28η Οκτωβρίου 1940: Χρόνια πολλά σε όλους  με ένα διήγημα.


        Νίκος Καββαδίας - του Πολέμου   _στο Άλογό μου

(1η έκδοση : "Αγρα, 1987)

ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
ΚΕΙΝΟ το ΧΕΙΜΩΝΑ σαλαγούσα ένα φορ
τωμένο μουλάρι στούς κατσικόδρομους
τής παραλιακής ’Αλβανίας. Λένε πώς το
ζώο μέ πήγαινε καί μέ κυβερνούσε. το
ίδιο μού κάνει.
Νυχτωνε. Άπό τά χαράματα περπατού
σα κάτω Άπό τή βροχή. Ούτε στιγμή δέν
είχα βρει έν’ άπάγκιο. Ούτε κάτι να φάω.
Μασούσα πού καί πού κανένα φυλλαράκι
έλιας. Μέσα σέ μίαν άδειανή ιταλική χει
ροβομβίδα Άπό κείνες πού άνοίγαμε μέ μια
φουρκέτα —πού βρίσκαμε τέτοιο είδος ;—
κάνοντές τες ταμπακέρες, φύλαγα μερικά
9
τσιγάρα μά δέν είχα σπίρτα. Δέ συναντού
σα ψυχή. Τα περισσότερα μουλάρια της
Μονάδας μου είχαν χωθεί ίσαμε το κεφάλι
στη λάσπη μιας κατηφοριάς. Τά πιο άξια
είχανε φθάσει σ’ ένα μοναστήρι έρειπωμένο
πέρ’ Άπό το Δέλβινο και ξεκουράζονταν.
Δέν ήξερα πού πήγαινα. Πόσο θά βαστού
σα. "Αν γλιστρούσα κι έπεφτα δέ θά ξανα
σηκωνόμουνα. Το ίδιο και το μουλάρι. Οι
κατεβασιές Άπό τούς χειμάρρους όλο καί
θέριευαν. Σκεφτόμουνα τη θάλασσα, τη σι
γουριά της, το γιατί ποτέ δέν τη φοβήθηκα.
Νά πνίγεσαι στη θάλασσα, μουρμούριζα,
είναι φυσικό — στη στεριά είναι κάτι πού
’χει μέσα του μπαμπεσιά. ’Ένιωθα την άτί
μωση ένός θανάτου Άπό γλυκό νερό, μέσα
στη λάσπη. Ξαφνικά κουτρήσαμε κι οι δυο
πάνω σέ κάτι πού θά ’πρεπε νά ’ταν τοίχος.
Το χαλινάρι ξέφυγε Άπό τά χέρια μου. Το
μουλάρι, έλεύθερο, γύρισε δεξιά καί πήγε
σύρριζα. ’Ακολουθούσα άκουμπώντας το
χέρι μου στά λιθάρια ένός τοίχου πού δέν
ΙΟ
ήταν χτισμένος —μιας ξερολιθιάς— ώσπου
είδα το ζώο να δρασκελάει το κάτω μέρος
μιας ξύλινης πόρτας καί να γονατίζει στη
μέση μιας αύλής έτσι καθώς ήταν φορτωμέ
νο. Μια μυρωδιά κοπριάς καί άχυρου είχε
πιλοτάρει πρός τα κεί το μουλάρι. Στάθη
κα προσπαθώντας να ξεχωρίσω γύρω μου.
Είδα ένα χαμηλό σκοτεινό σπίτι στο βάθος.
Προχώρησα, βρήκα την πόρτα καί χτύπη
σα. Ξαναχτύπησα, τίποτα. Ξαρματώθηκα
καί τον γκρα καί χτύπησα κάναδυο δυ
νατές μέ τον ύποκόπανο. ’Ακουσα μια βα
ριά φωνή Άπό μέσα :
—    Τί ζητάς τέτοιαν ώρα ; ’Άμε καλιά
σου.
—'Ένα χέρι θέλω. Το μουλάρι μου έπεσε
στην αύλή σου φορτωμένο καί δέ σηκώνεται.
—    Ξεφόρτωσέ το, βγάλε το σαμάρι καί
ίσιωσέ το . . .
—    Δεν θά τά καταφέρω.
—    Καθάρισε μονάχος σου, είμαι άρρω
στος.
11
—    Θα καθήσω σέ τούτο το σκεπαστό και
θά περιμένω νά σταματήσει το νερό.
Δέν άποκρίθηκε. Κάθησα σ’ ένα πέτρι
νο πεζούλι. Ή βροχή δυνάμωνε. Έπιασε
νά φυσάει.
« Νά ’χα τη νιτσεράδα μου, τή νορβηγέ
ζικη, τά λαστιχένια ποδήματα. . . Τώρα
τί γίνεται ; »
’Ακουσα την πόρτα νά τρίζει. Μισάνοι
ξε. "Ενα φως άχαμνό πέρασε τή χαραμάδα.
"Ενας άντρας κοντός κρατούσε τήν πόρτα.
—    Πόσες ώρες περπατάς ;
—Άπό τά χαράματα.
—    Τώρα είναι έφτά.
—    Δέ μέ νοιάζει. Λίγο νερό θέλω.
—"Ανοιξε το στόμα σου καί κοίτα ψηλά.
"Αν στύψεις τά ρούχα σου, θά γιομίσεις δέκα
παγούρια.
—    Τότε βοήθησέ με νά σενιάρω το μουλά
ρι και φεύγω.
—    Γιά πού πας ;
—    Γιά το Δέλβινο.
12
—’Έχεις χάσει τό δρόμο. ’Έχεις κάμει τό
μπρόςπίσω.
Βγήκε έξω. Ήταν πολύ γέρος, μέ με
γάλα μουστάκια. Φαινόταν Τόσκος.1 Μι
λούσε καλά τα έλληνικά. Πήγε στο μουλά
ρι και τού λασκάρισε τις τριχιές. Τα δυο
κιβώτια πέσαν μαλακά, δεξιά κι άριστερά
στις πλάκες, το ζώο σηκώθηκε κι άρχισε νά
τρέμει. Τό χάιδεψε στο κούτελο κι έπειτα
στά πλευρά.
—    Είναι μακριά ή θάλασσα ; ρώτησα.
—    Αύτή σού ’λείπε, είπε, μαλακώνοντας
τη φωνή του. Τέτοιαν ώρα τέτοια λόγια . . .
—    Δώσε μου ένα χέρι νά το φορτώσουμε.
Στάθηκε άντίκρυ μου καί μέ κοιτούσε.
—    Κάνα χωριό, ρώτησα, είναι δώ κοντά ;
—    Κανένα, τούτο το σπίτι είναι χειμαδιό.
—*Αν μ’ άφηνες νά ’μένα στο στάβλο ώ
σπου νά φέξει ;
—    Είσαι παλαβός ; Θά τρομάξουν τά κα
ί. Τόσκος : ’Αρβανίτης τοϋ Νότου.
ι3
ματερά. Καπνίζεις καί θά πάρει φωτιά ο
σανός. Σήκωσε το ένα κιβώτιο και ’γώ τό
άλλο, νά ζυγιαστεί το βάρος στο σαμάρι.
Τί έχουνε μέσα ;
—'Υγειονομικό ύλικό, γάζες, επιδέσμους,
φάρμακα.
