Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή, Μαΐου 9, 2021, 09:39

Ο διάλος να ‘μπει μέσα σου και να ‘ναι και τσαγκάρης (ένα διήγημα του Dryhammer)


Κι άλλες φορές έχουμε παρουσιάσει κείμενα του φίλου μας του Ξεροσφύρη: 
ταξιδιωτικά αφηγήματα από τον καιρό που έκανε στα καράβια και ειδικότερα από τα 
ταξίδια του στο Μούρμανσκ και στην Κίνα, μετά δυο ευτράπελες διηγήσεις του 
συστεγασμένες με άλλη μία του Δημήτρη Μαρτίνου, πρόπερσι ένα διήγημα πολιτικής 
φαντασίας και πέρυσι δυο ιστορίες της τρικυμίας και της παλίρροιας., κι ύστερα, 
τον Σεπτέμβρη, άλλες τρεις ιστορίες από το πρωί ως αργά το απόγευμα.

Το σημερινό διήγημα γράφτηκε κατά κάποιο τρόπο κατά παραγγελία -δική μου 
παραγγελία. Πριν από είκοσι περίπου μέρες, σε ένα άρθρο για την έκφραση «να 
μπεις στα παπούτσια του», η συζήτηση αναπόφευκτα ξεστράτισε κι έφτασε στα 
καλαπόδια, που τα χρησιμοποιούσαν οι παλιοί μαστόροι τότε που τα παπούτσια 
γίνονταν επί παραγγελία, εξατομικευμένα. Εκεί λοιπόν ο φίλος μας ο Ξεροσφύρης 
έκανε ένα πολύ ωραίο σύντομο σχόλιο, για τον πατέρα του, που ήταν τσαγκάρης, 
και για τα καλαπόδια του. «Πολύ ωραίο σχόλιο, υλικό για διήγημα!» σχολίασα κι 
εγώ. Ο Ξεροσφύρης στην αρχή έδειξε κάποιο δισταγμό, αλλά λίγες μέρες μετά μου 
έστειλε με μέιλ «το παραγγελμένο». Και αφού πέρασαν οι γιορτές, με πολλή χαρά 
αλλά και συγκίνηση (και καμάρι) το δημοσιεύω.

Σημειώνω ότι την έκφραση του τίτλου την ξέρω με παραλλαγή: Ο διάολος να’μπει 
μέσα σου και να’ναι και θηλυκός [για να γεννήσει κι άλλους]

Ο διάλος να ‘μπει μέσα σου και να ‘ναι και τσαγκάρης

«Ο διάλος νά ‘μπει μέσα σου και νά ‘ναι και τσαγκάρης» είπε ο τρίτος του λαδά 
που άλλο τού ‘πε κι άλλο έφερε.

«Γιατί τσαγκάρης μαστροΠαναγιώτη;»

«Για να σου κοπανά όλη μέρα με το σφυρί. Άντε μαλάκα πίσω και φέρε μου…»

Κι όλη μέρα από τη γωνιά ακόμα άκουγες το ντάκα ντούκα του σφυριού που έβγαινε 
από το τσαγκαράδικο κι όσο πλησίαζες δυνάμωνε. Ήτανε η σταθερή μουσική 
υπόκρουση που συνόδευε κάθε δραστηριότητα μέσα και γύρω από το μαγαζάκι. 
Πλησιάζοντας άκουγες κουβέντες. «Όλοι οι άεργοι κι οι ακαμάτες εδώ έρχονται» 
έλεγε ο μαστρο Κώστας, και μπαίνοντας από την πόρτα σου χτύπαγε η μυρωδιά της 
βενζινόκολλας, ανάμικτη με τσιγαρίλα και αψιά μυρωδιά από πετσί (και ολίγη 
ποδαρίλα) που τη γλύκαινε κάπως η τσίκνα από το σουβλάκι στα κάρβουνα του 
διπλανού σουβλατζήδικου.

