Κυκλοφορεί: «Αντίο Βερολίνο», Κρίστοφερ Ίσεργουντ Μεταίχμιο


Με φόντο τη δεκαετία του ’30, το Αντίο Βερολίνο ξαναζωντανεύει τη λάμψη και τον 
βούρκο, την υπερβολή και την καταπίεση της βερολινέζικης κοινωνίας. Ο Ίσεργουντ 
σκιαγραφεί ανθρώπινες ζωές που απειλούνται από την άνοδο του ναζισμού: μια 
πλούσια εβραία κληρονόμο, τη Ναταλία Λαντάουερ, ένα ομοφυλόφιλο ζευγάρι, τον 
Πίτερ και τον Ότο, και ένα χαμένο παιδί της αγγλικής καλής κοινωνίας, την έξοχα 
παρακμιακή Σάλι Μπόουλς.

Στο βιβλίο βασίστηκε η θρυλική κινηματογραφική ταινία Καμπαρέ (1972), η οποία 
απέσπασε συνολικά οκτώ βραβεία Όσκαρ με πρωταγωνίστρια ως Σάλι Μπόουλς τη Λάιζα 
Μινέλι. 

Απόσπασμα: Βερολινέζικο Ημερολόγιο

Φθινόπωρο 1930

Από το παράθυρό μου, ο μελαγχολικός επιβλητικός δρόμος. Υπόγεια καταστήματα 
όπου οι λάμπες καίνε όλη μέρα, στη σκιά των βαριών προσόψεων με τα μπαλκόνια 
και τα βρόμικα γύψινα ανάγλυφα με τα σπειροειδή μοτίβα και τα οικόσημα. Όλη η 
περιοχή αυτή την όψη έχει: Δρόμοι οδηγούν σε δρόμους με σπίτια όμοια με πελώρια 
σαραβαλιασμένα χρηματοκιβώτια, παραγεμισμένα με τα οξειδωμένα τιμαλφή και τα 
έπιπλα από δεύτερο χέρι μιας χρεοκοπημένης μέσης τάξης.

Είμαι μια φωτογραφική μηχανή με το κλείστρο της ανοιχτό, παθητική, καταγράφω, 
δεν σκέφτομαι. Καταγράφω τον άντρα που ξυρίζεται στο αντικρινό παράθυρο και τη 
γυναίκα με το κιμονό που λούζει τα μαλλιά της. Μια μέρα, όλα αυτά θα πρέπει να 
εμφανιστούν, να τυπωθούν προσεκτικά, να πάρουν την οριστική μορφή τους.

Στις οχτώ το βράδυ οι πόρτες των σπιτιών θα κλειδωθούν. Τα παιδιά τρώνε το 
βραδινό τους. Τα μαγαζιά κλείνουν. Στο μικρό ξενοδοχείο στη γωνία, όπου μπορείς 
να πιάσεις δωμάτιο με την ώρα, κάποιος ανάβει την ηλεκτρική ταμπέλα πάνω από το 
κουδούνι νυκτός. Και σύντομα θα αρχίσουν τα σφυρίγματα. Νεαροί άντρες καλούν τα 
κορίτσια τους. Στέκονται εκεί κάτω στο κρύο, σφυρίζουν προς τα φωτισμένα 
παράθυρα των ζεστών δωματίων όπου τα κρεβάτια έχουν ήδη ετοιμαστεί για τη 
νύχτα. Άφησέ με να μπω, λένε. Το κάλεσμά τους αντηχεί στον σκοτεινό κούφιο 
δρόμο, λάγνο, μυστικό και θλιμμένο. Αυτό είναι που με κάνει να μη θέλω να μένω 
εδώ τα βράδια. Μου θυμίζει ότι είμαι σε μια ξένη πόλη, μόνος, μακριά από την 
πατρίδα. Καμιά φορά βάζω σκοπό να μην τ’ ακούσω, πιάνω ένα βιβλίο, προσπαθώ να 
διαβάσω. Σύντομα όμως όλο και κάποιο σφύριγμα θ’ ακουστεί, τόσο διαπεραστικό, 
τόσο επίμονο, τόσο απεγνωσμένα ανθρώπινο, ώστε να μην μπορώ παρά να σηκωθώ και 
να κρυφοκοιτάξω από τις γρίλιες για να σιγουρευτώ εντέλει πως δεν καλεί –όπως 
πολύ καλά ξέρω ότι δεν θα μπορούσε να καλεί– εμένα.

