Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή, Φεβρουαρίου 20, 2022, 09:40
Η Ελενίτσα (διήγημα του Κωνστ. Τσιτσελίκη) Το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα το πήρα από τη συλλογή διηγημάτων «Ιβάν Τσέρμσκι και άλλα διηγήματα», που κυκλοφόρησε το 2020 από τις εκδόσεις Εστία. Δεν είναι καινούργια διηγήματα. Ο Τσιτσελίκης (1882-1938) γεννήθηκε στην οθωμανική Κοζάνη, έκανε γερές σπουδές στην Αθήνα, την Κωνσταντινούπολη και τη Γερμανία, άσκησε τη δικηγορία και τη δημοσιογραφία, ενώ εκλέχτηκε και βουλευτής στις εκλογές του 1920 με τον αντιβενιζελικό συνασπισμό. Στον πρόλογο χαρακτηρίζεται «Ο Καμπούρογλους της Κοζάνης» με την έννοια ότι μελέτησε και ανέδειξε με τα γραφτά του, τόσο τα λογοτεχνικά όσο και τα ιστορικά-λαογραφικά, τη γενέτειρά του και την περιοχή της κατά τον ίδιο τρόπο που ο Δημ. Καμπούρογλου μελέτησε την Αθήνα στο έργο του. Ο τόμος της Εστίας συγκεντρώνει διηγήματα από τις συλλογές που είχε εκδώσει όσο ζούσε ο Τσιτσελίκης ή που είχε δημοσιεύσει σε περιοδικά της εποχής, σε φιλολογική επιμέλεια του Μάριου-Κυπαρίσση Μώρου, ο οποίος έχει κάνει πολλή δουλειά υποδομής. Το βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρον διότι φωτίζει μια περιοχή του ελληνικού χώρου που δεν την έχουμε γνωρίσει καλά μέσα από τη λογοτεχνία, αλλά και μια περίοδο άγνωστη, την τρίχρονη περίοδο της γαλλικής κατοχής στη δυτική Μακεδονία (1915-1918). Στο διήγημα που θα δούμε σήμερα, η Ελενίτσα είναι μια πόρνη που διασκεδάζει με τους Γάλλους αξιωματικούς που κατέχουν την Κοζάνη ενώ οι περισσότεροι Κοζανίτες λιμοκτονούν. Η σκληρότητα των δυνάμεων κατοχής εξηγεί για ποιο λόγο η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων της περιοχής στράφηκε κατά του Βενιζέλου. Ωστόσο, και ο ίδιος ο Τσιτσελίκης, αν και πολιτεύτηκε με τις εθνικόφρονες φιλοβασιλικές δυνάμεις, μέσα από τα γραφτά του δείχνει πολύ διαφορετικό πρόσωπο. Στο διήγημα Ιβάν Τσέρμσκι νεκρολογεί με πολλή συμπάθεια έναν Ρώσο στρατιώτη που είχε ταχθεί με τους μπολσεβίκους, ενώ στο «Αχάριστος γιος, κακός γιος» αφενός παρουσιάζει ρεαλιστικές σκηνές από τον πόλεμο στη Μικρασία και αφετέρου δείχνει τη δυσανεξία των ντόπιων απέναντι στους πρόσφυγες. Στο «Ένα ξερίζωμα» αφηγείται την τύχη των Βαλαάδων, ελληνόφωνου πληθυσμού της περιοχής, που ανταλλάχτηκαν επειδή ήταν μουσουλμάνοι παρόλο που ήθελαν να μείνουν στον τόπο τους. Ο επιμελητής εχει (πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου) μονοτονίσει το κείμενο και εκσυγχρονίσει την ορθογραφία, ενώ υπάρχει και γλωσσάρι στο τέλος, που δεν έχει μόνο ιδιωματικές λέξεις αλλά και τοπωνύμια. Σημειώνω με αστερίσκο τις λέξεις και τις εξηγώ στο τέλος. Ας διαβάσουμε λοιπόν την Ελενίτσα Η Ελενίτσα – Στην υγειά των γενναίων Γάλλων! εφώναξε με βραχνή φωνή η Ελενίτσα και ενώ φυσούσε με ηδονή μια πυκνή τολύπη καπνού από το στόμα της, με τα λιγωμένα μεγάλα μαύρα μάτια της καρφωμένα προς την καπνισμένη οροφή του δωματίου, άρπαξε με το δεξί της χέρι το ποτήρι της σαμπάνιας, προσπάθησε να σηκωθεί, και με το αριστερό της χέρι, που κρατούσε το αναμμένο πούρο, στηρίχθηκε στον ώμο του υπολοχαγού Λαπελετιέ. Χωρίς να το θέλει όμως, σε μια απότομη στροφή της κεφαλής του τελευταίου, του έκαψε με το πούρο της σχεδόν το μισό μουστάκι του. – Προσοχή, λοιπόν, ωραία μου! είπεν ο υπολοχαγός του 63ου Αποικιακού Συντάγματος, διορθώνοντας το καμένο μουστάκι του που ήταν τόσο ωραίο και φουντωτό προ ολίγων στιγμών, και κρατώντας ένα μικρό καθρεφτάκι της τσέπης, τι θα ’λεγε τώρα η γυναικούλα μου αν μ’ έβλεπε έτσι μασκέ με μισό μουστάκι! – Βοτρ φαμ μοά σε σοάρ, ξεφώνισεν η Ελενίτσα σε μια άσχημη γαλλική γλώσσα και προφορά. Και με το ψηλό τακουνάκι της χτυπούσε το πάτωμα και έκαμνε τη θυμωμένη, γιατί ο υπολοχαγός θυμήθηκε τη γυναίκα του αυτή τη στιγμή. – Στην υγειά των ωραίων Ελληνίδων που ξεύρουν να διασκεδάζουν! εφώναξε γελώντας ο νεαρός ανθυπίλαρχος Ολιβιέ και συγκρουοντας το ποτήρι του με το ποτήρι της Ελενίτσας, του υπολοχαγού Λαπελετιέ και του τετάρτου συντρόφου της παρέας, υπολοχαγού του πεζικού Γκουρώ. Και όλοι τώρα αγκαλιασμένοι και τρικλίζοντας ολόγυρα στο τραπέζι άρχισαν να τραγουδούν το τραγούδι της Μαργκερίτ, ενώ η Ελενίτσα, στηριζομένη πότε στον ώμο του ενός και πότε στου άλλου, τους χτυπούσε στο πρόσωπο με τη μικρή πράσινη φουντίτσα του καπέλου της ή χάιδευε με το χέρι της το καμένο μουστάκι του Λαπελετιέ. – Ε, Σαρόν! Έλα να σηκώσεις το μπούτι του αγριοχοίρου και άνοιξέ μας ακόμα τρεις Σιαντόν ε Μοέτ. Φέρε μας και τα φρούτα! διέταξεν ο υπολοχαγός Γκουρώ τον υπηρέτη του. Και γυρνώντας προς τους συναδέλφους του, – Ε, συνάδελφοι, προσέθεσε, θα ομολογήσετε ότι το αποψινό μας τραπέζι είναι θαυμάσιο. Δε μου κάματε όμως ούτε ένα κοπλιμέντο για τη διακόσμηση του σαλονιού. Για κοιτάξτε, δεσποινίς! Αυτά τα ’τοίμασα για σας! Και με το δάχτυλό του έδειξε τον αντικρινό τοίχο, όπου δυο υφάσματα, το ένα άσπρο και το άλλο γαλάζιο, διπλωμένα με φιλοκαλία και κομψότητα, αποτελούσαν το σύμπλεγμα της ελληνικής σημαίας. – Βιβ λα Φρανς! απάντησεν η Ελενίτσα, δείχνοντας με το ανασηκωμένο δεξί πόδι της, και ακουμπώντας στον ώμο του Λαπελετιέ, στον άλλο τοίχο ένα όμοιο σύμπλεγμα της γαλλικής σημαίας. Εγώ αγαπώ όλη τη στρατιά της Ανατολής! Και για ν’ αποδείξει εμπράκτως τα αισθήματά της, άρχισε να τραγουδά άγρια και δυνατά με τη βραχνή φωνή της τη Μασσαλιώτιδα, « Αλλόνζ ανφάν ντε λα πατρί!», εις την οποίαν φυσικά τη συνόδευσαν και οι γάλλοι αξιωματικοί. Ο Σαρόν, που εκείνη τη στιγμή έφερνε τα φρούτα και μια φιάλη σαμπάνιας, στάθηκε στη θύρα, πέρασε γρήγορα γρήγορα τη φιάλη από το δεξί του χέρι στο αριστερό όπου είχε και τα φρούτα και χαιρέτησε στρατιωτικά την πρώτη στροφή της Μασσαλιώτιδος. Το δωμάτιο εις το οποίον εδίδετο το γλέντι ήταν μισοϋπόγειο. Τα δυο του παράθυρα ενώ από μέσα ήταν υψηλά, απ’ έξω άρχιζαν αμέσως από το έδαφος. Το ύψος του δεν ήταν ανώτερο από δυόμισι μέτρα. Τα καθημερινά του έπιπλα ήταν ένα ξύλινο κρεβάτι και ένα τετράγωνο τραπέζι που χρησιμοποιούνταν πότε ως γραφείο, πότε εστιατόριο και πότε νιπτήρας, τρία ξύλινα καθίσματα και δύο μπαούλα εκστρατείας. Η γαλλική αστυνομία το είχε επιτάξει κι αυτό όπως και τόσα άλλα με τη συνεργασία του δημάρχου, και έτσι βρέθηκεν ως κατοικία του υπολοχαγού Γκουρώ, αλλά και ως συσσίτιο των συναδέλφων του, Λαπελετιέ και Ολιβιέ. Τη βραδιά όμως εκείνη είχε στολισθεί ιδιαιτέρως για το χατίρι και προς τιμήν της Ελενίτσας. Δυο κάλυκες οβίδων χρησιμοποιήθηκαν ως ανθοδόχες και εξ επτά άδειες φιάλες σαμπάνιας ως κηροπήγια επάνω στα παράθυρα, στο τραπέζι και στα μπαούλα. Όλα αυτά αναπληρουσαν το διάκοσμο και τα ηλεκτρικά γλομπάκια που θα είχεν η παρέα αν έτρωγε στο Μπουλεβάρ ντεζ Ιταλιέν. όπως χαμογελώντας έλεγεν ο υπολογαχός Λαπελετιέ. Ήταν όμως και τα συμπλέγματα των σημαιών, που έδιδαν μια τέλεια όψη διασυμμαχικής γιορτής στο γλέντι, το οποίον όλο και άναβε. Τώρα πλέον η Ελενίτσα τα είχε βάλει με τα ποτήρια. Τα λογάριαζεν όλα ως Γερμανούς και δώσ’ του τα έσπανεν το ένα κατόπι του άλλου. – Α μπα λε Μπος! φώναζε κάθε φορά που έσπανε κι ένα ποτήρι και οι αξιωματικοί ξεκαρδίζονταν με την παλικαροσύνη και την ευθυμία της συμμάχου Ελενίτσας. Τώρα ήταν τέλεια μεθυσμένη. Δεν μπορούσε να κρατηθεί στα πόδια της. Τα γόνατά της λύγισαν και σωριάστηκεν ακουμβώντας το κεφάλι στο κρεβάτι του υπολοχαγού Γκουρώ. Ο Λαπελετιέ και ο Ολιβιέ την ανασήκωσαν και με την βοήθειαν του Σαρόν τη μετέφεραν στο αυτοκίνητο που περίμενε έξω του σπιτιού. Η νυχτερινή υγρασία και το ελαφρύ κρύο του Μαρτίου ξύπνησαν την Ελενίτσα τη στιγμή που την έβαζαν στο αυτοκίνητο. – Πού πάμε; ψιθύρισε. – Στο σπίτι μου, είπεν ο Ολιβιέ και πατώντας το φρένο γύρισε το τιμόνι του αυτοκινήτου. Πέρασαν την πλατεία της λαχαναγοράς, τη μικρή οδό Ντε Μπρεν, που μόλις είχεν ονομασθεί έτσι προς τιμήν του γάλλου προξένου από το Δημοτικό Συμβούλιο, γύρισαν την οδό 11ης Οκτωβρίου και Τριανδρίας, και σε λίγα λεπτά βρέθηκαν στο άκρο της οδού Βενιζέλου που ήταν το δωμάτιο του ανθυπιλάρχου Ολιβιέ. Ο