Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή, Μαΐου 2, 2021, 09:45

Ο επιτάφιος του καμπούρη (πασχαλινό διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)


Πολλές φορές έχουμε βάλει διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου στο ιστολόγιο. Το αμέσως 
προηγούμενο ήταν χριστουγεννιάτικο, οπότε -εύλογα, θα έλεγε κανείς, το σημερινό 
είναι πασχαλινό. Αξίζει να το διαβάσουμε όσο περιμένουμε τον οβελία.

Όπως συνήθως, ο Δημήτρης συνοδεύει το διήγημα (που το πολυτονίζει, τι να τον 
κάνω; να τον μαλώσω; φίλος είναι) με λεξιλογικά και πραγματολογικά σχόλια. Εδώ 
ενδιαφέρον έχει η ετυμολογία του ρ. μεσαρεύω και έμμεσα του τοπωνυμίου Μεσαρά. 
Περισσότερα δεν λέω, ο λόγος στον συγγραφέα:

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥΡΗ

Ὁ ἀέρας μοσχομύριζε λουλούδια, μελισσοκέρι καὶ λιβάνι. Λουλούδια ἀπὸ τὸν 
ἀνθοστόλιστο Ἐπιτάφιο κι ἀπὸ τὶς γλάστρες στὶς αὐλὲς καὶ στὰ πεζούλια τῶν 
σπιτιῶν. Μελισσοκέρι ἀπὸ τὰ διπλέρια, τὰ διπλᾶ, στριφτὰ κεριὰ ποὺ εἶχαν πλάσει 
μὲ κερὶ ἀπὸ τὰ ψέλια, τὶς πήλινες κυλινδρικὲς κυψέλες, οἱ γυναῖκες τοῦ χωριοῦ. 
Καὶ λιβάνι ἀπὸ τὶς νοικοκυρές, ποὺ ἔστεκαν στολισμένες μπρός  στὰ ὁλόφωτα 
σπίτια τους καὶ θυμιάτιζαν μὲ τὰ λιβανιστήρια ἢ ἔραιναν μὲ μῦρο τὴν πομπή.

Τὸ ἀνθρώπινο ποτάμι προχωροῦσε ἀργά στὰ στενά, στριφογυριστὰ δρομάκια τοῦ 
χωριοῦ. Κι ἔμοιαζε, γιὰ ὅσους τό ᾿βλεπαν ἀπὸ τὴν ἀπέναντι πλαγιά, σὰν ἕνα φίδι 
φωτεινὸ μὲ λέπια ποὺ λαμπύριζαν, ἔτσι ὅπως τρεμόπαιζαν τὰ κεριὰ στὴν πνοὴ τῆς 
νυχτερινῆς αὔρας.

Ὁ Γιάννης ἀκολουθοῦσε πίσω ἀπὸ τὸν παπᾶ, μαζὶ μὲ τοὺς ψαλτᾶδες καὶ τὴ χορωδία 
τῶν κοριτσιῶν. Εἶχε καλὴ φωνὴ καὶ ἦταν καλοδεχούμενος. Τοὺς ἔλειπαν οἱ ἀντρικὲς 
φωνές, μιᾶς καὶ  οἱ πιὸ πολλοὶ νέοι ἤθελαν νὰ σηκώσουν τὸν Ἐπιτάφιο.  Ὄχι τόσο 
ἀπὸ θρησκευτικὴν εὐλάβεια, ὅσο γιὰ τὶς μπουνιές. Γιατὶ ἔτσι συνηθιζόταν. Νὰ 
δίνουν μπουνιὲς στὴν πλάτη αὐτῶν ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ κάτω του. Τὰ παιδιά, τὶς 
γυναῖκες καὶ τοὺς πιὸ μεγάλους ἴσα ποὺ τοὺς ἀκουμποῦσαν. Μεταξύ τους, ὅμως, οἱ 
νέοι τὶς ἔδιναν δυνατές, ἰδιαίτερα ὅταν εἶχαν ἀντιζηλίες.

Γιὰ νὰ τὸν σηκώσει ὁ Γιάννης οὔτε λόγος, ἔτσι καχεκτικὸς ποὺ ἦταν. Τὴν 
προηγούμενη χρονιὰ ζήτησε νὰ σηκώσει κι αὐτὸς λιγάκι, ἀλλὰ ὁ Γιώργης ὁ ψηλὸς 
τὸν ἀποπῆρε:

«Τί λές, ρὲ σύ; Θὲς νὰ μπατάρει ὁ Ἐπιτάφιος;»

Ἄσε ποὺ φέτος ὁ Γιώργης εἶχε τὸ γενικὸ πρόσταγμα. Εἶχε πάει στρατιώτης πρὶν ἀπὸ 
κάτι μῆνες καὶ τὰ κατάφερε νὰ γίνει λοκατζῆς. Καὶ ὑπῆρχε ἄγραφος νόμος νὰ 
σηκώνουν πρῶτοι ὅσοι ὑπηρετοῦν. Ἔνστολοι. Πρίν ἀρχίσει ἡ ἀκολουθία μαζεύτηκαν 
ὅλοι οἱ νέοι στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησιᾶς κι ὁ Γιώργης ἔδειχνε στὸ στῆθος του τὰ 
διακριτικὰ τῶν ἐκπαιδεύσεων ποὺ εἶχε περάσει, περιγράφοντας τὶς ἀντίστοιχες 
ταλαιπωρίες. Μετὰ κανόνισε μὲ ποιὰ σειρὰ θὰ κρατήσουν τὸν Ἐπιτάφιο:

« Πρῶτα ὁ Στρατός, μετὰ οἱ μοδίστρες  καὶ οἱ κομμώτριες καὶ τελευταῖοι οἱ 
πολίτες!»

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Γιώργη κι ἄλλους δυὸ φαντάρους, στὴν παρέα ἦταν τρεῖς ναῦτες κι 
ἕνας σμηνίτης. Σ᾿ αὐτοὺς τοὺς τέσσερις ἀναφερόταν ὅταν ἔλεγε γιὰ μοδίστρες καὶ 
κομμώτριες. Κανένας τους, ὅμως, δὲν τοῦ ζήτησε τὸ λόγο, ἄλλοι ἀπὸ φόβο κι ἄλλοι 
ἐπειδὴ σεβάστηκαν τὸν χῶρο καὶ τὴν περίσταση.

Ὁ Γιάννης δὲν τόλμησε νὰ μπεῖ – οὔτε κἂν τελευταῖος – στὴ σειρὰ μὲ τοὺς 
πολίτες. Μονάχα, τὴν ὥρα ποὺ ὁ Γιώργης κοκορευόταν γιὰ τὰ λοκατζήδικα 
κατορθώματά του, εἶπε χαμηλόφωνα στὸ διπλανό του:

«Σὰν τὰ βατράχια, ὅμως, δὲν εἶναι».