Το μαγαζάκι δεν ήτανε πιο μεγάλο από το σαλόνι ενός αυτοκινήτου, κάτω από μια 
σκάλα που οδηγούσε στο γραφείο ενός δικηγόρου κι αργότερα ενός βουλευτή, έτσι 
που τα βήματα στα ξύλινα σκαλοπάτια να ακομπανιάρουν τις σφυριές από κάτω. Μ΄ 
αυτές τις  μουσικές, παρόλο που το μαγαζάκι απείχε ούτε 10 μέτρα από τον 
κεντρικό εμπορικό δρόμο, έπρεπε να γίνει καυγάς για να ακουστεί κάτι από κει, 
κι ας ήταν γεμάτος κόσμο που ψώνιζε, συναντιόταν ή απλά σουλατσάριζε -καθότι ο 
κεντρικός δρόμος με τα μαγαζιά, κλειστός για τα αυτοκίνητα τις εργάσιμες ώρες 
τους, λειτουργούσε και σαν νυφοπάζαρο. Η πρόσοψή του ήτανε μια σκονισμένη 
τζαμαρία με την πόρτα στα δεξιά, αριστερά ήταν η σκάλα, με ένα ξεθωριασμένο 
ριχτάρι  περασμένο ψηλά σ΄ένα σύρμα, που εκτελούσε χρέη κουρτίνας. Στο άνοιγμα 
της πόρτας δυό καρέκλες πρώην ψάθινες και μετά πλεγμένες με πλαστικό μακαρόνι, 
στη γωνιά μια κρεμάστρα του τοίχου να χωρά δυο τρία ρούχα και μια ομπρέλα και 
δίπλα, φάτσα στην πόρτα μια καρέκλα ακόμα που παρέμεινε ψάθινη και δατς όλ. Σ΄ 
εκείνη την καρέκλα ακούμπησα την τσάντα μου όταν σχόλασα από την πρώτη 
δημοτικού το ‘70  και εκεί άφηνα και το κράνος του μηχανακιού όταν μέχρι το ’87 
πήγαινα να τον πάρω για να πάμε σπίτι όποτε ήμουνα στη Χίο. Άμα καθότανε τρείς 
βρίσκανε τα γόνατά τους μεταξύ τους, κι άμα ήτανε κάνας ψηλός μπορεί και να 
‘βρισκε κι εκείνος στον πάγκο που ήτανε απέναντι από τις δυό καρέκλες. Όλη η 
ρεσεψιόν και το λόμπι μαζί ήταν όσο το πλάτος της πόρτας. Αριστερά, στο χώρο 
που όριζαν τα δυό σταθερά κομμάτια της τζαμαρίας, μήκους δυόμισι πόρτες όλη 
μαζί, κυριαρχούσε ο πάγκος –ιδιοκατασκευή-, χαμηλός γεμάτος εργαλεία και 
σύνεργα και καρφάκια, πολλά καρφάκια σε διάφορους τύπους και μεγέθη, 
ταιριασμένα σε ανοιχτά κουτάκια, από κονσέρβες χωρίς καπάκι κι αργότερα από 
πλαστικά καπάκια από σπρέι που ήταν κυλινδρικά και δεν είχαν χείλος, διαταγμένα 
με βάση τη συχνότητα χρήσης του κάθε είδους. Ανάμεσα πάγκο και τζαμαρία είχε 
ένα στενό πέρασμα και ένα μικρό πάγκο με ράφια ανοιχτά γεμάτο διάφορα κουτάκια, 
μπουκαλάκια, μπετονάκια, λίμες και στο πάτωμα κάτω από τον μικρό πάγκο, το 
μαστέλο, όπως έλεγε ένα κουβά από μπογιά γεμάτο με νερό που μούλιαζε τα πετσιά 
κι ένα κασελάκι με εργαλεία που σπάνια χρησιμοποιούσε. Πίσω από τον πάγκο και 
πριν το κούφωμα της σκάλας ήταν η καρέκλα του. Μια χαμηλή καρέκλα με κομμένα 
πόδια ώστε να κάθεται και τα γόνατα να είναι λίγο πιο ψηλά από τη μέση. Το 
κούφωμα κάτω από τη σκάλα ήταν κάτι σαν αποθήκη με κομμάτια από δέρμα σε ρολό 
με χαρτί ανάμεσα, κούτες με ανταλλακτικά (τακούνια, άντυτες μονοκατοικίες, 
λάμες για καμάρες, κι άλλα χρήσιμα κι αχρείαστα) και σε σακούλες ή εφημερίδες 
(παλιότερα) τα άφτιαχτα παπούτσια. Αριστερά όπως καθόταν το σιδεροκαλάποδο. Το 
αμόνι του, ένα σίδερο σχήματος Γ με το ποδάρι σφηνωμένο σε ξύλο και την πλατιά 
γλώσσα που έμπαινε μέσα στο παπούτσι για νάχει κόντρα στο σφυροκόπημα. Κάπου 
υπήρχε κι ένα κανονικό σιδεροκαλάποδο με τρία Γ σε ορθή γωνία, αλλά αυτό έπρεπε 
να το έχεις στα πόδια σου πάνω και να χτυπάς για αυτό έβαλε ένα σιδερά να του 
φτιάξει το άλλο. Από τη μεριά του τοίχου είχε ένα μικρό κενό δίπλα στον πάγκο 
όπου έβαζε όρθια τα μεγαλύτερα κομμάτια σολόδερμα (τα πετσιά) και τα φύλλα 
λάστιχο και κρεπ για τα τακούνια. Τα μικρότερα κομμάτια ήταν σ’ ένα χαμηλό ράφι 
που έπιανε όλο τον πάγκο από κάτω στο ύψος που να μπορεί να ακουμπάει τα πόδια 
του σαν διάλειμμα. Στον τοίχο, από λίγο πιο πάνω από τον πάγκο και μέχρι λίγο 
κάτω από το ταβάνι είχε ράφια, σανίδες δηλαδή πάνω σε γωνιές καρφωμένες στον 
τοίχο, που έφταναν στα όρια του πάγκου εκτός από τα δύο πιο ψηλά που συνέχιζαν 
κι έκαναν γωνιά φτάνοντας μέχρι εκεί που άνοιγε η πόρτα. Τα ράφια γέμιζαν κι 
άδειαζαν από τα διορθωμένα παπούτσια αρχικά τυλιγμένα σε εφημερίδα με 
λαστιχάκι, που πήγαινα και τις αγόραζα με το κιλό από το παλιό πρακτορείο τύπου 
με κομμένη την «ετικέτα» της πρώτης σελίδας με την ημερομηνία και τον αριθμό 
φύλλου και τα λαστιχάκια [μου διαφεύγει το νούμερο] σε πακέτα μισόκιλα, 
υπόλευκα με πούδρα για να μη στεγνώνουνε και σπάνε. Αργότερα ήρθε η νάιλον 
σακούλα όπου ο καθένας τά ‘παιρνε στην σακούλα που τά ‘φερε που έγραφε τ’ όνομά 
του κι όταν ήταν έτοιμα και την τιμή. Όταν έπεφτε πολλή  δουλειά ή ειδικοί 
λόγοι (πχ κατέβαιναν από χωριό με το λεωφορείο) και τη μέρα παράδοσης. Το όνομα 
γραφόταν και πάνω στο ένα παπούτσι, συνήθως στο κομμάτι ανάμεσα στη σόλα και το 
τακούνι που δεν πατιέται και σπανιότερα στον πάτο ή στη φόδρα, αν ήταν να 
αλλαχτεί κι εκείνο το κομμάτι.

