Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Παρασκευή, Απριλίου 2, 2021, 09:42

Από τη Βιέννη για τα 200 χρόνια της Επανάστασης


Η Μεγάλη Επέτειος πέρασε, αλλά δεν θα σταματήσουν να γράφονται βιβλία και άρθρα 
για το 1821 όλο τον χρόνο -κι εμείς στο ιστολόγιο θα συνεχίσουμε, καλώς εχόντων 
των πραγμάτων, να δημοσιεύουμε κάθε δεύτερη Τρίτη κείμενα του Εικοσιένα.

Το σημερινό άρθρο είναι, ας πούμε, εμβόλιμο -και δεν έχει ως αντικείμενο το 
ίδιο το Εικοσιένα αλλά αποτελεί απλώς μετάφραση ενός άρθρου που δημοσιεύτηκε 
στον αυστριακό τύπο για τα 200 χρόνια της Επανάστασης.

Ο ιστορικός Νίκος Αλεξάτος δημοσίευσε πριν από μερικές μέρες μια επισκόπηση των 
άρθρων του γερμανόφωνου τύπου για τα διακοσάχρονα. Η περιγραφή του για το 
τελευταίο άρθρο με το οποίο ασχολήθηκε μου κίνησε το ενδιαφέρον και το βρήκα 
και αποφάσισα να το μεταφράσω. Παρόλο που δεν του λείπουν τα λάθη, έχει θαρρώ 
ενδιαφέρον να δούμε «τι λένε για μας» κάποιοι άλλοι.

Ο αρθρογράφος, ο Αυστριακός δημοσιογράφος Armin Sattler βασίζεται σε πρόσφατο 
βιβλίο του Ρίχαρντ Σούμπερτ για τον Μπάιρον και την Επανάσταση, όπως και σε 
άλλα βιβλία του Ιωάννη Ζελεπού (δεν τον ξέρω, είδα ότι δρα στον γερμανόφωνο 
χώρο) και του Ρόντρικ Μπίτον.

Τα γερμανικά δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου (είναι η τρίτη γλώσσα που δουλεύω) και 
δεν προλάβαινα να ξαναδουλέψω τη μετάφραση, οπότε διορθώστε ελεύθερα (το 
πρωτότυπο άρθρο είναι εδώ).

Η επανεφεύρεση της Ελλάδας

Πριν από 200 χρόνια άρχισε ο ελληνικός απελευθερωτικός πόλεμος, που συγκίνησε 
όσο κανένας άλλος την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, στην οποία πρόσφερε μια ιδανική 
επιφάνεια προβολής, υπό τη μορφή της «αφύπνισης των Ελλήνων». Για τους ίδιους 
τους Έλληνες, η ιδέα της συνέχειας με τους αρχαίους ήταν εξίσου αφηρημένη όσο 
και η ιδέα ενός κράτους στη σημερινή επικράτεια της Ελλάδας. Είχαν εντελώς 
διαφορετικές αντιλήψεις για την ύπαρξη μετά τους Οθωμανούς.

Η αστική τάξη, που είχε αποκτήσει συνείδηση του εαυτού της, δεν πρόβαλλε στους 
Έλληνες μόνο τη δική της λαχτάρα για ελευθερία, που είχε φιμωθεί από τις 
νεοαπολυταρχικές κυβερνήσεις. Συντηρητικοί και προοδευτικοί συμμερίζονταν την 
ακράδαντη πεποίθηση ότι αυτοί οι επαναστάτες αποτελούσαν μια ξεχωριστή 
περίπτωση, διότι δεν ήταν ούτε δημοκράτες ούτε γιακωβίνοι ταραχοποιοί, αλλά 
απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων που είχαν ξεσηκωθεί ενάντια στον σουλτάνο.

Χιλιάδες μέλη διεθνών ταξιαρχιών -ιδεαλιστές πρώην αξιωματικοί του Ναπολέοντα, 
αλλά κυρίως Γερμανοί ρομαντικοί, δημοκρατικοί και εθνικιστές- έσπευσαν να 
βοηθήσουν τους Έλληνες στον αγώνα τους για ελευθερία. Φτάνοντας στα ιερά χώματα 
του Ομήρου και του Περικλή, τους περίμενε το πολιτισμικό σοκ: τίποτα δεν ήταν 
έτσι όπως το περίμεναν οι φιλέλληνες αυτοί. Βρέθηκαν μέσα σε χάος, αναρχία, 
απόρριψη, πείνα και ωμότητες.

