Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Τρίτη, 9 Μαρτίου 2021 - 09:45

Κείμενα του Εικοσιένα – 5: Οι βωμολοχίες του Αγώνα


Μια και μπήκαμε στη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του 
Εικοσιένα, πριν από λίγο καιρό σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο 
ιστολόγιο, που θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο 
του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Σκοπεύω να 
διατηρήσω τις δημοσιεύσεις τουλάχιστον έως τα τέλη Μαρτίου αλλά και πιθανώς ως 
το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και 
αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που 
δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ 
έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω 
υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το 
θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, 
sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το πέμπτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Μια και βρισκόμαστε στην τελευταία βδομάδα της Απόκριας, μαύρες απόκριες δηλαδή 
με εγκλεισμό και την αστυνομία να δέρνει οικογένειες στην πλατεία της 
γειτονιάς, κι επειδή οι απόκριες κανονικά είναι συνδεδεμένες με γλέντι και με 
αθυροστομίες -μιλάω γενικά, όχι για φέτος- είπα να συγκεντρώσω σήμερα κάποιες 
αθυροστομίες του Εικοσιένα. Οι περισσότερες είναι ήδη γνωστές οπότε το σημερινό 
άρθρο αποτελεί εξαίρεση αφού δεν έχει «κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο 
Διαδίκτυο». Μάλιστα αντλώ υλικό από ένα παλιότερο άρθρο μας που είχε τον 
χαρακτηριστικό τίτλο Βρίζοντας και πολεμώντας.

Οι αθυροστομίες του Αγώνα βρίσκονται διεσπαρμένες σε διάφορα κείμενα αγωνιστών 
του Εικοσιένα. Εδώ το πρόβλημα είναι ότι λιγοστά κείμενα της εποχής μπορεί να 
θεωρηθεί ότι μεταφέρουν με κάποια πιστότητα τον λαϊκό λόγο καθώς τα περισσότερα 
έφτασαν διαμεσολαβημένα από γραμματικούς κι έτσι πρέπει να κοπιάσει κανείς για 
να βρει ψήγματα λαϊκής λαλιάς. Οι αθυροστομίες εντοπίζονται κυρίως σε καποιες 
επιστολές ή εκεί όπου ο απομνημονευματογράφος παραθέτει διαλόγους.

Ο Μακρυγιάννης, που μας παρέδωσε το εκτενέστερο κείμενο με σχετικά ανόθευτο 
λαϊκό λόγο είναι μάλλον σεμνός ο ίδιος. Σε κάποιο σημείο λέει για τον υδραίο 
Παναγιώτη Οικονόμο, ο οποίος, για να του πληρώσει τους καθυστερούμενους 
μισθούς, του ζήτησε σε αντάλλαγμα τις πιστόλες του, που τις λιμπίστηκε:

Του παράγγειλα κι εγώ να του γαμήσω το κέρατο, όχι θα του δώσω τ’ άρματά μου, 
οπού τα ’χω από δεκοχτώ χρονών παιδί.

Η ίδια βρισιά εμφανίζεται και σε μια αστεία περίπτωση παρεξήγησης στον 
Κασομούλη. Το ζήτημα ήταν η συγκρότηση σωμάτων με συμμετοχή Ρουμελιωτών και 
Σουλιωτών και υπήρχαν πολλές διαφωνίες ανάμεσα στους μεν και στους δε. Στις 
συζητήσεις που γίνονταν για μια συμβιβαστική πρόταση ο Κασομούλης είπε στους 
δικούς του: «Αυτό τέλος πάντων υποφέρεται». Πλάι του καθόταν ο Σουλιώτης 
Γιωργάκης Μαλάμος που πήγε αμέσως θυμωμένος στον Νότη Μπότσαρη και του είπε πως 
ο Κασομούλης είπε «Τους γαμήσαμε τα κέρατα.

Ο ίδιος Κασομούλης μάς πληροφορεί ότι η πιο συνηθισμένη βρισιά των Ναουσαίων 
ήταν «να του γαμήσω το συκώτι της μάνας του».

Ο Κασομούλης παραδίδει πολλούς διαλόγους του Καραϊσκάκη, από τους οποίους 
ανθολογώ μερικά αποσπάσματα με αθυροστομίες. Πάντως ο ίδιος λέει πως ο 
Καραϊσκάκης ανάλογα με τη διάθεσή του «άλλοτε τούς έλεγε εις τα γράμματά του να 
ερωτήσει τον σύντροφό του (και εννοούσε τον πούτσο του) και άλλοτε τούς φιλούσε 
τα μέστια» (είδος παντοφλας δηλ. ήταν στο έπακρο διαλλακτικός).

