Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή, Δεκεμβρίου 19, 2021, 09:42

Ο Βάρναλης, ο παράδεισος και η σοσιαλιστική μασέλα (της Άλκης Ζέη)


Το 2017 η Άλκη Ζέη (1925-2020) εξέδωσε το βιβλίο «Πόσο θα ζήσεις ακόμα, 
γιαγιά;» (εκδ. Μεταίχμιο). Ο τίτλος προέρχεται από μια ερώτηση που της έκαναν, 
όταν ήταν μικρά, τα εγγόνια της.

Στο βιβλίο αυτό, που έχει τον υπότιτλο «Ιστορίες που έζησα – Ιστορίες που 
έγραψα», περιλαμβάνονται αυτοβιογραφικά κείμενά της (στο πρώτο μερος, που έχει 
έκταση περίπου τα δύο τρίτα του συνόλου) και κείμενα μυθοπλασίας (στο δεύτερο 
μέρος), που ναι μεν είχαν ήδη δημοσιευτεί παλιότερα σε βιβλία της, αλλά που 
τώρα σχολιάζονταν από τη συγγραφέα εκ των υστέρων. Αυτός ο μεταγενέστερος 
σχολιασμός είναι τυπωμένος με πλάγιους χαρακτήρες για να ξεχωρίζει.

Διάλεξα ένα αυτοβιογραφικό αφήγημα που περιγράφει μια επίσκεψη του Κώστα 
Βάρναλη στη Μόσχα το 1959 (η Άλκη Ζέη με τον άντρα της, τον Γιώργο 
Σεβαστίκογλου, ζούσαν εκεί πολιτικοί πρόσφυγες) και, στον εκ των υστέρων 
σχολιασμό, μια νέα επίσκεψη της ίδιας της Άλκης Ζέη στη Μόσχα το 2016.

Αν δεν κάνω λάθος, το κείμενο είχε αρχικά δημοσιευτεί στο βιβλίο της Άλκης Ζέη 
«Η  δωδέκατη γιαγιά και άλλα…» (2000).

Και πριν προχωρήσουμε, θυμίζω ότι συνεχίζεται η ψηφοφορία για τη Λέξη της 
Χρονιάς, στην ωραιότατη ειδική μας σελίδα.

Ο Βάρναλης, ο παράδεισος και η σοσιαλιστική μασέλα

Δεν ξέρω γιατί εδώ και μερικά χρόνια δεν βλέπω πια τη Μόσχα στον ύπνο μου. Ενώ 
ονειρεύομαι το Παρίσι συχνά, τα παιδιά μου μικρά που τα μπερδεύω με τα εγγόνια 
μου, τον Γιώργο, κι ακόμα τη Σάμο και τα παιδικά μου χρόνια, ανεξήγητα η Μόσχα 
χάθηκε ξαφ­νικά από τον υπολογιστή του νου μου.

Και την έβλεπα πάντοτε σαν μια όμορφη καρτ ποστάλ, είτε χιονισμένη είτε 
ανοιξιάτικη. Τα δάση, τις σημύδες και τις λίμνες. Λέω τώρα μήπως η ανάμνηση του 
Βάρναλη στη Μόσχα με κάνει να την ξαναδώ στον ύπνο μου, γιατί μου έχει λείψει.

Ο Βάρναλης στη Μόσχα! Θα ήτανε γύρω στο 1959. Είχε πάρει πριν καιρό το βραβείο 
Λένιν, μα πέτρινα τα χρόνια ακόμα, δεν έλεγαν να φύγουν, και δεν του έδιναν 
διαβατήριο στην Ελλάδα για τη Σοβιετική -τότε- Ένωση.