Ὁ Γιώργης ἔκανε πὼς δὲν τ᾿ ἄκουσε. Ἦταν ἡ μοναδικὴ δοκιμασία ποὺ δὲν κατάφερε 
νὰ τὰ βγάλει πέρα κι αὐτὸ πλήγωνε τὸν ἐγωισμό του.

Ἡ πομπὴ σταματοῦσε κάθε τόσο σὲ σταυροδρόμια ἢ στὶς λιγοστές μικρὲς πλατεῖες 
τοῦ χωριοῦ γιὰ δεήσεις καὶ ὅσοι ἤθελαν περνοῦσαν κάτω ἀπὸ τὸν Ἐπιτάφιο. Γιὰ 
καλὴ τύχη καὶ ὑγεία. Καὶ μαζί μὲ τὶς εὐχὲς φίλων καὶ γνωστῶν δέχονταν καὶ τὶς 
ἀνάλογες μπουνιές.

Ὅταν τέλειωσε ἡ λιτανεία γύρω στὸ χωριὸ καὶ γύρισαν πίσω στὴν ἐκκλησιά, ὁ παπᾶς 
ἔκανε τὴν τελευταία δέηση στὴν αὐλή της. Γιὰ νὰ τὸν περάσουν καὶ οἱ τελευταῖοι. 
Μαζί μὲ τοὺς οἱ ψαλτᾶδες, τὴ χορωδία κι αὐτοὺς ποὺ τὸν σήκωσαν.

Ἡ μπουνιὰ τοῦ Γιώργη στὴν καμπουριασμένη πλάτη τοῦ Γιάννη τὸν ἔστειλε 
τρεκλίζοντας πεντέξι βήματα  πιὸ πέρα.

«Σιγά, μωρέ, δὲν εἴπαμε νὰ τὸν σκοτώσεις», τὸν μάλωσε χαμηλόφωνα ὁ ψάλτης ποὺ 
ἑτοιμαζόταν νὰ περάσει τελευταῖος.

«Μή φοβᾶσαι, μπαρμπα-Τάσο, δὲν ἔπαθε τίποτα. Νὰ δεῖς ποὺ θὰ ἰσιώσει καὶ ἡ 
καμπούρα του», ἀπάντησε ὁ Γιώργης, χαχανίζοντας μὲ τὴν κρυάδα ποὺ ξεφούρνισε.

Ὁ Γιάννης ἔφυγε χωρὶς νὰ πεῖ κουβέντα. Ὁ πόνος τοῦ ᾿χε κόψει τὴ μιλιά. Πιὸ πολὺ 
ὅμως τὸν πόνεσαν τὰ τελευταῖα λόγια τοῦ νταῆ. Καὶ ποὺ δὲν βρέθηκε κανένας ἀπὸ 
τὴν παρέα τῶν νέων νὰ πάρει τὸ μέρος του.

Ἀπὸ τὸ πρωὶ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ἡ μάνα μὲ τὶς δυὸ ἀδελφές του καταγίνονταν μὲ 
τὶς πίτες. Τὶς γλυκιές τυρόπιτες μὲ φρέσκο, ἀνάλατο τυρί, αὐγὰ καὶ ζάχαρη, ὅπως 
ἦταν τὸ ἔθιμο τοῦ νησιοῦ. Ὅταν τὶς ἔφεραν ἀπὸ τὸ φοῦρνο, γέμισε τὸ σπίτι ἀπὸ τὴ 
μοσχοβολιά τους. Ὁ Γιάννης ἦταν ἀκόμα στὸ κρεβάτι.

«Σήκω, τεμπέλη, νὰ φᾶς πίτες», τὸν ψευτομάλωσε τρυφερὰ ἡ μάνα του. «Ζεστὲς – 
ζεστές, μόλις βγήκανε ἀπὸ τὸ φοῦρνο.»

Κανονικὰ δὲν ἔπρεπε ν᾿ ἀρτυθοῦν μέχρι τὰ γίνει ἡ Ἀνάσταση, τὰ μεσάνυχτα. Ἐκτὸς 
ἀπὸ ἁμαρτία, καταπὼς λέγανε οἱ παπᾶδες, ἦταν καὶ ἡ κατακραυγὴ τοῦ κόσμου ποὺ θὰ 
τοὺς ἔλεγε σαρακοφάηδες. Ἡ μάνα του ὅμως τό ᾿χε πάρει ἀπόφαση. Τῆς τό ᾿χε πεῖ ὁ 
γιατρός, πρίν ἀπὸ καμιὰ δεκαριὰ χρόνια. Τότε ποὺ εἶχε ἀρρωστήσει ὁ Γιάννης καὶ 
ψηνόταν στὸν πυρετό. Ἀφοῦ τὸν ἀκροάστηκε καὶ κοίταξε τὶς ἀμυγδαλές του, τὸν 
ψηλάφησε στὰ πλαϊνὰ τοῦ λαιμοῦ.

«Τὸ παιδὶ ἔχει ἀδενοπάθεια καὶ εἶναι ἐξαντλημένο. Πρέπει νὰ προσέχετε τὴ 
διατροφή του. Ὁ κίνδυνος εἶναι μεγάλος γιὰ τὰ χειρότερα», εἶπε στὴ μάνα ποὺ τὸν 
ἄκουγε μὲ ἀγωνία.

«Ὅσο ἔχει πυρετό, νὰ τοῦ δίνεις γάλα», συνέχισε ὁ γιατρὸς «καὶ μόλις πέσει ὁ 
πυρετὸς, σφάξε ἕνα κοτόπουλο καὶ φτιάξε του κοτόσουπα.»

«Μὰ ἔχουμε Σαρακοστή, γιατρέ μου· εἶναι ἁμαρτία», ψέλλισε ἡ μάνα.

«Ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία εἶναι ν᾿ ἀφήσουμε τὸ παιδὶ νὰ πεθάνει», ἀπάντησε ὁ 
γιατρός.

Ἀπὸ τότε φρόντιζε νὰ τὸν ταΐζει ὅσο πιὸ καλὰ μποροῦσε κι ὅσο ἄντεχε τὸ φτωχικὸ 
νοικοκυριό τους. Μόνο ποὺ στὶς νηστεῖες τοῦ τὰ ᾿δινε κρυφά.

Ὁ Γιάννης δὲν σηκώθηκε ἀπὸ τὸ κρεβάτι. Βρῆκε ἀφορμὴ τὸν πυρετὸ ποὺ εἶχε 
ἀνεβάσει – πιὸ πολὺ ἀπὸ τὴ στενοχώρια του – γιὰ νὰ μήν πάει τὸ βράδυ στὴν 
Ἀνάσταση.