Λαπελετιέ καληνύχτισε το ζευγάρι και γύρισε με το αυτοκίνητο στο σπίτι του. Ο Ολιβιέ ανέβασε με δυσκολία την Ελενίτσα στο δωμάτιο, άναψε το κερί, τη βοήθησε να βγάλει τα ρούχα της που τα πέταξε ανακατεμένα στο παράθυρο, και την έβαλε σιγά στο ξύλινο κρεβάτι του όπου μετά δύο λεπτά έπεσε και ο ίδιος. Και οι δυο τους κοιμήθηκαν αμέσως με ροχαλετό. Αραιά γαυγίσματα σκύλων, που είχαν ανησυχήσει με το θόρυβο του αυτοκινήτου, και ολίγα δυνατά λαλήματα πετεινών διέκοπταν τη νυχτερινή ησυχία τής ξενοκρατουμένης μικρής ελληνικής πόλης. II Το άλλο πρωί η Ελενίτσα ξύπνησεν ενωρίτερα του Ολιβιέ. Μια ελαφρά ζάλη και ένα ακαθόριστο πόνο αισθάνουνταν μόνο στους κροτάφους της. Ήταν τα παρεπόμενα της σαμπάνιας. Ο Ολιβιέ κοιμόνταν δίπλα της βαθιά και δεν θέλησε να τον ξυπνήσει. Στήριξε το κεφάλι της με τον αγκώνα στο μαξιλάρι της και με απλανή μάτια κοίταξε τα ωραία χαρακτηριστικά του ανθυπιλάρχου. Ήταν ένα όμορφο παλικάρι είκοσι οκτώ ώς τριάντα χρονών με πλατείς ώμους και ευτραφή λαιμό, με ωραία ξανθά σγουρά μαλλιά και κομμένο μουστάκι. Και ένα στήθος! Τι άσπρο και φαρδύ! – Ποιος ξέρει, σκέφθηκε η Ελενίτσα, το καημένο το παλικάρι θα γλιτώσει άραγε απ’ αυτόν τον πόλεμο, ή θα πάν’ χαμένα τα νιάτα του σε καμιά άγνωστη λακκιά εδώ της Μακεδονίας! Και σαν να ήθελε να τον προφυλάξει από τον κίνδυνο του θανάτου, έβαλε μηχανικά το χέρι της επάνω στο μεγάλο μέτωπό του και άρχισε να τον χαϊδεύει. Εκείνος άνοιξε με κόπο τα βαριά από το ψεσινό μεθύσι βλέφαρά του, χαμογέλασε, της είπεν ένα «μερσί» και τα ξανάκλεισε. Σε πόσους αξιωματικούς του στρατού της Ανατολής δεν είχε πωλήσει τις νύχτες της εδώ και δυο χρόνια τώρα η Ελενίτσα! Αφ’ ότου μπήκε στη ζωή αυτή της κοκότας που την έριξεν ο αρραβωνιαστικός και η μοίρα της, με πόσους στρατιωτικούς δεν γλέντησε και για πόσους απ’ αυτούς δεν έμαθε ύστερα ότι σκοτώθηκαν στο βαλκανικό μέτωπο! Και πόσα γαλλικά εκατοστάρικα και χιλιάρικα δεν μάζεψε έως τώρα, που τα είχεν κατατεθειμένα στην Εθνική Τράπεζα της Θεσσαλονίκης! Και πόσα διαμαντικά δεν κατόρθωσε να έχει κλεισμένα στο τσαντάκι της, που το φύλαγε πάντα μαζί της χωρίς να το εμπιστεύεται σε κανένα! Ένιωσε καμιά φορά μέσα της καμιά συμπάθεια για κανένα απ’ αυτούς; Α, όχι, όχι! Μόνο το χρήμα τους ήθελε και τα γλέντια τα τρελά, τα ξέγνοιαστα που κάμνουν οι στρατιωτικοί στην εκστρατεία που δεν ξεύρουν αν θα ζήσουν ως αύριο! Μα για τον Ολιβιέ, το χαριτωμένο αυτό παλικάρι, είχεν αρχίσει να αισθάνεται κάποια φιλία, κάποιο αίσθημα που όμοιαζε με αγάπη, κάτι που την έκαμνεν να θέλει πάντα τη συντροφιά του. Δυο μήνες μόλις είχαν περάσει που τον είχε γνωρίσει εδώ στην Κοζάνη και πέρασε μια βραδιά μαζί του. Μα ήταν σχεδόν ο πρώτος άνδρας από τον οποίον δεν θέλησε να φύγει το πρωί βιαστικά βιαστικά αφού πήρε το τίμημα της νύχτας της. Ήθελε να τον βλέπει, να τον ακούει, να τον αισθάνεται κοντά της. Από τότε περίμενε με λαχτάρα κάθε φορά τη νύχτα που θα την μηνούσε να περάσει μαζί του! Μα ήταν και σωστό παλικάρι ο Ολιβιέ. Ψες ακόμη δεν της διηγήθηκε ο ίδιος στο γλέντι πώς κατόρθωσε με το απόσπασμά του να αιχμαλωτίσει σαράντα αντάρτες απ’ αυτούς τους βρωμοέλληνες που δε θέλουν τους Γάλλους και τους έφερε εδώ στην Κοζάνη; Είχαν και καμιά δεκαριά γυναίκες αυτοί οι αντάρτες. Ακούς εκεί! Να ’χουν και γυναίκες! Μα βέβαια, έτσι θα ’ναι, έλεγε με το νου της η Ελενίτσα. Νά, και οι Γάλλοι περνούν με μας γιατί είναι μακριά από τον τόπο τους και δεν μπορούν να φέρουν τις δικές τους! Μα γιατί αυτοί οι αντάρτες να πολεμούν με τους Γάλλους; Ουφ! Καλά τους κάμουν τότε και οι Γάλλοι που τους τουφεκίζουν. Και σαν να την στενοχωρούσαν αυτές οι σκέψεις των τουφεκισμών και των θανάτων από τους οποίους ήταν γεμάτη η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ζούσε τώρα τόσον καιρό, ψιθύρισε: «Τι κρίμα να σκοτώνουνται έτσι άδικα οι άνθρωποι!». Και εξακολουθούσε να βλέπει πάλι τον Ολιβιέ και ν’ ακούει την ήσυχη αναπνοή του. Τι κρίμα τέτοιο παλικάρι να σκοτωθεί! Πότε θ’ ακούσω και γι’ αυτόν! Ένας λυγμός τής φάνηκε ότι την έπνιγε στο στήθος. Αλήθεια, είπε πάλι μόνη της. Να μ’ αγαπούσε ο Ολιβιέ και να φεύγαμε οι δυο μας να πηγαίναμε να κατοικήσουμε στο Βόσπορο εκεί στο όμορφο Αρναούτ- Κιόι! Και σαν να ’θελε να διώξει ένα άσχημο και γλυκό μαζί όνειρο, σήκωσε το χέρι της, διόρθωσε τα μαλλιά της και κούνησε το κεφάλι. – Τι ανοησίες που κάθομαι τώρα και συλλογιούμαι, είπε. Να μ’ αγαπήσει ένας γάλλος αξιωματικός εμένα και να με πάρει!