θα καρπίσει!"  

Ρέμβαζε και ονειρευόταν την καλλιτεχνική του νεκρανάσταση. Και θα συνέχιζε έτσι 
μέχρι τα χαράματα και θα'φευγε από το καζίνο δίχως ούτε μισό ευρώ να'χει 
διακινδυνεύσει, άμα δεν του κινούσε το ενδιαφέρον η Κώμισσα. 

"Κώμισσα" τη βάφτισε ο ίδιος με το που την είδε, διότι συνδύαζε στις πιό 
ακραίες τους εκδοχές το κωμικό με το αριστοκρατικό. 

Μία πανύψηλη γυναίκα άνευ ηλικίας, με νεανικό αφράτο πρόσωπο -σλάβικα μήλα, 
εύσαρκα χείλη, μάτια μικρά, χάντρες που έλαμπαν και κινούνταν ακατάπαυστα-, με 
νεανικό πρόσωπο στεφανωμένο από ένα κράνος λουλακί μαλλιών, τρίχα δεν ξέφευγε 
από τη σιδηρά πειθαρχία που είχε επιβάλει η λάκ. Το ευσταλές της παράστημα, το 
μυτερό της στήθος και οι ολοστρόγγυλοι γλουτοί, προδίδονταν ομοίως από τα 
ζαρωμένα χέρια, τις πανάδες στο στέρνο, τις ρυτίδες στο λαιμό. Κυρίως δε από 
την απίθανα βραχνή φωνή της, η οποία έβγαινε -λες- μέσα από σπηλιά και έφτυνε 
τις λέξεις σαν χαλίκια. 

Κανονικά η παρουσία της θα έπρεπε να γεννά τον τρόμο. Η Κώμισσα εντούτοις δεν 
θύμιζε κακιά μάγισσα του παραμυθιού αλλά βασίλισσα, η οποία μόλις έχει 
ξεπεζέψει από το άρμα της. Ρεγγίνα ενός καρνάβαλου μιάς μακρινής χαρισάμενης 
εποχής. Η κοινωνικά και αισθητικά κατακερματισμένη Κέρκυρα του 21ου αιώνα 
βαυκαλιζόταν να αναμασά τα περασμένα μεγαλεία της. Μονάχα όμως η Κώμισσα τα 
ενσάρκωνε στο ακέραιο. Και τα περιγελούσε ταυτοχρόνως.

Θα την παρατηρούσε έτσι συνεπαρμένος, θα την έτρωγε με τα μάτια -από 
διακριτική, εννοείται, απόσταση, μη διανοούμενος να τής απευθυνθεί- εάν δεν του 
κέντριζε το ενδιαφέρον το παιχνίδι που έκανε. 

Η Κώμισσα είχε μπροστά της μια ντουζίνα πύργους από μάρκες, καφετιές όλες τους, 
καθεμία και εκατοντάευρο. Όποτε -ανά τρίλεπτο- καλούσε ο κρουπιέρης τις κυρίες 
και τους κυρίους να στοιχηματίσουν, έπαιρνε εκείνη όσες μάρκες χωρούσαν στις 
δυό της παλάμες και τις ακούμπαγε σε ένα από τα τριανταέξι τετραγωνάκια της 
ρουλέτας. Ούτε σε χρώμα καταδεχόταν να ποντάρει ούτε μονά-ζυγά ούτε τα μοίραζε 
σε πεντέξι αριθμούς όπως έκαναν και οι πιό τολμηροί ακόμα παίκτες, "άμα δεν 
βγει η μία έμπνευσή μου, θα μού καθίσει η άλλη...". Όχι. Η Κώμισσα διάλεγε ένα 
και μόνο νούμερο κάθε φορά και επένδυε τις χούφτες της επάνω του. Και -ως εκ 
θαύματος- κάθε φορά ανταμειβόταν. 