Τούτο το δωμάτιο έχει μια αλλόκοτη μυρωδιά όταν η σόμπα είναι αναμμένη και το 
παράθυρο κλειστό· όχι ολότελα δυσάρεστη, ένα ανακάτεμα από λιβάνι και 
μπαγιάτικα ψωμάκια. Η ψηλή κεραμική σόμπα, υπέροχα χρωματισμένη, σαν βωμός. Το 
λαβομάνο μοιάζει με γοτθική λειψανοθήκη. Το ντουλάπι είναι επίσης γοτθικό, με 
σκαλιστή βιτρίνα που φέρνει στον νου παράθυρα καθεδρικού· ο Μπίσμαρκ αντικρίζει 
τον βασιλιά της Πρωσίας στο βιτρό τζάμι. Η καλή μου καρέκλα θα έκανε για 
επισκοπικός θρόνος. Στη γωνία, τρεις ψεύτικοι μεσαιωνικοί λογχοπελέκεις (από 
κάποιον περιφερόμενο θίασο;) έχουν στερεωθεί μαζί σχηματίζοντας έναν καλόγερο 
για καπέλα. Από καιρού εις καιρόν η φροϊλάιν Σρέντερ ξεβιδώνει τις κεφαλές τους 
και τις γυαλίζει. Έτσι βαριοί και κοφτεροί που είναι, σκοτώνουν άνθρωπο.

Τα πάντα στο δωμάτιο έτσι είναι: συμπαγή άνευ λόγου, αφύσικα βαριά και 
επικίνδυνα αιχμηρά. Εδώ, στο τραπέζι που χρησιμοποιώ για γραφείο, είμαι 
αντιμέτωπος με μια φάλαγγα μεταλλικών αντικειμένων – ένα ζευγάρι κηροπήγια σε 
σχήμα πλεγμένων ερπετών, ένα σταχτοδοχείο από το οποίο ξεπροβάλλει το κεφάλι 
ενός κροκόδειλου, ένας χαρτοκόπτης αντίγραφο φλωρεντινού στιλέτου, ένα 
μπρούντζινο δελφίνι που στην άκρη της ουράς του κρατά ένα μικρό σπασμένο ρολόι. 
Τι απογίνονται αυτού του είδους τα αντικείμενα; Πώς θα μπορούσαν ποτέ να 
καταστραφούν; Πιθανότατα θα παραμείνουν ανέπαφα για χιλιάδες χρόνια, φυλαγμένα 
σε μουσεία. Ή ίσως απλώς τα λιώσουν για πυρομαχικά σε κάποιον πόλεμο. Κάθε 
πρωί, η φροϊλάιν Σρέντερ τα τακτοποιεί πολύ προσεκτικά σε συγκεκριμένες, 
απαράλλαχτες θέσεις· στέκουν εκεί, σαν αδια­πραγμάτευτη διατράνωση των απόψεών 
της για το Κεφάλαιο και την Κοινωνία, για τη Θρησκεία και το Σεξ.

Όλη μέρα πηγαινοέρχεται αλαφροπατώντας στο μεγάλο μουντό διαμέρισμα. 
Ασουλούπωτη αλλά σβέλτη, τριγυρίζει με αδέξια βήματα από δωμάτιο σε δωμάτιο 
φορώντας μαλακές παντόφλες και μια λουλουδάτη ρόμπα καλά κλεισμένη, ώστε να μη 
φανεί ούτε πόντος από το μεσοφόρι ή το κορσάζ της, τινάζοντας το ξεσκονόπανό 
της, κρυφοκοιτάζοντας, κατασκοπεύοντας, χώνοντας την κοντή, σουβλερή της μύτη 
στα ντουλάπια και στις αποσκευές των νοικάρηδών της. Έχει σκούρα, φωτεινά, 
ερευνητικά μάτια και όμορφα, κυματιστά, καστανά μαλλιά, για τα οποία καμαρώνει. 
Πρέπει να είναι γύρω στα πενήντα πέντε.