Τον περιμέναμε λοιπόν με λαχτάρα κι ανησυχούσα­με αν θα μπορούσαμε να τον 
δούμε, αφού στην τελετή της απονομής του βραβείου εμείς οι Έλληνες της Μό­σχας, 
οι πολιτικοί πρόσφυγες, ήμασταν αποκλεισμένοι. Μόλις είχαν αρχίσει οι σχέσεις 
Ελλάδας και Σοβιετικής Ένωσης. Εμείς, μην έχοντας καμιά επαφή με το ελληνι­κό 
κράτος, αφού στους πιο πολλούς είχαν στερήσει την υπηκοότητα, ουσιαστικά δεν 
υπήρχαμε. Λίγο αργότερα όμως όποιος ερχότανε από την Ελλάδα, είτε επίσημος είτε 
ανεπίσημος, ζητούσε να συναντηθεί μαζί μας.

–  Θέλω να δω τους Σεβαστίκογλου, μας είπανε πως φώναζε ο Βάρναλης σαν 
πεισματάρικο μικρό παιδί, όταν δεν μας είδε σε καμιά από τις επίσημες 
εκδηλώ­σεις που του έκαναν.

Μια μέρα πήραμε ένα οργισμένο τηλεφώνημά του.

– Αύριο θα έρθω να σας δω, αν δεν με φέρουν, θα δραπετεύσω.

– Πού είστε; τον ρωτήσαμε.

– Στον παράδεισο, είπε πιο θυμωμένα ακόμα, σ’ ένα αναπαυτήριο που είναι βαρετό 
σαν τον παράδεισο.

Μόλις μας είπε πού βρισκότανε, καταλάβαμε αμέ­σως. Τον είχαν στείλει να 
ξεκουραστεί μαζί με τη γυ­ναίκα του, τη Δώρα, σ’ ένα μαγευτικό μέρος στα 
πε­ρίχωρα της Μόσχας. Εκεί πήγαιναν τα στελέχη του κόμματος και διαλεχτοί ξένοι 
από όλο τον κόσμο. Δά­σος, σημύδες, λίμνες και ησυχία απόλυτη. Ήμασταν όμως 
σίγουροι πως ο Βάρναλης, κλεισμένος εκεί, και με τη Δώρα μάλιστα, δεν θα 
μπορούσε να το αντέξει.

Την άλλη μέρα από το τηλεφώνημα, ένα μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο στάθηκε έξω από 
την πολυκατοικία μας κι έκανε τους γείτονές μας να λαχταρήσουν. Ήταν νωρίς τ’ 
απόγευμα κι ο οδηγός που μας έφερε τον Βάρναλη -μόνο του, χωρίς τη Δώρα- είπε 
πως θα τον έπαιρνε πίσω πριν από τις έξι, για να προλάβει το βραδινό φαγητό.

–  Μπορούμε να του δώσουμε να φάει κάτι κι εμείς, αστειεύτηκε ο Γιώργος, μα ο 
οδηγός δεν το εκτίμησε καθόλου.

–  Αυτή την εντολή έχω, απάντησε ξερά. Ευτυχώς ο Βάρναλης δεν κατάλαβε τον 
διάλογο.

Όσα χρόνια κι αν πέρασαν, τη θυμάμαι κείνη τη μέρα σαν να ήτανε χτες. Ο 
Βάρναλης καθισμένος σε μια πολυθρόνα και δίπλα του σ’ ένα τραπεζάκι ένα 
ποτηράκι βότκα, να προσπαθεί να μιλήσει, μα ψεύδιζε, κι αυτό τον έκανε έξω 
φρενών.

Μας είπε πως γι’ αυτό έφταιγε η Δώρα και, όπως είδε πως δεν καταλαβαίναμε, 
βάλθηκε να μας εξηγεί.

Ψευδά ψευδά μας διηγήθηκε με θυμό και χιούμορ τη διαμονή του στον… παράδεισο.

–  Όλες οι μέρες ίδιες. Ξυπνάς, κοιμάσαι, τρως, ξανακοιμάσαι κι ακούς μόνο τα 
πουλάκια να κελαηδάνε και τη Δώρα να μουρμουρίζει.