Ο πάγκος δεν αγγιζόταν από άλλον εκτός από τον ίδιο, επί ποινή θανάτου, όποιος 
κι ό,τι κι αν ήταν αυτός. Κάτι που το συνάντησα και σεβόμουνα σε όλους τους 
μαστόρους και «μαστόρους» που έτυχε να συναναστραφώ στη ζωή μου. Και το στυλό 
να ήθελες να πάρεις, έπρεπε να στο δώσει ο ίδιος. Ακόμα και άλλοι τσαγκάρηδες 
που για κάποιο λόγο περνούσαν από το μαγαζάκι, αν ήθελαν κάτι πχ να κόψουν ένα 
σπάγκο ή τους τον έκοβε ο ίδιος ή ζητούσαν το εργαλείο που τους το έδινε στο 
χέρι και του το επέστρεφαν στο χέρι του για να το βάλει στη θέση του. Δεν το 
ακουμπούσαν πίσω στον πάγκο μετά τη χρήση. Σ’ εκείνον τον πάγκο με το χείλος 
γύρω γύρω από πηχάκι 3- 4 πόντους όλα είχαν τη θέση τους, παρόλο που στο μάτι 
του άσχετου φαινόταν να είναι ανάκατα. Αυτή τη θέση την καθόριζε η συχνότητα 
χρήσης του κάθε εργαλείου ή αναλώσιμου σε σχέση  και με το χέρι που το 
χρησιμοποιούσε. Μπροστά του ήταν οι φαλτσέτες, κι όχι εκείνα τα κοπίδια με 
αφαιρούμενα κομμάτια της λάμας που λένε κάποιοι τώρα φαλτσέτες, αλλά ατσάλινο 
έλασμα με αρχικό μήκος 25-30 πόντους που με το λιμάρισμα μίκραινε σιγά σιγά σαν 
τα μολύβια με το ξύσιμο, μέχρι που πια δεν πιανόταν και κάποιες από αυτές 
κατέληγαν στα εργαλεία του σπιτιού, αντί για τα σκουπίδια. Στο πίσω μέρος 
έγραφε στη λάμα και το όνομα του κατασκευαστή.  Θυμάμαι εκείνες που στένευαν 
στο τέλος (μάλλον για να μπαίνουν σε κάποια λαβή) κι έγραφαν ISTAMBUL PAPAZOGLU 
και κάποιες που πίσω στρογγύλευαν κι έγραφαν SALONIKA. Στο γείσο του πάγκου 
μπροστά του είχε κι ένα φάλτσο κόψιμο για να ακουμπά τη φαλτσέτα να την 
τροχίζει με τη λίμα. Κι οι λίμες ήταν επίσης συγκεκριμένες. Προτιμούσε τις 
τριγωνικές το πιο μεγάλο μέγεθος, για να ‘χουν επιφάνεια. Δε συμπαθούσε τις 
πλακέ, που αγόραζε μόνο αν τα ειδικά μαγαζιά της Χίου δεν είχαν τρίγωνη. Μ΄ 
έστελνε σ΄ ένα συγκεκριμένο να πάρω «μια λίμα του μπαμπά μου» κι ο μαγαζάτορας 
έλεγε «Εκείνος παίρνει το βαρύ του Νίκολσον, κάτσε να δώ αν έχω» και στο δρόμο 
διάβαζα στη βάση της NICHOLSON DENMARK  με τα πρώτα μου αγγλικά. Τις φαλτσέτες 
πήγαινε και τις έπαιρνε πάντα ο ίδιος για να τις ελέγξει λυγίζοντάς τις ελαφρά 
και χαράζοντας στο ξύλο του πάγκου του πωλητή μια γραμμή 2-3 πόντους. «Στην 
επιδιόρθωση δουλεύεις λάστιχα και πετσιά πιο χοντρά για σιόλες, και θέλεις άλλη 
φαλτσέτα πιο στάνια από του καινούργιου που κόβεις φόντια» (τα πάνω του 
παπουτσιού πριν γίνουν παπούτσι) και «Το λάστιχο του τακουνακιού έχει αμμουδάκι 
μέσα και χάνει τον αθέρα του το μαχαίρι και θέλει όλο τρόχισμα». Παλιά είχε ένα 
φίλο σιδερά («ατσίγγανο») και του έδινε τις λίμες που η «κόψη» τους ήταν 
άπιαστη  αφού εκείνος δούλευε το πλατύ μέρος τους κι ήταν ότι πρέπει για τομές 
με τη λίμα. Από κείνον έχω ένα σφυράκι που το κεφάλι του είναι από λίμα 
(διακρίνονται κάποιες ρίγες) –καθότι ατσίγγανος που άναβε καμίνι κι όχι 
εφαρμοστής όπως οι τωρινοί σιδεράδες του τροχού και της ηλεκτροκόλλησης – και 
το χεράκι του από ένα κομμάτι ξεφλουδισμένο κλαδί της συκαμινιάς που φυτρώνει  
έξω από την πόρτα μου, σφηνωμένα μεταξύ τους με ένα καρφί τετράγωνο χειροποίητο 
του κάρου χωρίς κεφάλι.

[Περιττό να πω πως τό ‘χω πιο πάνω κι απ΄ τα ‘κονίσματα.]

Όταν σχολούσε, απάνω στις φαλτσέτες ακουμπούσε ένα δερμάτινο δαχτυλίδι, που 
έπιανε σχεδόν όλη τη δεύτερη φάλαγγα του αντίχειρα και που του προστάτευε το 
δάχτυλο από την τριβή με την φαλτσέτα καθώς έβαζε ζόρι στο κόψιμο «Ο αρρεβώνας 
μου με τη δουλειά», κι ήταν το πρώτο που φορούσε μόλις κάθιζε πίσω από τον 
πάγκο. Δεξιότερα από τις φαλτσέτες ήταν δυό σφυριά (κι ένα πιο μεγάλο με κοντό 
χέρι στο κάτω ράφι του πάγκου ακριβώς κάτω από τ’ άλλα) κι ακόμα πιο δεξιά οι 
τανάλιες με πλατύ πιάσιμο για να πιάνει και να τραβάει το δέρμα χωρίς να το 
σημαδεύει. Πίσω από τις φαλτσέτες είχε ένα δυό κομματάκια από τζάμι ψιλό που 
έξυνε το πετσί για να το αγριέψει και να πιάνει η κόλλα, μια ράσπα και δυό 
κομμάτια από ξύλο με τετράγωνη διατομή που στο πάνω μισό είχε τυλίξει και 
κολλήσει σμυριδόπανο για τα φινιρίσματα στα τακούνια.   Αριστερά είχε το 
κουτάκι με την βενζινόκολλα κι απάνω του το πινέλο και δίπλα ένα καπάκι από 
κουτί κόλλας για τασάκι και το πακέτο τα τσιγάρα με το τσακουμάκι που μετά 
έγινε bic. Άμα άδειαζαν δυό τρία bic, τα πήγαινα σ’ ένα μαγαζάκι πιο κάτω και 
τα ξαναγέμιζαν με μια πατέντα με καρφίτσα και άντεχαν πεντέξι γεμίσματα και 
αλλαγή πέτρας μέχρι που το πλαστικό περίβλημα άρχιζε να κάνει ρωγμές και τότε 
πια πετιόταν.