Απρίλιος 1825, ο Καραϊσκάκης φεύγει από την Πελοπόννησο μετά τη συντριβή στο 
Κρεμμύδι:

Ιδού, λέγει, τί έπαθα· αντί να με βλάψουν ωφελήθην. Και πάλιν το Τζιογλάνι (ο 
Μαυροκορδάτος), οπού ήλθεν είς Νεόκαστρον, του γάμησα τό κέ­ρατο καί αυτόν και 
εκείνον οπού τον σύμμασεν να τον υψώσει. Σε βεβαιώνω, Κασομούλη, λέγει, έκλαψεν 
ο Πρόεδρος διά τον αναχωρισμόν μας, πλην, επειδή είχεν εκείνον τό διάολο κοντά, 
του είπα «δέν κάθομαι»—και έφυγα. Δεν μ’ έδωσεν τους μισθούς των στρατιωτών. 
Τον έχεσα και αυτόν και την κουκούλα του, και τράβηξεν ο πούτζος μου —και ήλθα 
έδώ, οπού είναι το ’Έθνος, οπού με έσωσεν καί άλλοτε από τα κέφια των 
κερατάδων, του ενός και του άλλου.—Εβγαίνω διά την πατρίδαν μας τήν Ρούμελην, 
και πάλιν φαίνεται ποιος θα δουλεύσει· πλην δεν κάθομαι εγώ να με διοικεί το 
Τζιογλάνι και η Κουκούλα με τον αρχηγόν τον γκεμιτζήν.

Γεμιτζης ή γκεμιτζής είναι ο ναυτικός αλλά εδώ εννοείται ο Κυριάκος Σκούρτης 
τον οποίο ο Κουντουριώτης είχε ορίσει επικεφαλής του ελληνικού στρατού αν και 
ήταν εντελώς άπειρος από τον πόλεμο στη στεριά. Κουκούλα είναι ο Κουντουριώτης 
ενώ βεβαίως Τζιογλάνι ο Μαυροκορδάτος. Να θυμίσω εδώ ότι αυτό το τζ σε λέξεις 
όπως τζογλάνι και πούτζος είναι σύμβαση της εποχής Το τζ αναπαριστούσε τόσο το 
τζ όσο και το τσ. Πούτσο και τσογλάνι έλεγαν οι άνθρωποι της εποχής.

Για το ίδιο θλιβερό επεισόδιο ο Μακρυγιάννης έχει ένα διάσημο αποσπασμα που κι 
αυτό διασώζει μιαν αθυροστομία:

Διορίζεται ο Κουντουργιώτης, διορίζει και τον Σκούρτη το Νυδραίον αρχιστράτηγόν 
του, κι όσο ήξερε ο ένας ήξερε κι ο άλλος από πόλεμον. Τότε μπήκαν σε 
δυσαρέσκεια όλοι οι σημαντικοί αρχηγοί οπού ’ταν εκεί, οπού είδανε το Σκούρτη 
αρχιστράτηγον απάνου– εις τον Καρατάσιον, εις τον Καραϊσκάκη, εις τον 
Χατζηχρήστο, εις τον Τζαβέλα και εις τους άλλους. Ο Κουντουριώτης, κουτός, αφού 
είδε οπού ’ναι αυτός αμαθής από αυτά, αντίς να βάλει αρχηγόν να σώσει την 
πατρίδα κι αυτός να δοξαστεί, κατά δυστυχίαν από το «όμως» δεν ξέρει άλλο, και 
έβαλε τον Σκούρτη να διοικήσει και να οδηγήσει και τους αρχηγούς της ξηράς ο 
θαλασσινός, απλός αξιωματικός – ούτε και της θάλασσας τον πόλεμον δεν τον 
γνώριζε καλά. Έλεγε των στεργιανών, «Όρτσα, πότζα!» Εκείνοι έλεγαν «Τι λέγει 
αυτός, γαμώ το καυλί τ’;» Τέλος πάντων ο πατριωτισμός όλων αυτεινών και της 
συντροφιάς τους, η ψύχωση της φατρίας και η διαίρεση κι ο ενφύλιος πόλεμος και 
η διχόνοια των μεγαλοκέφαλων Κωλέτη και Μαυροκορδάτου, δια να μην δοξαστεί ο 
ένας και χάσει ο άλλος, και το «όμως» του Σκούρτη και το «καυλί» των 
Ρουμελιώτων – ο Μπραΐμης μπήκε στη Πελοπόννησο και την έκαμε γη Μαδιάμ όχι από 
την παλικαριά των Αράπηδων, αλλά από αυτά οπού λέγω…