… Και αφηρημένη άφησε το μνημονικό της να τρέξει στα περασμένα όμορφα χρόνια που ήταν ένα χαριτωμένο αθώο κοριτσάκι και πήγαινε σχολείο με τη σάκα της. Και έβλεπε τώρα την καλή μητερούλα της, την κοκόνα Ανθή, που δούλευε και έραβε ξένα ρούχα για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα με τα δυο της κοριτσάκια, την Ελενίτσα και την Ερμιόνη, την πιο μικρή, γιατί ο πατέρας των είχε πεθάνει από χρόνια και ο μεγάλος αδερφός των, ο Νίκος, δεν έφθανε να διατηρήσει την οικογένεια με τις τρεις λίρες το μήνα που έπαιρνε από το εμπορικό εις το οποίον δούλευε εκεί στο Σιρκετζή στην Πόλη. Ζούσαν φτωχικά τότε, μα τίμια. Είχαν νοικιασμένο ένα μικρό σπιτάκι στο Αρναούτ-Κιόι και κάθε Κυριακή κατέβαινεν όλη η οικογένεια κάτω στο καφενείο, στο ρεύμα του Βοσπόρου που χτυπούσε στην προκυμαία, κι έβλεπαν τα βαποράκια που ανέβαιναν από τη γέφυρα και άλλα που κατέβαιναν από τα Θεραπειά και το Μπουγιούκ-Δέρε, γεμάτα κόσμο και χτυπούσαν το νερό της θάλασσας με τις ρόδες των ώσπου να αράξουν στην προκυμαία. Και ύστερα, σαν άρχισε να μεγαλώνει και έγινε δεκάξι χρόνων, πως μια φορά την ξεγέλασε μια γριά γειτόνισσά της και την παράδωσε στα χέρια ενός μπέη και πέρασε μαζί του ένα ολόκληρο απόγευμα στο Μπεσίκ-Τασί μέσα στο κονάκι του μπέη. Της έριξε κείνος τότε καμιά τριανταριά κίτρινες γυαλιστερές λίρες μέσα στην ποδιά της όταν την πήρε και την κάθισε στα γόνατά του μέσα στο ωραίο σαλόνι με τους μεταξωτούς μπερντέδες και τα περσικά χαλιά. Και θυμούνταν τώρα με ανατριχίλα πως τις ώρες εκείνες που ήταν κλεισμένη μέσα στο σαλόνι του μπέη, έμπαινε κι έβγαινε και η γριά κουμπάρα και της έλεγε: «Γιατί δεν γελάς. Ελενίτσα; Δεν βλέπεις που σ’ αγαπά ο Νιουχάτ μπέης; Τραγούδησε λιγάκι! Αχ, να είχα κι εγώ τα νιάτα σου! Τι φοβάσαι; Έτσι κι εγώ όταν ήμουν μια φορά κορίτσι όμορφο, έγινα πρώτα γυναίκα του Τσερκέζ Ριζά πασά, του γιαβέρη του Σουλτάνου μας κι έτσι βγήκα στον κόσμο. Να ιδείς τι ελεύθερη που θα ’σαι αν τ’ αποφασίσεις τώρα και συ να γίνεις γυναίκα!». Και πότε έτρωγε από τα λουκούμια του Χατζή-Μπεκίρ η γριά μέγαιρα και πότε έπινε σιρόπια και κονιάκ που τα είχε με αφθονία σκορπισμένα επάνω στα φιλδισένια αράπικα τραπεζάκια και τα μεταξωτά ντιβάνια ο Νιουχάτ-μπέης… Ύστερα, προς το βράδυ βράδυ, έφυγε με το βαποράκι και πήγε στο σπίτι της δειλή και ντροπιασμένη και προσπαθούσε να πει διάφορες ψευτιές στη μητέρα της γιατί άργησε να γυρίσει από τη θεία της στο σταυροδρόμι, όπου είπεν ότι θα πήγαινε! Έκρυψε το τσαντάκι της που είχε τις τριάντα λίρες του μπέη, το τίμημα της ατιμίας της, πίσω της ντουλάπας και κάθε βδομάδα έβγαζεν από μια λίρα και έδινε στη μητέρα της, προφασιζομένη άλλοτε ότι τη δανείστηκε από μια φιλενάδα της μοδίστρα και άλλοτε ότι της τη χάρισε μια πλουσία κυρία, μητέρα μιας συμμαθήτριάς της. Περάσανε δυο τρία χρόνια έτσι, που γνώρισε το εσωτερικό πολλών κονακιών μπέηδων και πασάδων χάρη στη γριά μαστροπό. ώσπου γνωρίστηκε με τον Παντελή τον Αλλεμάνογλου, εμποροϋπάλληλο, που συνυπηρετούσε με τον αδερφό της, ο οποίος την υποσχέθηκε να την πάρει. Μα ήρθε το 1914, η Τουρκιά κήρυξε την επιστράτευση και ο αρραβωνιαστικός της έφυγε κρυφά στην Ελλάδα για ν’ αποφύγει τη στρατολογία και ύστερα από τρεις μήνες κατόρθωσε να μπαρκάρει κι αυτή για τη Σαλονίκη, όπου βρήκε τον αρραβωνιαστικό της χωρίς δουλειά, χωρίς πεντάρα. Τι τον ήθελε τέτοιον; Ένα βράδυ τον άφησε κι έγινεν ερωμένη ενός έλληνος αξιωματικού, με τον οποίον έζησε χωρίς να του είναι και πολύ πιστή ως τον καιρό που ήλθαν οι Γάλλοι στη Σαλονίκη. Από τότε