—'Άσε τα κεί πού είναι, μου ’πε προστα
τικά. Σκέπασε τά κιβώτια μέ το κομμάτι
τού άντίσκηνου. Πολεμάτε καλά, μά οι κο
ρωνάτοι δεν ξέρουνε πού σάς πάνε. Ρίξαν
μουλάρια κι άνθρώπους στο μονοπάτι της
Βάλτιστας Άπό λάθος. Έλα μέσα.
Τον άκολούθησα. "Ενα τζάκι στο βάθος
είχε μισοσβήσει. Έριξε έναδυο κούτσουρα
μέσα καί τά συδαύλισε.
— Βγάλε χλαίνη καί χιτώνιο καί κρέμασέ
τα σέ κείνο το καρφί, κοντά στο τζάκι. Θά
σου δώσω ένα κομμάτι μπομπότα. Κατόπι,
θά σου δείξω νά βγεις στη δημοσιά καί κα
λή τύχη.
’Ανέβηκε σ’ έ'να σκαμνί γιά νά φτάσει
ένα φανάρι πού κρεμόταν Άπό το ταβάνι.
«4
Είχε άφήσει το λυχνάρι σε μια κασέλα. Το
φως του έπεφτε σέ μιά φωτογραφία άκουμ
πισμένη σ’ ένα χάλκινο βάζο. Έδειχνε ένα
νέον άνδρα, σχεδόν παιδί. Την πήρα στα
χέρια μου. Ηταν χρυσοσφραγισμένη στο
κάτω μέρος. PHOTO MENDES BUENOS AIRES.
Τή γύρισα γρήγορα άπό την άνάποδη και
διάβασα : « Στούς γονείς μου Γκίγκι Μή
τρο 1937 ». Την ξανάβαλα στη θέση της και
πλησίασα τό γέρο πού έψαχνε τό φανάρι.
Κατέβηκε κρατώντας ένα κομμάτι μπομ
πότα. 'Η φωτιά δυνάμωνε στο τζάκι. Πή
γε στο κασόνι, πήρε τη φωτογραφία στο
χέρι, έβαλε στο χωματένιο πάτωμα τό πή
λινο κανάτι γιά νά το άνοίξει. Γύρισε τη
φωτογραφία καί μου την έδειξε :
— Τούτος είναι ο γιός μου.
Στεκόμουν ίσαμε δυο όργιες άντίκρυ
του. ’Έμεινα σαν μαρμαρωμένος μέ τό στό
μα άνοιχτό σά νά ’χε πιαστεί ή φωνή μου.
’Αργά σάν ύπνοβάτης πλησίασα καί την κοί
ταξα μέ ορθάνοιχτα μάτια.
—    Τί έπαθες μωρέ ; μούγκρισε ο γέρος.
Σά στοιχειωμένος κοιτάς.
—'Ο Γκίγκι Μήτρο, τραύλισα, κοιτώντας
πάντα τή φωτογραφία . . . Στην Άργεν
τίνα.
—    Τρελάθηκες ; άγρίεψε ο γέρος.
—    Να άνοίξει ή γη να μέ καταπιεί, αν λέω
ψέματα. 'Ο Γκίγκι Μήτρο ! . . .
’Ηρθε και μ’ έπιασε δυνατά άπο τούς
ώμους. Κατάλαβα τη δύναμή του. Δεν φο
βήθηκα.
—    Λέγε γρήγορα τα σουσούμια του.
—    Ξανθός, μέ γαλάζια μάτια.
—    Τί δουλειά κάνει ;
—    Πολλές. Δούλεψε και στά Pampas.
Ξέρει φούρναρης. Πέρυσι πού τον είδα γιά
τελευταία φορά ήταν δίχως δουλειά.
—"Οπως τά λες είναι, μουρμούρισε ο γέ
ρος. Μά δεν σέ πιστεύω.
—    Δεν μέ νοιάζει, του ’πα. 'Η χλαίνη μου
στέγνωσε. Φόρτωσέ μου τό μουλάρι νά φύ
γω. Πάμε !
>6
'Ο ’Αρβανίτης πήγε μπροστά στην πόρ
τα και στάθηκε.
—    Πες μου ένα κουσούρι του, θυμήσου.
—    Κομπιάζει όταν μιλάει. 'Όπως εγώ.
—    Δέ θά φύγεις, πρόσταζε ο γέρος. Πήρε
μιά φλοκάτη και την έστρωσε χάμω, άντί
κρυ στη φωτιά. Έφερε μιά μπουκάλα. Κα
θήσαμε σταυροπόδι.
—    Πιες τσίπουρο, μου ’πε.
Κατέβασα μιά γουλιά χωρίς νά βήξω.
’Ήπιε μέ τη σειρά του. Το ποτό μου θύμισε
την ’Αργεντίνα. Τά ταξίδια μου στο ποτάμι.
To Buenos Aires. Ή πόκα, το Ροτίνο, το
Πασσέο Κολάν. Οι ’Αρβανίτες τής Χιμά
ρας, πού ’χάνε δουλέψει στά Pampas στούς
φούρνους. Φορούσαν καλπάκι μαύρο, πού
’χε ξεφτίσει. Γύριζαν άνεργοι στά 1939 και
μαζεύονταν σ’ ένα καφενείο ένός Χιμαριού,
στην πόκα. 'Όλα τά θυμήθηκα. Έκτος Άπό
τον Γκίγκι Μήτρο πού δέν είχα γνωρίσει
ποτέ μου. ο γέρος ρωτούσε και τού ’λεγα.
Το τσίπουρο δούλευε γιά μένα και γιά τον
*7
μπάρμπα. Σημαδιακά λόγια, ημερομηνίες
σωστές.
Παντρεύτηκε —του ’πα— έδώ πέρα στη
Δρόβιανη !
Ό γέρος έγνεψε καταφατικά.
—’Έφυγε προχτές μαζί μέ τη γριά μου.
’Ακολουθούσανε τούς ’Ιταλούς. Έγώ τούς
όρμήνεψα. Φοβήθηκα τα δικά σας λεφούσια.
—’Εσύ γιατί έμεινες ;
—    Για τα πρόβατα, τα βόδια. Διακόσια
κομμάτια ζωντανά.
—    Δεν ακουσα κανένα σκυλί ν’ άλυχτη
σει.
'Ο γέρος δεν άποκρίθηκε. Πίναμε γου
λιά γουλιά και κουβεντιάζαμε. Δυο φορές
σηκώθηκε, άνοιξε μιά πορτούλα πού θά συ
νόρευε μέ άλλο δωμάτιο καί ξαναγύρισε.
"Οσες φορές την άνοιξε μιά δυσάρεστη μυρω
διά χτύπησε τά ρουθούνια μου. *Αν έκείνη
τη στιγμή ο Γκίγκι Μήτρο έμπαινε στο
δωμάτιο, δέ θά ’χα τίποτα νά φοβηθώ. Σέ
ι8
λίγην ώρα θά μιλούσαμε για το Ματέ 1 πού
είχαμε μαζί ρουφήξει στο χιμαριώτικο
καφενείο καί για πράματα πού ποτέ δεν
είχαν συμβεί.
Θυμόμουνα κάποιον πριν πολλά χρόνια
σ’ ένα σπίτι μέ πολύ κόσμο στην ’Αθήνα.
