«Εκεί που ανθίζουν οι υάκινθοι», Jhumpa Lahiri Μεταίχμιο


Στην Καλκούτα της δεκαετίας του ’60, ο ιδεαλιστής φοιτητής Ουντάγιαν εντάσσεται 
στο μαοϊκό κίνημα και θυσιάζει τη ζωή του για τις πολιτικές του απόψεις. Μετά 
τον βίαιο θάνατό του, ο αφοσιωμένος αδελφός του, ο Σουμπάς, ο οποίος σπουδάζει 
στην Αμερική, επιστρέφει στην Ινδία, παντρεύεται τη χήρα του, την Γκαούρι, και 
την οδηγεί στην Αμερική, ελπίζοντας αφενός ότι αυτή θα μπορέσει να ξαναφτιάξει 
εκεί τη ζωή της και αφετέρου ότι θα γίνουν ο ένας για τον άλλον σύντροφοι σε 
μια κοινή πορεία. Ο γάμος τους έχει οικτρή κατάληξη∙ η Γκαούρι εγκαταλείπει τον 
Σουμπάς και, σε αντάλλαγμα για όσα έκανε γι’ αυτήν, του αφήνει την κόρη που 
απέκτησε με τον Ουντάγιαν.

Ο ίσκιος του Ουντάγιαν στοιχειώνει μέχρι τέλους αυτή την αποτυχημένη σχέση, η 
οποία βαρύνεται επίσης και από ένα μυστικό που συνδέει την Γκαούρι με τον 
Ουντάγιαν και εκείνη δεν το αποκαλύπτει ποτέ.

Η βραβευμένη με το Pulitzer συγγραφέας Jhumpa Lahiri εξιστορεί τη ζωή μιας 
οικογένειας και την πορεία δύο αδελφών στις ταραγμένες συνθήκες των δεκαετιών 
που ακολούθησαν την ανεξαρτητοποίηση της Ινδίας από τη Βρετανία.

Η ιστορία των δύο αδελφών έχει ως φόντο την εξέγερση του Ναξαλμπάρι, μια 
εξέγερση που συγκλόνισε την Ινδία και της οποίας η βίαιη καταστολή από την 
ινδική κυβέρνηση προκάλεσε την αντίδραση πολλών διανοούμενων της Δύσης. 
Βασίζεται δε σε ένα πραγματικό συμβάν, το οποίο έγινε στη γειτονιά των 
παππούδων της συγγραφέα στην Καλκούτα τη δεκαετία του ’60. Δύο αδέλφια βρήκαν 
καταφύγιο στο πλημμυρισμένο γούπατο κοντά στο σπίτι των συγγενών της∙ η 
αστυνομία τούς εντόπισε και στη συνέχεια τους συνέλαβε, για να τους εκτελέσει 
αργότερα. Έχοντας μια αόριστη εικόνα της εξέγερσης από τα όσα άκουγε κατά τις 
συχνές επισκέψεις των παιδικών της χρόνων στην Καλκούτα, η Lahiri βρήκε το 
κουράγιο να καταπιαστεί με το θέμα αυτό έπειτα από πολλά χρόνια και να το 
ερευνήσει, αφού είχε ήδη δημοσιεύσει άλλα έργα της.

Η γραφή της χαρακτηρίζεται από απλή γλώσσα, ενώ οι ήρωές της, φιγούρες απολύτως 
ανθρώπινες, με μια πλούσια γκάμα συναισθημάτων, είναι ικανοί να εκφράσουν όχι 
μόνο την οργή και την πικρία αλλά και τη συγγνώμη και την ελπίδα.  

Θίγει επίσης το ζήτημα της συναισθηματικής «εξάρθρωσης» και της απώλειας του 
τόπου τους που υφίστανται οι μετανάστες, το ερώτημα κατά πόσο μπορούν αυτοί να 
ταυτιστούν με το νέο περιβάλλον και να νιώσουν ολοκληρωτικά Αμερικανοί.