κυρίως άρχισε γι’ αυτήν η ζωή της κοκότας. Έμαθε οπωσδήποτε να συνεννοείται και με τους Γάλλους στη γλώσσα των, όπως συνεννοούνταν και με τους Τούρκους. Μα τα ξενύχτια, τα μεθύσια και τα αδιάκοπα γλέντια είχαν αρχίσει να κλονίζουν την υγεία της. Το τριανταφυλλένιο χρώμα από τα μάγουλά της και οι στρογγυλάδες του σώματός της είχαν αρχίσει σιγά σιγά να χάνονται. Ένας κοντός και επίμονος βήχας την ενοχλούσε πολύ. Και συχνά πυκνά, ένας ανεξήγητος πυρετός την κρατούσε ώρες πολλές στο κρεβάτι. Από την παλιά της ομορφιά, τα μάτια, τα φρύδια και τα πυκνά μαύρα μαλλιά της μόνο διατηρούνταν. Το χέρι και το μάγουλό της ήταν πάντα ζεστά. Παρατήρησε ότι στη Σαλονίκη δεν είχε πια πέραση. Δεν μπορούσε άλλωστε να ανθέξει στον περίπατο του πεζοδρομιού αναζητώντας πελατεία. Τα πόδια της κόβονταν. Και τ’ απεφάσισε να φύγει στην επαρχία, στην Κοζάνη, όπου είχε πληροφορίες ότι δεν ήταν καμιά άλλη ομότεχνός της. Και ήλθε πρώτη. Εκεί εγνώρισε και τον Ολιβιέ. Ύστερα απ’ αυτήν ήλθαν κι άλλες, μα η Ελενίτσα είχε τα πρωτεία. Ήταν το χαϊδεμένο παιδί των Γάλλων. Φορούσε κάτι ψηλές μαύρες μπότες κι ένα όμορφο πράσινο καπελίνο με μια χρυσή φουντίτσα που έμοιαζε σαν γαλλικό πηλήκιο εκστρατείας και σαν ελληνικό ευζωνικό φέσι. Κοντό φουστανάκι από χακί, που την έδειχνε πάντοτε μικρότερη απ’ ό,τι ήταν, και ένα μικρό μαστίγιο στο χέρι. Θηλυκός στρατιώτης, μισθοφόρος του έρωτος, έτοιμος να πολεμήσει κάθε ώρα και κάθε στιγμή, κάθε μέρα και κάθε νύχτα που θα της παρουσιάζετο ευκαιρία για μάχη ερωτική. Και πολεμούσε με όλα τα σωστά της δυο ολόκληρα χρόνια τώρα. Όλες αυτές οι θύμησες και οι εικόνες περνούσαν το πρωί εκείνο από τη σκέψη της, πότε γελαστές και χαρούμενες, και πότε μαύρες και σκοτεινές, προ πάντων με την υγεία της. Σήκωσε μια στιγμή το γυμνό, αριστερό χέρι της προς τα πάνω, και με θλίψη είδε πόσο αδύνατο ήτο το μπράτσο της. Και τη στιγμή εκείνη, ένας ξηρός βήχας άρχισε να συνταράσσει το στήθος της. Καταλάβαινε πως κάτι είχε ξεθεμελιωθεί μέσα της. Και ’κείνος ο ξηρός και διαρκής πόνος στην αριστερά ωμοπλάτη, δεν έλεγε ποτέ να παύσει! Ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε από το πονεμένο της στήθος· ανασηκώθηκε από το κρεβάτι, μάζευσε προς τα πίσω τα λυμένα, άφθονα, μαύρα μαλλιά της, και κούνησε τον Ολιβιέ για να ξυπνήσει. – Ε, ξύπνα λοιπόν. Δεν έχεις σήμερα υπηρεσία στον λόχο; Ο Ολιβιέ άνοιξε τα μάτια, ξηροτανίσθηκε* λιγάκι και με τα μεγάλα μπράτσα του την πήρε στην αγκαλιά του. – Ολιβιέ, θέλω να με βγάλεις περίπατο σήμερα με το αυτοκίνητο. Θέλω να πάρω αέρα. Δες τι όμορφα που λάμπει ο ήλιος σήμερα! – Ναι, μα σερί, θα πάμε. Δεν έχω κι εγώ δουλειά! Θα περιμένεις όμως μισή ώρα εδώ ώσπου να πεταχτώ εγώ μια στιγμή στο λόχο και να γυρίσω, της απάντησε ο Ολιβιέ και τινάχθηκε από το κρεβάτι, πλύθηκε, φόρεσε τη στολή του και τράβηξε για το λόχο. Η Ελενίτσα σιγά και κουρασμένα κατέβηκε κι αυτή από το κρεβάτι. Μπροστά στο μικρό καθρέφτη, που είχεν ο Ολιβιέ κρεμασμένο στον τοίχο, στάθηκε πολλή ώρα και κοίταξε με λύπη το ωχρό πρόσωπο και τα κομμένα μεγάλα μάτια της! Ω, αυτός ο αναθεματισμένος βήχας ξανάρχισε πάλι! Κοντός, ξηρός και αδιάκοπος, την ετάραζε ολόκληρη. Κάτι φλέγματα στάθηκαν στο λαιμό της· έφτυσε στη λεκάνη του λαβομάνου και είδε πως ήταν κόκκινα, σαν να ήταν ανακατεμένα με αίμα. Τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει από το βήχα. Μα η κοκκινάδα εκείνη ήτο ανακατεμένη με κιτρινάδα. Κάτι που την έκαμνε άσχημη σαν φάντασμα. Δάκρυα βγήκαν από τα μάτια της και με κομμένα τα γόνατα ξανάπεσε στο κρεβάτι. Σηκώθηκε πάλι υστέρα από ολίγα λεπτά, ντύθηκε με κόπο, φόρεσε την παχιά, γυαλιστερή γούνα της και κάθισε στον καναπέ περιμένοντας τον Ολιβιέ. Σε μισή ώρα ο Ολιβιέ ήλθε· εμπήκαν μαζί στο αυτοκίνητο, εκείνος ως σοφέρ κι εκείνη δίπλα του, και τράβηξαν προς τα Σέρβια. Το αυτοκίνητο στάθηκε στην ωραία γέφυρα του Αλιάκμονα, πέρα στη δεξιά όχθη του ποταμού. 