Οὔτε στὸ πανηγύρι τ᾿ ἁϊ-Γιωργιοῦ, ὅπου γινόταν γλέντι τρικούβερτο, πῆγε τὴ 
Δευτέρα τοῦ Πάσχα. Ἤξερε πὼς θὰ ᾿βλεπε τὸ Γιώργη νὰ σουλατσάρει κορδωμένος μὲ 
τὴ στολὴ καὶ τὰ λιλιὰ στὸ στῆθος. Κι αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ τ᾿ ἀντέξει.

Ἡ μάνα του κόντευε νὰ σκάσει ἀπὸ τὴ στενοχώρια της. Μὲ τὸ ἔνστικτό της 
καταλάβαινε ὅτι δὲν ἦταν κρύωμα, ὅπως νόμισε στὴν ἀρχή, ἀλλὰ κάτι πιὸ βαθὺ μέσα 
του· κάτι ποὺ βασάνιζε τὴν ψυχή του.

«Σήκω, γιοκαράκι μου», τὸν παρακάλεσε, «νὰ πᾶς μὲ τσ᾿ ἀδερφᾶδες σου στὰ 
γλέντια. Ἄκου! Ὅξω χαλᾶ ὁ κόσμος!»

«Δὲν μπορῶ, μάνα. Ἂς πᾶνε μοναχές τωνε», μουρμούρισε καὶ γύρισε πλευρό.

Μόλις πέρασαν οἱ γιορτινὲς μέρες ὁ Γιάννης σηκώθηκε ἀπὸ τὸ κρεβάτι κι ἄρχισε 
πάλι νὰ βοηθᾶ τὸν πατέρα του στὶς ἀγροτικὲς δουλειές. Τοῦ ᾿κανε καλό, στὴν ψυχή 
περισσότερο, νὰ φεύγει ἀπὸ τὸ χωριὸ καὶ νὰ βγαίνει στὴ φύση ποὺ ἦταν στὰ 
καλύτερά της. Ξυπνοῦσε ἀξημέρωτα καὶ περίμενε νὰ φέξει γιὰ νὰ σηκωθεῖ καὶ νὰ 
πάει γιὰ τὰ ζωντανά. Ἧταν πάνω-καιριὰ  κι ἔπρεπε νὰ περπατήσει δυὸ ὧρες μέχρι 
νὰ φτάσει στὸ χωράφι ποὺ τά ᾿χαν.

Ἔτσι γινόταν πάντα. Τὰ χωράφια τά ᾿σπερναν χρονιὰ παρὰ χρονιά· γιὰ νὰ 
ξεκουράζεται ἡ γῆ. Τὴ μιὰ χρονιά, στὴ πάνω-καιριά, ἔσπερναν αὐτὰ ποὺ ἦταν κοντὰ 
στὸ χωριὸ καὶ πήγαιναν τὰ ζωντανὰ στὴ Κατωμεριά, στὸ νότιο μέρος τοῦ νησιοῦ. 
Στὴ κάτω-καιριὰ γινόταν τὸ ἀνάποδο. Ἔτσι ἀπόφευγαν τὶς ἀγροζημιές, ἂν κάποιο 
κατάφερνε νὰ περάσει πάνω ἀπὸ τοὺς τοίχους τῆς ξερολιθιᾶς ποὺ χώριζαν τὰ 
χωράφια, μιᾶς καὶ τὰ διπλανὰ δὲν ἦταν σπαρμένα. Οὔτε χρειάζονταν φύλαξη 
ὁλόκληρο τὸ εἰκοσιτετράωρο, ἔτσι ποὺ ἦταν περιορισμένα. Μονάχα ποὺ ἔπρεπε νὰ 
πηγαίνει κάποιος καθημερινὰ γιὰ νὰ τὰ μασαρέψει. Γιὰ τὴν καθημερινή τους 
φροντίδα δηλαδή· πότισμα, τάισμα, ἄρμεγμα, τυροκόμιση, φροντίδα γιὰ τὰ μικρά, 
ἀνάλογα μὲ τὶς ἀνάγκες τῆς κάθε ἐποχῆς τοῦ χρόνου.

Τοῦ ἄρεσε αὐτὴ ἡ ἐποχή. Γιὰ λίγες βδομάδες τὸ τοπίο τοῦ νησιοῦ ἄλλαζε ὄψη. Τὰ 
στάχυα – στὰ σπαρμένα – κυμάτιζαν σὰν πράσινη θάλασσα σὲ κάθε φύσημα τ᾿ ἀέρα. 
Πιὸ κάτω – στὰ χέρσα – τὰ φρύγανα, τὰ θυμάρια, οἱ ἀσκοιβές, τὰ ᾿χινοπόδια, ὅλοι 
αὐτοὶ οἱ θάμνοι ποὺ τὸν ὑπόλοιπο χρόνο πρόβαλαν ἀπειλητικὰ τ᾿ ἀγκάθια τους, 
συναγωνίζονταν σὲ ὀμορφιά, χρώματα κι ἀρώματα. Γιὰ νὰ τραβήξουν τὶς μέλισσες 
στὰ λουλούδια τους. Καὶ στὶς ἄκρες τοῦ δρόμου τὰ κίτρινα ἀπὸ τὰ σπαρθόπουλα 
παράβγαιναν μὲ τὰ κόκκινα ἀπὸ τὶς παπαροῦνες.

Σιγὰ-σιγά, ὅσο ζέσταινε ὁ καιρός, τὸ τοπίο ἄρχισε ν᾿ ἀλλάζει. Τὰ στάχυα ἄρχισαν 
νὰ κιτρινίζουν καὶ σὲ καναδυὸ βδομάδες ξεκίνησε τὸ θέρος. Γενικὴ ἐπιστράτευση. 
Ὅλοι μικροὶ-μεγάλοι στὰ χωράφια. Οἱ γυναῖκες μὲ τὶς κουκοῦλες στὸ κεφάλι καὶ τὰ 
χερότια στὰ χέρια, γιὰ νὰ μὴν τὶς κάψει ὁ ἥλιος  καὶ οἱ ἄντρες μὲ πλατύγυρα 
ψάθινα καπέλα.

Μόλις τέλειωσαν οἱ βαρειές δουλειές, τὸ θέρος, τ᾿ ἁλώνισμα, τὸ λίχνισμα καὶ 
μάζεψαν τὴ σοδειά, ὁ Γιάννης μίλησε στοὺς γονεῖς του:

«Τώρα ποὺ ᾿ποσοδιαστήκαμε, λέω νὰ πάω στὴν Ἀθήνα νὰ δουλέψω.»

«Ποῦ θὰ πᾶς, γιοκαράκι μου; Τὰ καμίνια εἶναι πολὺ βαριὰ δουλειά», τὸν ἔκοψε ἡ 
μάνα του.