[Αυτοί οι αναπτήρες ήταν σαν τις γάτες. Τα φτιάχνανε για μια χρήση αλλά είχαν 
6-7 «ζωές»]

Πιο αριστερά είχε κάποια εργαλεία πιο ειδικών χρήσεων όπως μια πένσα, ένα άλλο 
σφυρί, και ένα κουτάκι από κόλλα πού είχε γίνει καμινέτο οινοπνεύματος με μια 
τρύπα στο καπάκι απ’ όπου έβγαινε ένα φιτίλι που σκεπαζόταν για να σβήσει και 
να μην εξατμίζεται με ένα καπάκι από μπουκαλάκι βερνικιού. Τον υπόλοιπο πάγκο 
καταλάμβαναν άπειρα κουτάκια, χωρίς καπάκι πάντα, με κάθε είδους καρφάκια, από 
κουτιά της  NIVEA για τα πιο χρειαζούμενα μέχρι τα καπάκια των σπρέι για τα όχι 
και τόσο συχνής χρήσης. Στον τοίχο αριστερά του, σ’ ένα καρφί στο ύψος των 
ματιών του, κρεμούσε το ρολόι του χεριού που κούρδιζε κάθε πρωί και το φορούσε 
μόνο το Σαββάτο το βράδυ για μην σταματήσει την Κυριακή. Η πρόσοψη του πάγκου 
από τη μεριά των επισκεπτών ήτανε καλυμμένη με ένα φύλλο πεπιεσμένο χαρτόνι με 
βαμμένη την έξω μεριά (το ‘χω δει να καλύπτει και τοίχους ολόκληρους σε διάφορα 
εργαστήρια) ενώ από τη μεριά του στο χώρο εκατέρωθεν των ποδιών κρέμονταν από 
καρφάκια  διάφορα εργαλεία για ειδικούς σκοπούς το καθένα. Στη μέση του πάγκου, 
ανάμεσα στα πόδια του είχε φτιάξει ένα συρτάρι πιο μακρύ παρά πλατύ με  ένα 
χαλκά μπρούτζινο για να ανοίγει, την «κάντερα» ή «καντεράκι». Εκεί φύλαγε ένα 
κουτάκι όπως των καρφακιών με κέρματα για ρέστα και petty cash, αναπτήρες, 
κάποια μικρά χαρτονένια πατρόν για κομμάτια που έκοβε από μεγαλύτερα «τα 
στάμπα», και στο βάθος πακέτα από τσιγάρα κασετίνα του Ματσάγγου, με διάφορα 
ψιλολόγια, γουρουνότριχες για ράψιμο δερμάτων, σπάγκο, κερί, αγκράφες για 
πέδιλα κι άλλα μυστηριώδη που δεν κατάλαβα ποτέ τί ήταν και πού έμπαιναν αλλά 
που μεγαλώνοντας πιστεύω πως ήταν από κείνα που κρατάς πιστεύοντας πως κάποτε 
θα τα χρειαστείς.

[Ποτέ! Μόνο αφού τα πετάξεις.]

Κάθε μεσημέρι, από την πρώτη δημοτικού μέχρι την τρίτη λυκείου, μετά το σχολείο 
πήγαινα από το μαγαζάκι και περίμενα να σχολάσει για μεσημέρι, να ανηφορίσουμε 
μαζί για το σπίτι. Συχνά με έστελνε για ψώνια δικά του ή του σπιτιού, μετά από 
εκπαίδευση να προσέχω πάντα τη ζυγαριά και να κάνω κι εγώ το λογαριασμό μαζί με 
τον πωλητή αφού τα είχα καλά με τα μαθηματικά, συνήθεια που είναι πια αδύνατο 
να αλλάξει. Ήταν η πρό σούπερ μάρκετ εποχή, τότε που από άλλο μπακάλη έπαιρνες 
φέτα κι από άλλον κασέρι, όποιον είχε «το καλό», χώρια που κάποιοι ήταν πελάτες 
κι είχαν προβάδισμα

[συχνά βλαστημώντας για την ποιότητα ή/και την τιμή, οπότε περιορίζονταν η 
γκάμα των ειδών που  αγοράζονταν από αυτούς].

Αν προστεθούν οι σχολικές αργίες και διακοπές, που κατέβαινα πιο νωρίς, πέρασα 
πολύ χρόνο στο μαγαζάκι και μπόρεσα να ρωτήσω για πολλά και διάφορα, για τη 
δουλειά, τον ίδιο (όσο μ’ έπαιρνε) και να γνωρίσω και κάποιους «θαμώνες» και 
πελάτες. Συνθέτοντας αποσπάσματα από κουβέντες και ιστορίες δικές του, από τη 
μάνα μου, από τρίτους, παλιούς γνωστούς και φίλους του, έβγαλα στο περίπου το 
δικό του βίο και πολιτεία, συνυφασμένη πάντα με τη δουλειά του.

Ο μαστροΚώστας, ο «Καρδαμυλίτης» όπως τον ήξεραν στην αγορά, γεννήθηκε το 1915 
στα Καρδάμυλα της Χίου, από πατέρα ναύτη (και αγρότη) και μητέρα «οικιακά» (και 
ολίγο χωράφι). Ήταν το δεύτερο από τα τρία παιδιά που επέζησαν της βρεφικής 
ηλικίας και πιθανά η πέμπτη ή έκτη γέννα της μάνας του. Αγρίμι κι ατίθασος πήγε 
σχολείο εκεί μέχρι και την ογδόη γυμνασίου όπου παράτησε το σχολείο και 
κατέβηκε στη Χώρα με το πηλίκιο με την κουκουβάγια να μάθει τέχνη.