Πριν προλάβουν νά μάς συστήσουν, μ’ άγ
κάλιασε καί μέ φίλησε. Μου θύμισε ένα
γλέντι μας στη Νέα 'Υόρκη (άκόμη δέν
έχω πάει σ’ αύτη την πολιτεία), τά τραγού
δια μου, πού του ’χα διαβάσει χειρόγραφα,
τις γυναίκες πού πήγαμε μαζί τους. Φύγα
με μαζί καί συνεχίσαμε το γλέντι άλλου.
Το πρωί φιληθήκαμε καί χωρίσαμε. Πρώ
τη φορά τον έβλεπα στη ζωή μου. Καί τε
λευταία. Μόνο τούς λογικούς δέν μπορείς
νά πείσεις — ούτε νά σέ πείσουν.
— Είσαι Χριστιανός ; μου ’πε ο γέρος.
—Έσύ ;
1. Ματέ : είδος τσαγιού της ’Αργεντινής, πού πί
νεται μέ καλαμάκι.
«9
—    Κάποτε ήταν τό σόι μου κι άλλοι πολ
λοί ’Αρβανίτες. Άλλαξοπιστήσαμε ή μέ
τη βία ή άπό νιτερέσο. Ή μάνα μου και ή
γυναίκα μου βαστάνε τις δικές σας συνή
θειες.
Σηκώθηκε κι άνοιξε την κασέλα. Μου
’δείξε ενα βυζαντινό κόνισμα πολύ παλιό.
Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τί ιστόριζε.
—    Πιστεύεις Θεό ; μέ ρώτησε.
Δεν άποκρίθηκα. Κοίταζα τό κόνισμα.
—    Είναι θαυματουργό, μουρμούρισε. ’Α
πόψε δουλεύει. ’Έχει μεγάλη δύναμη. Λοι
πόν πιστεύεις ;
—    Ναί. Στο φιλότιμο, στην καλοσύνη,
στην μπέσα.
Σηκώθηκε. Σηκώθηκα κι εγώ. Μου
’δώσε τό μεγάλο του χέρι.
—    Μπέσα λοιπόν.
—    Μπέσα για μπέσα.
—    Τότε πάμε.
’Άνοιξε την έσωτερική πόρτα και μ’
έμπασε σέ μιά μικρή κάμαρα. 'Ένα καντή
20
λι κατάχαμα τη φώτιζε. Πάνω σέ μια φλο
κάτη κείτονταν ένας άντρας εικοσάρης,
σκεπασμένος Άπό τη μέση καί κάτω μέ μιάν
ιταλική κουβέρτα, φορούσε μια χοντρή
μάλλινη φανέλα πλεχτή, τα μαλλιά του,
άνακατωμένα, ήταν μαύρα καί βρώμικα.
'Ιδρώτας έσταζε Άπό το κούτελό του στο
μούτρο του, πού φαινόταν παραμορφωμένο
Άπό πόνους. ’Ανασηκώθηκε άπειλητικός.
'Ο γέρος τον ήσύχασε μέ μια κίνηση τού
χεριού. ’Έγειρε πίσω το κεφάλι κι έκλεισε
τα μάτια.
—’Ετούτος είναι ο μεγάλος μου γιός.
’Ηρθε άπόψε μέ τήν ψυχή στα δόντια λίγο
πριν έρθεις. Λαβώθηκε στο πόδι προχτές
κι έμεινε πίσω. Ακουσα το σκυλί να γαβγί
ζει, τα βόδια να μουγκρίζουν. ’Έβαλα αύτί.
Άγρίκησα τή σφυριξιά να φτάνει σιγανή
Άπό πέρα. ’Έψαξα, τον βρήκα να σέρνεται
κάτω Άπό τις έλιές. Τον κουβάλησα στήν
πλάτη μου. ’Άλλη βοήθεια δέ μπορώ να τού
κάμω. Σώπασε.
21
—    Πάμε, του *πα, νά φέρουμε τά κιβώτια.
Θέλω ζεστό νερό.
—    Το καζάνι βράζει στο τζάκι, μού ’πε.
Κουβαλήσαμε τά κιβώτια. Τ’ άνοιξα.
’Έβγαλα ό,τι χρειαζόταν. ’Έβαλα δυο μαξι
λάρια στο κεφάλι και στην πλάτη του λα
βωμένου καί τον άνασήκωσα όσο μπορού
σα. 'Ο γέρος έφυγε κλείνοντας την πόρτα
πίσω του.
—    Κάνε κουράγιο, του ’πα. Πάρε τούτο το
μαντίλι καί σφίγγε τά δόντια σου. ’Έσκισα
μέ το νυστέρι την μπότα πού φορούσε Άπό
πάνω ’ίσαμε το τακούνι. Σώβρακο καί σκε
λέα ήταν ματωμένα, κολλημένα πάνω στη
λαβωματιά. ’Άρχισα νά δουλεύω αργά καί
προσεχτικά. Μούγκρισε κάνα δυο φορές
σάν άρκούδα. Μά κρατιόταν. Βρωμούσε ά
νυπόφορα. Φάνηκε ή πληγή. Ζούληξα το
κόκαλο. Φαινόταν άπείραχτο. Τού ’κλεισα
το πόδι προς τά πίσω καί δούλευε. Καθάρι
ζα συνέχεια την πληγή. 'Η σφαίρα είχε πε
ράσει τη γάμπα κι είχε φύγει.
22
—    Πιστεύω νά κλείσει γρήγορα, του ’πα.
Ρωτιέμαι μόνο πώς δεν κακοφόρμισε.
Χαμογέλασε. Μου ’δείξε δυο κουτιά πά
νω στο σκαμνάκι.
—    Βάλε μου τη σκόνη πού ’χει τούτο το
κουτί. Δώσ’ μου καί λίγο νερό νά πάρω το
χάπι.
Κατάλαβα. Ηταν τά δύο κουτιά πού
είχε κάθε ’Ιταλός στην τσέπη του : ULTRA
CEPTIL. Τότε είχε βρεθεί κι είχε σώσει
πολλούς άπο μόλυνση. "Εβαλα άπο πάνω
τις γάζες καί το μπαντάρισα τεχνικά. ’Α
ποκοιμήθηκε. Μπήκα στο άλλο δωμάτιο.
'Ο γέρος δέ βρισκόταν έκεί. Βγήκα στην
εξώπορτα. Τον είδα νά παραμονεύει, του
’γνεψα. Μπήκαμε.
—    Τελειώσαμε, του ’πα. Σέ δεκαπέντε μέ
ρες πιστεύω νά περπατάει. Τότε τί θά κάνει ;
—    Κούλου μιν ’Αλλάχ.1 "Ο,τι τόνε φωτί
σει ή Παναγιά.
1. Κούλου μιν ’Αλλάχ : "Ο,τι θέλει ο ’Αλλάχ.
23
—    Μακτούμπ1, άποκρίθηκα. Μιλάς άρά
πικα ; τον ρώτησα.
—Έκαμα στο Μισίρι τότε πού βασίλευε
ο Τσουφίκ, το άγγόνι του Μπραίμη, πού
σας πολέμησε στο Μόριά.
—    Πόσων χρονώ είσαι ; ρώτησα.
—Όγδοήντα καί βάλε.