«Δὲ θὰ πάω ἐργάτης στὰ καμίνια. Θὰ μάθω τέχνη», ἀπάντησε ὁ Γιάννης καὶ συνέχισε:

«Τὴ Μεγάλη Παρασκευή, πρίν ἀπὸ τὸν Ἐπιτάφιο, μίλησα μὲ τὸν μπαρμπα-Νικολό, τὸν 
ξάδερφο τοῦ πατέρα, ποὺ ἔχει μαραγκούδικο στὴν Ἀθήνα. Ἔχουν ἀνοίξει οἱ δουλειές 
του καὶ θέλει χέρια. Παιδιὰ δικά μας· γιὰ νά ᾿χει ἐμπιστοσύνη. Ἔτσι μοῦ ᾿πε. Κι 
ἀπὸ ὕπνο τζάμπα. Θὰ κοιμᾶμαι στὸ μαγαζί.»

Ἔτσι βρέθηκε μαθητευόμενος στὸ μαραγκούδικο τοῦ Νικολοῦ, μαζὶ μὲ ἄλλους νέους 
ἀπὸ τὸ χωριό. Ὅλοι εἶχαν πάει τὰ προηγούμενα χρόνια, ἀπὸ τότε ποὺ ἄνοιξαν οἱ 
δουλειὲς μὲ τὶς πολυκατοικίες. Ὁ Νικολὸς τοὺς προτιμοῦσε, ἐπειδὴ τοὺς 
κουμαντάριζε πιὸ εὔκολα. Στὴν ἀρχή, μέχρι νὰ μάθουν, τοὺς ἔδινε λίγα· ἴσα-ἴσα 
τοὺς ἔφταναν γιὰ φαΐ καὶ κανένα ροῦχο. Τοὺς ἄφηνε νὰ κοιμοῦνται στὸ μαγαζί. Τοῦ 
τὸ φύλαγαν κιόλας καὶ εἶχε ἥσυχο τὸ κεφάλι του. Κι ἐπειδὴ δὲν εἶχαν σπίτι γιὰ 
νὰ πᾶνε, δούλευαν μαζί του μέχρι νὰ φύγει ὁ ἴδιος. Καὶ γιὰ ὑπερωρίες οὔτε 
λόγος. Μονάχα, ὅποτε εἶχαν πολλὴ δουλειά κι ἔπρεπε νὰ μείνουν μέχρι πολὺ ἀργά, 
κανόνιζε νὰ φέρει φαΐ γιὰ ὅλους ἡ γυναίκα του. Μόλις μάθαιναν τὴ δουλειὰ κι 
ἄρχιζαν νὰ παίρνουν καλύτερο μεροκάματο -τοὺς τό ᾿δινε γιὰ νὰ μήν τοῦ φύγουν- 
νοίκιαζαν δωμάτιο ἔξω, κι ἔμεναν νὰ φυλᾶνε τὸ μαγαζὶ οἱ καινούργιοι.

Ὁ Γιάννης ἔμεινε κι αὐτὸς στὸ μαγαζὶ παρέα μὲ τὸν Κώστα, ἕνα ἥσυχο, λιγομίλητο 
παιδὶ ποὺ εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὸ χωριὸ τὴν προηγούμενη χρονιά. Εἶχε περάσει τὸ 
στάδιο τοῦ μαθητευόμενου καὶ εἶχε πάρει αὔξηση, ἀλλὰ δὲν νοίκιασε δωμάτιο· 
μάζευε λεφτὰ γιὰ τὸ στρατιωτικό του, τὴν ἑπόμενη χρονιά.

Ὁ Κώστας τοῦ ᾿δειξε ὅλα τὰ κατατόπια. Τοῦ μαγαζιοῦ πρῶτα. Σὲ μιὰ γωνιὰ στὸ πίσω 
μέρος τοῦ μαγαζιοῦ ἦταν δυὸ μικρὰ δωμάτια χτισμένα μὲ τσιμεντόλιθους· τὸ 
ἀποχωρητήριο καὶ τὸ κουζινάκι μ᾿ ἕνα πετρογκάζ γιὰ τὸν καφέ. Ἐκεῖ μαγείρευαν 
καμιὰ φορὰ ἢ ζέσταιναν νερὸ γιὰ νὰ πλυθοῦν ὅσοι ἔμεναν στὸ μαγαζί· αὐτοὶ 
πλήρωναν καὶ τὴν μπουκάλα.

Μετὰ τοῦ ᾿μαθε τὰ κατατόπια τῆς γειτονιᾶς. Πρῶτα τὰ σχετικὰ μὲ τὸ φαΐ· τὸ 
φοῦρνο, τὸ μπακάλικο, τὸ μαγειρεῖο. Στὴν ἀρχὴ τὴν ἔβγαζε μὲ ξηρὰ τροφή, 
καλοκαιρινή. Ψωμί, τυρί, ντομάτα, ἐλιές. Ποῦ καὶ ποῦ λίγο σαλάμι, καμιὰ 
κονσέρβα μὲ σαρδέλες ἢ κανένα ζαμπονάκι. Μόλις μάζεψε λίγα λεφτά ἄρχισε νὰ 
πηγαίνει στὸ μαγειρεῖο γιὰ φαΐ μαγειρευτό· λαδερά, ὄσπρια, μακαρόνια μὲ σάλτσα 
καὶ σπάνια κανένα κρεατικό.

Μετὰ τοῦ ᾿μαθε τὴ στάση τοῦ λεωφορείου καὶ πῶς νὰ κατεβαίνει στὸ κέντρο τῆς 
Ἀθήνας. Τὸν πῆρε μαζί του ἕνα Σάββατο βράδυ καὶ πῆγαν στὴν Ὁμόνοια. Ὁ Γιάννης 
κοίταζε σὰν μαγεμένος τὰ σιντριβάνια, τὶς πολύχρωμες φωτεινὲς ἐπιγραφὲς ποὺ 
ἀναβόσβηναν στὰ γύρω κτήρια καὶ τὶς φωτισμένες βιτρίνες. Ἔφαγαν σουβλάκι μὲ 
πίτα -ὁ Γιάννης γιὰ πρώτη φορὰ- καὶ γύρισαν στὸ μαραγκούδικο λίγο πρίν τὰ 
μεσάνυχτα.

Τὸ ἑπόμενο Σάββατο πῆγαν στὸν κινηματογράφο. Ὁ Γιάννης εἶχε ξαναδεῖ στὸ χωριὸ 
ἀπὸ κάποιους πλανόδιους, ποὺ ἅπλωναν ἕνα σεντόνι κι ἔδειχναν κάτι βουβές, 
ἀσπρόμαυρες ταινίες. Ὅμως, αὐτὴ ποὺ ἔβλεπε τώρα ἦταν χρωματιστὴ καὶ μιλοῦσε. 
Καὶ τί κορμί, τί μπράτσα τὸ παληκάρι! Καὶ πῶς σήκωνε σὰν πούπουλα κάτι βράχους 
θεόρατους! Σκότωσε καὶ τοὺς κακούς, πῆρε καὶ τὴν πεντάμορφη στὸ τέλος.