0 ήλιος έλαμπε και καθρεφτίζονταν στα κόκκινα νερά του ποταμού και το ελαφρό αεράκι του Μαρτίου χάιδευε τους μεγάλους αλλά γυμνούς ακόμη κλάδους των δένδρων της όχθης. Ήσαν εκεί ιτιές και πλάτανοι, λεύκες και φτελιές αιωνόβιες, που το νερό του Αλιάκμονα χάιδευε ή έδερνε ορμητικά τις ρίζες των. Ο Ολιβιέ έβγαλε από το αυτοκίνητο μια ή δυο κονσέρβες, ολίγο φρέσκο βούτυρο, ένα κομμάτι τυρί γραβιέρας και μια σαμπάνια. Έστρωσε κάτω στα χόρτα τον χονδρόν του μανδύαν και προσεκάλεσε την Ελενίτσα να καθίσουν. Το ανοιξιάτικο αεράκι, τα πυκνά δάση του Κρανίκ, ο Αλιάκμων που έτρεχε μπροστά των άγριος και ορμητικός, οι παλιές δόξες των βυζαντινών φρουρίων επάνω στα βουνά των Σερβίων, τα γαλανά χρώματα των πέριξ βουνών, όλα αυτά συνετέλεσαν εις το να λησμονήσει η Ελενίτσα τις μελαγχολικές σκέψεις και αναμνήσεις της πρωίας. Έφαγε με όρεξη και μετά το δεύτερο ποτήρι της σαμπάνιας άρχισε να τραγουδεί «la gloire passé». Στο αντικρινό χωράφι, μια οικογένεια ελλήνων χωρικών από τα Σέρβια, που έσκαβαν όλοι τους σκυμμένοι στη γη, την κοίταζε με περιέργεια και έβλεπαν με ζήλεια τα απομεινάρια του προγεύματος της επάνω στα χόρτα. Ήταν η εποχή που ένας χωρικός έδινε ένα πρόβατο για να προμηθευθεί ένα καρβέλι ψωμί μαύρο, και στη Μακεδονία, την εύφορη αλλά πολυπαθή αυτή χώρα, είχαν αρχίσει να πεθαίνουν οι άνθρωποι από την πείνα. Ήταν η εποχή που οι Γάλλοι πολεμούσαν μαζί μας για τις ελευθερίες των μικρών λαών, και για να στείλουν δυο βαγόνια αλεύρι από τη Σαλονίκη για τον πληθυσμό της Κοζάνης, εζήτησαν και μετρήθηκε όλος ο χρυσός της πόλης διά του αντιπροσώπου της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Ήταν η εποχή κατά την οποίαν η γαλλική επιμελητεία έκαμνε επίταξη τα πρόβατα των μακεδόνων χωρικών προς πέντε χάρτινα γαλλικά φράγκα το κεφάλι και πωλούσε το δέρμα των προς επτά φράγκα. Μα ήταν απ’ το άλλο μέρος η εποχή κατά την οποίαν εδίδοντο οι πολυτελέστεροι αναγκαστικοί χοροί εις το μέγαρο της κυβερνητικής αντιπροσωπείας, με ελληνικό γυναικείο υλικό για να ευχαριστήσουμε τους συμμάχους μας. Την ύπαιθρο χώρα τη θέριζε απ’ άκρη σ’ άκρη η πείνα. Έπρεπεν όμως εις κάθε περίσταση να ευγνωμονούμε τους συμμάχους, οι οποίοι μας έφεραν τον πόλεμο στη χώρα μας. Δυο τρία μικρά παιδάκια των εργατικών χωρικών, μαυρισμένα από την κακουχία και την πείνα, ξυπόλυτα και ακάθαρτα, σιγά σιγά άρχισαν να πλησιάζουν την παρέα του Ολιβιέ και της Ελενίτσας. Τα σβησμένα μάτια των είχαν αγρέψει στη θέα του ψωμιού. Σαν τα μικρά λυκόπουλα, ήθελαν να ορμήσουν και ν’ αρπάξουν ό,τι μπορούσε να τα χορτάσει, μα ο φόβος που είχαν για τον Γάλλο μπροστά τους τούς έκαμνε να κοιτάζουν μόνον από μακριά και με απελπισία το ψωμί. Ο Ολιβιέ κατάλαβε την ταπεινή αυτή τραγωδία. – Μου φαίνεται, ματμουαζέλ, πως αυτοί οι μικροί μαύροι διάβολοι θα πεινούν· ας τους δώσουμε τα ρέστα μας. – Βρε σεις μικροί! φώναξεν η Ελενίτσα. Θέλετε να φάτε; Η πρόσκλησις δεν είχε τελειώσει· οι τρεις μαύροι διάβολοι όρμησαν εις τα απομεινάρια. Εγέμιζαν το στόμα τους με ό,τι εύρισκαν και έριχναν συγχρόνως και εις τις ποδιές των. Η μητέρα των σταμάτησε το σκάψιμο και τους κοίταξε από το χωράφι με ζήλεια. – Γεωργού ουρέ! Μωρή Λένη! Μην τα τρώτε ούλα μουρή· φέρ’τι να φάμι κι ημείς· ο μπαμπάς σας έχει απ’ τα χτες να φάει! Ο Ολιβιέ έβλεπε χάσκοντας και χαμογελώντας τη σκηνή αυτή. – Τι κτήνη που είναι οι χωρικοί αυτοί! είπεν η Ελενίτσα. III Το απόγευμα της ίδιας μέρας, μια απλοϊκή Κοζανίτισσα, γυναίκα φτωχή του λαού, η Ζιόλια του Λαδά, στέκονταν εις απόστασιν εκατό σχεδόν βημάτων από το ωραίο κτίριο της Δημοτικής Σχολής του Αγίου Δημητρίου. Εις τα χέρια της κρατούσε ένα βαθύ μπακράτσι* γεμάτο ζεστή σούπα από χόρτα, δυο τρία κουτάλια κι ένα ψωμί! Σε κάποιον ήθελε να τα δώσει. Μα ο αλγερινός φρουρός που βημάτιζε μπροστά στο σχολείο με το όπλον επ’ ώμου και το κόκκινο φέσι στο κεφάλι δεν την άφηνε να πλησιάσει. Τη στιγμή εκείνη περνούσε από το δρόμο ο γερο- Σκάρδας ο γιατρός. – Κυρ-γιατρέ, κυρ-γιατρέ, φώναξε η Ζιόλια, έλα αν είσαι χριστιανός να πεις δυο λόγια στο Γάλλο αυτόν να μ’ αφήσει να δώσω λίγο ψωμί στ’ς καημένοι αυτοί, που έχ’ν τρεις μέρες να φαν! Έτσι να ζήσεις! Έχω μια ώρα που καρτερώ και δε μ’ αφήνει να ζυγώσω. Το παιδί μ’ κλαίει στο σπίτι και δεν ξέρω τι να κάμω. Μα κι αυτοί οι χριστιανοί έχ’ν τρεις μέρες που σκούζ’ν μέσα για ψωμί. Ραγίζετ’ η καρδιά μ’!