Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή, Μαΐου 15, 2022, 09:40
Κάτι σαν όνειρο, ένας άνθρωπος κι ένας γάιδαρος (τρία διηγήματα του gpointofview) Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πριν από δυο μήνες κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα. Όπως και άλλα διηγήματα του Τζι, έτσι κι αυτά συνδέονται με τραγούδι, τούτη τη φορά ελληνικό, που μπαίνει σαν ιντερλούδιο μετά το πρώτο διήγημα. Τα διηγήματα αυτά τα αφιερώνουμε στη μνήμη του αξέχαστου φίλου μας Γιάννη Ιατρού, επειδή λίγο πριν από τον αδόκητο θάνατο του Γιάννη ο Τζι τού είχε ζητήσει τη βοήθεια για τη μορφοποίηση -και φυσικά ο Γιάννης είχε δώσει τη βοήθειά του, όπως με τόση γενναιοδωρία και αξιοσύνη έκανε πάντοτε. 1. Το στρείδι και το μαργαριτάρι Περίεργα νερά αυτά της Μεσόγειος, αλλού σου μοιάζουν φιλικά, κι αλλού μόνο το χρώμα τους προειδοποιεί κινδύνους. Μεγαλωμένη στα ήρεμα νερά της Καλλονής η κοπελιά-λέγανε πως από αυτήν πήρε το όνομά του ο κόλπος- ανεβοκατέβαινε από τον αφρό στον πλούσιο σε όστρακα βυθό, μα δεν της έλαχε ποτέ μαργαριτάρι. Τόχε παράπονο. Μόνο ένα πιο μικρό από φακή, σε ακανόνιστο σχήμα σαν αχλάδι, στα τόσα χρόνια που έψαχνε. – Θέλω το πιο σπάνιο μαργαριτάρι του κόσμου ! – Θα τόχεις. Κι’ από μένα, μπόνους, το πιο σκούρο. Ηταν σαν προγαμιαία συμφωνία ό όρος που έθετε η κοπελιά στον νέο από την Μπαρμπαριά. Γεροδεμένος κι αθλητικός, με σκοτεινό το βλέμμα απ’ τις βουτιές για σφουγγάρια στα σκληρά νερά της Αφρικής, δούλεψε χρόνια σ’ ελληνικά καΐκια, έμαθε και την γλώσσα. Με το τέλος της δουλειάς ήρθε με το σφουγγαράδικο στα νησιά του Αιγαίου ψάχνοντας για νύφη. Δεν τόχε σε πολύ να αλλαξοπιστήσει, πίστευε πως αν η γυναίκα του ήταν καλύτερη από αυτόν και ο θεός της θα μπορούσε να είναι καλύτερος από τον δικό του. Η Καλλονή τον μάγεψε τόσο που αρκέστηκε στον λόγο της για την παρθενιά της- ήταν εκ των ουκ άνευ στην κουλτούρα του- αν και η κάπως προχωρημένη ηλικία της για γάμο προξενούσε απορίες αν κάποιος έβλεπε την ομορφιά της. Η Καλλονή τάχε γλεντήσει τα χρονάκια της και στόχευε σε κανέναν πλούσιο ηλικιωμένο που δεν δίνει πολλή σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες και κουτσομπολιά, ο ξένος μορφονιός ήταν το πιο τρελλό όνειρό της στην τωρινή κατάστασή της. Δεν θάχανε τέτοια ευκαιρία. Κάτι κόλπα ξέρανε οι γριές του νησιού, στεφάνι, ταξίδι στην Μπαρμπαριά και ποιος την πιάνει.. Η θειαΒιολέττα ανέλαβε την …επανόρθωση, ο γάμος έγινε, το πανηγύρι στήθηκε μια ο Σαΐντ δεν μέθυσε όπως ήταν το σχέδιο, αποδείχθηκε πολύ γερό ποτήρι. Δασκαλεμένη η Καλλονή έβγαλε όλη την θεατρικότητά της κι όλα τα κόλπα που διδάχθηκε, μέχρι και αίμα στο σεντόνι. Ο Σαΐντ δεν είπε