Η μπίλια χοροπήδαγε στο τόξο της ρουλέτας, έδειχνε αναποφάσιστη, παιχνιδιάρα 
-έπαιζε με τα νεύρα των τζογαδόρων-, εκεί που νόμιζες πως είχε κουραστεί, έκανε 
δύο γκελ και ξανάρχιζε να στριφογυρνάει από τα κόκκινα στα μαύρα κι απ'τα 
μεγάλα στα μικρά -ήταν πουτάνα η μπίλια, ανάφτρα- κατέληγε όμως πάντα, πάντοτε, 
στον αριθμό που είχε προτιμήσει η Κώμισσα. 

Πώς συνέβαινε αυτό; Να το αποδώσουμε στη μεταφυσική; Να εικάσουμε ότι η Κώμισσα 
διάβαζε το μέλλον και γνώριζε εξαρχής το αποτέλεσμα; Ή -ακόμα πιό εξωφρενικό- 
ότι κατηύθυνε με τη δύναμη του νου της την ασημένια μπίλια; Όλες οι υποθέσεις 
μας θα έπεφταν στο κενό. Θα προσέκρουαν στη σιωπή της Κώμισσας. 

Άναυδος παρακολουθούσε εκείνος τους πύργους της να ψηλώνουν, να φτάνουν ως το 
στήθος της κι έπειτα μέχρι το πηγούνι της. Και να μην εκδηλώνει η Κώμισσα το 
παραμικρό συναίσθημα, να ελέγχει μόνο με το χέρι τα λακαρισμένα της μαλλιά, να 
ανάβει που και που τσιγάρο, να παίρνει μια βαθιά τζούρα και να το πατάει 
-ολόκληρο σχεδόν- στο πορσελάνινο τασάκι. 

Μάζεψε όσο κουράγιο είχε και την πλησίασε από πίσω στους δέκα πόντους. 
Ζαλίστηκε από το βαρύ άρωμα της. 
Συστήθηκε σχεδόν τραυλίζοντας, η Κώμισσα δεν φάνηκε να τον αντιλαμβάνεται, "με 
έχετε καταπλήξει..." τής ψιθύρισε, "θα σάς πείραζε... θα σάς ενοχλούσε να σάς 
ακολουθήσω στο παιχνίδι;" Η Κώμισσα στράφηκε τότε προς το μέρος του και τον 
περιεργάστηκε από κορυφής μέχρις ονύχων. 

Τού έριχνε μισό κεφάλι - εάν τον αγκάλιαζε, θα τον εξαφάνιζε μέσα της.  "Πώς 
λέγεσθε;" τον ρώτησε. Επανέλαβε εκείνος, ακόμα πιό συνεσταλμένα, το όνομα του, 
προσθέτοντας ότι ήταν βέρος Κερκυραίος. "Και τι ζητάτε ακριβώς;" "Να μού 
επιτρέψετε να ποντάρω όπου ποντάρετε. Να ανέβω στις φτερούγες σας όπως τα 
αποδημητικά πουλάκια σκαρφαλώνουν πάνω στους γερανούς, στα άλμπατρος, και 
διανύουν έτσι τις τεράστιες αποστάσεις απ'τον ευρωπαϊκό χειμώνα προς τα γλυκά 
κλίματα..." 

Πώς τού είχε έρθει αυτή η εικόνα; Το πρόσωπο της Κώμισσας φωτίστηκε από ένα 
κοριτσίστικο χαμόγελο. "Μετά χαράς!" του απάντησε σαν να την είχε κολακεύσει.

Μέσα στο επόμενο ημίωρο, οι πέντε κίτρινες μάρκες που προμηθεύτηκε από τον 
κρουπιέρη δίνοντας δυό τσαλακωμένα πενηντάρικα -το ένα έκτο του μισθού του- τού 
είχαν αποδώσει εικοσιδύο χιλιάδες ευρώ, ένα ποσό το οποίο δεν θα κέρδιζε ποτέ 
σε λιγότερο από έναν χρόνο καθ'οποιονδήποτε άλλον τρόπο. 