… Ο γιατρός ανέβηκε ένα ένα τα σκαλοπάτια που οδηγούν στο προαύλιο της σχολής και με τα λίγα γαλλικά που θυμούνταν ακόμα από τα μαθητικά του χρόνια, θέλησε να πει κάτι τι στο φρουρό. – Μουσιού! Σετ φαμ… ντου παιν… – Αλλέ βουζ αν! Ρουφιάν! ήταν η απάντησις του φρουρού προς το γιατρό, ο οποίος φοβισμένος οπισθοχώρησε προ της γαλλικής λόγχης και της τελευταίας βρισιάς, την οποίαν είχαν μάθει όλοι οι Αλγερινοί, Μαροκινοί και Σενεγαλέζοι στην Ανατολή. Και γυρνώντας προς την πονόψυχη και καλόκαρδη γυναικούλα, η οποία περίμενε το αποτέλεσμα της παρεμβάσεώς του, – Πήγαινε, χριστιανή μ’, απ’ εδώ, της λέγει, θέλεις να βρεις το μπελά σου; Αυτοί είναι θηρία! Τη στιγμή εκείνη κατέβαιναν από τον δενδροφυτεμένο λόφο του Αγίου Δημητρίου ο Ολιβιέ και η Ελενίτσα. Είχαν βγει να περπατήσουν λιγάκι πεζοί. Ο Ολιβιέ αντελήφθη τη σκηνή του γιατρού και του φρουρού και έσπευσε να ρωτήσει τι συμβαίνει. Ο γιατρός του εξήγησε με τα μισά γαλλικά του το σκοπό της φτωχής γυναικούλας και η Ελενίτσα παρεκάλεσε κι αυτή να επιτραπεί στη Ζιόλια να μεταφέρει το φτωχικό της γεύμα στους φυλακισμένους. – Μα τι είναι αυτοί οι φυλακισμένοι; ρώτησεν η Ελενίτσα. – Α, είναι οι έλληνες αντάρτες, που σας διηγήθηκα ψες, ματμουαζέλ, που έπιασα στην Κάλιανη· έχουν και δέκα γυναίκες μαζί τους! Η γυναικεία περιέργεια της Ελενίτσας κεντήθηκε. Να έβλεπε κι αυτή τις γυναίκες που συνοδεύουν τους αντάρτες και τους περιποιούνται! Τι φορούσαν άραγε! Πώς ήταν χτενισμένες; Ήταν όμορφες; – Πάμε μέσα να τις δούμε, κύριε Ολιβιέ; – Μάλιστα, ματμουαζέλ. Ο δεσμοφύλαξ άνοιξε την πόρτα. Πρώτος μπήκε ο Ολιβιέ, γρήγορος και λυγερός, ακολούθησεν η Ελενίτσα, και τελευταία έρχονταν η αγαθή και πονετική Ζιόλια με το μπακράτσι* της και το ψωμί στα χέρια. Μέσα σ’ ένα αρκετά μεγάλο δωμάτιο, με μεγάλα παράθυρα και σπασμένα τζάμια που εχρησίμευεν άλλη φορά ως παράδοσις για τα μικρά Ελληνόπουλα, εκεί που αντηχούσε άλλοτε η φωνή του δασκάλου γεμάτη από παλμούς αγάπης προς τον πλησίον και την ελληνική πατρίδα, ήταν σωριασμένα καμιά σαρανταριά ζωντανά ακόμα πτώματα ελλήνων χωρικών, οι οποίοι τόλμησαν να περάσουν κρυφά, νύχτα τον Αλιάκμονα με τα μουλάρια τους και τις γυναίκες τους, είδαν το χάρο με τα μάτια, έχασαν δυο από τους συντρόφους των μέσα στο ποτάμι και είχαν φθάσει στην Κάλιανη* κοντά στην ουδετέρα ζώνη που δεν την ήξευραν, για να πάρουν καθένας απ’ ολίγο κριθάρι και καλαμπόκι, να το πάν’ πέρα στα Χάσια και στα Βέντζια, στα έρημα και μαύρα χωριά τους για να γλιτώσουν τα παιδιά τους από το θάνατο! Τι ήξευραν αυτοί από πολιτική! Τι ένιωθαν αυτοί από τα συμφέροντα που είχεν η Γαλλία και η Αγγλία να χωρίσουν την ελληνική πατρίδα σε δυο στρατόπεδα και να βάλουν στη μέση μια ουδετέρα ζώνη, εις την οποίαν δεν είχαν δικαίωμα να πατήσουν για να ζητιανέψουν το ψωμί των παιδιών τους, αφού αυτό το είχαν αποκλείσει με τα καράβια τους οι Φράγκοι, και έβλεπαν να πεθαίνουν τα παιδιά τους από την πείνα! Είχαν κατορθώσει να φορτώσουν τα μουλάρια τους και γύριζαν πάλι τη νύχτα προς τα χωριά τους, άλλοι για τη Σαρακίνα και άλλοι για τη Λωζιανή*, κρυφά χωρίς κουδούνια στα ζώα των, σαν άγρια φαντάσματα της νύχτας, και κάθισαν να ξεκουρασθούν λιγάκι το πρωί κοντά στο λάκκο της Λαριούς*, νηστικοί και σκοτωμένοι, διότι σε λίγες ώρες θα έφθαναν στα παιδιά τους και θα τους έφερναν το ψωμί για μια εβδομάδα τουλάχιστον. Μέσα στο άγριο εκείνο τοπίο, που δεν άκουαν παρά το μανιασμένο κατέβασμα του Αλιάκμονα και το σμίξιμο του λάκκου, και δεν έβλεπαν μπροστά τους παρά τους δυο γίγαντας των στενών που άφηναν να περνούν ανάμεσα παφλάζοντα και ατίθασα τα νερά του ποταμού, πού μπορούσαν να φαντασθούν οι δυστυχείς χωρικοί ότι θα τους εύρισκε το τρομερό απόσπασμα των