λέξη, πήρε την γυναίκα του και γύρισε στην Μπαρμπαριά. Εκεί της θύμισε το μεγάλο και το μαύρο, σπάνιο μαργαριτάρι. Η Καλλονή από την αγωνία της τόχε σχεδόν ξεχάσει. Της είπε πως τα έχει εντοπίσει. Ηταν από τους άντρες που βαστούσαν τον λόγο τους κι’ η Καλλονή ήταν από τις γυναίκες που απερίσκεπτα ζητάγανε ότι περάσει απ’ το μυαλό τους, πολλές φορές χωρίς να το εννοούν. Στα λόγια συμφωνούσανε πλήρως, στις εικόνες στο μυαλό τους όμως οι διαφορές ήταν τεράστιες. Αυτή φανταζόταν κατ’ αρχήν μια λεπτή χρυσή αλυσιδίτσα. Να συγκρατεί ένα μικρό μαύρο μαργαριτάρι και από αυτό να κρέμεται – δεμένο με πλατίνα – ένα πελώριο μαργαριτάρι στα χρώματα του ροδάκινου – ταίριαζαν τόσο με τα χρώματα του δέρματός της κι’ ακόμα με το κυπαρισσί στα μάτια της. Καθόλου δεν νοιαζότανε που θα έβρισκε τέτοιο κόσμημα, ας το παράγγελνε. Κι’ αυτός το ίδιο ροδακινί χρώμα έβλεπε σ’ όλο το νερό σαν νάτανε ένα πελώριο μαργαριτάρι. Ηταν ο χώρος μιας θαλάσσιας σπηλιάς σχεδόν σφαιρικής, με την είσοδο στο πλάι και την μικρή στρογγυλή τρύπα στην κορυφή να αιχμαλωτίζει όλο το φως όταν ο ήλιος περνούσε από πάνω της. Ούτε αυτός νοιαζότανε που θα βρεθεί τέτοια θαλάσσια σπηλιά γιατί απλούστατα την είχε ήδη βρει. Το εσωτερικό της φαινότανε σαν ένα πελώριο μαργαριτάρι που επαναλαμβανότανε σε κάθε ασύννεφη μέρα του χρόνου για καμμιά ώρα προς το μεσημέρι. Την έβλεπε πλέον εκεί μέσα, ξαπλωμένη ανάσκελα στον πάτο της σπηλιάς με τα χέρια πλεγμένα στην κοιλιά της και τα μαλλιά να κυματίζουν ελαφρά στα υποθαλάσσια ρεύματα. Και εδώ τα χρώματα του δέρματος και των μαλλιών της ταίριαζαν με τις αποχρώσεις των νερών. Ηταν σαν να βρισκότανε μέσα ένα πελώριο μαργαριτάρι με τα μάτια κλειστά και το μικρό μαύρο αχινούδι στα μωβ χείλη στον ρόλο της μαύρης πέρλας. Φυσικά οι αχινοί δεν μπορούν να σκαρφαλώσουν γρήγορα όπως τα καβούρια και οι πορφύρες, κάποιος φαίνεται το είχε βάλει βιαστικά εκεί. Τα υπόλοιπα πτωματοφάγα θα ερχότουσαν μόνα τους, αργότερα… Ο νιος αφέντης απ’ το Τούνεζι, μαύρος σαν του βυθού το στρείδι αυτός που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτα είχε ένα μάτι, μάτι, μάτι είχε ένα μάτι σαν αχάτη Αυτός που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτα, που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτά της. Λευκή, λευκότερη κι απ’ την αυγή Η Λεωνόρα, ινφάντη απ’ την Καστίλη Το δέρμα της λουλούδι της μανόλιας τ’ αυτάκι της σαν το κοχύλι στα δίχτυα πιάστηκε κι αυτή του έρωτα στα δίχτυα πιάστηκε κι αυτή του έρωτά του, του νιού από το Τούνεζι, μαύρου σαν του βυθού το στρείδι που γίνεται χλωμός μόλις τη δει. Το στρείδι ανοίγει, ανοίγει τρυφερά και έπειτα μέσα του την κλείνει λευκή, λευκότερη κι απ’ την αυγή με χείλη που έτρεμαν πολύ εκείνη τον γλυκοφιλεί. Μα παραμόνευαν απ’ το Καστέλι οι τρεις δικοί της αδελφοί αστράψαν ξαφνικά τα βέλη κι ο νιός από το Τούνεζι πάει τον κατάπιε η θάλασσα. Μαύρος σαν στρείδι αυτός μαζί της στην άβυσσο κατρακυλά Με την καλή του αγκαλιά, τη σεντεφένια κοπελιά Στης θάλασσας τα βάθη ο μαύρος σα στρείδι έμεινε κλειστό Κι εκείνη έγινε μαργαριτάρι Χλωμότερο απ’ το θάνατο. (στίχοι του Dario Fo σε μετάφραση Κωστή Σκαλιόρα) 2. Γιώργης Αγιώργης Ο Γιώργης Αγιώργης, ο έλληνας ξάδερφος του Γιάννη Αγιάννη, ξύπνησε το πρωΐ πεινασμένος στην τρώγλη του. Ο καφές, μαζί με το νερό, ήταν τα μόνα αγαθά που του είχαν μείνει από την τελευταία χορηγία της Ουνέσκο. Εβαλε το μπρίκι να βράζει. Δεν τον χόρταινε βέβαια ο καφές αλλά του ξελαμπικάριζε το μυαλό. Ψύχραιμα ανέλυσε την τρέχουσα κοινωνική κατάσταση. Πολλοί άστεγοι και ζητιάνοι, ρε παιδάκι μου, δεν βγαίνει μεροκάματο πια με το χέρι απλωμένο και το μυστικό είχε γίνει κοινός τόπος μεταξύ των αστέγων : έπρεπε τώρα νάχεις μέσον γιατρό για να βγάλεις την νύκτα στο νοσοκομείο της εφημερίας, πάνε οι καλές εποχές που το ξέρανε μόνο τρεις κι’ ο κούκος, τζάμπα φαΐ και τζάμπα ύπνος. Καλά που βρέθηκε αυτή η τρώγλη και λύθηκε το ζήτημα στέγη. Ο Γιώργης Αγιώργης έτριψε τις τσίμπλες του και φύσηξε τη μύτη του. Μπροστά του έβλεπε την κατσαρόλα άδεια. Την γέμισε νερό και την κοίταξε ενορατικά. Τώρα ήταν έτοιμος. Στο μυαλό του ήταν ήδη καταστρωμένο το πλάνο της σημερινής του εξόρμησης » πώς να γεμίσετε την κατσαρόλα σας με εκλεκτό φαΐ, δωρεάν «. Θα ήταν μια μακριά πορεία -το περπάτημα κάνει καλό στην υγεία – ανάμεσα σε ξεκάθαρα επιλεγμένους στόχους, με την μέγιστη αποτελεσματικότητα, μέσα σε λογικά χρονικά πλαίσια, βέβαια. Τα βήματά του τον έφεραν στο δρόμο με τους μαραγκούς. Γρήγορα εντόπισε τον στόχο του : πεταμένα κουτιά από ξυλόκολλα που να μην έχει μέσα τους ξεραθεί τελείως το τελείωμα της κόλλας. Βρήκε το πιο κατάλληλο. Το έκλεισε σφιχτά και το έρριξε στο σακκούλι του. Μετά μάζεψε μερικά λεπτά ξυλαράκια. Συνέχισε τον δρόμο του μέχρι τον κουλουρά της γωνίας. Εβαλε το καπέλλο του ανάποδα πάνω στον πάγκο του κουλουρτζή κι’ έπιασε ένα κουλούρι. Τότριψε ελαφρά πάνω από το καπέλλο του. Τα σουσάμια πέσανε μέσα. Μετά έπιασε ένα άλλο. Οταν μάζεψε όσο σουσάμι ήθελε βρήκε τα κουλούρια μπαγιάτικα, τα παράτησε κι’ έφυγε. Ο Γιώργης Αγιώργης ξαναγύρισε στη τρώγλη του. Βούτηξε προσεκτικά τα ξυλαράκια στην ξυλόκολλα φιάχνοντας ξώβεργες. Ποτέ του δεν τα χώνεψε τα κολόπουλα τα περιστέρια, του την σπάγανε που ο κόσμος τα θεωρούσε πρότυπα αγνότητας. Ακόμα περισσότερο του τη σπάγανε τ’ αγριοπερίστερα, οι δεκαχτούρες μ’ αυτό το απαίσιο γουργούρισμά