[Έλεγε, πως τον έβγαλε στο μάθημα ο καθηγητής των γαλλικών κι ενώ το είπε σωστά 
του μίλησε άσκημα πως τα είπε λάθος για να μην τον περάσει. Εδώ να πούμε ότι ο 
συγκεκριμένος καθηγητής, ήταν περιώνυμος και εκτός Καρδαμύλων, πως για να τους 
περάσει και να πάρουν απολυτήριο γυμνασίου για να μπορέσουν να γίνουν 
καπετάνιοι, είχε απαιτήσεις σε χρήματα , σε είδος, με μανάδες κι αδερφές να 
πηγαίνουν να του κάνουν το σπίτι – μέχρι και στο κρεβάτι του ψιθυρίζονταν- για 
το έρμο το απολυτήριο. Ψέματα κι αλήθεια, του πέταξε το βιβλίο στη μούρη κι 
έφυγε]

Πήγε σε κάποιο μάστορα και πριν ακόμα το στρατό είχε γίνει παπουτσής να 
φτιάχνει καινούργια. Το μόνο που δεν έμαθε ήταν να κόβει και να γαζώνει τα 
δέρματα για τα φόντια, γιατί αυτό απαιτούσε ακόμα 1 χρόνο μαθητεία με 
μεροκάματο μαθητευόμενου κι εκείνος ήθελε ανεξαρτησία -και μεροκάματο μάστορα.  
Στο στρατό ’36 με ’39, που τον έκανε στη Χίο, στους στρατώνες στην πόλη,  
επειδή έφτιαχνε παπούτσια στους αξιωματικούς και τις γυναίκες τους, τον 
έστειλαν σε λόχο ανεπιθύμητων, «στο λόχο τουμπεκί», που έκαναν θητεία-εκτόπιση 
για να μη μπορεί να μετατεθεί αλλού εκτός συντάγματος και για να μην 
συγχρωτίζεται πολύ πολύ με τους ποινικούς τον έβαλαν «καντινιέρη» όπως λέγανε 
τότε τους καψιμιτζήδες. Ιστορίες διάφορες από τη ζωή των ποινικών, ρεμπέτες 
αληθινοί με όλα τα συμπαρομαρτούντα και επαφή με τα τραγούδια τους. Στην 
Αλβανία δεν πήγε η κλάση του, ίσα που έφτασε πιο πάνω από τη Λαμία όταν 
κατέρρευσε το μέτωπο.

[Ο λόχος τουμπεκί πήγε και δε γύρισε κανένας γιατί δεν άντεξαν στη κακουχία και 
γιατί ο διοικητής του23ου Συντάγματος (ο περιβόητος Ν. Ρόκκος που λέγανε στη 
Χίο πως έβαζε το άλογο η/και το σπαθί του τιμωρία)  όπως λένε έδινε 
αλλοπρόσαλλες εντολές].

Κατοχή στο χωριό,  από τους λίγους άνδρες που έμειναν μιας κι οι πολλοί ήταν 
μπαρκαρισμένοι όταν τους βρήκε ο πόλεμος, επιβίωση μέσω εργασιών και 
ανταλλαγών, είχε προλάβει να πάρει κάποια πετσιά και δέρματα από τα ταμπάκικα 
πριν τα επιτάξουν, διαγούμισμα στα ξωκλήσια για να κάνουν με τα  ‘χτωήχια (και 
τα βαγγέλια;) τσιγαρόχαρτο [λεπτό φίνο ριζόχαρτο έστω και τυπωμένο].

Το ’42 χάνει τη μητέρα του από έλλειψη φαρμάκων, «οι ξεσκισμένοι τά ‘χανε και 
τά ‘χανε κρυμμένα» και μετά από 6 μήνες τον πατέρα του από επιπόλαιο χτύπημα, 
αλλά κυρίως από τη στεναχώρια του για τη γυναίκα του «Εγώ γρήγορα θα πάω να τη 
βρω την κυρά μου» κι αφού χτύπησε το πόδι του «Ξαπολάτε με, να πάω στην 
Ερείνη». Μετά τον πόλεμο θέλει να φύγει στην Αμερική που είχε και συγγενείς,  
αλλά με τα χαρτιά που είχε αδύνατον. Κομμουνιστής από το ’34, με τα αρχεία της 
ΚΟΒΑς των Καρδαμύλων από το ’35, δεν του βρίσκαν τίποτα για να τον δέσουνε αλλά 
μέχρι και το λόχο τουμπεκί θυμήθηκαν για να μη μπορεί να φύγει. Για τη θάλασσα 
δεν ήτανε, κι ας είχε φυλλάδιο με ήδη ναυτολόγηση σε καΐκι για να πάει μετά σε 
ποντοπόρο, όπως κάθε αγόρι στα Καρδάμυλα μα και γιατρός να ‘τανε,  κι είχε κι 
αφησμένη κάταρα ο πατέρας του να μην γίνουν τα παιδιά του ναυτικοί.

[Για το βαπόρι δεν είχε θέμα με τα χαρτιά, γιατί το συγχωριανός υπερίσχυε 
παντός αμαρτήματος και κάπου θα τονε μπαρκάρανε].

Έτσι αφοσιώθηκε στην τέχνη του.

Τα χρόνια εκείνα, τα μαγαζιά που πουλούσαν παπούτσια τα έφτιαχναν στα δικά τους 
εργατικά, στα συνεργεία τους. Το σχεδίαζαν σ΄ ένα χαρτί προσαρμοσμένο στο 
καλαπόδι, καμιά φορά και πάνω στο καλαπόδι κι ύστερα το έβγαζαν στο χαρτί, 
έφτιαχναν τα πρώτα κομμάτια από τα οποία θα αποτελείτο πάνω στο νούμερο του 
καλαποδιού, και μετά με τον παντογράφο έφτιαχναν πατρόν για δεξί-αριστερό και 
για τα διάφορα νούμερα. Αυτά τα πατρόν κόβονταν σε χαρτόνι, γινόταν δηλαδή τα 
στάμπα με τα οποία κόβονταν τα αντίστοιχα κομμάτια από δέρμα, λεπτύνονταν όπου 
ήθελε, και φοδραριζόταν και γαζώνονταν για να γίνει το φόντι, το πάνω μέρος του 
παπουτσιού. Από κει και μετά πήγαινε στο εργατικό κι ο μάστορας με τους 
καλφάδες παραδίνανε τακίμια παπουτσιών. Το τακίμι (η γκάμα θα λέγαμε σήμερα) 
αποτελείτο από 1 ζευγάρι Νο 34, 2 Νο 35, 3 Νο 36, 3 Νο 37, 2 Νο 38 κι 1 Νο 39. 
Αντίστοιχα στα αντρικά από 40 ως 45. Η παράδοση και η πληρωμή γινόταν Σαββάτο 
απόγευμα-βράδυ κι από Δευτέρα φτου κι απ΄ την αρχή. Δευτέρα πρωί μέχρι να 
ετοιμαστούν τα καινούργια φόντια το εργατικό περίμενε κι είχε τσαγκαροδευτέρα.  
Τα παπουτσήδικα διαιρούνταν στα μαγαζιά με τα παπούτσια πολυτελείας, τα 
μοντέρνα, που ήτανε σε εμπορικό δρόμο και τα μαυροπαπουτσήδικα που πουλούσαν 
παπούτσια καθημερινά, πιο φτηνά και πιο χοντροκαμωμένα,  αποκλειστικά σε μαύρο 
χρώμα και που ήταν σε παρόδους. Έτσι και οι τεχνίτες διαιρούνταν σε τσαγκάρηδες 
και μαυροπαπουτσήδες. Άλλη κατηγορία ήταν οι παντοφλάδες που διέφεραν και τα 
υλικά που δούλευαν.