Θά ’χάνε σωθεί δυο ώρες άπ’ όταν χτύ
πησα την πόρτα του καί κανείς μας δέν είχε
καπνίσει. Τον ρώτησα αν είχε τσιγάρα.
Είχε, λέει, τρεις μέρες να φουμάρει. Του
’χάνε σωθεί. Του ’χε γυρέψει κι ο γιός του.
’Άνοιξα τη χειροβομβίδα. Είχε μέσα κα
μιά δεκαριά νούμερο 10. Πήρε ένα κάρβου
νο Άπό τη στάχτη μέ τά δάχτυλά του κι
άνάψαμε.
—Έσφαξα μιάν όρνιθα. Θ’ άργήσει νά
βράσει.
—    Δέ βαριέσαι, τώρα δέν πεινάω.
1. Μακτούμπ : "Ο,τι είναι γραφτό.
Μ
—'Όποιος κάνει το χρέος του χορταίνει
Άπό δαύτο.
—    Και τ’ άλλο χρέος ; Δέ σου φαίνεται
πώς το ξέχασα ;
—    Κουταμάρες. Βοήθεια έδωσες. Είσαι
περπατημένος κι έχεις γνώση. Κατάλαβες
γιατί δέ σ’ άνοιξα την πόρτα.
—    Ναί. Στο στάβλο θά μπορούσες να μ’
άφήσεις να κοιμηθώ.
—    Κάτω Άπό το σανδ έχω κρύψει την άρ
ματωσιά του. "Αν τά ’βρισκες τί θά ’κάνες ;
—    Τίποτα. ’Ήθελα μονάχα να κοιμηθώ.
—"Οταν ξημέρωνε ;
—    το πολύ πολύ ν’ άλλαζα τον γκρά μου
μέ το ιταλικό, πού μέ βολεύει καλύτερα.
το σκυλί σου γιατί δέ μ’ άλύχτησε ; *
—    Τού ’χω φίμωτρο, τό ’χω δεμένο. "Αν ά
λυχτησει, δέ θά διώξει θά καλέσει. Οι Τό
σκοι άγαπάμε τη Ρωμιοσύνη. Οι βουνίσιοι,
οι Γκέκηδες, σάς όχτρεύονται. Εκείνοι
πήγαν μέ το θέλημά τους στούς ’Ιταλούς.
Εμείς μέ το ζόρι.
«5
—    Που θά πάει τούτος ο πόλεμος ;
?— Εύκολο. "Ο,τι κάνατε θά πάει στράφι.
Πολλές φορές φτάνατε ώς την Τεπελένα
και πάντα σάς έδιωχνε τό καλαμάρι. 'Η
μαυρομύτα.
—’Έτσι λές ;
—’Έτσι είναι.
'Η κότα μοσχοβολούσε καθώς έβραζε.
Οι άρβύλες μου, οι κάλτσες, είχαν στεγνώ
σει. Κοίταξα έξω άπο ένα φεγγίτη.
—    Σταμάτησε ή βροχή, είπα. ’Έχει ά
στροφεγγιά. Πάω νά φορτώσω. Θά βρω το
δρόμο μοναχός μου. Γειά σου.
—*Αν φοβάσαι νά μείνεις έδώ, νά σού φέ
ρω τις σφαίρες άπο το τουφέκι τού γιού
μου, νά τις βάλεις στην τσέπη σου. Τί σ’
έπιασε ξαφνικά ;
Δέν άποκρίθηκα. ’Ήθελα νά φύγω. Πέ
ρασε άπ’ τό νού μου μιά σκέψη : Μήπως
όλα τά ’χα κάνει γιά τούτη την κότα πού έ
βραζε ; ’Άρχισα νά μαζεύω τά πράματά
μου.
26
—Έχεις μάνα ;
—    Ναί.
—*Αν θέλεις νά σε ξαναδεί, κάτσε φρόνι
μα. Μή σέ ξεγελάει ή άστροφεγγιά. Το πο
τάμι, πού θά περάσεις, έχει φουσκώσει. Θά
πνιγείς σέ βουρκόνερα. Γλίτωσες άπό πνί
ξιμο θά σέ κομματιάσουν οι λύκοι.
—’Ένα μήνα, πού περπατάω, δέν έχω δει
ένα λύκο.
—    Γιατί περπατάτε πολλοί μαζί. Φοβούν
ται το σαματά κι άλαργεύουν.
Μού ’δώσε το τσίπουρο. ’Έβαλε σ’ ένα
βαθύ πιάτο φα’ί καί το πήγε τού γιού του.
Γέμισε μιά γαβάθα ζουμί καί μού τό
’δώσε. ’Έβαλε δικό του. Πήρα το ξύλινο κου
τάλι καί τό ’βαλα στο στόμα μου. Γλίστρη
σε προς τά μέσα καί θά το κατάπινα, αν δέν
προλάβαινε ο γέρος νά μέ χτυπήσει μέ την
άνάποδη τού χεριού του κάτω άπό το λαι
μό μου. Πάνω στο καρύδι. Το κουτάλι γλί
στρησε προς τά έξω κι έπεσε μακριά. Κοι
ταχτήκαμε.
«7
— Είναι πού έχεις νά φας πολλές μέρες.
Ό καταπιόνας ξεσυνηθάει καί παραλεί.
Μάσα καλά την κότα, είναι τραχιά.
Σηκώθηκα, πήρα το λύχνο και πήγα
στον τοίχο πού ήταν κρεμασμένο ένα κά
δρο χωρίς τζάμι. Μια λιθογραφία κομμέ
νη άπο παλιό περιοδικό : « Pumps in Lon
don » καί στην άκρη κάτω : G. Dore.
'Ο καιρός κι οι μύγες την είχανε περι
ποιηθεί για καλά.
'Όταν γύρισα, ο γέρος είχε ξαπλώσει
καί κοιμόταν μέ τα μάτια μισάνοιχτα.
’Έσβησα τό λυχνάρι κι άποκοιμήθηκα.
*
*
Οταν ΞΥΠΝΗΣΑ, έμπαινε φως άπο τούς
φεγγίτες. Το τζάκι σιγόκαιγε. ο γέρος
έλειπε. Κοίταξα τό ρολόι. ’Έδειχνε εφτά.
’Έμεινα πολλήν ώρα άνάσκελα κοιτάζοντας
28
τά ξύλινα καπνισμένα δοκάρια του νταβα
νιού. Κανένα κοκόρι δέ λάλησε. Λες και
τά ’χάνε δασκαλέψει. Ντύθηκα καί βγήκα
στην αύλή. ’Έκανε παγωνιά. 'Ο ούρανος
προφήτευε όμορφη μέρα. Είδα το γέρο νά
’ρχεται κρατώντας μέ προσοχή μια κατσα
ρόλα.
Άρμεξα, μου ’πε, μην καπνίσεις άκόμα.
’Ήπιαμε το γάλα άβραστο.
Πήγαμε στον λαβωμένο. Ήταν άναση
κωμένος καί κάπνιζε.
—    Πονάς ;
—    Που καί που μέ σουβλάει, μά κοιμήθη
κα σαν πρόβατο.
Του ’βαλα θερμόμετρο. ’Έδειξε τριάντα
εφτά καί μισό.
—    το βράδυ, του ’πα, θά σου άλλάξει ο γέ
ρος τον έπίδεσμο. Του ’χω άφήσει τά χρεια
ζούμενα.