Κοιτούσε ο φτωχός -πλην πρωτοπόρος- μουσικός τούς γύρω του και απορούσε για 
ποιό λόγο δεν κόλλαγαν κι εκείνοι πίσω από την Κώμισσα παρά εμπιστεύονταν τις 
δικές τους, ατελέσφορες -ενίοτε και καταστροφικές- εμπνεύσεις. Τους έβλεπε να 
σημειώνουν σε τεφτέρια τα νούμερα που πέρναγαν, λες και δεν ήξεραν ότι η 
ρουλέτα είναι ένα βαρέλι δίχως πάτο, που και εκατό φορές να βγάλει -για 
παράδειγμα- το κόκκινο, οι πιθανότητες να το ξαναβγάλει την εκατοστή πρώτη 
παραμένουν πενήντα-πενήντα. 

Ρώτησε, αδιάφορα δήθεν, τον διπλανό του τί ώρα έκλεινε το καζίνο -"με την 
ανατολή του ήλιου"- και βάλθηκε να ονειρεύεται ότι με τις εισπράξεις εκείνης 
της νύχτας θα ίδρυε τον δικό του πολιτιστικό πολυχώρο - θα αγόραζε ένα 
αρχοντικό στη Σπιανάδα ή στο Πλατύ Καντούνι, θα το ανακαίνιζε εκ θεμελίων και 
θα προσκαλούσε τούς πιό προικισμένους καλλιτέχνες από την Κέρκυρα, από την 
Ελλάδα, από την Ευρώπη, να τρώνε και να πίνουν και να ξεδιπλώνουν το ταλέντο 
τους, αδιάφοροι επιτέλους για την ανταπόκριση του αγοραίου κοινού και για την 
υποστήριξη της μικρόμυαλης πολιτείας.     

Από τον ρεμβασμό του τον έβγαλε η Κώμισσα. Άνοιξε ξαφνικά μια δερμάτινη τσάντα 
κι άρχισε να πετάει μέσα τους πύργους της, αφήνοντας τον τελευταίο ως 
φιλοδώρημα για το προσωπικό. 

"Φεύγετε;" 

"Βλέπετε τον παχουλό ψαρομάλλη κύριο που ζυγώνει προς το μέρος μας; Είναι ο 
διευθυντής του καταστήματος. Όταν το παρακάνω, πετιέται ανάστατος από το 
γραφείο του και διατάζει η ρουλέτα να σταματήσει αμέσως, έχει αυτό το δικαίωμα. 
Τον πιάνει τρόμος - φοβάται για τη θέση του. Θεμελιώδης κανόνας κάθε καζίνο 
είναι όλοι οι παίκτες τελικά να βγαίνουν χαμένοι. Οι εξαιρέσεις σαν εμένα δεν 
πρέπει να προκαλούν..." 

"Θα σάς δω ξανά;" 

"Τα βράδια κάνω πάντοτε μια σύντομη στάση εδώ. Απόψε κάθισα λιγάκι παραπάνω. 
Ίσως να φταίτε εσείς..." του χαμογέλασε με την αστραφτερή μασέλα της, του 
άγγιξε στιγμιαία το μάγουλο με την κινέζικη βεντάλια της. 

"Θα σας περιμένω..." της υποσχέθηκε. 

Και το επόμενο και το μεθεπόμενο κι όλα τα επόμενα -χειμωνιάτικα, καλοκαιρινά, 
βροχερά, παγερά, αποπνιχτικά λόγω καύσωνος- απογεύματα, εκείνος στάθηκε πιστός 
στο ραντεβού του με την Κώμισσα. Εκείνη -φευ- δεν επανεμφανίστηκε ποτέ. Και όσο 
μάταια την περίμενε, τόσο τάιζε τη ρουλέτα. 

Στην αρχή έπαιζε από το περίσσευμά του. Μέσα σε ένα μήνα σκάρτο εξανέμισε τον 
λογαριασμό του στην τράπεζα. Έβαλε έπειτα χέρι στους θησαυρούς της "γριούλας" 
του, η οποία είχε κάνει το λάθος να τον ενημερώσει ότι είχε κολημμένες με κερί 
είκοσι λίρες πίσω από τους αγίους στο εικονοστάσι και άλλες εικοσιδύο στο 
κούφιο εμπρός αριστερά πόδι του κρεββατιού της κι ότι είχε θάψει στην αυλή, σε 
ένα τσίγκινο κουτί από μπισκότα, τριάντα χιλιάδες ευρώ. "Τριάντα χιλιάρικα;" 
θαύμασε. "Οικονομίες, γιέ μου, μιάς ζωής..." Στο γύρισμα του χρόνου, καμιά 
κρυψώνα δεν έκρυβε πλέον απολύτως τίποτα. 