Παλιότερα, πριν απ’ τον Πόλεμο και τον Πληθωρισμό, ήταν σχετικά ευκατάστατη. 
Πήγαινε στη Βαλτική για τις καλοκαιρινές της διακοπές και είχε υπηρέτρια για 
τις δουλειές του σπιτιού. Τα τελευταία τριάντα χρόνια ζει εδώ και νοικιάζει 
δωμάτια. Άρχισε να το κάνει επειδή της άρεσε να έχει συντροφιά.

«“Λίνα” μου έλεγαν οι φίλοι μου “πώς μπορείς; Πώς αντέχεις να έχεις ξένους 
ανθρώπους να ζουν στα δωμάτιά σου και να σου χαλάνε τα έπιπλα, αφού μάλιστα 
είσαι κι οικονομικά ανεξάρτητη;”. Και πάντοτε τους έδινα την ίδια απάντηση. “Οι 
δικοί μου οι νοικάρηδες δεν είναι νοικάρηδες” έλεγα. “Είναι φιλοξενούμενοί μου”.

»Βλέπετε, χερ Ίζεβου, τον καιρό εκείνο είχα την άνεση να είμαι πολύ επιλεκτική 
τι λογής άνθρωποι έρχονταν να ζήσουν εδώ. Διάλεγα κι έπαιρνα. Δεχόμουν μόνο 
όσους είχαν συστάσεις και τους πολύ μορφωμένους – ανθρώπους του καλού κόσμου 
(σαν κι εσάς, χερ Ίζεβου). Είχα έναν βαρόνο κάποτε, και έναν ίλαρχο, και έναν 
καθηγητή. Συχνά μου έκαναν δώρα – ένα μπουκάλι κονιάκ ή ένα κουτί σοκολατάκια, 
λίγα λουλούδια. Και όταν κάποιος απ’ αυτούς έφευγε για τις διακοπές του, 
πάντοτε μου έστελνε μια κάρτα – από το Λονδίνο, ενίοτε, ή από το Παρίσι ή το 
Μπάντεν-Μπάντεν. Τι ωραίες κάρτες ήταν εκείνες…»

Και τώρα η φροϊλάιν Σρέντερ δεν έχει ούτε μια κάμαρα δική της. Αναγκάζεται να 
κοιμάται στο καθιστικό, σε έναν μικρό καναπέ με σπασμένα ελατήρια, πίσω από ένα 
παραβάν. Όπως σε τόσο πολλά από τα παλαιότερα βερολινέζικα διαμερίσματα, το 
καθιστικό συνδέει το μπροστινό μέρος του σπιτιού με το πίσω. Οι ένοικοι που 
μένουν μπροστά πρέπει να περνούν από το καθιστικό για να φτάσουν στο μπάνιο, κι 
έτσι τη νύχτα συχνά ενοχλούν τη φροϊλάιν Σρέντερ. «Με ξαναπαίρνει, όμως, αμέσως 
ο ύπνος. Δεν με ανησυχούν. Με τέτοια κούραση που έχω». Αναγκάζεται να κάνει 
όλες τις δουλειές του σπιτιού μονάχη και αυτό της τρώει σχεδόν όλη τη μέρα. 
«Είκοσι χρόνια πριν, αν μου ’λεγε κανείς να τρίψω τα ίδια μου τα πατώματα, θα 
τον χαστούκιζα. Μα κάποια στιγμή το συνηθίζεις. Όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος. Τι 
τα θέλετε, θυμάμαι μια εποχή που θα προτιμούσα να κόψω το δεξί μου χέρι παρά να 
αδειάσω τούτο το δοχείο… Και τώρα» λέει η φροϊλάιν Σρέντερ, κάνοντας πράξη τα 
λόγια της, «Θεέ μου! Δεν μου είναι πιο δύσκολο απ’ το να σερβίρω ένα φλιτζάνι 
τσάι!».