* Ένα διάσημο ξέσπασμα του Καραϊσκάκη για τον Μαυροκορδάτο και τους άλλους 
πολιτικούς, που το καταγράφει ο Κασομούλης χωρίς να το ωραιοποιήσει ή να το 
συμμορφώσει γλωσσικά:

«Ποια Κυβέρνησις, καπιτάν Νότη; Το τζιογλάνι του Ρεΐζ εφέντη, ο τεσσερομάτης; 
Εγώ και άλλοι δεν τον γνωρίζομεν! Ή σύναξεν δέκα ανόητους, και τον υπέγραψαν 
δια τας ιδιοτελείας των; Ιδού ποιοί τον υπέγραψαν. Πρώτον εσύ, οπού όλα τα 
πράματα θέλεις να έρχονται με το ζουρνά. Ο Σκαλτσάς, όπου δεν είναι άλλο παρά 
καμπάνα μπαγκ-μπαγκ. Ο Μακρής ο μακρολαίμης, ο κρεμασμένος, οπού μόνον το 
κεφάλι ηξεύρει να ταράζει, ο Μήτζιος Κοντογιάννης, η πουτάνα, όπου αν ήτον 
γυναίκα δεν εχόρταινεν με 80.000 φορές  την ώραν, ο ξυνόγαλο-Γιώργος Τζιόγκας 
οπού στραβώνει τα χείλια με το τζιμπούκι και δεν ηξεύρει τι του γίνεται, και ο 
αδελφός μου ο Στορνάρης, ο ψεύτης. Δεν τον υπέγραψεν ο πούτζος μου, και να ιδώ 
την εκστρατείαν σας!»

* Κι ένα ακόμα διάσημο ξέσπασμα, σε μια πολύ ιδιαίτερη περίσταση -όπου ο 
Καραϊσκάκης το 1823, άρρωστος στο στρώμα, βρίζει ενώ έχει ήδη αποφασίσει να 
κάνει συνθήκη με τους Τούρκους. Λέει απευθυνόμενος στον απεσταλμένο του αρχηγού 
του τουρκικού στρατεύματος των Τρικάλων Σιλιχτάρ Μπόδα:

«Έλα, σκατότουρκε… έλα Εβραίε, απεσταλμένε από τους γύφτους· έλα ν’ ακούσεις τα 
κερατά σας, -γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρρεύσετε κερατάδες… 
Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε από ημάς συνθήκην με έναν κοντζιά σκατο-Σουλτάν 
Μαχμούτην -να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Εβραίον Σιλιχτάρ 
Μπόδα την πουτάνα!».

Όχι μόνο ο Καραϊσκάκης αλλά και άλλοι οπλαρχηγοί χρησιμοποιούσαν παρόμοια 
φρασεολογία. Μετά την Έξοδο ο Μακρής καυχήθηκε:

—Είδες, Καραϊσκάκη, λέγει ο Μακρής, πώς καβαλίκευσεν ο πούτζος μας τά κανόνια, 
και εδιέβημεν και χωρίς τήν βοήθειαν σας; Ιδού, σας το αποδείξαμεν, Καραϊσκάκη, 
και ημείς πλέον τραβούμεν φεύγομεν, και βαστάξετε εσείς τους Τούρκους τώρα.

Αλλά κι ένας άρχοντας σαν τον Ζαΐμη στις δύσκολες μέρες των εμφύλιων 
συγκρούσεων καταγράφεται από τον Κασομούλη να λέει:

καθήμενοι εδώ και στενοχωρώντες την Κυβέρνησιν —τον πούτζον μας θά πάρετε!

(Ο Βλαχογιάννης υποσημειώνει ότι ο «σεμνολόγος Ζαΐμης ίσως για να μιλήσει τη 
γλώσσα των συνομιλητών του, έπεσε σ’ άπρεπη χυδαιότητα).

Ίσως η πιο διάσημη βρισιά του Καραϊσκάκη να είναι η τελευταία που ξεστόμισε 
λίγο πριν πεθάνει έτσι άδικα. Ετοιμοθάνατος, μετά τον μοιραίο τραυματισμό του 
είπε: «Γνωρίζω τον αίτιον και, αν ζήσω, παίρνομεν όλοι το χάκι, ειδέ και πεθάνω 
ας μου … και αυτός» (Κασ 3.377). Ενώ ο Κασομούλης συνήθως παραδίδει ολόγραφες 
τις βωμολοχίες του Καραϊσκάκη, εδώ «η επίσημη στιγμή τού κράτησε το χέρι», κατά 
τον σχολιασμό του Βλαχογιάννη. Όμως ο Βλαχογιάννης ήξερε και «από στοματική 
παράδοση» τα λόγια του ετοιμοθάνατου, και τα παρέθεσε, αν και μασκαρεμένα: «Ας 
μου κλ… τον π… κι αυτός». Σήμερα το παραθέτουν συνήθως ξεσκέπαστα.