Τοῦ Κώστα τοῦ ἄρεσαν αὐτὰ τὰ ἔργα καὶ γυμναζόταν μόνος του· γιὰ νὰ μοιάσει 
στοὺς πρωταγωνιστές. Μάλιστα εἶχε στήσει στὴν πίσω αὐλὴ δυό παλιὰ καδρόνια 
-ὄρθια μ᾿ ἕναν σωλήνα ἀπὸ πάνω τους- κι ἔκανε μονόζυγο, ὅπως εἶχε δεῖ στὸν 
κινηματογράφο. Εἶχε φτιάξει καὶ βάρη, γεμίζοντας μὲ μπετὸν δυὸ ἄδεια δοχεῖα ἀπὸ 
βούτυρο κι ἑνώνοντάς τα μὲ σωλήνα.

Ὁ Γιάννης δὲν ἄργησε ν᾿ ἀκολουθήσει. Ὅποτε εἶχαν ἐλεύθερο χρόνο πήγαινε κι 
αὐτὸς στὴν πίσω αὐλὴ καὶ προσπαθοῦσε νὰ κάνει ὅ,τι ἔκανε ὁ Κώστας. Στὴν ἀρχὴ 
δὲν μποροῦσε νὰ σηκώσει τὰ βάρη καὶ σήκωνε ὅ,τι εἶχαν στὸ μαραγκούδικο, βαριὰ 
ἐργαλεῖα, τάβλες, καδρόνια. Μετὰ τό ᾿κανε καὶ τὴν ὥρα τῆς δουλειᾶς. Τὸ εἶχαν 
μάθει καὶ οἱ ὑπόλοιποι καὶ τοῦ ζητοῦσαν νὰ τοὺς φέρνει ξύλα ἢ ἐργαλεῖα, πρᾶγμα 
ποὺ ἔκανε μὲ μεγάλο ζῆλο.

Ἕνα Σάββατο δὲν πῆγαν στὸν κινηματογράφο.

«Αὔριο θὰ πᾶμε νὰ δοῦμε νὰ παλεύουνε στ᾿ ἀλήθεια, ὄχι στὸ πανί», τοῦ ᾿πε ὁ 
Κώστας.

Ἧταν καλοκαῖρι κι ὁ κόσμος πήγαινε στὰ γήπεδα, ὄχι γιὰ μπάλα, ἀφοῦ εἶχε 
τελειώσει τὸ πρωτάθλημα, ἀλλὰ γι᾿ ἀγῶνες πάλης. Κάτς, ὅπως τὴν ἔλεγαν τότε. 
Πρῶτα πάλευαν τὰ δευτερότριτα ὀνόματα καὶ στὸ τέλος κάποιος ἀπὸ τὰ μεγάλα 
ὀνόματα τῆς ἐποχῆς πάλευε μ᾿ ἕναν ξένο, συνήθως μασκοφόρο.

Ἦταν πιὸ πολὺ θέαμα καὶ λιγότερο πάλη κανονική, ἂν καὶ πότε πότε ξέφευγε καὶ 
καμιὰ ξώφαλτση. Τὶς πιὸ πολλές, πάντως, τὶς ἔτρωγε τὸ κανναβάτσο στὴν ἀντίθετη 
μεριὰ ἀπὸ αὐτὴν ποὺ κάθονταν οἱ θεατές. Ὁ κόσμος παθιαζόταν, φώναζε ἢ 
γιουχάιζε, ὅταν παραχόντραινε τὸ παραμύθι. Κάποια στιγμὴ ὁ «δικὸς μας» εἶχε 
καθηλώσει τὸν μασκοφὸρο μὲ μιὰ γερὴ λαβή. Ενῶ ἦταν ἕτοιμος γιὰ τὸ τελειωτικὸ 
χτύπημα, ἄρχισε νὰ κοιτάζει γύρω θριαμβευτικά, μὲ κίνδυνο νὰ τοῦ ξεφύγει ὁ 
«κακός». Ὁ Γιάννης εἶχε ταυτιστεῖ. Ἔβλεπε τὸ Γιώργη τὸ λοκατζῆ στὴ θέση τοῦ 
«κακοῦ» καὶ τὸν ἑαυτό του στὴ θέση τοῦ «δικοῦ μας».

«Βάρ᾿ του, μωρέ· βάρ᾿ του!» φώναξε μὲ ὅλη τὴ δύναμή του.

Ἡ κραυγή του ἔπιασε τὸν παλμὸ τοῦ κόσμου κι ἄρχισαν ὅλοι μαζὶ νὰ φωνάζουν 
ρυθμικά:

«Βάρ᾿ του, βάρ᾿ του!»

Μαζί τους στὸ γήπεδο ἦταν ἀρκετοὶ συγχωριανοὶ καὶ γρήγορα τὸ περιστατικὸ 
διαδόθηκε. Τοῦ βγάλανε νέο παρατσοῦκλι· ὁ Γιάννης ὁ Βάρτου. Δὲν τὸν πείραξε 
καθόλου ὅταν τό ᾿μαθε. Τοῦ ἄρεσε κιόλας, γιατὶ ἔτσι μπορεῖ νά ᾿ξεχνιόταν  τὸ 
ἄλλο, ὁ καμπούρης, ποὺ τὸν πλήγωνε τόσα χρόνια.

Οἱ μῆνες περνοῦσαν κι ὁ Γιάννης μέρα μὲ τὴ μέρα δυνάμωνε. Τὰ μπράτσα του εἶχαν 
ἀρχίσει νὰ φουσκώνουν ἀπὸ τὴ δουλειὰ καὶ τὴ γυμναστικὴ καὶ ἡ καμπούρα φαινόταν 
νὰ λιγοστεύει. Θὲς ποὺ φούσκωνε τὸ στῆθος του μὲ τὴν ἄσκηση, θὲς ποὺ ἴσιωνε ἡ 
πλάτη μὲ τὸ κρέμασμα στὸ μονόζυγο, θές ποὺ δὲν ἔστεκε πιὰ σκυφτὸς καὶ ζαρωμένος 
ἀπὸ ντροπὴ καὶ φόβο, ὅπως παλιά. Κι αὐτὸ φαινόταν στὸ πρόσωπό του. Τοῦ ᾿χε 
φύγει τὸ σφίξιμο καὶ ἡ χλωμάδα, κοκκίνησαν καὶ γέμισαν τὰ ρουφηγμένα μάγουλά 
του καὶ εἶχε πάρει μιὰν ὄψη χαρωπή.