Ο μαστροΚώστας από τις αρχές της δεκαετίας του 50 έφυγε από το εργατικό των 
μαγαζιών κι έφτιαχνε παπούτσια, για τα μαγαζιά πάλι, αλλά μόνος του, μέ ή χωρίς 
βοηθό με το κομμάτι. Πρέπει να ήταν καλός γιατί υπήρξαν περίοδοι  που έφτιαχνε 
για δυό μαγαζιά (ανταγωνιστικά) και τα αφεντικά τους στράβωναν που τον βλέπανε 
να πολεμά κι αλλουνού, αλλά δουλειά του δίνανε πάντα και καλοπληρωμένη. Οι 
σαρακοστές ήταν περίοδος σκληρής δουλειάς και νυχτεριού ακόμα για να βγουν οι 
παραγγελίες ενόψει Χριστουγέννων και Πάσχα. Τότε νοίκιαζε ένα χώρο πάνω από 
κάποιο μαγαζί (από αυτούς που σήμερα θα γινόταν γραφείο) «το παταράκι», όπου το 
ένα δωμάτιο ήταν το εργαστήριο και στο άλλο έμενε. Η περίοδος μετά τα 
Χριστουγεννόσκολα και μετά το Πάσχα ήταν περίοδος διακοπών όπου γλεντούσε με τα 
έτοιμα. Το ’63 παντρεύεται (ήδη 48+) και το ‘64 γίνεται πατέρας. Το ’68 στα 
πλαίσια της χουντικής ανοικοδόμησης το παταράκι κατεδαφίζεται και μένει 
επαγγελματικά άστεγος. Μπαίνει ξανά σε εργατικό μαγαζιού σ΄ ένα υπόγειο, που 
μετά έγινε το εργαστήριο του ζαχαροπλαστείου που άνοιξε από πάνω, αλλά σύντομα 
(’69) τα εργατικά σταματάνε παντού γιατί άνοιξαν εργοστάσια στην Αθήνα και τα 
μαγαζιά αγοράζουν από κει, κι από κατασκευαστές γίνονται έμποροι. Είχε και 
δάνειο για το σπίτι που έφτιαξε (προέκταση του προικώου) που το σταμάτησε όταν 
βγήκε στην ανεργία.

[και το ξεπλήρωσα εγώ όταν μπαρκάρησα το ‘94]

Μόνη  λύση που είδε ήταν να γυρίσει στην επιδιόρθωση, δηλαδή από τσαγκάρης να 
γίνει μπαλωματής.

Τότε ήτανε που έπιασε και το μαγαζάκι. Αυτό συνέπεσε χρονικά με την αρχή της 
μαθητικής μου σταδιοδρομίας και καθώς το σχολείο βρισκόταν στη διαδρομή από το 
σπίτι προς το μαγαζάκι και πιο κοντά σ΄ εκείνο, έγινε ο σταθμός πριν το σπίτι, 
εκτός αν έβρεχε που ερχόταν ένας γείτονας με το κλειστό φορτηγάκι της δουλειάς 
και μας φόρτωνε μαζί με την κόρη του στην κλούβα πίσω  κι ερχόμουνα σπίτι.

[Ο Δημήτρης ο «Χότζας» της ομώνυμης ταβέρνας, πατέρας του Γιάννη του «Χότζα» 
που την έχει τώρα – και την έκλεισε μετά από 130 χρόνια, με το πρώτο λοκντάουν].

Η επιδιόρθωση αποδείχτηκε καλή κίνηση. Η δουλειά δεν έλειπε ποτέ γιατί οι μόδες 
αλλάζουν, αλλά το τακούνι και η σόλα πάντα θα φθείρονται και θα 
αντικαθίστανται, ιδίως όταν το παπούτσι δεν ήταν φτηνό να πετιέται εύκολα. [Το 
καλό παπούτσι και το αντρικό δεν ήταν ποτέ φτηνά]