τους τον ξυπνάγανε συχνά από τον ύπνο του. Τώρα τις φανταζότανε πιλάφι ατζέμ. Χωρίς κανένα πρόβλημα συνείδησης έστησε τις ξώβεργές του. Μετά σκόρπισε το σουσάμι σε ζωτικά σημεία για δόλωμα. Χαμογέλασε ικανοποιημένος, ήταν σαν να είχε ρίξει παραγάδι. Απλά έπρεπε να περάσει λίγη ώρα για να δρέψει τους καρπούς και φυσικά δεν θα πήγαινε χαμένη αυτή η αναμονή. Μπήκε μέσα στη τρώγλη του, δίπλωσε καλά το άσπρο τραπεζομάντηλό του, το έχωσε σε μιά τσέπη του παλτού του μαζί με μια πλαστική σακούλα και βγήκε έξω ξανά. Ο ήλιος είχε σηκωθεί αρκετά το περπάτημα ήταν ευχάριστο τώρα. Κινήθηκε προς τα σύνορα του προαστείου του. Ο Γιώργης Αγιώργης σταμάτησε στο περίπτερο για την ενημέρωσή του. Προσπέρασε με το βλέμμα του τον «Ριζοσπάστη». Δεν τους χώνευε τους κομμουνιστές, δεν ήθελε να έρθουν στην εξουσία και να του πάρουνε το βιός του. Η «Ελευθεροτυπία» έθετε το ερώτημα αν μας συμφέρει η παραμονή στο ευρώ και πρότεινε επαναφορά της δραχμής. Ο Γιώργης Αγιώργης στριτζώθηκε. «Είναι δυνατόν να πάρουνε μια τόσο σοβαρή απόφαση χωρίς να ρωτήσουν την γνώμη μου ; Δημοψήφισμα τώρα ! «. Η «Καθημερινή» είχε για θέμα της την κατρακύλα του Χρηματιστηρίου. Ο Γιώργης Αγιώργης διάβασε καλά την ανάλυση του Ρ/Ε της μετοχής της Εθνικής Τράπεζας. Μετά έριξε μια ματιά στους δυο «Τύπους». Περισσότερο πρόσεξε τις φωτογραφίες από τις μισόγυμνες μοντέλες, η πολιτική τους ανάλυση δεν τον ενδιέφερε. Ενημερωμένος πλέον τράβηξε για το σπίτι της κυρά-Ξούλας, γνωστής τρελλής της γειτονιάς του. Κτύπησε το κουδούνι και όταν βγήκε άρχισε να της αναλύει την οικονομική κατάσταση του τόπου. Οταν έφτασε στο Ρ/Ε της μετοχής της Εθνικής Τράπεζας η κυρά-Ξούλα δεν άντεξε. Πήγε στη κουζίνα της πήρε ντομάτες και άρχισε να του τις πετά. Ψύχραιμα ο Γιώργης Αγιώργης μάζεψε στην πλαστική σακούλα του τις πιο ώριμες, αυτές ήταν οι κατάλληλες για την σάλτσα. Μετά συνέχισε την μοναχική πορεία του. Στο προσκυνητάρι του Αγιου Γεράσιμου οι Κεφαλλωνίτες πάντα άφηναν φυτίλια, καρβουνάκια, λιβάνια, και λαδάκι για το καντήλι του άγιου. Αμαρτωλοί οι περισσότεροι, προσπαθούσαν να εξαγοράσουν τον άγιο με τα ακριβότερα προϊόντα, το λάδι του Αη Γεράσιμου ήταν το καλύτερο της περιοχής και πάντοτε παρθένο, καμμιά φορά μέχρι και βιολογικό εύρισκε. Ο Γιώργης Αγιώργης δεν ήταν πλεονέκτης. Πήρε ένα μικρο μπουκαλάκι, ίσα-ίσα για τις σημερινές ανάγκες του. Με το που μεσημέριαζε αρχίζανε οι γάμοι στο ξωκλήσι. Είχε σχεδόν πάντα δυο-τρεις στη σειρά. Ο παπάς τα είχε κανονίσει μια χαρά : Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο οι γάμοι, Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή, οι κηδείες. Την Κυριακή είχε μόνο λειτουργία και μνημόσυνα. Ο Γιώργης