Ας σημειωθεί, προς ελαφρυντικόν του, ότι σε σύγκριση με άλλους παίκτες πόνταρε 
μάλλον συντηρητικά. Μόνο που οι άλλοι παίκτες -οι λαχαναγορίτες, οι ξενοδόχοι- 
διέθεταν μεγάλα και σταθερά εισοδήματα.

Οι πράξεις του και τα παθήματά του αποκτούν άλλο νόημα άμα ιδωθούν υπό το 
πρίσμα της έξης του. 

Η αρρώστια της "γριούλας" τού έδωσε μια πολύ βαθιά ανάσα. Την έπεισε χωρίς 
δυσκολία να τού γράψει το σπίτι κι ένα αγροτεμάχιο στη Λευκίμη. Την επαύριο 
κιόλας πήγε στην τράπεζα και τα υποθήκευσε. Ο γάμος του με τη Ματίλντα Φέξη τού 
χάρισε μιαν άτυπη προίκα - δεν χρειαζόταν πλέον δική του στέγη, ο πεθερός του 
τούς αγόρασε οροφοδιαμέρισμα σε ένα νεόδμητο συγκρότημα στον Λόφο Κογεβίνα, 
τους πήρε και τζιπ, 4Χ4, μπόρεσε έτσι ο ίδιος να πουλήσει και να κάνει μάρκες 
το αυτοκίνητό του. Εάν πεις για τα παιδιά -τη γέννηση του γιού του, τον Μάιο 
του 2014, ακολούθησε δεύτερη γκαστριά της Ματίλντας και μάλιστα σε δίδυμα- εάν 
πεις για τα παιδιά του, και του πουλιού το γάλα τού έφερναν τα πεθερικά του. 

Ας μη μασάμε τα λόγια μας. Είχε μετατραπεί σε έναν κηφήνα, ο οποίος τα πρωινά 
μελετούσε πιάνο, τα μεσημέρια σκότωνε την ώρα του στη φιλαρμονική και τα 
απογεύματα, κρυφά από τους δικούς του, ξεπαραδιαζόταν στο καζίνο. 

Κρυφά από τους δικούς του; Κρατιούνται μυστικά σε έναν μικρό τόπο; Φαίνεται πως 
ναι. Σίγουρα η μάνα του δεν είχε καταλάβει μέχρι τέλους το παραμικρό. Η 
οικογένεια της Ματίλντας, από την άλλη, τον θεωρούσε για κάνα χρόνο τουλάχιστον 
καλλιτέχνη υπεράνω υποψίας. Μόνο όταν πήγε με κατεβασμένα μούτρα στον πεθερό 
του και του ζήτησε δάνειο -για να ανοίξει δήθεν ένα ιδιωτικό ωδείο με συνεταίρο 
έναν φλαουτίστα-, τον κοίταξε ο Αλβανός ξινά και καχύποπτα. "Άλλα μού έχουν 
σφυρίξει..." του είπε. "Ας όψονται τα παιδάκια σας. Κοίτα να ξοφλήσεις τα χρέη 
σου απ'τον τζόγο και μην ξαναπατήσεις εκεί μέσα!" Άνοιξε έπειτα το συρτάρι της 
ταβέρνας και του μέτρησε πέντε χιλιάδες σε λαδωμένα δεκάρικα και εικοσάρικα. 
Κάτι ήτανε κι αυτό...