Ξετρελαίνεται να μου δείχνει τα διάφορα σημάδια και τους λεκέδες που άφησαν οι 
προηγούμενοι νοικάρηδες τούτου του δωματίου:

«Ναι, χερ Ίζεβου, έχω κάτι να μου θυμίζει τον καθέναν τους… Δείτε εδώ, στο χαλί 
–ούτε κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές το έστειλα στο καθαριστήριο, αλλά ο λεκές δεν 
λέει να βγει–, εδώ είχε κάνει εμετό ο χερ Νούσκε μετά το πάρτι γενεθλίων του. 
Τι στην ευχή φάγαμε κι έκανε τέτοια ζημιά; Είχε έρθει στο Βερολίνο για τις 
σπουδές του, ξέρετε. Οι γονείς του ζούσαν στο Βραδεμβούργο – α, πρώτης τάξεως 
οικογένεια, σας διαβεβαιώ! Λεφτά με το τσουβάλι! Ο χερ πάπα του ήταν χειρουργός 
και φυσικά ήθελε ο γιος του ν’ ακολουθήσει τα βήματά του… Τι γοητευτικός 
νεαρός! “Χερ Νούσκε” του έλεγα “να με συμπαθάτε, αλλά πραγματικά πρέπει να 
δουλέψετε πιο σκληρά – τόσο έξυπνος που είστε, κρίμα είναι! Σκεφτείτε τον χερ 
πάπα και τη φράου μάμα σας· δεν είναι δίκαιο γι’ αυτούς να σπαταλάτε τα ωραία 
τους χρήματα. Μα, και στον Σπρέε να τα ρίχνατε, καλύτερα θα ’τανε. Τουλάχιστον 
θα έκαναν θόρυβο!”. Με είχε σαν μάνα του. Και πάντοτε, όταν έμπλεκε σε καμιά 
κακοτοπιά –ήταν πολύ άμυαλος, βλέπετε–, ερχόταν κατευθείαν σ’ εμένα: “Καλή μου 
Σρέντερ” μου έλεγε “μη μου θυμώσετε, σας παρακαλώ… Παίζαμε χαρτιά χθες βράδυ κι 
έχασα ολόκληρο το επίδομα του μήνα. Δεν τολμώ να το πω στον πατέρα…”. Κι ύστερα 
με κοιτούσε μ’ εκείνα τα υπέροχα μεγάλα μάτια του. Ήξερα πολύ καλά πού το 
πήγαινε, το παλιόπαιδο! Μα δεν μου έκανε καρδιά ν’ αρνηθώ. Καθόμουνα λοιπόν και 
έγραφα ένα γράμμα στη φράου μάμα του και την παρακαλούσα να τον συγχωρήσει μόνο 
γι’ αυτή τη φορά και να του στείλει λίγα χρήματα. Κι εκείνη πάντοτε το έκανε… 
Φυσικά, ως γυναίκα, ήξερα πώς να μιλήσω στην καρδιά μιας μητέρας, έστω κι αν 
δεν απόκτησα ποτέ δικά μου παιδιά… Γιατί χαμογελάτε, χερ Ίζεβου; Τέλος πάντων, 
ας είναι! Ουδείς αλάνθαστος, ξέρετε!