Εκεί που μένανε, μέσα στο πάρκο, είχε μια λίμνη και, βαρκούλες που μπορούσες να 
κάνεις βόλτες. Τέ­τοιο τοπίο θα το ζήλευε ο καθένας, εκτός από τον ίδιον που 
βαριότανε. Πήγαινε όμως τη βόλτα για να περάσει η ώρα που δεν πέρναγε με 
τίποτα. Μπήκανε λοιπόν χτες σε μια βαρκούλα. Κάποιος τραβούσε κου­πί κι ο 
Βάρναλης καθισμένος απέναντι στη Δώρα έβρε­χε το χέρι του μέσα στο νερό. 
Παραδέχτηκε ότι γκρίνιαζε όλη την ώρα. Κλεισμένος στον παράδεισο, ενώ ήθελε να 
δει κόσμο, να κουβεντιάσει. Δεν ήτανε κου­ρασμένος για να ’χει ανάγκη τόση 
απόλυτη ξεκούρα­ση, που σε κάνει να μην μπορείς να σκεφτείς τίποτα. Γκρίνιαζε. 
λοιπόν, αφού δεν μπορούσε να διαμαρτυρηθεί. Η Δώρα άρχισε να τον λέει αχάριστο, 
που οι άνθρωποι τον περιποιούνταν τόσο και που του δώσα­νε και το βραβείο 
Λένιν. Τότε άναψε και φούντωσε κι ο ίδιος κι αρχίσανε τρικούβερτο καβγά. 0 
άνθρωπος που τράβαγε κουπί έκανε πως δεν άκουγε κι ούτε τους κοιτούσε. Μια 
στιγμή ο καβγάς κορυφώθηκε, όταν η Δώρα του είπε:

– Δεν έπρεπε να σου δώσουνε το βραβείο Λένιν, αφού εσύ στα νιάτα σου ήσουνα 
βασιλικός, ενώ εγώ ήμουνα πάντα δημοκράτισσα.

Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε! Ο Βάρ­ναλης άρχισε να στριγκλίζει και 
θα έμεινε κάμποσο φαίνεται με το στόμα ανοιχτό, γιατί η Δώρα τού άρπαξε ξαφνικά 
τη μασέλα και την πέταξε στη λίμνη! Σηκώθηκε τότε όρθιος να την αρπάξει από το 
μαλλί, μα η βάρκα άρχισε να σκαμπανεβάζει κι ο άνθρωπος που τραβούσε το κουπί, 
τρομαγμένος, τους έδειχνε να καθίσουν στις θέσεις τους. Κάθισαν βέβαια 
ακίνητοι, με την πλάτη γυρισμένη ο ένας στον άλλο, και μόλις βγήκανε από τη 
βάρκα, πριν πάνε στο δωμάτιό τους, φώναξαν τον διερμηνέα. Ήτανε μια πολύ 
συμπαθητική γυναίκα, που λάτρευε και θαύμαζε τον Βάρναλη. Ο ίδιος, για να μη 
γίνουν ρεζίλι, της είπε πως έσκυψε να πάρει νερό από τη λίμνη να δροσίσει το 
πρόσωπό του και του έπεσε η μασέλα. Είχε μια παλιά μαζί του, μα ήτανε χάλια. Ας 
ψάχνανε στον πάτο της λίμνης να του βρουν την άλλη. Η διερμηνέας του είπε να 
μην ανησυ­χεί και πως, αύριο κιόλας, θα φρόντιζε να του στείλουν οδοντοτεχνικό 
να του πάρει μέτρα και να του κάνουν δώρο μια ολοκαίνουργια μασέλα.

Όταν έφυγε η διερμηνέας, ο Βάρναλης τα ‘βαλε φυσικά με τη Δώρα.

–  Εγώ, της είπε, σοβιετική μασέλα δεν βάζω. Μπορεί να έχουν κάνει σ’ αυτόν τον 
τόπο μεγάλα επιτεύγ­ματα και μπαλέτο σαν κι αυτό που είδαμε να μην έχω ξαναδεί, 
αλλά μασέλες δεν ξέρουν να φτιάχνουν.

Τους είχε δει όλους όταν πήγαιναν για φαγητό στην τραπεζαρία. Μια κοψιά, ίδιο 
χαμόγελο. Θα μπορούσε κάλλιστα ο ένας να δανείζει τη μασέλα του στον άλλο.