Αγιώργης έφτασε την κατάλληλη στιγμή πάνω στο «Ησαΐα χόρευε». Εβγαλε το τραπεζομάντηλο και το κράτησε απλωμένο. Μαζεύτηκε αρκετό ρύζι και μερικά κουφέτα απ’ όσους έκαναν πιο χοντρό καλαμπούρι με τους νεόνυμφους, βγάζοντας τα απωθημένα τους για το γάμο που τους ανέτρεπε κάποιες σεξιστικές ισορροπίες. Ο Γιώργης ξεχώρισε τα κουφέτα από το ρύζι, θα τα χρησιμοποιούσε σαν γλυκό μετά το γεύμα. Με τον δεύτερο γάμο μάζεψε όσο ρύζι χρειαζόταν και πήρε σιγά-σιγά τον δρόμο της επιστροφής. Από ένα πεταμένο πακέτο τσιγάρα έβγαλε το ζελατινιένο περιτύλιγμα, ήταν σαν διάφανο σακουλάκι. Εκεί έβαλε την τελευταία του προμήθεια, αλατοπίπερο που το προμηθεύτηκε από τα στρωμένα αλλά χωρίς πελάτες ακόμα τραπέζια του σουβλατζίδικου. Εχοντας τελειώσει την συλλεκτική περιπλάνησή του επανέκαμψε στην τρώγλη του. Δυο περιστέρια και μια δεκαχτούρα τον περίμεναν κολλημένα στις ξώβεργες του. Τους έστριψε απαλά τον λαιμό. Τα ξεπουπούλιασε, τους έκοψε πόδια και κεφάλι και με ένα ξυλαράκι σε σχήμα » Τ » στην άκρη του, τους έβγαλε τα εντόσθια από την αμάρα. Τα έπλυνε καλά και τα έριξε στην κατσαρόλα με τις ντομάτες, το αλατοπίπερο και το λάδι. Σε λίγο θάριχνε και το ρύζι, το ήθελε «παντρεμένο» και όχι να το βράσει χώρια. Μετά το φαΐ πιπίλησε ένα δυο κουφέτα να γλυκαθεί και ύστερα μάσησε τα αμύγδαλα. Ο Γιώργης Αγιώργης κοιμήθηκε ήσυχα σαν πουλάκι. Είδε ένα όνειρο. 3. Επί πώλου όνου Ο κυρ Μέντιος, ο γάίδαρος, είχε κάτι το περίεργο στο βλέμμα του. Στα μάτια των ανθρώπων ίσως ήταν μια περηφάνεια απ’ τα πολλά βραβεία που είχε κερδίσει, είχε ανακηρυχθεί «γάϊδαρος του νησιού» τα τρία τελευταία χρόνια σερί, μα οι άνθρωποι τι να ξέρουν από γαϊδούρια, όταν απλά μιμείσαι κάτι, δεν είναι σίγουρο πως θα το κατανοήσεις… Στα μάτια των ομοίων του ο κυρ Μέντιος φαινότανε κουρασμένος κάπως κι’ απορημένος, είχε μπλέξει σ΄αυτήν την ιστορία με τις διπλοβάρδιες που του έφερνε βέβαια αναγνώριση και βραβεία αλλά και μια κόπωση που την άντεχε μόνο χάρη στην γαϊδουρινή υπομονή του. Ο κυρ Μέντιος κληρονομήθηκε » εξ αδιαιρέτου » σε δυο αδέρφια στο νησί. Οπως τα περισσότερα γαϊδούρια, μέχρι τότε, δούλευε στο αγώγι μεταφέροντας ανθρώπους και πράγματα από τη σκάλα κάτω, στη χώρα απάνω, τα κτίζανε στα ψηλά τα σπίτια στα νησιά ένα καιρό για ν’ αποφεύγουν πειρατές κι’ Εγγλέζους. Τ’ αγώγια, μετρημένα, μια φαμιλιά μονάχα μπορούσαν ν’ ανασταίνουν, τ’ άλλο τ’ αδέρφι πήρε να παλεύει σε κάτι λίγα κληρονομικά στρέμματα φτωχής σε χώμα γης, με κάτι αμπέλια ξερικά και στάρι, κριθάρι για προσφάγι. Εχοντας το γαϊδούρι μισακό, της γης το πάλεμα τόκανε βράδυ, όταν τελείωναν τ’ αγώγια. Αδιαμαρτύρητα ο κυρ Μέντιος πέταγε το βαρύ σαμάρι και ζευότανε νυχτιάτικα