Μαροκινών, που γύριζε τις μέρες εκείνες από το Ζιδάνι και τη Δεσκάτη και είχε σπείρει τον τρόμο και τον θάνατο στη μακεδονική γη! Εκεί τους είχαν συλλάβει τους δυστυχείς χωρικούς και τους έφεραν ύστερα στην Κοζάνη μέσα σε μια απαίσια πομπή, δύο δύο, δεμένους στη γραμμή και ανάμεσα ένας Μαροκινός με εφ’ όπλου λόγχη! Πάν’ τα καημένα τα μουλάρια, πάει το κριθάρι και το καλαμπόκι, πήγαν και οι ρόδινες ελπίδες για το χόρτασμα των παιδιών τους. Στην απαισία γραμμή ήταν και καμιά δεκαριά γυναίκες, χήρες χωρίς προστάτη, που ήλθαν μόνες των να φροντίσουν για το ψωμί των παιδιών των. Και ήταν αυτές που συνόδευαν τους αντάρτες και ήταν αυτοί οι αντάρτες που ήταν φυλακισμένοι τώρα, νηστικοί από τρεις μέρες, προορισμένοι να σταλούν εξορία, ποιος ξεύρει σε ποιο ερημονήσι, οι επικίνδυνοι αυτοί για το στρατό του Σαράιγ αντάρτες. Η γυναικεία καρδιά της Ελενίτσας συγκινήθηκε, είδε μέσα στα ζωντανά αυτά πτώματα τη δυστυχία που δεν ήταν δυνατόν να την φαντασθεί στην πραγματικότητα. Το καρβέλι της φτωχής Ζιόλιας μοιράσθηκε σαν αντίδωρο, από μια μπουκιά σ’ όλα εκείνα τα ετοιμοθάνατα όντα, τα οποία άρχισαν να μιλούν και να περιγράφουν με λυγμούς τη δυστυχία τους. Ζητούσαν έλεος, ζητούσαν ψωμί και φιλούσαν το φουστάνι της Ελενίτσας. – Ο Θεός σ’ έστειλε, κοριτσόπουλο μ’, έλεγε μια μαυροκαμένη γριά, να χαρείς τα μάτια σου, γλίτωσέ μας από ’δω μέσα! και τα δάκρυά της έβρεχαν αδιάκοπα τα λιπόσαρκα μάγουλά της. – Δεν διατάσσετε, κύριε Ολιβιέ, να τους δώσουν να φάνε λίγο; Είναι κρίμα, είναι άνθρωποι κι αυτοί, είπε με λυγμόν η Ελενίτσα και ζήτησεν ως χάριν από τον Ολιβιέ να κρατήσει την γριά, η οποία την παρακαλούσε, ως υπηρέτριαν, αφού οι άλλοι θα στέλλονταν εις το Στρατηγείον Θεσσαλονίκης διά τα περαιτέρω. – Θα ιδούμε, ματμουαζέλ, απάντησε μελαγχολικώς ο Ολιβιέ. Θα ομιλήσω με τον κομαντάν διά την παράκλησίν σας. Η φτωχή Ζιόλια είχε φύγει εν τω μεταξύ με αδειανό το μπακράτσι και τα κουτάλια στο χέρι. IV Μια ψυχρά πρωία του Οκτωβρίου του έτους 1917, στη μικρή αυλή ενός φτωχικού σπιτιού της Κοζάνης έμπαινε ο Παπαπασχάλης με το πετραχήλι του και ο κανδυλανάφτης Αργύρης με ένα σταυρό στο χέρι. – Είν’ έτοιμα; ρώτησεν ο παπάς. – Νά, τώρα 0α την βγάλουμε, απάντησε μια γριά χωρική με ενδυμασία των Βεντζίων, με σιγκούνια και χονδρές μάλλινες πλεξούδες στο κεφάλι. Το καημένο το κορίτσι μ’, δεν μπόρεσα να το γλιτώσω όπως με γλίτωσε κι αυτό από τσ’ Γάλλοι. Το ‘πνίξε ψες τα μεσάνυχτα το γαίμα από το στόμα και ξεψύχησε στα χέρια μ’, Θεός σ’χωρέσοι το το καημένο το κορίτσι· είχε καλή καρδιά. Δύο αγαθοί Κοζανίται εκράτησαν το νεκροκράββατο της Ελενίτσας και η γριά η Βάια από τη Σαρακίνα την ακολούθησε κλαίοντας έως την τελευταία της κατοικία. Ο Ολιβιέ την είχεν εγκαταλείψει προ πολλού. Είχεν αναγκασθεί να πωλήσει όλα τα κοσμήματά της διά να διατηρηθεί κατά την ασθένειάν της. Μόνον η γριά η Βάια τής έμεινε πιστή, διότι την εγλίτωσεν από τους Γάλλους. Όταν ο Παπαπασχάλης έψαλε το «άμωμοι εν οδώ, αλληλούια», η Βάια έκλαιε την Ελενίτσα, έκλαιε και τους συμπατριώτες της που ήταν στην εξορία. Γλωσσάρι ξηροτανίσθηκε: τεντώθηκε μπακράτσι: χάλκινο σκεύος Κάλιανη: η Αιανή Λωζιανή: το χωριό Ελάτη Λαριού: η μονή του αγ. Ιλαρίωνος https://sarantakos.wordpress.com/2022/02/20/tsitselikis/ ________ Orasi mailing list για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] και στο θέμα γράψτε unsubscribe Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net Για το αρχείο της λίστας http://www.mail-archive.com/[email protected]/ Εναλλακτικό αρχείο: http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/ παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) http://www.freelists.org/archives/orasi __________ NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού http://www.nvda-project.org/ _____________ Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ενώ Για να κατεβάσετε τον σχετικό κατάλογο επισκεφθείτε το http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.zip ____________