Επειδή η πραγματική τέχνη του ήταν στην κατασκευή, μπορούσε να κάνει μετατροπές 
και προσαρμογές μαζί με τις αλλαγές της μόδας.  Έτσι όταν ήρθε η μόδα στο 
γυναικείο παπούτσι με τους χοντρούς πάτους και τακούνια, σαν τα παπούτσια 
εργασίας των πορνοστάρ, του έφερναν από γόβες μέχρι μπότες και τους άλλαζε 
πάτους και τακούνια και τα έκανε «φελλά». Αργότερα ήρθαν οι «μονοκατοικίες», 
αυτά που λένε πλατφόρμες. Ξήλωμα τα φελλά και μετατροπή σε μονοκατοικία. Μετά 
πέρασε η μόδα και ξανάγιναν γόβες  με λεπτό τακούνι. Υπήρξε καλό κλασσικό 
παπούτσι που πέρασε από όλα τα στάδια του custom από γόβα μέχρι να ξαναγίνει 
γόβα, ιδίως όσα ήταν βολικά στο πόδι της κατόχου και ήταν πάντα στη μόδα. Γι 
αυτό στο πάνω ράφι είχε καλαπόδια γυναικεία με κλίσεις για διάφορα ύψη 
τακουνιού σε σχέση με τη σόλα για να προσαρμόζει την μετατροπή. Αυτό που δεν 
αλλάζει εύκολα στο παπούτσι ήταν το αρχικό καλούπι του στη διαφορά ύψους 
σόλας-τακούνι, απλά αυξάνεται ή μειώνεται το ύψος και των δύο και γεμίζει ή 
αδειάζει ο μεταξύ τους χώρος. Εκείνα που φτιάχτηκαν για μονοκατοικία και μετά 
ήθελαν να γίνουν γόβες με τακουνάκι υπόφεραν στη σταθερότητα και συχνά έσπαγαν 
στη μέση. Το ίδιο και με ορισμένα πεδιλοειδή που δεν υπήρχε αρκετό φόντι για να 
δένει το μπρος με το πίσω. Εκεί τα ξήλωνε και έβαζε ένα καμπύλο μεταλλικό 
έλασμα στην καμάρα που τα σταθεροποιούσε. Τα πιο καλά κι όσα είχαν φτιαχτεί για 
τέτοια το είχαν από κατασκευής αλλά και σ΄ αυτά ακόμα έσπαγε από άτσαλο 
βάδισμα, ιδίως στα λιθόστρωτα των χωριών, ή έπεφταν θύματα στο βωμό του 
πανηγυριού. Υπήρχαν και οι κρυφές επιδιορθώσεις, όπως να βάλουμε κάτι σαν 
προσθήκη κάτω από τη σόλα στη μια μεριά για να ισορροπήσει το στραβό πόδι, 
«Αφού είναι τα ποδάρια τος σαν τις  ζεύγλες του μαγγάνου, τι το θένε το 
ψηλοτάκουνο στιλέτο;»,  άνοιγμα στο καλαπόδι πάνω στο κότσι, «Άμα έχεις κότσι 
και θέλεις μυτερή γόβα, παίρνε τη ένα νούμερο πιο μεγάλο να μη σου χτυπά κι έλα 
να σου βάλω μισό πατάκι από μέσα πίσω να μη σου βγαίνουνε, αλλιώς ψάχνε για πιο 
φαρδιά καλούπια και βάλε πάτο αν χρειαστεί» ή το σύνηθες «Φόρα τα καθιστή και 
με το κόκκαλο γιατί άμα γυρίσει στη φτέρνα θα σου κάνει πληγή και μπορεί και να 
μη φτιάχνεται το παπούτσι». Φυσικά εκείνος τά ‘λεγε κι εκείνος τά ‘κουγε, μέχρι 
που πέφτανε κάτω ή πληγιάζανε και ζητούσαν βοήθεια. Πάντα όμως μετά. Όταν 
άρχισαν οι μικρές να φοράνε ολόισια παπούτσια όπως τα πάνινα του μπάσκετ και 
κάτι μοκασίνια και  εσπαντρίγιες χωρίς τακούνι «Θα ρημάξουνε τα ποδάρια τους 
και δεν θα ξέρουνε γιατί. Η φτέρνα πρέπει να είναι τουλάχιστο ένα δυό πόντους 
πιο πάνω από τα δάχτυλα για μοιράζει σωστά το βάρος. Και το παπούτσι πρέπει να 
‘χει καμάρα. Δες τα αντρικά. Ακόμα και τα τσαρούχια έχουνε καμάρα και λίγο 
τακούνι. Θα τους πονάνε τα ποδάρια τους, δε θα μπορούνε να πορπατήσουνε και θα 
‘ναι ακόμα κοριτσάκια». Εγώ σκεφτόμουνα πως έπιασε τη γκρίνια της ηλικίας. Τι 
ξέρει εκείνος από μοντέρνο παπούτσι μετά από 50+ χρόνια στη δουλειά; Κι εγώ 
μετά κατάλαβα.

Και το καινούργιο το παράτησε; Αυτό εγκαταλείφθηκε σιγά σιγά μόνο του. Του 
είχαν μείνει κάποιοι άντρες πελάτες με ιδιότροπα πόδια, με κότσια, με περίεργα 
σχήματα και κάλους σε διάφορα σημεία πχ στην πατούσα, που τα καλαπόδια τους τα 
είχε κρατημένα στο πιο ψηλό ράφι του τσαγκαράδικου  όπου έβλεπα αντρικά 
καλαπόδια με διάφορες τσόντες από δέρμα και χαρτόνι σε διάφορα σημεία ώστε να 
ταιριάζουν με την ιδιοτροπία του κάθε ποδιού. Οι γυναίκες δεν έφτιαχναν κατά 
παραγγελία. Υπήρξε και ζευγάρι με άνισα πόδια όπου η τέχνη ήταν να είναι ίδια 
απέξω και άνισα μέσα για να εφαρμόζουν καλά και στα δυό πόδια. [Τα πόδια, όπως 
και ό,τι έχει ο άνθρωπος σε ζευγάρι, σχεδόν ποτέ δεν είναι 100% ίδια μεταξύ 
τους, αλλά συνήθως οι διαφορές είναι μικρές και ανεπαίσθητες. Πάντως υπάρχουν. 
Γι αυτό δοκιμάζετε και τα δυό παπούτσια  κι όχι μόνο το δεξί που σας φέρνει ο 
πωλητής κι είναι πιο ανοιγμένο από τις πρόβες]