Καὶ στὴ δουλειὰ τὰ πήγαινε μιὰ χαρά. Ἔκοβε τὸ μυαλό του, ἔπιαναν τὰ χέρια του 
καὶ μέσα σ᾿ ἕξι μῆνες εἶχε μάθει πιὸ πολλὰ ἀπ᾿ ὅσα μάθαιναν οἱ ἄλλοι σὲ δυὸ 
χρόνια. Ὁ Νικολὸς τοῦ ᾿δωσε αὔξηση, ἀλλὰ κρυφὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Τάχα γιὰ νὰ  μὴ 
λένε πὼς τοῦ κάνει χατήρια, ἐπειδὴ εἶναι συγγενεῖς. Ὁ Γιάννης τὸν εὐχαρίστησε, 
ἂν καὶ ἤξερε πὼς δὲν τοῦ ᾿λεγε τὴν ἀλήθεια. Ἁφοῦ μὲ ὅλους εἶχε κάποια συγγένεια 
τ᾿ ἀφεντικό· ἀπὸ τὴ μεριὰ τοῦ πατέρα του, τῆς μάνας του, ἀπὸ κουμπαριά, ἢ ἀπὸ 
συμπεθεριό. Ὅμως, αὐτὴ ἦταν ἡ τακτική του.

Τὸ Πάσχα ὁ Γιάννης δὲν πῆγε στὸ χωριό, ὅπως ἔκαναν οἱ περισσότεροι. Ζήτησε ἀπὸ 
τ᾿ ἀφεντικὸ νὰ τὸν ἀφήσει νὰ φύγει -γιὰ δυὸ βδομάδες- ἀργότερα, στὸ θέρος.

Ὅταν ἔφτασε στὸ χωριό, κόντεψαν νὰ μὴν τὸν γνωρίσουν. Ἡ μάνα του τὸν σταύρωνε 
καὶ τὸν ἔφτυνε κρυφά, ἀπὸ πίσω του, γιὰ νὰ μήν τὸν πιάσει τὸ κακὸ μάτι, ἐνῶ οἱ 
ἀδελφές του τὸν καμάρωναν κι περίμεναν πότε θὰ ξανάρθει γιὰ νὰ τὶς χορέψει στὰ 
βιολιά, μιᾶς καὶ εἶχαν σταματήσει τὰ  γλέντια μὲ τὸ θέρος.

Οὔτε καὶ τὸ ἑπόμενο Πάσχα πῆγε στὸ χωριό. Τὸν Ἀπρίλη τὸν κάλεσαν στὸ Ναυτικό κι 
ἔκανε Πάσχα στὸ στρατόπεδο τοῦ Κανελλόπουλου. Ἐκεῖ βρῆκε τὸν Κώστα, ποὺ εἶχε 
παρουσιαστεῖ πρὶν ἀπὸ ἕνα χρόνο καὶ τὸν εἶχαν κρατήσει στὸ συνεργεῖο τοῦ 
στρατοπέδου. Ἦταν καλὸ παιδί, πρόθυμο κι ἔκανε ὅ,τι μαραγκοδουλειὰ τοῦ ζητοῦσαν 
στὸ στρατόπεδο, ἀλλὰ πιὸ πολὺ ἔξω, στὰ σπίτια τῶν μονιμάδων. Ἔτσι ἔβγαινε 
ἐξόδου σχεδὸν κάθε μέρα κι  ἔπαιρνε ταχτικὰ ἄδειες γιὰ μεροκάματα στὸ 
μαραγκούδικο τοῦ Νικολοῦ.

Ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα πῆρε τὸ Γιάννη μαζί του στὸ συνεργεῖο κι ἔτσι τὸν γλύτωσε 
ἀπὸ τὶς καθημερινὲς ἀτελείωτες παρελάσεις -δοκιμὲς γιὰ τὴν παρέλαση τῆς 
ὀρκωμοσίας- καὶ τὶς ἀνούσιες ἀγγαρεῖες γιὰ νὰ τοὺς κρατοῦν ἀπασχολημένους.

«Μὴ σὲ νοιάζει», τοῦ ᾿πε ὁ Κώστας, «θὰ πῶ στὸ θεῖο  νὰ σὲ κρατήσει κι ἐσένα 
ἐδῶ.» Θεῖος στὴν γλώσσα τοῦ Ναυτικοῦ ἦταν τὸ μέσον. Στὴν περίπτωση τοῦ Κώστα 
ἕνας κατώτερος ἀξιωματικὸς ποὺ εἶχε ξεκινήσει ἀπὸ ὑπαξιωματικός· αὐτοὺς ποὺ 
τοὺς λέγανε πιλάφια. Ἔχτιζε σπίτι κι ὁ Κώστας τοῦ ᾿φτιαχνε τὰ κουφώματα καὶ τὰ 
ντουλάπια.

Ὁ Γιάννης, ὅμως, εἶχε ἄλλα σχέδια. Δήλωσε ἐθελοντὴς γιὰ τὶς Ὁμάδες Ὑποβρυχίων 
Καταστροφῶν, τὰ βατράχια.

«Τρελάθηκες, μωρέ; Θὰ φτύσεις αἷμα ἐκεῖ μέσα», τὸν ἀποπῆρε ὁ Κώστας, χωρὶς νὰ 
καταφέρει νὰ τοῦ ἀλλάξει γνώμη.

Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς τὸ ἑπόμενο ἑξάμηνο ὁ Γιάννης θυμήθηκε πολλὲς φορὲς τὰ λόγια 
τοῦ φίλου του. Οἱ κακουχίες ἀπερίγραπτες. Κάθε μέρα ὄργωναν -τρέχοντας 
ἀτέλειωτα χιλιόμετρα- τὰ βουνὰ τοῦ Σκαραμαγκᾶ. Τοὺς σήκωναν μέσα στὴ μαύρη 
νύχτα κι ἔπεφταν στὴν παγωμένη θάλασσα. Τοὺς ἔκαναν τὶς πιὸ σκληρές δοκιμασίες. 
Οἱ πιὸ πολλοὶ δὲν ἄντεχαν καὶ σταματοῦσαν. Στὸ τέλος τοῦ ἑξαμήνου -ἀπὸ καμιὰ 
διακοσαριὰ ποὺ ξεκίνησαν- εἶχαν μείνει δεκαπέντε γιὰ τὴ διαβολοβδομάδα, τὴν 
τελικὴ δοκιμασία.