Αυταπάτες και πραγματικότητα

Δεν βρήκαν ούτε τη συνείδηση μιας κοινής υπόθεσης, ούτε έναν λειτουργικό 
στρατό, αλλά συμμορίες ατάκτων οι οποίες, όπως γράφει ο ιστορικός Ιωάννης 
Ζελεπός στη «Μικρή ιστορία της Ελλάδας», «δεν υπάγονταν σε καμιά κεντρική 
διοίκηση, και η μόνη συνοχή που είχαν ήταν η προσωπική, και κατά συνέπεια 
ευμετάβλητη, αφοσίωση της ομάδας στον εκάστοτε αρχηγό της, η αφοσίωση του 
οποίου στην υπόθεση της επανάστασης ήταν επίσης ευμετάβλητη σε ορισμένες 
περιπτώσεις».

Οι Kleften («κλέφτες») αυτοί, που είχαν ρομαντικοποιηθεί τόσο στη Δύση όσο και 
από τον ελληνικό λαό, έμοιαζαν λιγότερο με μαχητές της ελευθερίας και 
περισσότερο «με τους πολέμαρχους της Σομαλίας, που με τις ένοπλες συμμορίες 
τους σε φορτηγάκια πηγαίνουν από το ένα χωριό στο άλλο, για να τρομοκρατήσουν 
τους κατοίκους και να τους αποσπάσουν φόρους» σύμφωνα με τη διατύπωση του 
Βιεννέζου συγγραφέα και πολιτικού επιστήμονα Ρίχαρντ Σούμπερτ, ο οποίος στο 
βιβλίο του «Το τελευταίο ταξίδι του Λορντ Μπάιρον» παρουσιάζει την πρώτη 
γερμανόγλωσση μονογραφία για το γεγονός αυτό ακριβώς με τη συμπλήρωση των 200 
χρόνων, μια μονογραφία τόσο συναρπαστική όσο κι ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα.


«Ρωμιοί», «Έλληνες» και «Τούρκοι»

Το γεγονός ότι το ένα πέμπτο του πληθυσμού μιλούσαν αλβανικά, όπως και πολλοί 
από τους «κλέφτες», και ότι οι μορφωμένοι βορειοελλαδίτες έμποροι και παραγωγοί 
των ελληνικών κοινοτήτων της Βιέννης, της Λιψίας, της Οδησσού και του Λιβόρνου 
ήταν σε μεγάλο ποσοστό βαλκανορωμαίοι Αρωμούνοι, ήταν αδιάφορο για τους 
εξεγερμένους, διότι αυτοί δεν αυτοαποκαλούνταν Έλληνες αλλά «Ρωμιοί» (Ρωμαίοι), 
όνομα το οποίο, όπως τονίζει ο Ζελεπός, «παρέπεμπε στην ανατολική ρωμαϊκή 
εκκλησία και ήταν διαδεδομένο στη λαϊκή ομιλία για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα».

Ο ιστορικός Roderick Beaton κάνει λόγο για μια διπλή ταυτότητα «Ελλήνων» και 
«Ρωμιών» που υφίσταται ακόμα: με την ελληνική πλευρά τους, οι Έλληνες μετέχουν 
στη δυτικοευρωπαϊκή κουλτούρα, αλλά η ρωμαίικη είναι η πιο αγαπημένη, η πιο 
οικεία, η παλαιότερη πτυχή της ταυτότητάς τους, με την οποία συνδέονται με τα 
Βαλκάνια και με την Εγγύς Ανατολή. Σύμφωνα με τον Σούμπερτ, γύρω στο 1820 ένας 
Ορθόδοξος Αλβανός ή Βούλγαρος ήταν πιο κοντά στους Έλληνες ορθοδόξους από 
«εθνική» άποψη, παρά οι Έλληνες Καθολικοί των νησιών Σύρου, Τήνου και Χίου.

