Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή, Αυγούστου 15, 2021, 09:45
Περί οθόνης σκιάς (χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη) Εδώ και χρόνια ασχολούμαι με τα χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη σε διάφορες αθηναϊκές εφημερίδες από το 1939 ως το 1944 και από το 1950 έως το 1958. Έχουν ήδη εκδοθεί, από τις εκδόσεις Αρχείο και σε δική μου φιλολογική επιμέλεια, τέσσερις τόμοι με θεματική κατάταξη: Αττικά, Αστυνομικά, Συμποσιακά και Πολεμικά. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, στο τέλος του χρόνου θα κυκλοφορήσει ένας ακόμα τόμος, που είναι σχεδόν έτοιμος, τα «Ερωτικά», δηλαδή 181 χρονογραφήματα του Βάρναλη για τον έρωτα και τη γυναίκα, για τις σχέσεις των δύο φύλων και την έγγαμη συμβίωση. Θα μιλήσουμε κι άλλη φορά για τον τόμο αυτόν, όταν κυκλοφορήσει. Σήμερα όμως, που είναι Κυριακή κι έχουμε θέμα λογοτεχνικό, σκέφτηκα να βάλω, σε προδημοσιευση, ένα χρονογράφημα του Βάρναλη που είναι όχι απλώς ερωτικό αλλά και σινεφίλ, θα έλεγε κανείς, αφού εξετάζει την αίθουσα του κινηματογράφου ως ερωτική εστία. Το βρίσκω πολύ καλογραμμένο και νομίζω πως θα σας αρέσει, έστω κι αν τέτοιες μέρες μόνο σε θερινούς κινηματογράφους έχουμε όρεξη να μπούμε. Το χρονογράφημα αυτό του Βάρναλη δημοσιεύτηκε στην Πρωία τον πρώτο χρόνο της Κατοχής, στις 15 Οκτωβρίου 1941. Φυσικά πάρα πολλά έχουν αλλάξει από τότε, ο έρωτας όμως; Περί οθόνης σκιάς — «Ό,τι είναι τα πάρκα το καλοκαίρι, είναι οι κινηματογράφοι το χειμώνα: ερωτικό εντευκτήριο. Όλο το καλοκαίρι, πριν ακόμη βασιλέψει ο ήλιος, τα προνοητικά ζευγάρια πιάνανε από νωρίς τους πιο παράμερους πάγκους, περιμένοντας τη νύχτα με τ’ άστρα της, όχι για να παραδοθούνε στη δροσιά της, παρά να παραδοθούνε στη φωτιά τη δική τους. Το πάρκο του Πολυγώνου με την απέραντη έκτασή του και με τους αμέτρητους κρυψώνες του ήτανε το βασίλειο του Έρωτα και πολίτες του μονάχα οι νέοι. Οι γέροι εκεί καταπίνανε το φαρμάκι της ατιμίας τους, με την αρχαία σημασία της λέξης, που θα πει στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων. Όχι όμως και λίγοι από τους γέρους ήταν ενθουσιασμένοι με το θέαμα των αγκαλιασμένων νέων, όπως εκείνος ο γέρος του Μυρζέ[1], όταν είδε στο αντικρινό του σπίτι τους φοιτητές που ολοχρονίς διαβάζανε και δε γλεντούσανε, να φέρουνε μια μέρα κορίτσια και να τραγουδάνε, βγήκε κι αυτός στο μπαλκόνι κι άρχισε να χορεύει από τη χαρά του. Τώρα το χειμώνα ο υιός της Αφροδίτης φτερουγίζει στις εισόδους των κινηματογράφων, κάτου από τους ηλεκτρικούς γλόμπους! Αλλά χωρίς τη φαρέτρα του. Γιατί όλα του τα βέλη τα έχει ήδη «τοποθετήσει» σε καλή μεριά. Τα ζευγαράκια μπαίνουνε, αν όχι με το άνθος καρφωμένο στην μπουτονιέρα, όμως με το βέλος του έρωτα καρφωμένο στην καρδιά. Κι ο φτερωτός θεός περιμένει εκεί να καμαρώσει το έργο της καλοσύνης του. Και χαμογελά από πάνου και τρίβει τα χεράκια του και κλείνει με πονηριά το μάτι ευχαριστημένος. Οι περισσότεροι δίνουνε το ραντεβού τους εκεί στην είσοδο. Βλέπεις νέους και νέες, που δεν βγάζουν εισιτήριο, αλλά περιμένουν. Όλο τους το είναι μοσκοβολά από τη χαρά της αναμονής. Και κοιτάζουν διαρκώς έξω. Ο φτερωτός θεός κοιτάει κι αυτός έξω με ανησυχία, γιατί κάθε λεπτό που περνά θέτει σε δοκιμασία την παντοδυναμία του. Επιτέλους έρχεται βιαστικός εκείνος ή εκείνη, σφίγγουν τα χέρια, «ο γαλανός αιγιαλός γελάει γάλα όλος»[2], βγάζουν αμέσως το εισιτήριό τους και πάνε στην ευκή του θεού ̶ του φτερωτού εννοώ. Εάν τα πάρκα το καλοκαίρι είναι το βασίλειον του έρωτα, οι κινηματογράφοι το χειμώνα είναι το βασίλειο του αισθήματος. Αλλά δεν είναι μονάχα τα ζευγάρια ευτυχισμένα, όταν κάθονται στην αίθουσα πιασμένα χέρι με χέρι και εξαντλούν μέχρι