τ’ αλέτρι ή το σβολοκόπι και τ’ άλλα τα εργαλεία του οργώματος ή κουβάλαγε, με το φεγγάρι οδηγό, στα κτήματα λιπάσματα και κοπριές για ν’ αυγατίσει η σοδειά. Μέχρι και αυτοκόλλητα φωσφορίζοντα του βάλανε του κυρ Μέντιου, πράσινο από μπροστά και κόκκινο στα καπούλια να τονε βλέπουν τ’ αυτοκίνητα από τουρίστες στη βραδυνή την βάρδια, μην έχουν κάνα ατύχημα Κι’ ήρθε κι’ έστρωσε το γαϊδαράκι, πέταξε ότι λίπος είχε επάνω του περιττό, για να μπορεί ν’ αντεπεξέλθει στην διπλοβάρδια. Κάθε πρωΐ, με τ’ άλλο αφεντικό στη σειρά, σαν τα ταξί, για τ’αγώγια, μ’ ελάχιστη ξεκούραση και το βράδυ τ’ αγροτικό του, σαν δόκιμος γιατρός. Τα βράδια αγρίευε λιγάκι, χρόνια συνηθισμένος να τα περνάει στο παχνί του, πάλευε με τα μάτια του να σκίσει το σκοτάδι να δει μην έρχεται εχθρός. Τα πρωϊνά ξεκουραζόταν λίγο η ψυχή του, έβλεπε κι’ άλλα γαϊδούρια, καμμιά θηλυκιά να θυμάται που και που το φύλο του κι αντάλλασσε κανένα φιλικό γκάρισμα με τ’ άλλα γαϊδουράκια. Στα μάτια ανθρώπων και γαϊδάρων φάνταζε ήρωας, ο ήρωας της διπλοβάρδιας, όλοι κοιτάζανε με δέος και με ζήλεια τα μετάλλια από τα βραβεία που ήταν περασμένα χαϊμαλιά στην λαιμαριά του. Ο κυρ Μέντιος τ’ αγαπούσε και τα δυό τ’ αφεντικά του. Θυμότανε μικρά που τα πήγαινε βόλτα στο σαμάρι του, τις εποχές τις ευτυχισμένες. Θυμότανε που τούδιναν να φάει καρπουζόφλουδες και το νερό που τούβαζαν να ξεδιψάσει. Θυμότανε με περηφάνεια την λίγη αγάπη που του δείξανε τα πιτσιρίκια μεσ’ στα παιχνίδια τους. Δεν θα μπορούσε να κάνει αλλιώς τώρα που είχαν την ανάγκη του. Μπορεί να μην τον ρώτησαν ποτέ, μπορεί να τον θεωρούσαν «δεδομένο», μα η συναίνεσή του ήταν γνήσια και εντελώς αυθόρμητη. Μόνο το βλέμμα του ποτέ δεν εξηγήσανε μήτε οι ανθρώποι μήτε οι γαϊδάροι. Γιατί ποτέ δεν τους πέρασε από το μυαλό πως ο κυρ Μέντιος βρέθηκε εκεί, αλλά δεν ήθελε να είναι ο ήρωας της διπλοβάρδιας. ούτε κανένας άλλος ήρωας. https://sarantakos.wordpress.com/2022/05/15/gpoint-17/ ________ Orasi mailing list για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] και στο θέμα γράψτε unsubscribe Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net Για το αρχείο της λίστας http://www.mail-archive.com/[email protected]/ Εναλλακτικό αρχείο: http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/ παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) http://www.freelists.org/archives/orasi __________ NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού http://www.nvda-project.org/ _____________ Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ενώ Για να κατεβάσετε τον σχετικό κατάλογο επισκεφθείτε το http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.zip ____________