Ας μην νομιστεί πάντως ότι πέρναγε ωραία. Πως ένοιωθε καλά με τον εαυτό του. 
Ανοίγοντας κάθε μέρα τα μάτια του, αναλογιζόταν τη ζημιά τής προηγούμενης, της 
τελευταίας εβδομάδας, του τελευταίου μήνα, και τού ερχόταν να φουντάρει απ'το 
παράθυρο. (Και να προσγειωθεί σε κάτι παυλοσυκιές, κάτι αγκαθωτούς θάμνους, από 
κάτω...) Αυτομαστιγωνόταν ανελέητα και καταριόταν παράλληλα την Κώμισσα, η 
οποία τον είχε ρίξει στις δαγκάνες του τέρατος, τον είχε εκμαυλίσει και είχε 
έπειτα γίνει ατμός. Με τον δεύτερο καφέ άρχιζε να συνέρχεται. Και όταν  
μεσημέριαζε, είχε ξαναξυπνήσει πιά για τα καλά μέσα του ο παίκτης. Τον έτρωγαν 
αφόρητα τα δάχτυλά του, σιχαινόταν να αγγίζει χορδές βιολιών και πλήκτρα πιάνων 
-να χαϊδέψει λαχταρούσε την τσόχα και τις μάρκες.

Δεκαπενταύγουστο του 2016, έχασε μέσα σε δώδεκα λεπτά, σε τρία στοιχήματα, δέκα 
χιλιάρικα. Επιστρέφοντας σπίτι δεν κρατήθηκε. Τα ομολόγησε όλα, χαρτί και 
καλαμάρι, στη Ματίλντα. 

Περίμενε υστερικές κραυγές, σπάσιμο γυαλικών, μέχρι και εκδίωξή του -πυξ λαξ- 
από την οικογενειακή εστία. Δεν θα'βρισκε κουράγιο να αντισταθεί στη δίκαιη 
οργή της. Συντετριμένος θα αποχωριζόταν τα βλαστάρια του, θα έβγαινε στο δρόμο, 
εκείνη θα τον έβριζε απ'το κεφαλόσκαλο, θα τον ρούφαγε το σκοτάδι, τα βήματα 
του θα τον οδηγούσαν ασυναίσθητα πίσω στο καζίνο για να ποντάρει και τα 
εναπομείναντα τριάντα ευρώ που του γαργάλαγαν τις τσέπες. 

Δεν συνέβη τίποτα τέτοιο. Η Ματίλντα άκουσε τα χαϊρια του με γουρλωμένα μάτια, 
"πόσα έχεις φάει σύνολο αφότου άρχισες να παίζεις;" τον ρώτησε στο τέλος. 
"Διακόσιες χιλιάδες; Μα δεν γίνεται - δεν μπορεί! Κάτι κάνεις λάθος! Πάμε μαζί 
και θα αλλάξει η τύχη σου! Αχ, Ελληναράδες, Ελληναράδες... Πάντα οι Αλβανοί σάς 
ξελασπώνουν..."

Είναι οι εξαρτήσεις μεταδοτικές; ΄Επληττε η Ματίλντα σε τέτοιο βαθμό με την 
καθημερινότητα τής μωρομάνας που το να μοιραστεί το πάθος του άντρα της 
αποτελούσε για εκείνην την ύστατη διέξοδο πριν απ'το διαζύγιο; Πριν έστω από 
την απόκτηση εραστή; 

Από την επομένη πάντως άρχισαν να αφήνουν τα απογεύματα τα παιδιά στη γιαγιά 
και να περπατάνε μαζί προς το καζίνο. Η κακόγουστη πολυτέλεια του χώρου, ο 
προσποιητός κοσμοπολιτισμός του, τα γυαλάκια των πολυελαίων και τα παπιγιόν των 
κρουπιέρηδων εντυπωσίασαν -θάμπωσαν σχεδόν- τη Ματίλντα. Θρονιάστηκε σε ένα 
ψηλό σκαμνί πλάι στη ρουλέτα, σταύρωσε νωχελικά τις στραβές πλην 
καλοκρεατωμένες γάμπες της, και άρχισε να παίζει. 