τελευταίας ρανίδος την αιωνιότητα. Και με το δίκιο τους. Γιατί μονάχα οι ερωτευμένοι νιώθουν το αίσθημα της αιωνιότητας – και οι ποιητές· αλλά και η ποίηση δεν είναι τίποτες άλλο από ένα είδος έρωτος. Δεν είναι, λέω, μονάχα τα ερωτικά ζευγάρια ευτυχισμένα. Είναι και οι… άλλοι, οι ανέραστοι, οι γέροι. Όλην την ημέρα τσακίζονται στη δουλειά. Βλέπουνε γύρω τους μούτρα κατσουφιασμένα, μούτρα… υπηρεσιακά. Στα σπίτια και στα γραφεία μισοσκόταδο. Έξω στους δρόμους σκοτάδι πίσσα. Όλοι οι άνθρωποι κινούνται σαν σκιές χωρίς ζωή. Στον κινηματογράφο το σκοτάδι είναι φωτεινό και οι σκιές ζωντανές. Έξω επικρατεί ένας απαίσιος πανανδρισμός με την σκαιότητά του. Εδώ επικρατεί η τρυφερότητα του θηλυκού κόσμου. Έξω ακούς όλην την ώρα κουβέντες για φαγί. Εδώ ακούς δίπλα σου κελαδήματα από νεανικά χείλη για τους αιθέρες. Οι ανέραστοι και οι γέροι ζευγαρώνουνε κι αυτοί με τους… αστέρες της οθόνης! Γιατί η φαντασία ξαναβρίσκει τα απαράγραπτα δικαιώματά της εδώ σ’ αυτό το υποβλητικό περιβάλλον. Και δεν πρέπει να ξεχνούμε πως όποια και να είναι η υπόθεση του έργου, πάντως θα υπάρχει μια γοητευτική ηρωίδα, που ανήκει «εξ ολοκλήρου» σε όλον τον κόσμο και ειδικά σε εκείνους, που ο χρόνος τούς έχει αφαιρέσει το δικαίωμα της αγάπης. Αν μάλιστα η ηρωίδα είναι γνωστή τους, μ’ αυτήν έχουνε δώσει το ραντεβού τους οι απόκληροι της νεότητος. Και δεν υπάρχουν πιστότερες ερωμένες από τις… σκιές της οθόνης. Η ερωτική, λοιπόν, ατμόσφαιρα στους κινηματογράφους δεν είναι απλός τρόπος του λέγειν. Είναι πραγματικότητα. Πραγματικότητα και για τους ζευγαρωμένους και για τους αζευγάρωτους. Αλλ’ υπάρχει κι ένα άλλο στοιχείο, που κάνει τον κινηματογράφο ενδιαφέροντα. Πουθενά αλλού η γυναίκα: ούτε στο σπίτι, ούτε στο γραφείο, ούτε στο δρόμο δεν είναι τόσο αυτή, όπως εδώ. Γιατί; Γιατί παντού αλλού είναι και κάτι άλλο: νοικοκυρά, κοσμική κυρία, υπάλληλος κλπ. Εδώ είναι μονάχα γυναίκα, συγκινημένη είτε από τον έρωτα το δικό της, είτε από τον έρωτα της οθόνης. Δε σκέπτεται και δε ζει παρά την «αιωνιότητά» της – τον εαυτό της. Είναι μονάχα γυναίκα στην απόλυτη έννοια του όρου. Όποιος λοιπόν έχει μέσα του την αγιάτρευτη κατάρα να του αρέσουν οι γυναίκες ως θέαμα, εδώ μονάχα, μέσα σ’ αυτήν τη μαγεμένην ατμόσφαιρα θα ικανοποιήσει τα μάτια του και την καρδιά του. Είδες; Μόλις τελειώσει το φιλμ κι ανάψουνε τα φώτα κι ανοίξουνε οι πόρτες κι αρχίσουνε να φεύγουν οι θεατές, όλοι με μιας μεταβάλλονται σε κοινούς τύπους. Λύνονται τα μάγια ̶ κι αρχίζει το σκοτάδι του δρόμου και της ψυχής». Αυτά είπε με παράξενη θέρμη ο παράξενος ωραιοπαθής. [1] Αναφορά στο μυθιστόρημα Σκηνές μποέμικης ζωής (ή: Οι μποέμ) του Ερρίκου Μυρζέ. [2] Στίχος διάσημος για την παρήχησή του. Ακριβέστερα, ο Παν. Σούτσος στο ποίημα «Μεσσίας ή τα πάθη Ιησού Χριστού» είχε γράψει ο σιγαλός αιγιαλός εγέλα, γάλα όλος και ακολούθησαν διάφορες παραλλαγές. Ίσως αξίζει να αφιερώσω άρθρο στο θέμα αυτό. https://sarantakos.wordpress.com/2021/08/15/varnalis-28/ ________ Orasi mailing list για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] και στο θέμα γράψτε unsubscribe Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net Για το αρχείο της λίστας http://www.mail-archive.com/[email protected]/ Εναλλακτικό αρχείο: http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/ παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) http://www.freelists.org/archives/orasi __________ NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού http://www.nvda-project.org/ _____________ Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ενώ Για να κατεβάσετε τον σχετικό κατάλογο επισκεφθείτε το http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.zip ____________