Χαμογέλασε, πήρε Άπό δίπλα του τά
κουτιά μέ το Ultraceptil καί μου τά ’δώσε.
—    Πάρ’ τα —άχρείαστα νά ’ναι— μά που
29
ξέρεις τί σου λαχαίνει.
—    Να τα μοιράσουμε, του ’πα.
’Έτσι κι έγινε.
—    Περαστικά.
—    Καλή τύχη. Καλή Πατρίδα.
Βγήκαμε μέ τό γέρο καί φορτώσαμε το
μουλάρι.
’Ανεβήκαμε στο ξάγναντο. Κάτου απλω
νόταν πεδιάδα άπέραντη. "Οπου τελείωνε
το μονοπάτι, άρχιζε ο δρόμος πού είχα χά
σει χθές. 'Ο γέρος έβαλε το χέρι του σαν
άντήλιο καί τ’ άλλο τεντωμένο μπροστά.
—    Κοίτα καλά κείνη τήν ασημένια γραμμή
πού κόβει τα σπαρμένα. Είναι τό ποτάμι.
"Ως το μεσημέρι, πού θά φτάσεις γιά νά τό
διαβείς, θά ’χει φυράνει. Θά βάλεις τό μουλά
ρι νά τραβήξει μπροστά, θά τό σαλαγάς μα
λακά μέ τούτη τή βέργα. Θά πάει μονάχο του.
Έσύ άπο πίσω. "Αμα δεις καί τό νερό φτά
σει πάνω άπό τή μέση σου, πιάσου δυνατά
από τήν ούρά του. Κρεμάσου, θά σέ περάσει.
Μου ’δώσε τά χαλινάρια.
3ο
—    Στις δύο μετά το μεσημέρι θά ’σαι στο
Δέλβινο.
’Έβγαλε κάτι Άπό τον κόρφο του. '’Ή
ταν το κόνισμα. Μου το προτείνει χωρίς να
μιλάει.
Άρνήθηκα άνασηκώνοντας τά φρύδια
μου.
—    Για μένα, του ’πα, ή δύναμή της είναι ή
τέχνη της. Έσύ, μέ την πίστη σου, την κά
νεις κι άποχτάει δύναμη.
—    Κατάλαβα, μουρμούρισε. Θά ’πρεπε να
σού δώσω κείνη την παλιατσαρία, πού ’ταν
κρεμασμένη στον τοίχο.
Δώσαμε τά χέρια. Γύρισε τις πλάτες
κρατώντας το κόνισμα καί χάθηκε πίσω
Άπό τά δέντρα. ’Έσυρα τά χαλινάρια καί
ξεκινήσαμε. Μπροστά, στο ένα τσιγκέλι
του σαμαριού, κρεμόταν ένα ταγάρι γιομά
το κριθαρίσια παξιμάδια.
Πήρα δύο κι άρχισα νά τραγανίζω . . ,
Που άρχινάει ο μύθος, πού φτάνει την άλή
θεία, που ή άλήθεια κόβει το μύθο . . . που
τελειώνει . . . που ξεπερνάει . . .
Μέ τέτοιο τροπάρι, στις δύο είχα φτά
σει στο Δέλβινο.
3.1.1969 πρωί
3.1.1969 απόγευμα
3a
ΣΤΟ ΑΛΟΓΟ ΜΟΥ
Γιτι ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΚΑΝΕΙΣ σ’ έναν άνθρωπο,
είναι ίσως εύκολο στούς πολλούς. Τό
νά γράψει σ’ ένα ζώο, είναι άφάνταστα δύ
σκολο. Για τούτο φοβάμαι. Δέ θά τα
καταφέρω.
Τα χέρια μου έχουνε σκληρύνει άπο τα
λουριά σου, κι ή ψυχή μου άπό άλλη αιτία.
'Όμως πρέπει. Αισθάνομαι την άνάγκη. Γι’
αύτο θά σου γράψω.
Στην άρχή δεν μέ ήθελες. Καταλάβαι
νες σέ μένα τον άπραγο μέ το άδύνατο χέρι.
Είχες δίκιο. ’Ίσως γιά πρώτη φορά έβλε
πα άλογο Άπό τόσο κοντά. Τ’ άλογα πού
35
είχα δει στη ζωή μου ήτανε στα τσίρκα,
πού τά δουλεύανε κοζάκοι, και στις κούρ
σες, πού τά παίζαν οι άνθρωποι. Αύτο μέ
είχε πειράξει. Δεν είστε προορισμένα για
τόσο χαμηλές πράξεις. "Ας είναι . . . Αύτο
είναι μιάν άλλη ιστορία, καθώς λέει ο Κί
πλινγκ, αύτος πού τόσο σάς είχε άγαπήσει
και ιστορήσει.
Το ξέρω πόσο σέ κούρασα. Στραβά φορ
τωμένο άκολούθησες ύποταχτικά στις πο
ρείες τής νύχτας. Γρήγορα γίναμε φίλοι.
Μέ συνήθισες. Έπαψα πιά νά σέ χάνω μέ
σα στ’ άλλα τά ζώα της Μονάδας μας. ’Έ
παψα νά μη σέ γνωρίζω.
"Αν άρχίσω τά « θυμάσαι )) δέ θά τε
λειώσω ποτέ. Λατρεύω τη συντομία ! Θά
σου θυμίσω μονάχα τρεις νύχτες μας. (’Α
πορώ μέ τον εαυτό μου άπόψε. Τόσο στορ
γικά δέ μίλησα ποτέ σέ κανένα.)
36
Θυμάσαι τή νύχτα μέ τή βροχή ; ’Ανε
λέητα κι οι δυο μουσκεμένοι, προχωρούσα
με μέσα στη νύχτα. Μόνοι. Σέ οδηγούσα ή
μέ οδηγούσες ; Κάρφωνα τά νυσταγμένα
μου μάτια στο νυχτερινό. παραπέτασμα,
όπως δεν τά κάρφωσα τότε πού άναζητού
σα φανάρια στη Βόρειο Θάλασσα. 'Η ό
σφρησή σου μάς έσωσε. 'Ένας στάβλος μάς
έγινε άσυλο. Παραμερίσαμε τό σανό κι
άνάψαμε μεγάλη φωτιά. Λέω, άνάψαμε.
Έσύ μού ’δίνες θάρρος. Ξαπλωμένος σ’ ά
κουα νά μασάς. Κατόπι σού μίλησα. Ποτέ
δέ συμφώνησα μέ τούς άνθρώπους όπως
τότε μέ σένα. Κοιμηθήκαμε συζητώντας.
Έγώ ξαπλωμένος στο χόρτο. Έσύ όρθιο.
Πόσοι άνθρωποι δέν κοιμούνται ορθιοι περ
πατώντας δίχως νά ’χουν τη δική σου νόη
ση ; "Ας είναι . . .
Ή δεύτερη νύχτα : Τότε πού μπήκαμε
μ’ άλλους πολλούς μές στη μάχη. Μπορού
σε κοντά άπό κεί νά κουβαλήσουμε τραυ
37
ματίες. ’Ακούσαμε μαζί το θόρυβο του πο
λέμου καί τον συνηθίσαμε. Πήραμε το πα
λικάρι μέ το πληγωμένο πόδι και φύγαμε.