Παιδί ινδών μεταναστών και η ίδια, γεννήθηκε το 1967 στο Λονδίνο. Ήταν δύο ετών 
όταν οι γονείς της μετανάστευσαν στην Αμερική, όπου ο πατέρας της εργάστηκε ως 
βιβλιοθηκάριος στο πανεπιστήμιο του Ρόουντ Άιλαντ. Όσο για τη μητέρα της, που 
επί χρόνια δίδασκε σε ένα σχολείο στο Ρόουντ Άιλαντ, έβρισκε συχνά μέσα στις 
τσέπες των πανωφοριών της σημειώματα από μαθητές που της έλεγαν να γυρίσει πίσω 
στη χώρα της.

«Ξέρω ότι υπάρχουν άνθρωποι εκεί έξω που εξακολουθούν να μη θεωρούν καλόδεχτη 
την παρουσία της οικογένειάς μου. Συχνά οι Αμερικανοί με κοιτούν και 
αναρωτιούνται αν μπορώ να μιλήσω αγγλικά» λέει.

Οι εμπειρίες τόσο των μελών της οικογένειάς της όσο και αυτές των φίλων, των 
συγγενών και άλλων γνωστών από τις κοινότητες των μεταναστών από τη Βεγγάλη, με 
τις οποίες είναι εξοικειωμένη, διατρέχουν τα έργα της. Συχνά οι ήρωές της είναι 
ινδοί μετανάστες που θα πρέπει να ελιχθούν ανάμεσα στις πολιτιστικές αξίες του 
τόπου τους και σε αυτές της θετής τους πατρίδας. Η Lahiri δείχνει τις νεότερες 
γενιές να απορρίπτουν τις αναστολές των μεταναστών πατέρων τους, που πολύ συχνά 
αφοσιώνονται στην κοινότητά τους, και τις ευθύνες τους έναντι των άλλων 
μεταναστών.

*Η Jhumpa Lahiri (Τζούμπα Λαχίρι), κόρη ινδών μεταναστών, γεννήθηκε στο Λονδίνο 
το 1967, αλλά μεγάλωσε στις ΗΠΑ. Η πρώτη της συλλογή διηγημάτων με τίτλο 
Διερμηνέας ασθενειών τιμήθηκε με τα βραβεία Pulitzer και Pen/Hemingway, ενώ 
έλαβε τον τίτλο The New Yorker Debut of the Year. Το 2003 κυκλοφόρησε το πρώτο 
της μυθιστόρημα με τίτλο Η συνωνυμία, ενώ το 2008 ακολούθησε η δεύτερη συλλογή 
διηγημάτων της Unaccustomed Earth, η οποία βραβεύτηκε με το Frank O'Connor 
International Short Story Award και το Asian American Literary Award. Το Εκεί 
όπου ανθίζουν οι υάκινθοι, το οποίο συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το 
Βραβείο Man Booker 2013, είναι το δεύτερο μυθιστόρημά της. Τα βιβλία της έχουν 
μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και γίνονται μπεστ σέλερ. Παντρεμένη εδώ και 
χρόνια με τον ελληνικής καταγωγής δημοσιογράφο Alberto Vourvoulias-Bush και 
μητέρα ενός γιου και μιας κόρης, ζει στην Ιταλία.

Προδημοσίευση

Το 1967, τόσο στις εφημερίδες όσο και στο ινδικό ραδιόφωνο, άρχισε να ακούγεται 
το Ναξαλμπάρι. Ήταν ένα μέρος για το οποίο δεν είχαν ποτέ πριν ξανακούσει.

Ήταν μια σειρά από χωριά στην περιοχή του Νταρτζίλινγκ, ένας στενός διάδρομος 
στο βόρειο άκρο της Δυτικής Βεγγάλης. Χωμένα στους χαμηλούς λόφους των 
Ιμαλαΐων, κάπου τετρακόσια μίλια μακριά από την Καλκούτα, κοντύτερα στο Θιβέτ 
παρά στο Τόλιγκαντζ.

Πολλοί από τους χωρικούς ήταν αγρότες που ανήκαν σε διά­φορες φυλές και 
δούλευαν σε φυτείες τσαγιού και μεγάλα κτήματα. Γενιές ολόκληρες είχαν ζήσει 
υπό φεουδαρχικό καθεστώς που δεν είχε υποστεί ουσιαστικές αλλαγές.