Η τύχη του πρωτάρη διήρκεσε στην περίπτωσή της ελάχιστα. Η τερατώδης της 
επιπολαιότητα -όχι μία φορά πόνταρε και στο μαύρο και στο κόκκινο στο ίδιο 
στοίχημα- την οδήγησε κατά κρημνόν. Ουσιαστικά πετούσε τα λεφτά της. Και -το 
χειρότερο- το απολάμβανε. Και αν έκανε, πότε-πότε, λίγο κράτει, ήταν όχι για να 
κερδίσει μα για να παρατείνει απλώς την παρουσία της στο καζίνο. "Τα δώσαμε όλα 
κι απόψε!" έλεγε πανευτυχής στον άντρα της ενώ εκείνος τράβαγε τα μαλλιά του.

Το τέλος της ιστορίας προβάλλει ήδη εμπρός στα μάτια σας, θλιβερό και μη 
αναστρέψιμο. 

Το οροφοδιαμέρισμα στον λόφο Κογεβίνα, το 4Χ4, τα κοσμήματα, έως και τα έπιπλα, 
ό,τι είχαν αποκτήσει -φτύνοντας αίμα- οι γονείς της Ματίλντας για να την 
προικίσουν, θα εξανεμιζόταν μέσα σε ένα; σε δύο; χρόνια. Οι άγαρμπες -ίσως και 
βάναυσες- προσπάθειες τους να φρενάρουν τον κατήφορό της δεν θα'φερναν 
αποτέλεσμα. Θα αντιλαμβάνονταν στο τέλος ότι μονάχα κλείνοντας τις στρόφιγγες, 
μόνο καταδικάζοντας τη θυγατέρα και τον γαμπρό τους στη βιοπάλη, μπορούσαν να 
τους κρατήσουν μακριά από το καζίνο. Η Ματίλντα θα ξαναγινόταν βοηθός 
μικροβιολόγου. Ο γλίσχρος μισθός της, συν τα εξακόσια ευρώ του άντρα της από τη 
φιλαρμονική, ίσα που θα'φταναν για να χορταίνουν πέντε στόματα. Μετρώντας και 
ξαναμετρώντας φραγκοδίφραγκα για να βγάλουν τον μήνα, αναπόφευκτα θα 
μιζέριαζαν, θα καταντούσαν να εχθρεύονται ο ένας τον άλλον. Ο γάμος τους θα 
πάθαινε γάγγραινα. Και θα ήταν θέμα χρόνου κάποιος τρίτος να του δώσει τη 
χαριστική βολή...

Έτσι όντως θα συνέβαινε. Έτσι συνέβη. Έτσι θα συμβαίνει πάντοτε, αφού 
θεμελιώδης κανόνας της ζωής είναι να βγαίνουν όλοι τελικά -με τον έναν ή με τον 
άλλον τρόπο- χαμένοι. Αντί λοιπόν να καταγράψουμε ό,τι έχει -από τα πανάρχαια 
χρόνια, σε αμέτρητες παραλλαγές- καταγραφεί, ας σταθούμε στο απόγευμα της 
δωδεκάτης Σεπτεμβρίου 2016. Ένα απόγευμα σωστή χαρά Θεού. 

Ο κόλπος της Γαρίτσας, που ξεκινάει από το παλιό φρούριο της Κέρκυρας και 
φτάνει ίσαμε σχεδόν το Μον Ρεπό, αποτελεί επί γης παράδεισο. Ένα γλυκό αεράκι 
ρυτιδιάζει τη θάλασσα, χαϊδεύει τα μάγουλα των περιπατητών. Στην προκυμαία 
φουφούδες ψήνουν καλαμπόκια, πλανόδιοι γλυκατζήδες πουλάνε λουκουμάδες και 
υπερμεγέθη γλειφιτζούρια και μαλλί της γριάς. Τουρίστες με σανδάλια και καρώ 
βερμούδες φωτογραφίζονται με φόντο το άγαλμα του Καποδίστρια. Λαϊκός κόσμος, 
ντόπιοι, βολτάρουν πιασμένοι αλά μπρατσέτα, ρεμβάζουν και κουτσομπολεύουν παν 
το επιστητόν. Μια ολοστρόγγυλη πορτοκαλιά σελήνη σκαρφαλώνει αργά στο στερέωμα 
- ο δίσκος της αντανακλά τη λάμψη του ήλιου - στέλνει το μήνυμα ότι ποτέ δεν θα 
νυχτώσει απόλυτα κι οριστικά - πάντα ένα φως θα διασκεδάζει τις χασούρες μας, 
θα φανερώνει και την πιό βαθιά θαμμένη ομορφιά μας...