Ποτέ μου δέ σέ είδα πιο προσεχτικό και τό
σο άλαφροπάτητο. Είχες ξεχάσει κείνο το
νευρικό σου συνήθειο νά πηδάς σηκώνον
τας το σαμάρι. Τά ’χες όλα νιώσει ίσως
πριν Άπό μένα.
Και τώρα, ή νύχτα στο βουνό μέ τη λά
σπη : βαρυφορτωμένοι, κατάκοποι προ
χωρούσαμε. Ειν’ άφάνταστη ή λύπη κι ή
κακομοιριά πού δοκιμάζεις σαν αισθάνεσαι
νά ’σαι και νά βλέπεις άνθρώπους και ζώα
καί τά πάντα μες στη λάσπη.
’Άλογα καί μουλάρια πεσμένα μάς κό
ψανε το δρόμο. Εμείς προχωρούσαμε. Ά
ξαφνα έπεσες. Πέσαμε θέλω νά πω. Μέ τά
δυό σου πόδια σπασμένα, μέ το κεφάλι χω
μένο στις λάσπες. Θυμάσαι πόσο προσπά
θησα. Δέν το κατόρθωσα. Πρέπει νά νιώ
38
σεις καλά πώς δέ φταίω. Ποτέ δέν προσ
πάθησα τόσο. ’Έμεινα δίπλα σου ολόκληρη
νύχτα. Πιο πέρα άπό μάς ένας ’Ιταλός σκο
τωμένος. Πάνω μας ή Μεγάλη ’Άρκτος,
τό Βόρειο Στέμμα, ο ’Αστερισμός τοϋ Ώ
ρίωνα ψιχάλιζαν φως.
Δεν είδα ποτέ πώς πεθαίνουν οι άνθρω
ποι. Γύρισα πάντα τά μάτια μου άπό τό
θάνατο. Μά φαντάζομαι . . .
Παύω. Φοβάμαι μήπως πω λόγο μεγάλο.
Φυλάω άκόμα τό ξυστρί καί τη βούρ
τσα σου. Κι όταν κάποτε κι αύτά θά τά πα
ραδώσω, θά σέ φυλάξω στη μνήμη μου.
οι κάλοι των χεριών μου άπό τά λου
ριά σου μου είναι τόσο αγαπητοί, όσο εκεί
νοι πού κάποτε άπόχτησα στις θαλασσινές
μου πορείες.
Θά σου ξαναγράψω.

ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

: ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Γεννήθηκε τό 1910 σέ μιά μικρή επαρχιακή
πόλη τής Μαντζουρίας, στήν περιοχή του Χαρμπ'ιν
πού ήταν στρατιωτική βάση. Λεγόταν τότε Νικόλ
σκι Ούσουρίσκι, κοντά στον ποταμό Ούσσούρ.
'Ο πατέρας ήταν έπιχειρηματίας. Διατηρούσε
γραφείο γενικού έμπορίου —είσαγωγέςέξαγωγές
μεταφορές—, διακινούσε μεγάλες ποσότητες εμπο
ρευμάτων, τροφίμων και άλλων καταναλωτικών
ειδών — και συγχρόνως ήταν προμηθευτής του τσα
ρικού στρατού.
Σ’ αύτή τή μικρή πόλη γεννήθηκαν τά τρία άπό
τα τέσσερα παιδιά τής οικογένειας.
Το 1914, στήν αρχή τού πρώτου παγκόσμιου
πολέμου, ο πατέρας άποφάσισε νά φέρει τήν οικο
γένεια στήν Ελλάδα, καθώς πλανιόταν στον άέρα
ή έπερχόμενη ανατροπή.
Ταξίδεψαν μέ τον 'Υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο
49
δεκαπέντε ολόκληρες μέρες διασχίζοντας τα Ούρά
λια ’Όρη κι ένα μεγάλο μέρος της ένδοχώρας. Φτά
σανε στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρήκαν τ’ αδέρ
φια τής μάνας πού είχαν ναυτικές επιχειρήσεις και
μέ κάποιο καράβι τους τούς περάσανε στο ελλη
νικό έδαφος.
Φτάσανε στήν ’Αθήνα όπου έμειναν στο ξενο
δοχείο « Διάνα ». Τα δυο μεγαλύτερα παιδιά είδαν
για πρώτη φορά θέατρο —τά « Παναθήναια» μέ τή
Μαρίκα Κοτοπούλη.
Καταλήξανε στην Κεφαλονιά στά πατρικά σπί
τια μέ τις γιαγιάδες και τούς παππούδες, της μάνας
στην "Ασσο, τού πατέρα στο Φισκάρδο. Δέν έμειναν
πολύ. Ηρθαν στο ’Αργοστόλι όπου νοίκιασαν ένα
μεγάλο σπίτι μέ περιβόλι στο δρόμο τής Λάσσης,
καί γράψανε τά δύο μεγαλύτερα παιδιά στο Νηπια
γωγείο τής σχολής Ελένης Μαζαράκη « Παρθενα
γωγείον αί Μοϋσαι ».
Ό πατέρας γύρισε στη Ρωσία γιά νά τακτο
ποιήσει τις έπιχειρήσεις του καί τά μικρά άπόμει
ναν ξαφνιασμένα στο άνύποπτο ώς τότε καί ήσυχο
’Αργοστόλι, πού άρχιζε νά το τραντάζει ο άπόηχος
τού πολέμου. 'Υδροπλάνα, οπλιταγωγά, άτμάκα
τοι, συμμαχικός στρατός, "Αγγλοι, Γάλλοι, Σενε
γαλέζοι.
go
Τά παιδιά τής οικογένειας βρίσκονταν κάθε άπό
γευμα μέ την νταντά στην πλατεία.
'Ο Νίκος Καββαδίας ξέφευγε κατά τή συνήθειά
του γιά νά κάνει φιλίες μέ στρατιώτες του συμμαχι
κού στρατού, κατά προτίμηση τούς Σενεγαλέζους
πού τον έντυπωσίαζαν μέ το χρώμα τους καί το
μπόι τους καθώς τον σήκωναν ψηλά στά χέρια τους
καί τού χαρίζανε ταινίες Άπό τά καπέλα τους καί
άλλα άντικείμενα.
Ή οικογένεια άποκλείστηκε στην Κεφαλονιά
καί ο πατέρας άποκλείστηκε στη Ρωσία. Εφτά ολό
κληρα χρόνια χάθηκαν τά ’ίχνη του. Διώχθηκε, φυ
λακίστηκε, έχασε ώς το τελευταίο του ρούβλι.
Γύρισε το 1921, ταλαιπωρημένος, νευρασθενι
κός, άρρωστος — καί το τραγικότερο, ξένος καί
άνένταχτος.
Μετακομίσαμε στον Πειραιά όπου ο Καββαδίας
τελείωσε το Δημοτικό στη σχολή άδελφών Μπάρδη.
Συμμαθητές του ο Γιάννης Τσαρούχης καί ο παπα
Πυρουνάκης.
Έκεί στο Δημοτικό, άρχισε νά εκδηλώνει κά
ποια κλίση προς το γράψιμο. Μέ συνδρομές πού πή
ρε Άπό θείες, θείους καί φίλους έβγαλε ένα τετρα
σέλιδο φυλλάδιο σατιρικό πού είχε τίτλο .Σχολι
κός Σάτυρος (μέ ύψιλον Άπό άγνοια βέβαια) όπου
5’
σατίριζε τούς συμμαθητές καί τις συμμαθήτριές του.