Ήταν υποχείρια πλούσιων γαιοκτημόνων. Τους έδιωξαν από τα χωράφια που 
καλλιεργούσαν, τους αρνήθηκαν εισοδήματα από τις σοδειές που είχαν 
καλλιεργήσει. Έπεσαν θύματα των τοκογλύφων. Στερημένοι από τα μεροκάματα που 
τους εξασφάλιζαν τη συντήρησή τους, κάποιοι από αυτούς πέθαναν από έλλειψη 
τροφής.

Εκείνο τον Μάρτιο, όταν κάποιος κολίγος στο Ναξαλμπάρι προσπάθησε να οργώσει τη 
γη από την οποία είχε παράνομα διωχθεί, ο αφέντης του έστειλε τους μπράβους του 
να τον ξυλοφορτώσουν. Αυτοί του πήραν το βόδι του και το άροτρό του. Η 
αστυνομία αρνήθηκε να επέμβει.

Μετά από αυτό, ομάδες κολίγων ξεκίνησαν τα αντίποινα. Άρχισαν να καίνε έγγραφα 
και στοιχεία που τους είχαν αποσπάσει εξαπατώντας τους. Άρχισαν να 
καταλαμβάνουν διά της βίας γαίες.

Αυτό δεν ήταν το πρώτο περιστατικό με αγρότες στην εξέγερση της περιοχής 
Νταρτζίλινγκ. Αυτή τη φορά όμως οι τακτικές τους ήταν μαχητικές. Οπλισμένοι με 
πρωτόγονα όπλα, κρατώντας κόκκινες σημαίες, κραύγαζαν «Ζήτω ο Μάο Τσε Τουνγκ».

Δυο κομμουνιστές της Βεγγάλης, ο Τσαρού Ματζουμντάρ και ο Κανού Σανγιάλ, 
βοήθησαν στην οργάνωση όσων συνέβαιναν. Είχαν ανατραφεί σε πολιτείες κοντά στο 
Ναξαλμπάρι. Είχαν συναντηθεί στη φυλακή. Ήταν νεότεροι από τους περισσότερους 
κομμουνιστές ηγέτες της Ινδίας, ανθρώπους που είχαν γεννηθεί στα τέλη του 19ου 
αιώνα. Ο Ματζουμντάρ και ο Σανγιάλ περιφρονούσαν αυτούς τους ηγέτες. Ήταν 
διαφωνούντες του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ινδίας (Μαρξιστικού).

Ζητούσαν δικαιώματα ιδιοκτησίας για τους κολίγους. Έλεγαν στους αγρότες να 
καλλιεργούν μόνοι τους τη γη.

Τον Τσαρού Ματζουμντάρ τον είχαν αποβάλει από το κολέγιο όπου φοιτούσε· 
καταγόταν από οικογένεια γαιοκτημόνων και ήταν γιος δικηγόρου. Στις εφημερίδες 
υπήρχαν φωτογραφίες ενός αδύνατου άντρα με οστεώδες πρόσωπο, γαμψή μύτη, πυκνά 
μαλλιά. Ήταν ασθματικός, ένας θεωρητικός του μαρξισμού-λενινισμού. Μερικοί από 
τους μεγαλύτερους σε ηλικία κομμουνιστές τον αποκαλούσαν τρελό. Την εποχή της 
εξέγερσης, αν και δεν είχε πιάσει ακόμη τα πενήντα, υπέφερε από κάποια 
προβλήματα με την καρδιά του, και ήταν κατάκοιτος.

Ο Κανού Σανγιάλ ήταν τριαντάρης, μαθητής του Ματζουμ­ντάρ. Ανήκε στην κάστα των 
Βραχμάνων, και είχε μάθει τις δια­λέκτους των φυλών. Αρνιόταν να κατέχει 
προσωπική ιδιοκτησία. Ήταν αφοσιωμένος στη φτωχή αγροτιά.

Καθώς η εξέγερση εξαπλωνόταν, η αστυνομία άρχισε τις περιπολίες στην περιοχή. 
Επιβάλλοντας απροειδοποίητα συσκότιση, κάνοντας αυθαίρετες συλλήψεις.