Η Δώρα είπε πάλι πως τζάμπα του δώσανε το βραβείο Λένιν, για να τον κάνει πάλι 
έξαλλο.

–  Ας το πάρουν πίσω. της είπε, μα σοβιετική μασέ­λα δεν θα βάλω.

Όπως χαθήκανε τα όνειρά μου για τη Μόσχα, έτσι χάθηκε κι από τη μνήμη μου αν 
ξανάδαμε τον Βάρναλη πριν φύγει, θυμάμαι με λεπτομέρειες έναν έναν όσους είχαν 
έρθει στη Μόσχα σπίτι μας, τι φάγαμε, τι κουβεντιάσαμε. Θυμάμαι τι φορούσαν ο 
Οδυσσέας Ελύτης, η Άννα Συνοδινού, ο Ανδρέας Εμπειρικός κι ο Λέων Κουκούλας, ο 
Θόδωρος Κρίτας. η Βάσω Μανωλίδου κι ένα σωρό άλλοι. Μα από τον Βάρναλη δεν 
θυμάμαι τίποτ’ άλλο. Μήπως δεν τον ξαναείδαμε, δεν μας τον ξανάφεραν. Παρόλο 
που είμαι σίγουρη πως εκείνος θα χτυπούσε τα πόδια και θα ’λεγε:

–  Θέλω να δω τους Σεβαστίκογλου.

Πάντως, έφυγε με την παλιά του μασέλα. Μου το είπε, αρκετά χρόνια μετά, η 
διερμηνέας του.

Τη Μόσχα την ξαναείδα όχι στον ύπνο μου αλλά στον ξύπνιο μου. Τον Σεπτέμβρη που 
μας πέρασε -2016- πήγαμε με το Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού για τρεις μέρες στη 
Μόσχα στην Έκθεση Βιβλίου. Ο Βασίλης Βασιλικός, ο Ευγένιος Τριβιζάς κι εγώ 
-προσκαλεσμένοι, γιατί τα βιβλία μας είχαν εκδοθεί στα ρωσι­κά- καθώς και 
μερικοί νέοι συγγραφείς.

Υπήρχε ελληνικό περίπτερο στην Έκθεση που είχε στήσει το Ίδρυμα Ελληνικού 
Πολιτισμού. Έτσι, με τις διάφορες παρουσιάσεις έμενε πολύ λίγος χρόνος για 
επίσκεψη στη Μόσχα.

Από το αεροδρόμιο ως το ξενοδοχείο που ήτανε κοντά στην Έκθεση κοιτάζοντας από 
το παράθυρο του αυτοκινήτου νόμιζα πως βρίσκομαι σε μια πόλη που δεν είχα ζήσει 
ποτέ. Μόνο στην είσοδο της Έκ­θεσης αναγνώρισα το άγαλμα που στεκότανε ακόμα 
στην ίδια θέση – ένας νέος εργάτης και μια εργάτρια που κρατούσαν προτεταμένα ο 
ένας το σφυρί και η άλλη το δρεπάνι. Έμοιαζαν τώρα σαν να μην ήξεραν τι να τα 
κάνουν κοιτάζοντας πιο πέρα τα κτίρια με τους τριάντα ορόφους κι από κάτω τα 
μαγαζιά Γκούτσι, Σεν Λοράν κι όποια άλλη μάρκα βάζει ο νους που είχαν 
αντικαταστήσει τα μικρά ξύλινα σπιτάκια.

Είχαμε ένα απόγευμα ελεύθερο και η Ρωσίδα εκδότριά μου προθυμοποιήθηκε να με 
συνοδέψει όπου επιθυμούσα να πάω στη Μόσχα. Χωρίς καν να το σκεφτώ, της είπα 
πως θέλω να δω το κουζινάκι όπου έγραφα το Καπλάνι της βιτρίνας. Δηλαδή να με 
συ­νοδέψει στο σπίτι που μέναμε τα οχτώ χρόνια που ζήσαμε στη Μόσχα.