Το φυλλάδιο αύτο τυπώθηκε σέ τυπογραφείο. ’
Εκεί τον πήγε ο πατέρας, πού σ’ αύτά βοηθούσε πρό
θυμα τύν μικρό του γιο — ήταν μάλιστα καί περή
φανος. Στό τρίτο φύλλο έ'κλεισε καί οι συνδρομές
έπιστράφηκαν.
"Εγραφε καί στη Διάπλαση των Παίδων μέ το
ψευδώνυμο «Ό μικρός ποιητής ».
’Αργότερα άρχισε να γράφει ποιήματα πού τα
έ'στελνε στον ΠετμεζάΛαύρα στό περιοδικό τής
Μεγάλης ’Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του Μακρή,
πού τα δημοσίευε στη σελίδα τής αλληλογραφίας
μέ το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλλας.
Σέ μερικούς μήνες, φτάσανε τα πλήθη τής προσ
φυγιάς άπο τη Μικρασιατική καταστροφή — έφιάλ
της μέ άπειρη γραφικότητα. Σέ πολλούς δρόμους
σχηματίζονταν τεράστιες ούρές έ'ξω άπό σπίτια πού
είχαν τήν επιγραφή « Περίθαλψη προσφύγων » για
να πάρουν κάποιο χαρτί ή δελτίο πού τούς έδινε δι
καίωμα σέ διάφορες παροχές.
’Άρχισαν να σχηματίζονται στις άκραίες γειτο
νιές οικισμοί άπο ξύλινες παράγκες πού στήν καθε
μιά ζούσαν έξι ή οκτώ άτομα χωρίς άποχέτευση —
μια κόλαση.
Ηταν όμως άνθρωποι έργατικοί, πολυμήχανοι.
5»
'Ο Πειραιάς γέμισε ξαφνικά Άπό πλανόδια καροτσά
κια πού πουλούσαν διάφορα άνατολίτικα ζαχαρω
τά, παγωτά σέ χωνάκια και σάμαλι. 'Ο σαλεπιτζής
περνούσε κάθε πρωί διαλαλώντας το έμπόρευμά του
άπο τούς δρόμους τού Πειραιά. οι γυναίκες εκπλη
κτικές σέ γενναιότητα και εγκαρτέρηση.
Τον πρώτο καιρό λιγόστεψαν τά τρόφιμα — δέν
έφτανε το νερό.
Σκοτωμός γινότανε όταν περνούσε το βράδυ ό
νερουλάς καί κατέβαιναν οι ύπηρέτριες άπο τά ψηλά
σπίτια καί οι νοικοκυρές άπο τά χαμηλά γιά νά γε
μίσουν τη στάμνα τους μέ νερό τού Πόρου.
’Έκκληση κάναν οι αρχές στά μεγάλα σπίτια νά
νοικιάσουν ένα δωμάτιο σέ πρόσφυγες.
Ήρθαν καί σέ μάς (κρατούσαμε ένα σπίτι μέ
έξι δωμάτια) ένα ζευγάρι μεσηλικοι άπο τον Τσε
σμέ, μέ την ψυχοκόρη τους. Ήταν άγιοι άνθρω
ποι —βιβλικοί— άπύ άρχοντική οικογένεια. Ζή
σαμε αρμονικά μαζί τους δύο ή τρία χρόνια.
Τούς άγαπησαμε καί μάς άγαπησανε. Μάς μετα
φέρανε έναν άλλο πολιτισμό καί τήν καρτερία τους.
Τέλεια άντίθεση μέ τον πρόσφυγα τής τσαρικής
Ρωσίας. Αύτος δέν σήκωσε τον ξεπεσμό. Πώς νά
προσαρμοστεί σ’ αύτή τή στενεμένη ζωή ο άν
θρωπος πού έζησε σέ μιά άστική κοινωνία τής ά
5^
φθονίας, του πλούτου και της αλόγιστης σπατάλης.
Θύμωνε μέ τό τίποτα, του φταίγανε όλα. Σή
κωνε το μπαστούνι του, έσπαζε ό,τι έβρισκε, η
λεκτρικούς λαμπτήρες, τζάμια, γυαλικά.
Κι ένώ στο βάθος ήταν ένας καλός άνθρωπος
άνίκανος να κάνει κακό, νόμιζες πώς χαιρόταν νά
τούς μεταδίνει τον πανικό. Τούς βασάνιζε άθελά
του, πήγαινε τ’ αγόρια σπρώχνοντάς τα Άπό τη σκά
λα στο κουρείο, νά τούς κόψουν τα μαλλιά μέ την
ψιλή μηχανή — στά πρώτα χρόνια τής έφηβείας.
Άπό την άλλη μεριά, μόλις είχε λίγα χρήματα,
τούς άνέβαζε όλους στην ’Αθήνα, και πήγαιναν
στου Έλευθερουδάκη όπου οι μεγαλύτεροι γέμι
ζαν τήν άγκαλιά τους μέ βιβλία.
Τ’ αγόρια πήγαιναν και στο θέατρο Χρυσοστο
μίδη στο Πασαλιμάνι, στον Καραγκιόζη, στον κι
νηματογράφο.
Μέ τήν κόρη ή συμπεριφορά του ήταν διαφορε
τική.
Τήν αύστηρότητά του δέν τήν επέβαλλε άπευ
θείας, άλλά μέσω τής μάνας. 'Η μάνα ποτέ δέν
τού συγχώρησε ότι δηλητηρίασε τά πρώτα έφηβικά
τους χρόνια.
Άν περάσαμε Άπό αύτή τήν περίοδο άθικτοι
ψυχικά το χρωστάμε σ’ αύτή τήν τέλεια μάνα —το
54
πρόσωπο της θυσίας— πού ξέχασε κάθε προσωπι
κό της δικαίωμα πάνω στη ζωή για νά στηρίξει
τά παιδιά της διατηρώντας πάντα ένα ζεστό καί
οργανωμένο σπιτικό.
'Ο πατέρας προσπάθησε νά βρει κάποια δουλειά
στα βαπόρια των συγγενών. Δεν κατάφερε νά σταθεί
— δέν τον βοήθησαν. Τότε πουλήθηκαν τά κοσμή
ματα τής μάνας καί ο,τι ακριβό ύπήρχε μέσα στό
σπίτι.
’Αργότερα μαζί μ’ έναν άλλο πρόσφυγα πλού
σιο επιχειρηματία της Πετρούπολης, ο πατέρας ά
νοιξε ένα μικρό κατάστημα τροφίμων, κοντά στό
Πασαλιμάνι, μέ ένα μεγάλο δωμάτιο στο πίσω μέ
ρος. ’Εκεί μαζεύονταν οι Ρώσοι έμιγκρέδες του
Πειραιά —γιατρός Σενιώφ, ναύαρχος Ρεβελιώτης,
στρατηγός Ρασντερίσιν—, περνούσαν τ’ άπογεύματα
πίνοντας βότκα καί κάνοντας σχέδια καί προγράμ
ματα έπιστροφής στην πατρίδα. "Ενας τόπος συνάν
τησης ναυαγών χωρίς σωτηρία.