Ὁ Γιάννης ἄντεξε, ἂν καὶ πολλὲς φορὲς ἔφτασε στὰ ὅριά του. Ὁμως, κάθε φορὰ ποὺ 
τὸ σῶμα του ἀρνιόταν νὰ συνεχίσει, κάτι μέσα του τὸν ἔσπρωχνε ἕνα βῆμα πιὸ 
μπροστὰ στὸ τρέξιμο, μιὰ χεριὰ ἀκόμα στὸ κολύμπι, ἕνα κόμπο παραπάνω στὸ 
σκαρφάλωμα τοῦ σκοινιοῦ. Στὸ τὲλος τὰ κατάφερε, μαζὶ μὲ ἄλλους ἕξι. Οἱ 
ὑπόλοιποι ὀχτὼ κόπηκαν στὴ διαβολοβδομάδα.

Στὰ βατράχια ὁ Γιάννης διακρίθηκε. Σὲ ὅλες τὶς ἀσκήσεις ἦταν ἀπὸ τοὺς 
καλύτερους. Εἶχε κοφτερὸ μυαλό, ψυχραιμία κι ἔπαιρνε γρήγορα τὶς σωστὲς 
ἀποφάσεις. Μὲ τὴν ἔντονη ἄσκηση εἶχε δυναμώσει τὸ σῶμα του, ἀλλὰ πιὸ πολὺ τὸν 
βοηθοῦσε ἡ ταχύτητα, ἡ εὐκινησία του καί, πάνω ἀπ᾿ ὅλα, ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς του.

Ἐκεῖ ἦρθε σ᾿ ἐπαφὴ μὲ τὴν ἰαπωνικὴ πάλη. Ὁ ἐκπαιδευτὴς εἶχε ἀσχοληθεῖ 
συστηματικὰ μὲ τὸ τζοῦντο καὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὶς τεχνικὲς τῆς αὐτοάμυνας προσπάθησε 
νὰ τοὺς μυήσει καὶ στὴ φιλοσοφία του: πῶς νὰ χρησιμοποιοῦν τὴ δύναμη τοῦ 
ἀντιπάλου γιὰ νὰ τὸν νικήσουν. Καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα τοὺς δίδαξε αὐτοπειθαρχία καὶ 
σεβασμό.

Πέρασε ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἐκπαιδεύσεις τῶν εἰδικῶν δυνάμεων σὲ στεριά, ἀέρα καὶ 
θάλασσα καὶ πῆρε ὅλα τὰ σχετικὰ διακριτικά. Εἶχε ὅσα καὶ ὁ Γιώργης κι ἀκόμα ἕνα 
παραπάνω, αὐτὸ τοῦ βατραχάνθρωπου.

Στὸ νησί ἄργησε νὰ πάει. Ὅποτε ἔπαιρνε ἄδεια πήγαινε γιὰ μεροκάματο στὸ 
μαραγκούδικο τοῦ Νικολοῦ, ποὺ τό ᾿χε κάνει σπίτι του. Εἶχε φτιάξει ἕνα ντουλάπι 
γιὰ τὰ λιγοστὰ πράγματά του κι ἕναν πάγκο γιὰ νὰ κοιμᾶται, ὅποτε εἶχε ἐξόδου.

Τὸ ἑπόμενο Πάσχα πῆρε ἄδεια δεκαήμερη γιὰ τὸ χωριό. Πρίν φύγει ἔκανε τὰ ψώνια 
του ἀπὸ τὴν κεντρικὴ ἀγορὰ καὶ πῆρε γιὰ ὅλους κάτι. Ὑφάσματα γιὰ νὰ ράψουνε 
φουστάνια ἡ μάνα καὶ οἱ ἀδελφές του, πουκάμισο γιὰ τὸν πατέρα του καὶ μπόλικα 
φαγώσιμα, ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ ἦταν δυσεύρετα στὸ νησί. Πῆρε μιὰ χαρτονένια κούτα καί, 
γιὰ νὰ μήν ξεπατωθεῖ ἀπὸ τὸ βάρος, βρῆκε ἕνα κομμάτι κοντραπλακὲ στὰ ρετάλια 
τοῦ μαραγκούδικου, τό ᾿κοψε στὸ σωστὸ μέγεθος, τό ᾿τριψε γύρω-γύρω μὲ 
γιαλόχαρτο γιὰ νὰ μὴν γδέρνει καὶ τό ᾿βαλε στὸν πάτο τῆς κούτας. Ἔβαλε μέσα τὰ 
ψώνια καὶ τὴν ἔδεσε σταυρωτὰ μὲ σκοινί.

Στὸ βαπόρι μέσα ἔβγαλε τὰ ναυτικὰ κι ἔβαλε πολιτικά. Δὲν τοῦ ἄρεσε νὰ μοστράρει 
τὰ λιλιά του, ὅπως ὁ Γιώργης. Στὸ χωριὸ ὅμως ὅλοι ἤξεραν γιὰ τὰ κατορθώματά 
του. Τοὺς τά ᾿χε πεῖ ὁ Κώστας -ἔπαιρνε ἄδειες ταχτικὰ γιὰ τὸ νησὶ ἀπὸ τὸ 
«θεῖο»- μὲ κάθε λεπτομέρεια. Στὸ καφενεῖο, ὅλοι τὸν ρωτοῦσαν σχετικὰ κι ὁ 
Γιώργης εἶχε λυσσάξει ἀπὸ τὴ ζήλια.

Πιὸ πολὺ τὸν πείραζε ποὺ ὁ Γιάννης θά σήκωνε πρῶτος τὸν Ἐπιτάφιο, ἐνῶ ἐκεῖνος 
θὰ σήκωνε μὲ τοὺς τελευταίους. Εἶχε ἀπολυθεῖ πρὶν ἀπὸ κάτι μῆνες καί, σύμφωνα 
μὲ τὸ ἔθιμο, θὰ ἦταν στὸ τέλος τῆς σειρᾶς· μὲ τοὺς πολίτες.

Τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ τὸ βράδυ ὁ Γιάννης ἔφτασε ἀργὰ στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησιᾶς. Οἱ 
ὑπόλοιποι στρατευμένοι, ντυμένοι μὲ τὶς στολές τους, τὸν περίμεναν γιὰ νὰ 
κανονίσει αὐτὸς τὴ σειρά. Μὲ αὐτὰ ποὺ εἶχε καταφέρει, ὅλοι τοῦ ἀναγνώριζαν τὰ 
πρωτεῖα. Γι᾿ αὐτὸ ἔμειναν μ᾿ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα ὅταν τὸν εἶδαν νά ᾿ρχεται μὲ 
πολιτικά.

«Θὰ πάω στὴν παλιά μου θέση, στὴ χορωδία», τοὺς εἶπε. «Εἶναι βραχνιασμένος ὁ 
μπαρμπα-Τάσος, ὁ ψάλτης, κι ὁ παπᾶς μὲ παρακάλεσε νὰ βοηθήσω.»