Και θα κλείσω το άρθρο με ένα βωμολοχικό αριστούργημα που βέβαια έχει 
δημοσιευτεί ξανά (και στο ιστολόγιο, σε σχόλιο) αλλά νομίζω ότι δεν μπορεί να 
λείπει. Το παραθέτει ο Κασομούλης και το περιστατικό συνέβη κατά την πολιορκία 
του Μεσολογγιού:

Ένας Τούρκος Πελοποννήσιος (ή Κρητικός, ή εξ άλλου μέρους), ήξευρεν την 
Ελληνικήν γλώσσαν καθαρά (ίσως και τουρκεμένος παιδιόθεν). Κάθε νύχτα δεν 
έκαμνεν άλλο παρά να υβρίζει την Παναγίαν και τον Σταυρόν, τα Μυστήρια, την 
Κολυμβήθραν και δεν άφινεν τίποτες ιερόν χωρίς να λέγει αισχρόν περί αυτού. 
Ένας Κραβαρίτης στρατιώτης, από του Μακρή τον προμαχώνα, τον άκουγεν, τον 
έλεγχεν να μη εξυβρίζει την θρησκείαν με τόσην ποταπότητα. Ο Τούρκος 
εξακολουθούσεν περισσότερον. Τον λέγει και ο Έλλην στρατιώτης τότε. «Ωρέ Τούρκε 
έσωσες υβρίζοντας ή ακόμα;” Είπεν, είπεν πάλι όσα ήδυνήθη.

«Έσωσα!», λέγει ο Τούρκος.

«Άκουσε λοιπόν», τον απεκρίθη ο Έλλην:

«Να σας χέσω τόν Μωαμέτην σας, να σας χέσω τον Αλήν, να σας χέσω την Σερίφ, να 
σας χέσω το Σαντζιάκ Σερίφ,
να χέσω τον τάφο του Μωαμέτη σας και του Αλή, να χέσω το χατζηλίκι σας,
να χέσω τον Σουλτάνον σας και όλα τα ρετζιάλια του, τα τζαμιά σας και τους 
τεκέδες όλους και το Κουράνι σας.
Να χέσω τον Βεζύρην σας Κιουταχήν και όλους τους πασιάδες σας, να χέσω τούς 
μπιμπασιάδες σας, τους μπουλουμπασιάδες σας και το ασκέρι σας,
να χέσω και τα δικά σου τα μούτρα, το κεφάλι σου, τα μαλλιά σου, τα φρύδια σου, 
τα μάτια σου, την μύτην σου, τα μουστάκια σου, το στόμα σου, τον λαιμόν σου, τα 
χέργια σου, τα νύχια σου,
να χέσω τα άρματά σου, τα πιστόλια σου, το ντουφέκι σου, το γιαταγάνι σου,
να χέσω το τζιμπούκι σου, τον λουλέν σου, τον ιμαμέν σου,
να χέσω την σακκούλαν οπού βάνεις καπνόν και τες φούντες της σακούλας.

Και όλα τα είπεν ωσάν νερόν, με μίαν πνοήν. Άκρα σιωπή, να ακούσουν και αυτοί 
και ημείς. Ακούσας ο Τούρκος ταις φούνταις της σακκούλας … «Ούχ, ο κερατάς», 
λέγει, «τίποτες δεν άφησεν άχεστον. Ινσάφι βρε», φωνάζει, «δεν ξαναβρίζω!». Μία 
φωνή γέλωτος και από τους δύο στρατούς. Οι Τούρκοι ύβριζαν τον εδικόν τους, 
διότι πρώτος έδιδεν τοιαύτην ποταπήν αφορμήν εις ύβρεις.

Το βρισολόι το έγραψα περίπου σαν σε στίχους. Μπιμπασάδες είναι οι χιλίαρχοι, 
ιμαμές ή μαμές το επιστόμιο του ναργιλέ. Συνηθισμένο δώρο της εποχής ήταν οι 
πολυτελείς μαμέδες από κεχριμπάρι, κοράλλι ή πολύτιμο λίθο.

Όποιες άλλες λέξεις έχετε από το σημερινό άρθρο, τις συζητάμε στα σχόλια.

https://sarantakos.wordpress.com/2021/03/09/k1821-5/
 ________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις 
προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ενώ Για 
να κατεβάσετε τον σχετικό κατάλογο επισκεφθείτε το 
http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.zip
____________

Απαντηση