Βρισκότανε στην άλλη μεριά της πόλης, μακριά από την Έκθεση, κοντά στο 
Πανεπιστήμιο. Όταν πήγαμε εκεί το ’57 ήτανε νεόχτιστο. Μια τεράστια 
πολυκατοικία με τέσσερις ορόφους και 500 διαμερί­σματα. Σε σχήμα πι και στη 
μέση ένα μεγάλο πάρκο με μικρά λεπτά δεντράκια και παρτέρια. Το βράδυ όταν τα 
παρτέρια πάγωναν γινόντανε σαν πίστες κι έβγαιναν τα παιδιά και τσουλούσαν στον 
πάγο με τα πατίνια τους.

Ανυπομονούσα να φτάσουμε. Η απόσταση μεγάλη και πλήθος αυτοκίνητα όποιας μάρκας 
βάζει ο νους. Όταν επιτέλους φτάσαμε. είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και δεν 
γνώριζα τίποτα από τη γειτονιά που είχα ζήσει οχτώ χρόνια. Το πάρκο είχε γίνει 
ένα θεόρατο σκοτεινό δάσος. Το διαμέρισμά μας ήτανε στην πρώ­τη πλευρά στον 
τρίτο όροφο. Ο πρώτος και ο δεύτε­ρος ήτανε παιδικός σταθμός. Εκεί πήγαιναν τα 
παιδιά μας. Πώς να αναγνωρίσω την πόρτα της εισόδου; Τότε η εξώπορτα ήτανε 
ξύλινη με ένα μπρούντζινο πόμολο που το γυρίζαμε και άνοιγε. Δεν υπήρχε 
κλει­δί. Τώρα βρέθηκα μπροστά σε μια ατσάλινη πόρτα με κάμερα στο πλάι και 
θυροτηλέφωνο. Στα παρά­θυρα του παιδικού σταθμού μαύρα πυκνά κάγκελα.

Η εκδότριά μου χτύπησε ένα κουδούνι, μίλησε στο θυροτηλέφωνο. εξήγησε ποια 
είμαι και πως επιθυμού­σα να δω το διαμέρισμα που έμενα. Μια ανδρική φωνή τής 
απάντησε να περιμένει κάτω. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Σε λίγο κατέβηκε 
ένας άντρας γεροδεμένος γύρω στα πενήντα. Εμένα ούτε να με κοιτάξει και είπε 
στη συνοδό μου πως η γυναίκα του δεν θέλει να ανέβουμε απάνω και πως αυτός έχει 
τον κατάλογο των κατοίκων που έμειναν στο διαμέρισμα από τον καιρό που χτίστηκε 
το σπίτι και κανείς ξένος δεν έχει μείνει ποτέ εκεί.

Μας έκλεισε την ατσαλένια πόρτα στα μούτρα με μένα να κλαίω στην αγκαλιά της 
εκδότριάς μου.

Ήθελα τόσο να δω το κουζινάκι που έγραφα το Καπλάνι. Τα βράδια όταν γυρίζαμε με 
τον Γιώργο απ’ το θέατρο ή από κονσέρτο σε μια γωνιά του τραπεζιού καθότανε ένα 
αδύνατος νεαρός μ’ ένα τσουλούφι που του έπεφτε στα μάτια έτσι όπως σκυμμένος 
σχεδίαζε σ’ ένα χαρτί ανθρωπάκια, δέντρα, σπίτια.

Ήτανε ο Αντρέι Ταρκόφσκι. Ναι, ναι, ο μεγάλος Ταρκόφσκι, που τότε ήτανε 
φοιτητής στην κινηματο­γραφική σχολή κι ερχότανε να κάνει μπέιμπι σίτινγκ στα 
παιδιά για να βγάζει χαρτζιλίκι.

Έτσι μου έμεινε μόνο στον ύπνο μου να βλέπω το κουζινάκι. Στη Μόσχα δεν θα 
ξαναπάω.

https://sarantakos.wordpress.com/2021/12/19/zei-2/

 ________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις 
προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ενώ Για 
να κατεβάσετε τον σχετικό κατάλογο επισκεφθείτε το 
http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.zip
____________

Απαντηση