Η κυβέρνηση της πολιτείας έκανε έκκληση στον Σανγιάλ. Ήλπιζαν ότι αυτός θα 
καλούσε τους αγρότες να παραδοθούν. Στην αρχή, αφού βεβαιώθηκε ότι δεν θα 
συλληφθεί, συναντήθηκε με τον υπουργό Αγροτικών Εσόδων. Αυτός υποσχέθηκε 
διαπραγματεύσεις. Την τελευταία στιγμή υπαναχώρησε.

Τον Μάιο αναφέρθηκε ότι μια ομάδα αγροτών, αποτελούμενη από άντρες και 
γυναίκες, επιτέθηκε με τόξα και βέλη σε έναν επιθεωρητή της αστυνομίας και τον 
σκότωσε. Την επομένη η τοπική αστυνομία συνάντησε ένα εξεγερμένο πλήθος στον 
δρόμο. Ένα βέλος χτύπησε στο μπράτσο έναν ενωμοτάρχη της αστυνομίας και το 
πλήθος ειδοποιήθηκε να διαλυθεί. Όταν δεν το έκανε, η αστυνομία άρχισε να 
πυροβολεί. Έντεκα άνθρωποι σκοτώθηκαν. Οκτώ από αυτούς ήταν γυναίκες.

Τη νύχτα, αφού άκουσαν το ραδιόφωνο, ο Σουμπάς και ο Ουντάγιαν συζητούσαν για 
τα όσα είχαν εκτυλιχθεί. Καπνίζοντας κρυφά αφού πια οι γονείς τους είχαν πάει 
για ύπνο, καθισμένοι στο γραφείο τους με ένα σταχτοδοχείο ανάμεσά τους.

«Νομίζεις ότι άξιζε;» ρώτησε ο Σουμπάς. «Αυτό που έκαναν οι αγρότες».
«Και βέβαια άξιζε. Ξεσηκώθηκαν. Διακινδύνευσαν τα πάντα. Άνθρωποι που δεν έχουν 
τίποτα. Άνθρωποι τους οποίους αυτοί που έχουν την εξουσία δεν έκαναν το 
παραμικρό για να τους προστατέψουν».
«Θα έχει όμως καμιά διαφορά αυτό; Τι να σου κάνουν τόξα και βέλη απέναντι σ’ 
ένα σύγχρονο κράτος;»

Ο Ουντάγιαν σταύρωσε τα δάχτυλά του σαν να ήθελε να πιάσει μερικά σπυριά ρύζι. 
«Εσύ τι θα έκανες αν είχες γεννηθεί σε μια τέτοια ζωή;»

Όπως και πολλοί άλλοι, έτσι και ο Ουντάγιαν μεμφόταν το Ενιαίο Μέτωπο, τον 
αριστερό συνασπισμό που καθοδηγούνταν από τον Ατζόι Μουκχερτζί και τώρα 
διοικούσε τη Δυτική Βεγγάλη. Νωρίτερα την ίδια χρονιά ο Ουντάγιαν με τον 
Σουμπάς είχαν πανηγυρίσει τη νίκη του. Αυτή έβαλε τους κομμουνιστές στο 
υπουργικό συμβούλιο. Υποσχέθηκε να σχηματίσει κυβέρνηση βασισμένη σε εργάτες 
και αγρότες. Δεσμεύτηκε να καταργήσει τη μεγάλης κλίμακας γαιοκτησία.

Στη Δυτική Βεγγάλη αυτό έβαλε τέλος στην επί δύο σχεδόν δεκαετίες ηγεσία του 
κόμματος του Κονγκρέσου.

Το Ενιαίο Μέτωπο όμως δεν υποστήριξε την εξέγερση. Αντ’ αυτού, παρά τις 
διαφωνίες, ο υπουργός Τζιότι Μπάζου κάλεσε την αστυνομία. Και τώρα ο Ατζόι 
Μουκχερτζί είχε τα χέρια του βαμμένα στο αίμα.