Με τον όρο «Τούρκοι» προσδιορίζονταν όλοι οι μουσουλμάνοι, ακόμα κι αν μιλούσαν 
ελληνικά, αλβανικά ή κάποια σλαβική γλώσσα. Πράγματι, σύμφωνα με τον Ζελεπό, 
πολλοί από τους εξεγερμένους Έλληνες κατανοούσαν τον αγώνα τους ως θρησκευτικό 
πόλεμο μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων. Το πιο ορατό σύμβολο αυτού ήταν η 
υιοθέτηση του σταυρού ως συμβόλου της εξέγερσης, και από αυτό προέκυψαν 
αργότερα το εθνόσημο και η εθνική σημαία της Ελλάδας. Για τους ίδιους τους 
Οθωμανούς, ο όρος «Τούρκοι» ήταν βρισιά για τους αγρότες της Ανατολίας.

Άκυρη εκκίνηση στη Ρουμανία

Έτσι, οι ακτιβιστές της μυστικής οργάνωσης «Φιλική Εταιρεία», που είχε ιδρυθεί 
στην Οδησσό, και ο αρχηγός τους, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, είχαν ως στόχο, ούτε 
λίγο ούτε πολύ, μια ορθόδοξη αυτοκρατορία με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. 
Στα τέλη Φεβρουαρίου του 1821 θέλησαν, με μια εκστρατεία στις ηγεμονίες της 
Μολδαβίας και της Βλαχίας στη σημερινή Ρουμανία, τις οποίες θεωρούσαν ελληνικά 
εδάφη, να ανάψουν τη φλόγα μιας γενικής εξέγερσης ενάντια στον «τουρκικό ζυγό».

Ωστόσο, δεν συνέβη ο συναγερμός που έλπιζαν. Οι ορθόδοξοι χωρικοί των περιοχών 
αυτών σε όλη τη ζωή τους δεν είχαν δοκιμάσει κανέναν τουρκικό ζυγό, αλλά 
αντιθέτως είχαν υποστεί τον ζυγό των Φαναριωτών, στους οποίους ανήκε κι ο ίδιος 
ο Υψηλάντης, της ελληνικής ελίτ της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι, ως Οθωμανοί 
κυβερνήτες, είχαν επί 150 χρόνια εκμεταλλευτεί τις ρουμανικές επαρχίες. Η 
επίθεση των Ελλήνων γρήγορα απέτυχε.

Κλιμάκωση της βίας

Στα εδάφη του μετέπειτα ελληνικού κράτους, η εξέγερση άρχισε στις 25 Μαρτίου 
1821 -σήμερα ελληνική εθνική γιορτή- από την Πελοπόννησο. Μέσα σε έξι μήνες, 
θύματά της ήσαν 30.000 Εβραίοι και Μουσουλμάνοι, ένα ξέσπασμα βίας που 
εξηγήθηκε από τη σκληρότητα της οθωμανικής καταπίεσης. Αλλά, στην Πελοπόννησο 
ειδικά, τις παραμονές της εξέγερσης, η διοίκηση βρισκόταν σε μεγάλο βαθμό στα 
χέρια χριστιανών μεγαλοκτηματιών («κοτζαμπάσηδες») και σύμφωνα με μια παροιμία 
κοινή σε όλους τους Έλληνες, υπέφεραν περισσότερο «από τους κοτζαμπάσηδες, τους 
παπάδες και τους Τούρκους, και πάντοτε με αυτή τη σειρά».

Μια από τις χειρότερες περιπτώσεις οθωμανικών αντιποίνων συνέβη τον Απρίλιο του 
1822, όταν οι κάτοικοι της νήσου Χίου θανατώθηκαν και πάρθηκαν σκλάβοι. Ποιητές 
όπως ο Βίκτωρ Ουγκό και ο Ανταλμπέρ φον Τσαμίσο επεξεργάστηκαν λογοτεχνικά το 
γεγονός, ενώ ο Ευγένιος Ντελακρουά δημιούργησε τον διάσημο πίνακά του. Η Χίος 
«δείχνει τον δρόμο για τη μετατροπή του ελληνικού απελευθερωτικού πολέμου σε 
ευρωπαϊκό μιντιακό γεγονός», γράφει ο Ζελεπός.