Το μεγαλύτερο ήταν ένα Νο 46 που με προσθήκες σε μύτη, φτέρνα, κότσι και 
κουτουπιέ είχε γίνει 48 για ένα πανύψηλο μανάβη (ήμουνα και πιτσιρικάς και μου 
φαινότανε πια πως έσκιαζε τον ήλιο -όχι πάνω από 1,92 αλλά με ποδάρα).Το 
μικρότερο ήταν ένα Νο 40 για τον άντρα μιας θείας μου που είχε έξτρα προσθήκη 
στον κουτουπιέ στα όρια του 42. Για κείνον μού ‘λεγε πως το κανονικό του ήταν 
38,5 αλλά είχε «το ποδάρι σαν φραντζόλα» και του έφτιαχνε το παπούτσι στο 
μεταποιημένο 40άρι για λόγους αισθητικής. «Να μην είναι πιο ψηλό παρά μακρύ». 
Σ’ εκείνο με τον κάλο στην πατούσα είχε μια τσοντίτσα μεγέθους κέρματος στο 
ανάλογο σημείο και τα έφτιαχνε με διπλό πάτο ώστε στον πρώτο να έχει τρύπα που 
να χωνεύει μέσα ο κάλος, χωρίς να πατιέται και με προσοχή στην κατά μήκος και 
πλάτος εφαρμογή για «να μην παίζει το ποδάρι μες στο παπούτσι και βρίσκει ο 
κάλος. Να μπορεί να πορπατεί ο άθρωπος, όχι να στέκεται μονάχα».  Αλλά με την 
πάροδο του χρόνου, όλο και λιγόστευαν. Ο ψηλός μανάβης σώθηκε όταν ήρθαν τα 
αθλητικά για μπάσκετ που είχε μεγάλα νούμερα και κράτησε τα χειροποίητα για 
«καλα» .  Άλλοι τα ζήτησαν και τα πήραν όταν έφυγαν εκτός Χίου για Αθήνα και 
Πειραιά ή πήγαν εκεί που δεν τα χρειάζονταν πια. Σιγά σιγά έκλειναν και τα 
μαγαζιά που πουλούσαν δέρματα κλπ για καινούργια κι όσοι λίγοι μείνανε να 
φτιάχνουν παράγγελναν κάποια πράγματα από Αθήνα ή κατέβαιναν κάνα δυό φορές το 
χρόνο οι ίδιοι και ψώνιζαν. Σε κάποιον από αυτούς πήγαινε στο τέλος τα 
καλαπόδια του θείου μου για να του φτιάξουν παπούτσια και μετά τα έπαιρνε πίσω. 
 Έτσι δεν μπόρεσα ούτε κι εγώ να έχω ένα ζευγάρι από τα χέρια του κι ας τον 
σταύρωνα χρόνο καιρό να μου φτιάξει.

Επειδή το μαγαζάκι, όπως και το παταράκι, ήταν στο κέντρο της αγοράς ήταν 
πέρασμα και κάποτε και στέκι για διάφορους θαμώνες. Περνούσαν συγχωριανοί όποτε 
κατεβαίνανε, φίλοι, συγγενείς αλλά και διάφοροι άσχετοι γνωστοί που ήθελαν να 
περάσουν την ώρα τους. Παράγγελναν καφέ, άφηναν τα ψώνια τους κι άρχιζε ο 
καθένας να λέει τα δικά του. Ήταν τέτοια και η φύση της δουλειάς που μπορούσαν 
να μιλάνε ενώ δουλεύουν. Αυτό ευνοούσε και τη διακίνηση ιδεών που σε συνδυασμό 
με τα πολυπρόσωπα εργατικά των παλιότερων εποχών είχε αποτέλεσμα τους  πολλούς 
αριστερούς τσαγκάρηδες [σαν τους αναρχικούς ρολογάδες της Ελβετίας].

Συνήθως ήθελε παρέα αρκεί να μην ενοχλούν τους πελάτες, ή να μην τον ζαλίζουν 
λέγοντας πράματα που δεν ενδιέφεραν απλά για να μιλάνε. Τότε άλλαζε σφυρί κι 
έπιανε εκείνο πού έκανε πιο πολύ φασαρία ή χτυπούσε πιο δυνατά και σε λίγο 
φεύγανε με σκοτισμένο κεφάλι. Έχω γνωρίσει κόσμο και κοσμάκη σαν επισκέπτες ή 
πελάτες κι έχω ακούσει πολλές ιστορίες και κουτσομπολιά μέσα κει. Από διευθυντή 
τράπεζας που έφερε τα παπούτσια του αρωματισμένα για να σκεπάσει προφανώς την 
μυρωδιά κι αναγκάστηκε ο πατέρας μου να τα έχει μια μέρα κρεμασμένα απέξω γιατί 
φλομώσαμε, μέχρι συνταξιούχο που πήγε εκδρομή στη Μόσχα (μέσω κόμματος;) κι 
ήρθε κι άλλος ένας γερο-τσαγκάρης από παρακάτω για να «μυρίσουνε σφυρί και 
δρεπάνι» και να ακούσουνε τα ωραία που τους διηγιόταν από κει που τους 
πηγαίνανε. [Όταν το ’90 μετά την κατάρρευση έβγαιναν διάφορα στη φόρα, η μάνα 
μου με εξορίες και ταλαιπωρίες, έλεγε πως εκείνος πέθανε νωρίς –είχε διαβάσει 
και το Μίσσιο].

Από αυτά που μου μείνανε ήταν όταν μια πελάτισσα, ευειδής στα μετεφηβικά μου 
μάτια, για να του δείξει το πρόβλημα στο παπούτσι που φορούσε, αντί να καθίσει 
να το βγάλει και να του δώσει να δει τι τρέχει, σήκωσε το πόδι και το ακούμπησε 
στον πάγκο φορώντας φούστα. Την κοίταξε από κάτω μέχρι πάνω και της είπε να τα 
φέρει να της τα φτιάξει. Όταν έφυγε τον ρώτησα «τελικά τι ήθελε;». «Ήθελε να 
‘μαι 20 χρόνια  πιο νέος, αυτό ήθελε». Ήτανε πια σχεδόν 70άρης.

Είχαμε και τις δικές μας κουβέντες για διάφορα που, αναλόγως με τη διαφορά 
ηλικίας μας, μισό αιώνα κοντά, ήταν αρκετά διαλλακτικός με τον αψίκορο κι 
αντιρρησία πιτσιρικά. Έλεγα πως μετά τις σπουδές, που ήμουνα πια 23 και πιο 
κατασαλαγιασμένος θα καθόμαστε να κουβεντιάσουμε σαν άντρες κι όχι άντρας με 
παιδάκι για πολλά και διάφορα, κοινωνικά, πολιτικά και τόσα άλλα, να ρωτήσω κι 
όσα δίσταζα πιο μικρός. Δεν πρόλαβα. Ήρθε το πρώτο έμφραγμα και όταν μετά από 
κάνα μήνα ένιωσε έτοιμος μια Παρασκευή βράδυ να πάει τη Δευτέρα να ξαναπιάσει 
δουλειά ήρθε και το δεύτερο και ξημερώνοντας 14 Φλεβάρη, το σφυράκι σταμάτησε 
να χτυπά.

Του θείου μου του έδωσα τα καλαπόδια του όταν άδειασα το μαγαζάκι.

https://sarantakos.wordpress.com/2021/05/09/dryhammer-6/
 ________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις 
προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ενώ Για 
να κατεβάσετε τον σχετικό κατάλογο επισκεφθείτε το 
http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.zip
____________

Απαντηση