Ὁ Γιώργης, ἀντὶ νὰ τὸ χαρεῖ, σκύλιασε ἀπὸ τὸ κακό του. Δὲν εἶπε τίποτα, ἀλλὰ 
μέσα του ἔβραζε. Ὅμως ἤξερε πὼς τώρα πιὰ δὲν τὸν ἔπαιρνε νὰ τὰ βάλει μὲ τὸ 
Γιάννη, ἰδιαίτερα μετὰ ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ εἶχε ἀκούσει γιὰ τὰ κατoρθώματά του.

Ἡ λιτανεία ἔγινε ὅπως κάθε χρόνο. Μὲ τὶς ἴδιες μυρωδιές, τὰ ἴδια θυμιατίσματα, 
τὶς ἴδιες ψαλμωδίες καὶ μὲ τὶς πατροπαράδοτες μπουνιές.

Ὅταν γύρισαν στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησιᾶς στὸ τέλος τῆς λιτανείας, ὁ Γιάννης πέρασε 
τὸν Ἐπιτάφιο ἀπὸ τοὺς τελευταίους.

Ἡ μπουνιὰ τοῦ Γιώργη ἔπεσε σὰν κεραυνὸς στὴν πλάτη του, ὅμως, ἀντὶ ν᾿ ἀκουστεῖ 
ὁ συνηθισμένος ὑπόκωφος γδοῦπος, ἀκούστηκε ἕνας ξερὸς κρότος καὶ ταυτόχρονα μιὰ 
κραυγή πόνου ἀπὸ τὸ Γιώργη. Ἀμέσως μετὰ ἄρχισε νὰ φυσᾶ τὴ γροθιὰ τοῦ δεξιοῦ του 
χεριοῦ ποὺ εἶχε ματώσει στὶς ἀρθρώσεις.

Ὁ Γιάννης -ἀτάραχος- ἄνοιξε τὸ φερμουὰρ τοῦ μπουφάν του, χαλάρωσε μιὰν 
ὑφασμάτινη γυναικεῖα ζώνη, ζωσμένη κάτω ἀπὸ τὸ στήθος του κι ἔβγαλε ἀπὸ τὴν 
πλάτη του ἕνα κομμάτι κονταπλακέ.  Ἧταν τὸ κοντραπλακὲ ποὺ εἶχε βάλει στὴν 
κούτα του γιὰ νὰ μήν ξεπατωθεῖ. Καὶ γυρίζοντας στὸ Γιώργη:

«Αὐτὸ ἦταν γιὰ νὰ μάθεις πὼς δὲν ἰσιώνουν οἱ καμποῦρες μὲ μπουνιές.

Μονάχα μὲ μυαλὸ καὶ μὲ ψυχή.»

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Τὰ πρόσωπα καὶ τὰ γεγονότα εἶναι δημιουργήματα  φαντασίας. Στὴν 
ἀφήγηση ἔχουν ἐνταχθεῖ κάποια δευτερεύοντα περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἔγιναν κάτω 
ἀπὸ τελείως διαφορετικὲς συνθῆκες ὰπὸ αὐτές ποὺ περιγράφονται στὴ μυθοπλασία.

ΛΙΓΑ ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΑ: Προσπάθησα ν᾿ ἀποφύγω τὶς παραπομπές γιὰ νὰ μήν δυσκολέψω τὴν 
ἀνάγνωση. Ἔτσι χρησιμοποίησα λίγες ἰδιωματικὲς λέξεις κι αὐτὲς μὲ τρόπο ποὺ νὰ 
γίνονται εὔκολα κατανοητές.

Παρακάτω κάποια συμπληρωματικὰ στοιχεῖα γιὰ ὅσες παρουσιάζουν λεξιλογικὸ 
ἐνδιαφέρον.

ἀσκοιβὴ: ἀστοιβή, ἀγκαθωτὸς θάμνος. Ἐνδιαφέρουσα ἡ μετατροπὴ τοῦ ταῦ σὲ κάππα. 
Ἂς μιλήσουν οἱ εἰδικοὶ γι᾿ αὐτό. [Ειδικός δεν είμαι, αλλά τη μετατροπή του τ σε 
κ την έχουν και στο Πλωμάρι. Μάλιστα, λέει το ανέκδοτο, όταν ζητούσαν από τον 
μπακάλη «κιρί» τους ρωτούσε: «Κυρί που τρώγιν ή κηρί π’ ανάφκιν;»]

᾿χινοπόδι: ἀχινοπόδι, ἀγκαθωτὸς θάμνος. Χαρακτηριστικὴ -στὴ θερμιώτικη 
ντοπιολαλιὰ- ἡ ἔκθλιψη τοῦ ἄλφα στὴν ἀρχὴ τῆς λέξης, ὅπως ἀναφέρω κι ἐδῶ 
https://www.slang.gr/definition/28103-pergazo

᾿ποσοδιαστήκαμε: ἀποσοδιαστήκαμε, τελειώσαμε μὲ τὴ σοδειά. Ἔκθλιψη τοῦ ἀρχικοῦ 
ἄλφα, ὅπως στὸ προηγούμενο.

σπαρθόπουλο: σπάρτο, θάμνος μὲ λεπτούς, ἴσιους βλαστοὺς καὶ κίτρινα λουλούδια.

κανναβάτσο:  τὸ δάπεδο τοῦ ρίνγκ. Συνήθως ἦταν καλυμμένο μὲ χοντρὸ ὕφασμα ἀπὸ 
κάνναβη. Χαρακτηριστικὴ ἡ ἔκφραση τὸν ἔριξε στὸ κανναβάτσο: τὸν νίκησε 
(κυριολεκτικὰ ἢ μεταφορικά).

μασαρεύω: περιποιοῦμαι, τακτοποιῶ τὰ ζῶα.

Συνήθως συναντᾶται στὴν ἔκφραση μασαρεύω τὰ πράματα

Πέρα  ἀπὸ τὴν καθαρὰ ἀγροτικὴ χρήση, ἡ λέξη ἔχει ἐπεκταθεῖ καὶ στὴν 
οἰκιακὴ/καθημερινὴ ζωὴ μὲ τὴν ἔννοια τοῦ τακτοποιῶ, καταφέρνω, βολεύω, 
κυριολεκτικὰ ἢ μεταφορικά.

Προέλευση ἀπὸ τὸ ἰταλικὸ masseria : μεγάλο ἀγρόκτημα, λατιφούντιο. Περισσότερα 
ἐδῶ.

https://sarantakos.wordpress.com/2021/05/02/martinos-10/
 ________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις 
προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ενώ Για 
να κατεβάσετε τον σχετικό κατάλογο επισκεφθείτε το 
http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.zip
____________

Απαντηση