Αναγνώριση μόνο από την Αϊτή

Ένα μικρό στρώμα διανοούμενων σπουδαγμένων στη Δύση, με εκπρόσωπο έναν ακόμα 
Φαναριώτη πρίγκιπα, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, επέλεξαν να ιδρύσουν ένα 
σύγχρονο, φιλελεύθερο κράτος, συνέταξαν ένα από τα πιο μοντέρνα συντάγματα της 
εποχής και μπόρεσαν επί οχτώ χρόνια να διατηρήσουν τον έλεγχο της προσωρινής 
επαναστατικής κυβέρνησης ενάντια σε εσωτερικές έριδες, όχι χωρίς την υποστήριξη 
των εμποροπλοιάρχων των νησιών Σπέτσες και Ύδρα, οι οποίοι είχαν αποτελέσει το 
πολεμικό ναυτικό.

Αλλά εκτός από την Αϊτή, κανένα άλλο κράτος δεν αναγνώρισε την κυβέρνηση αυτή. 
Για τα υπουργικά συμβούλια της Ευρώπης της Παλινόρθωσης, και πρώτα απ’ όλα για 
τους Αψβούργους υπό τον πρίγκιπα Μέτερνιχ, η ελληνική επανάσταση, όπως και τα 
φιλελεύθερα κινήματα στην Ιταλία και την Ισπανία, δεν σήμαινε τίποτε άλλο παρά 
μιαν εξέγερση ενάντια σε έναν ελέω Θεού μονάρχη, έστω και αν ο συγκεκριμένος 
δεν είχε χριστιανικό Θεό πίσω του. Ακόμα και ο Τσάρος έδειξε αλληλεγγύη προς 
τον ορκισμένο εχθρό του, τον σουλτάνο Μαχμούτ τον 2ο, και έδειξε απροθυμία να 
στηρίξει τους Έλληνες.

Μερίσματα της ελευθερίας

Δεν ήταν καθόλου άσχημη η εντύπωση που έκανε ο διασημότερος από τους φιλέλληνες 
ταξιαρχίτες: ο λόρδος Μπάιρον, ο πρώτος ποπ σταρ της βρετανικής λογοτεχνίας. 
Ενώ στην πραγματικότητα ήρθε στην Ελλάδα ως επίτροπος ενός αγγλικού δανείου, ο 
Μαυροκορδάτος προσπάθησε να τον φέρει στο προσκήνιο και με στρατιωτικά 
καθήκοντα, για λόγους δημοσίων σχέσεων. Η συμφωνημένη με την οθωμανική φρουρά 
της Ναυπάκτου κατάληψη του φρουρίου (μαζί με μια εικονική μάχη) απέτυχε 
εξαιτίας του κακού καιρού, στον οποίο τελικά υπέκυψε και ο Μπάιρον τον Μάιο του 
1824. Μόλις τα νέα για τον θάνατό του έφτασαν στο χρηματιστήριο του Λονδίνου, η 
αξία του ελληνικού ομολόγου έπεσε κατά 54%.

Έτσι κι αλλιώς, μόνο ένα κλάσμα του δανείου είχε φτάσει στην Ελλάδα, η οποία 
έδωσε ως εγγύηση γι’ αυτό τα απελευθερωμένα εδάφη, διότι ορισμένοι ακτιβιστές 
μέλη της Ελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου αυτοαμείφθηκαν με πριγκιπικές 
προμήθειες. «Το θέμα δεν είναι ούτε η φιλανθρωπία, ούτε ο πατριωτισμός, ούτε η 
ανεξαρτησία, το θέμα είναι τα συμφέροντα των επενδυτών», τόνισε ο βασικός 
κερδισμένος από το δάνειο, ο John Bowring, ο οποίος μερικά χρόνια αργοτερα 
επρόκειτο να ξεκινήσει με τον βομβαρδισμό του Νανκίνγκ τον δεύτερο πόλεμο του 
οπίου. Τελικά, η ελληνική κυβέρνηση αναγκάστηκε να σταματήσει την εξυπηρέτηση 
του δανείου -το κράτος χρεοκόπησε πριν αποκτήσει την ανεξαρτησία του.