Και να'σου τους! Η Ματίλντα προπορεύεται μισό βήμα, σπρώχνει το καρότσι με τα 
δίδυμα. Η μάνα της έχει δηλώσει αδυναμία να τα κρατήσει απόψε, έχει να πάει 
στην εκκλησία. Ο μουσικός μας που φιλοδοξούσε κάποτε να διαπρέψει, να 
αποδειχθεί αντάξιος -τίνος αντάξιος; ούτε που ήξερε... - ακολουθεί κρατώντας 
απ'το χέρι τον γιόκα του. Στην πύλη του ξενοδοχείου που στεγάζει το καζίνο, 
στρέφει αυτόματα την κεφαλή επί δεξιά. Η Ματίλντα τον κοιτάει με κατανόηση, με 
τρυφερότητα, "δεν αντέχεις; δεν βαστάς;" του λέει χαμηλόφωνα, "άντε πήγαινε! 
Εμείς θα περιμένουμε στο πάρκο, κοντά στην Κολώνα του Ντούγκλα." 

Της παραδίδει εκείνος το αγοράκι κι ορμάει, τρέχοντας σχεδόν, προς το καζίνο. Η 
τύχη του αποδεικνύεται όπως πάντα γαμημένη. Η ρουλέτα ξεκοκκαλίζει στο 
άψε-σβήσε τα διακόσια ευρώ που είχε στο πορτοφόλι του. "Δεν θα κεράσω τον 
μεγάλο παγωτό. Ούτε καν καλαμπόκι..." συλλογίζεται βγαίνοντας απ'το ξενοδοχείο, 
δίχως -στην πραγματικότητα- ιδιαίτερες τύψεις. "Ευκαιρία να του εξηγήσω ότι τα 
φαγητά του δρόμου είναι διατροφικά ολέθρια. Υποσκάπτουν την υγεία μας..."

Από το κεφαλόσκαλο, τη διακρίνει στο κέντρο ενός μικρού πλήθους. 
Είκοσι-εικοσιπέντε άνθρωποι την έχουν περικυκλώσει. Δυσκολεύεται να την 
αναγνωρίσει, ελάχιστα μοιάζει με την Ματίλντα που ξέρει, τη σιγανομουρμούρα, 
την ντροπαλή μπροστά σε κόσμο, την κρυφοναζιάρα. Αυτής εδώ αστράφτει το μάτι 
της, πάλλεται η φωνή της, σπαθίζουν τα χέρια της τον αέρα.

"Η τύχη σας γυρνάει, κυρίες και κύριοι!" λέει. "Λίγα βάζετε, πολλά παίρνετε! 
Μαντέψτε, ορίστε, το φύλο των μωρών μου! Αγόρι; Κορίτσι; Δυό κόρες; Δύο γιοί; 
Ποιό είναι τι, κυρίες και κύριοι; Όποιος το βρει, διπλασιάζει το στοίχημά του! 
Στο τέλος θα τούς βγάλω τις πάνες για να λάμψει η αλήθεια!"

Στο πεζοδρόμιο εμπρός στο καροτσάκι βρέχει ευρώ, πεντάευρα, δεκάευρα. Η 
Ματίλντα συνεχίζει ενθουσιασμένη την παρλάτα της κι άλλος κόσμος μαζεύεται, κι 
άλλος κι άλλος...

Κοιτάζει εκείνος άναυδος. Για μια στιγμή τού φαίνεται πως διακρίνει την ψηλή 
σκιά της Κώμισσας να χάνεται πίσω απ’τα δέντρα.-
 ________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις 
προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ενώ Για 
να κατεβάσετε τον σχετικό κατάλογο επισκεφθείτε το 
http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.zip
____________

Απαντηση