Η Ημερησία του Πεκίνου κατηγόρησε την κυβέρνηση της Δυτικής Βεγγάλης για την 
αιματηρή καταστολή των εξεγερμένων αγροτών. Ανοιξιάτικη Θύελλα πάνω από την 
Ινδία, διάβαζε κανείς στην επικεφαλίδα της. Στην Καλκούτα όλες οι εφημερίδες 
ανέφεραν την ιστορία. Στους δρόμους, στα κολέγια, ξέσπασαν δια­δηλώσεις υπέρ 
των αγροτών, διαμαρτυρίες για τους σκοτωμούς. Στο Κολέγιο Πρέζιντενσι και στο 
Τζανταβπούρ ο Σουμπάς και ο Ουντάγιαν είδαν σημαίες κρεμασμένες στα παράθυρα 
μερικών κτιρίων σε υποστήριξη του Ναξαλμπάρι. Άκουσαν λόγους με τους οποίους 
καλούνταν οι αξιωματούχοι να παραιτηθούν.

Στο Ναξαλμπάρι η σύγκρουση απλώς εντάθηκε. Υπήρχαν αναφορές για ληστείες και 
λεηλασίες. Οι αγρότες δημιούργησαν παράλληλες διοικήσεις. Γαιοκτήμονες απήγοντο 
και δολοφονούνταν.

Τον Ιούλιο η κεντρική κυβέρνηση απαγόρευσε να μεταφέρονται τόξα και βέλη στο 
Ναξαλμπάρι. Την ίδια βδομάδα, εξουσιοδοτημένοι από το υπουργικό συμβούλιο της 
Δυτικής Βεγγάλης, πεντακόσιοι αξιωματικοί και στρατιώτες εισέβαλαν στην 
περιοχή. Ερευνούσαν τις λασποκαλύβες των πάμφτωχων αγροτών. Συνελάμβαναν 
άοπλους επαναστάτες, τους σκότωναν αν αυτοί αρνούνταν να παραδοθούν. Ανελέητα, 
συστηματικά, κατάφεραν να γονατίσουν την εξέγερση.

Ο Ουντάγιαν πετάχτηκε από την καρέκλα στην οποία καθόταν, παραμερίζοντας 
αηδιασμένος μια στοίβα βιβλία και χαρτιά. Έκλεισε το ραδιόφωνο. Άρχισε να 
πηγαινοέρχεται μέσα στο δωμάτιο, με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα και τα 
δάχτυλά του χωμένα στα μαλλιά του.

«Είσαι εντάξει;» τον ρώτησε ο Σουμπάς.

Ο Ουντάγιαν στεκόταν ασάλευτος. Τίναξε το κεφάλι του, με το ένα χέρι 
ακουμπισμένο στον γοφό του. Για μια στιγμή έμεινε αμίλητος. Το ρεπορτάζ τούς 
είχε σοκάρει και τους δυο, αλλά ο Ουντάγιαν αντιδρούσε σαν να ήταν μια 
προσωπική προσβολή, ένα σωματικό χτύπημα.

«Ο κόσμος πεθαίνει της πείνας κι αυτή είναι η δική τους λύση» είπε στο τέλος. 
«Μετατρέπουν τα θύματα σε εγκληματίες. Στρέφουν τα όπλα εναντίον ανθρώπων που 
δεν μπορούν να τους το ανταποδώσουν».

Ξεμαντάλωσε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας.

«Πού πας;»
«Δεν έχω ιδέα. Μου χρειάζεται μια βόλτα. Πώς έφτασαν ως εδώ τα πράγματα;»
«Δείχνουν πάντως να έχουν τελειώσει» είπε ο Σουμπάς.

Ο Ουντάγιαν έκανε μια παύση προτού βγει από το δωμάτιο. «Αυτό μπορεί να είναι 
μόνο η αρχή» είπε.

«Η αρχή για τι;»
«Κάτι μεγαλύτερο. Κάτι άλλο».

Ο Ουντάγιαν ανέφερε αυτό που προέβλεπαν οι κινεζικές εφημερίδες: Η σπίθα στο 
Νταρτζίλινγκ θα πυροδοτήσει μια πυρκαγιά στις πεδιάδες και σίγουρα θα βάλει 
φωτιά στις απέραντες εκτάσεις της Ινδίας.

*Το βιβλίο της Jhumpa Lahiri, «Εκεί που ανθίζουν οι υάκινθοι», κυκλοφορεί τη 
Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014 από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

http://www.protagon.gr/31563
________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
__________
Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο 
ρεπερτόριο επισκεφθείτε το
http://www.isobitis.com

______________

Απαντηση