’Απέναντι άκριβώς βρισκόταν τό παλιό Γυ
μναστήριο τού Πειραιά καί κεί έρχονταν τ’ άπο
γεύματα νά παίξουν καί νά γυμναστούν ο Νίκος
Καββαδίας καί τ’ άδέρφια του, κάτω άπό τήν αύ
στηρή έπίβλεψη τού πατέρα.
Στό Γυμναστήριο ο Καββαδίας γνώρισε τόν πρω
55
ταθλητή της πυγμαχίας Νίκο Μενεξή καί πήρε μαζί
του μαθήματα. Κι ενώ ή κράση του καί ο χαρακτή
ρας του δεν δικαιολογούσαν μια τέτοια επίδοση, αύ
τος σ’ όλη τή ζωή του δεν έ'παψε ν’ άγαπάει αύτο το
άθλημα.
Εύτυχώς το καταφύγιο αύτο των Ρώσων έμιγ
κρέδων δεν κράτησε πολύ, έκλεισε πάνω στον δεύ
τερο χρόνο. Στον Πειραιά ο Καββαδίας και τ’ ά
δέλφια του τελειώσανε καί το Γυμνάσιο. ’Εκεί είχε
συμμαθητή το γιο του Παύλου Νιρβάνα, τον Κώστα
Άποστολίδη, πού του γνώρισε τον πατέρα του.
Μένανε σ’ ένα σπίτι στο Νέο Φάληρο. 'Ο Καβ
βαδίας πήγαινε συχνά — ή αυστηρή παρακολούθη
ση του πατέρα είχε χαλαρώσει. 'Η άρρώστια είχε
αρχίσει νά τον λυγίζει.
'Ο Νιρβάνας ύπήρξε γιά τον δεκαπεντάχρονο
Καββαδία ο πρώτος δάσκαλος.
Του διάβαζε τά ποιήματα πού έγραφε — βρίσκε
ται άνάμεσα στά βιβλία τής εποχής έκείνης ένας μι
κρός τόμος μέ χρονογραφήματα καί μέ τήν άφιέ
ρωση :
« Στο μικρό μου φίλο Ν. Καββαδία, Άπό έκτί
μηση στο νεαρό του τάλαντο. »
Συχνά ο ηλικιωμένος συγγραφέας καί ο νεαρός
ποιητής κάνανε μακρινούς περιπάτους στούς ήσυ
56
χους δρόμους τοϋ ήρεμου προάστιου μέ τις διά
σπαρτες βίλες.
"Ενα είδος σιωπηλής λατρείας είχε ο μικρός
Καββαδίας για τον πολιτισμένο και σοφό άνθρω
πο, πού τού φέρθηκε σαν ίσος προς ίσο.
Μια τέτοια φιλία είχε αργότερα καί μέ τον Κ.
Καρθαίο πού κι αύτός υπήρξε δάσκαλος κι όδηγη
τής του.
Το 1929 ο πατέρας πέθανε άπο καρκίνο.
'Ο μικρός γιος είχε μπαρκάρει μέ τά καράβια
καί έγινε καπετάνιος σέ φορτηγά.
'Ο Ν. Καββαδίας πήγε να εργαστεί στο ναυτι
κό γραφείο τού Ζωγράφου, πού πρακτόρευε τά βα
πόρια των αδερφών τής μάνας του, μά γρήγορα
άρχισε κι αύτος να φεύγει μέ τά καράβια.
Το 1933 δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική
συλλογή Μαραμπού, πού τής άφιέρωσε πολύ επαι
νετική κριτική ο Φωτός Πολίτης στήν πρώτη σελί
δα τής εφημερίδας Πρωία.
Τό 1933 άφησαν τον Πειραιά καί έγκαταστά
θηκαν στήν ’Αθήνα. Μείνανε στήν Κυψέλη — τά
περισσότερα χρόνια, στο σπίτι τής όδου 'Αγ. Με
λετίου 10. Έκει τούς βρήκε καί ο πόλεμος.
Πήρε μέρος στον ’Αλβανικό καί γύρισε άπο τούς
τελευταίους μέ τά πόδια, ταλαιπωρημένος, άδύνα
τος, τρώγοντας ό,τι του ’διναν οι νοικοκυρές στα
χωριά άπ’ όπου περνούσε.
Στα χρόνια τής Γερμανικής Κατοχής έμεινε
στην ’Αθήνα καί πήρε μέρος στην ’Αντίσταση, μέ
σα άπό τις γραμμές του Κ.Κ.Ε. Έκεί όπου "Ελλη
νες άπο τή μια μεριά καί Γερμανοί καί Ταγματα
σφαλίτες άπο την άλλη παίζαν το παιχνίδι τής γά
τας μέ τά ποντίκια. Τότε πού γέμισαν τά Χαίδάρια
κι οι Καισαριανές καί δέν ήξερες άν το βράδυ θά κοι
μηθείς στο σπίτι σου ή στην ’Ασφάλεια τής οδού
Μέρλιν.
Μετά την άποχώρηση του Στρατού Κατοχής
μπαρκάρισε ύπο περιοριστικούς ορούς καί ταξίδεψε
σ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του ’ ώς άσυρματιστής,
μέχρι το θάνατό του, στις 10 Φεβρουάριου 1975.
ΤΖΕΝΙΑ ΚΑΒΒΑΔΙΑ
58
Η Α' ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΜΕ ΤΑ ΔΥΟ
ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ « ΤΟΥ
ΠΟΛΕΜΟΥ» ΚΑΙ «ΣΤΟ ΑΛΟΓΟ ΜΟΥ»
ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ, ΣΕΛΙΔΟΠΟΙΗΘΗ
ΚΕ ΚΑΙ ΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ
ΤΟΥ ΑΓΗΣΙΛΑΟΥ ΖΟΥΜΑΔΑΚΗ ΚΑΙ ΣΙΑ
ΕΠΕ ΤΟΝ ΙΟΥΝΙΟ ΤΟΥ 1987.
Οι ΤΥΠΟ
ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ
ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ.
ΤΑ ΦΙΛΜ ΚΑΙ
ΤΟ. ΜΟΝΤΆΖ ΤΩΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ, ΤΟΥ
ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ A' ΚΑΙ Β' ΑΝΑ
ΤΥΠΩΣΗΣ ΕΤΟΙΜΑΣΤΗΚΑΝ ΣΤΟ ΕΡΓΑ
ΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ Δ. ΚΑΔΙΑΝΑΚΗ ΚΑΙ Η ΕΚ
ΤΥΠΩΣΗ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟ ΛΙΘΟΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ
ΑΓΓΕΛΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ,
Η ΒΙΒΛΙΟΔΕΣΙΑ ΕΓΙΝΕ ΣΤΟΥ Θ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ
ΚΑΙ ΤΟΥ Π. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ ΣΕ 3.000
ΑΝΤΙΤΥΠΑ ΤΟΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 1988
ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ « ΑΓΡΑ ». Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΕΞΩΦΥΛ
ΛΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΤΛΟΥΠΑ. ΤΗΝ
ΕΚΔΟΣΗ ΣΧΕΔΙΑΣΕ ΚΙ ΕΠΙΜΕΛΗΘΗΚΕ
Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΕΤΣΟΠΟΥΛΟΣ.


________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις 
προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ενώ Για 
να κατεβάσετε τον σχετικό κατάλογο επισκεφθείτε το 
http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.zip
____________

Απαντηση