Στρατιωτικό σημείο καμπής

Τον Φεβρουάριο του 1825 μια αιγυπτιακή-οθωμανική εκστρατευτική δύναμη έφτιαξε 
προγεφύρωμα στον κόλπο του Ναβαρίνου στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο και ξεκίνησε 
την ανακατάληψη της χερσονήσου. Οι Έλληνες ελάχιστα μπορούσαν να αντιτάξουν σε 
αυτήν. Μετά την πτώση της πόλης του Μεσολογγίου, στην οποία μεγάλο μέρος των 
Ελλήνων υπερασπιστών της πόλης βρήκαν τον θάνατο ή τη σκλαβιά σε μια 
απελπισμένη αντεπίθεση στους πολιορκητές, ενώ πο υπόλοιποι ανατινάχθηκαν, μέσα 
σε λίγα χρόνια το απελευθερωμένο έδαφος είχε συρρικνωθεί σε μια μικρή λωρίδα 
γης ανάμεσα στην Κόρινθο και στην τότε πρωτεύουσα, το Ναύπλιο.

Η υπόθεση φαινόταν χαμένη, αλλά το 1828 η κατάσταση άλλαξε αναπάντεχα. Ο 
συμμαχικός αγγλο-γαλλο-ρωσικός στόλος περνούσε έξω από το Ναβαρίνο, έχοντας την 
αποστολή ουδέτερων μεσολαβητών, κάτι παρόμοιο με τις σημερινές αποστολές του 
ΟΗΕ. Ένα πλοίο του αιγυπτιακού-οθωμανικού στόλου άνοιξε πυρ με αποτέλεσμα να 
δώσει αφορμή για την τελευταία ναυμαχία της ιστορίας που έγινε με ιστιοφόρα 
πλοία. Μέσα σε λίγες ώρες ο στόλος είχε καταστραφεί. Η Ρωσία κήρυξε τον πόλεμο 
στον Σουλτάνο, ο οποίος αναγκάστηκε να ενδώσει και να δεχθεί την ελληνική 
ανεξαρτησία· οι Έλληνες από την πλευρά τους δέχθηκαν έναν βασιλιά από ευρωπαϊκό 
πριγκιπικό οίκο.

Το Μόναχο στην Αθήνα

Ο ένθερμος Βαυαρός φιλέλληνας Λουδοβίκος ο Α’ κατόρθωσε να ανεβάσει τον ανήλικο 
γιο του Όθωνα στον ελληνικό θρόνο. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του ο Όθωνας 
αρχικά εκώφευσε στις εκκλήσεις για Σύνταγμα και έγινε υποχείριο ολιγαρχικών 
συμφερόντων. Αλλά η διαφθορά, η διείσδυση οπλαρχηγών στον στρατό και στο 
κράτος, καθώς και η φτώχεια και η καταπίεση κρύφτηκαν πίσω από μια νεοκλασική 
πρόσοψη, τουλάχιστον στην νεοανακηρυγμένη πρωτεύουσα, την Αθήνα, η οποία τότε 
ήταν απλώς ένα αραιοκατοικημένο παλιοχώρι.

Πλάι στους δυτικοσπουδαγμένους Έλληνες, ήταν οι Βαυαροί που &επέβαλαν τον 
ελληνισμό τους αδιάφορους για την αρχαία κληρονομιά «Ρωμιούς». Ενώ ο πατέρας 
του Όθωνα είχε προσπαθήσει, με τη βοήθεια ονομαστών αρχιτεκτόνων, να φτιάξει 
μιαν «Αθήνα στον ποταμό Ίζαρ», ο ίδιος ο Όθωνας προσπάθησε να μεταφυτεύσει το 
νεοαρχαίο Μόναχο στην Αθήνα. Αυτό διάρκεσε άλλα 100 χρόνια, ώσπου οι «Ρωμιοί» 
έγιναν Έλληνες.

«Η γέννηση του ελληνικού κράτους», συνοψίζει ο Σούμπερτ, «ήταν μια καισαρική 
τομή χωρίς βρέφος. Στη θέση του έκρυψαν ένα αρχαίο άγαλμα, κατασκευασμένο στο 
Μόναχο, και ξέχασαν να ράψουν την αιμάσσουσα πληγή.

Armin Sattler, ORF.at

https://sarantakos.wordpress.com/2021/04/02/200jahre/
 ________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις 
προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ενώ Για 
να κατεβάσετε τον σχετικό κατάλογο επισκεφθείτε το 
http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.zip
____________

Απαντηση