»Κι εδώ είναι που ο χερ Ίλαρχος έριχνε πάντοτε τον καφέ του στην ταπετσαρία. 
Καθόταν στον καναπέ με την αρραβωνιαστικιά του. “Χερ Ίλαρχε” του έλεγα “πιείτε, 
σας παρακαλώ, τον καφέ σας στο τραπέζι. Αν μου επιτρέπετε, μετά υπάρχει άφθονος 
χρόνος και για το άλλο…”. Αλλά όχι, εκείνος επέμενε να κάθεται στον καναπέ. Κι 
ύστερα, λες και το ’ξερα, όταν άρχιζαν τα πράγματα να ζωηρεύουν, πάρ’ τα κάτω 
τα φλιτζάνια… Τι ωραίος κύριος! Καμιά φορά έρχονταν να μας επισκεφτούν η φράου 
μάμα του και η αδελφή του. Τους άρεσε να έρχονται στο Βερολίνο. “Φροϊλάιν 
Σρέντερ” μου έλεγαν “δεν ξέρετε τι τυχερή που είστε να ζείτε εδώ, στην καρδιά 
των γεγονότων, μέσα σ’ όλα. Εμείς δεν είμαστε παρά οι επαρχιώτες συγγενείς – 
σας ζηλεύουμε! Και τώρα, πείτε μας όλα τα τελευταία σκάνδαλα του Παλατιού!”. 
Φυσικά, απλώς αστειεύονταν. Είχαν ένα γλυκύτατο σπιτάκι, όχι πολύ μακριά από το 
Χάλμπερσταντ, στο Χαρτζ. Μου έδειχναν φωτογραφίες του. Σκέτο όνειρο!

»Βλέπετε εκείνους τους λεκέδες από μελάνι στο χαλί; Εκεί τίναζε την πένα του ο 
χερ προφεσόρ Κοχ. Του το ’χα πει εκατό φορές. Στο τέλος, μέχρι που έστρωσα 
κόλες στυπόχαρτο στο πάτωμα γύρω από την καρέκλα του. Ήταν πολύ αφηρημένος… Τι 
γλυκός κύριος! Και τόσο απλός. Του είχα μεγάλη αδυναμία. Όταν του επιδιόρθωνα 
κανένα πουκάμισο ή του μαντάριζα τις κάλτσες, με ευχαριστούσε με δάκρυα στα 
μάτια. Του άρεσαν κι εκείνου τα χωρατά. Καμιά φορά, όταν με άκουγε να έρχομαι, 
έσβηνε το φως και κρυβόταν πίσω από την πόρτα· κι ύστερα βρυχιόταν σαν λιοντάρι 
για να με τρομάξει. Σαν παιδί…»

Η φροϊλάιν Σρέντερ μπορεί να συνεχίσει έτσι, δίχως να επαναλαμβάνεται, για 
ώρες. Όταν κάθομαι εκεί και την ακούω για κάποιο διάστημα, πιάνω τον εαυτό μου 
να βυθίζεται σε μια παράξενη μελαγχολία που μοιάζει με ύπνωση. Βαθιά θλίψη 
αρχίζει να με κυριεύει. Πού είναι όλοι αυτοί οι νοικάρηδες σήμερα; Πού θα 
είμαι, σε δέκα χρόνια από τώρα, εγώ ο ίδιος; Ασφαλώς όχι εδώ. Πόσες θάλασσες 
και πόσα σύνορα θα πρέπει να διασχίσω για να φτάσω στη μακρινή εκείνη μέρα; 
Πόσο μακριά θα πρέπει να ταξιδέψω, πεζός, καβάλα σ’ άλογο, με αυτοκίνητο, 
ποδήλατο, αεροπλάνο, πλοίο, τρένο, ανελκυστήρα, κυλιόμενες σκάλες και τραμ; 
Πόσα χρήματα θα χρειαστώ για το τεράστιο αυτό ταξίδι; Πόσο φαγητό θα πρέπει 
σταδιακά, εξαντλητικά, να καταναλώσω καθ’ οδόν; Πόσα ζευγάρια παπούτσια θα 
λιώσω; Πόσες χιλιάδες τσιγάρα θα καπνίσω; Πόσα φλιτζάνια τσάι θα πιω και πόσα 
ποτήρια μπίρα; Τι φριχτή και άχαρη προοπτική! Και πάλι – για να καταλήξω στον 
θάνατο… Μια ξαφνική απροσδιόριστη σουβλιά ανησυχίας μού σφίγγει τα σωθικά και 
αναγκάζομαι να ζητήσω συγγνώμη ώστε να αποσυρθώ στον καμπινέ.
 

http://www.protagon.gr/37743

http://www.protagon.gr/37743



________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
__________
Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο 
ρεπερτόριο επισκεφθείτε το
http://www.isobitis.com

______________

Απαντηση