Drum and Bass

 

Καταγωγή: Oldschool jungle, techno, breakbeat hardcore, darkcore, industrial, 
ηλεκτρονικό rock, electronica, μουσική house breakbeat 

Τόπος γέννησης: Αρχές/μέσα δεκαετίας 1990· Μπρίστολ και Λονδίνο, Ηνωμένο 
Βασίλειο 

Μουσικά όργανα: synthsizer, drum machine, ντραμς, πλήκτρα, sampler, 
υπολογιστής, digital audio workstation 

Συναφή Είδη: Breakcore, digital hardcore, raggacore, technoid 

 

Είδη

 

Darkstep, hardstep, atmospheric, drumfunk, funkstep, jazzstep, dancefloor, jump 
up, drumstep, liquid funk, neurofunk, techstep, intelligent jungle/drum and 
bass, sambass 

 

Η drum and bass (προφ. ντραμ εντ μπέις) (γνωστή και ως drum 'n' bass, drum & 
bass ή, εν συντομία, D&Β, DnB και D'n'B) είναι ένα είδος ηλεκτρονικής μουσικής 
που αναδείχτηκε στην Αγγλία στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η μουσική drum 
and bass στο σύνολό της χαρακτηρίζεται από γρήγορους ρυθμικούς χτύπους (κατ' 
εξοχήν 160-180 χτύπους ανά λεπτό), με ισχυρά μπάσα και υπο-μπάσα. Μαζί με την 
dubstep, συγκαταλέγεται στην υποκατηγορία bass music της ηλεκτρονικής μουσικής.

 

Ο ήχος της drum and bass, εξαιτίας των εξαιρετικά χαμηλών συχνοτήτων του, 
απαιτεί πανίσχυρα ηχοσυστήματα για την πλήρη αναπαραγωγή του. Το μπάσο μαζί με 
τα ντραμς αποτελούν τα κυριότερα στοιχεία του είδους. Κατά την παραγωγή drum 
and bass κομματιών, η δομή τους διαμορφώνεται έτσι από τους καλλιτέχνες, ώστε η 
μουσική να επικεντρώνεται κατά πολύ περισσότερο σε αυτά τα δύο μουσικά στοιχεία 
σε σύγκριση με άλλα ηλεκτρονικά χορευτικά είδη μουσικής.

 

Ιστορία

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές του 1990, η τάση για διασκέδαση 
στα κλαμπ (γνωστά αργότερα ως raves) αποτέλεσε αφορμή για τη διαμόρφωση ενός 
καινούριου στυλ στην ηλεκτρονική μουσική, τη λεγόμενη rave music. Η rave 
μουσική έτεινε να συντίθεται από φιλικές μελωδίες, οι οποίες ήταν ιδιαίτερα 
ελκυστικές στο ευρύτερο κοινό. Σύντομα όμως, υιοθέτησε ισχυρότερα μπάσα και 
άρχισε να χαρακτηρίζεται από ένα πολύ υψηλότερο tempo σε σύγκριση με εκείνο της 
καθιερωμένης house μουσικής, γεγονός που την έκανε να ξεχωρίσει στη νεολαία. Η 
μουσική αυτή ήταν γνωστή με το όνομα hardcore, εξαιτίας των σκληρότερων ήχων 
της σε σχέση με άλλα στυλ ηλεκτρονικής μουσικής, όμως στη συνέχεια, το 1991 
επικράτησε και ο όρος jungle techno, λόγω των έντονων στοιχείων τζαμαϊκανής 
μουσικής που χρησιμοποιήθηκαν από μερικούς καλλιτέχνες, με πρωτοπόρο τον Jack 
Smooth, ο οποίος επηρεάστηκε από την reggae και την ragga hip hop. Αργότερα, ο 
όρος απλοποιήθηκε και γινόταν πια αναφορά στην jungle, η οποία αναγνωρίστηκε ως 
ένα ξεχωριστό είδος μουσικής, ιδιαίτερα δημοφιλές στα raves και στους 
πειρατικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς της Βρετανίας. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός 
πως σ' αυτό το χρονικό διάστημα η μουσική rave εξελισσόταν με ταχύτατο ρυθμό, 
καθώς οι καλλιτέχνες πειραματίζονταν συνεχώς με νέους ήχους. Ο επαγγελματίας 
παραγωγός και DJ C.K. σημειώνει χαρακτηριστικά πως αυτό το φαινόμενο μπορούσε 
να το παρατηρήσει "όποιος αγόραζε βινύλια κάθε εβδομάδα από το 1989 έως το 
1992".

 

Από το 1994 η jungle είχε πια αρχίσει να αποκτάει ιδιαίτερη φήμη και το κοινό 
της (γνωστοί ως junglists) άρχισε να αποτελεί αναγνωρίσιμο κομμάτι της 
κουλτούρας της νεολαίας. Το είδος συνέχισε να εξελίσσεται και οι καλλιτέχνες 
δεν σταμάτησαν να πειραματίζονται, καθώς συγχώνευαν στη μουσική τους στοιχεία 
από μια τεράστια ποικιλία υπάρχοντων μουσικών ειδών, όπως τους ήχους της 
raggamuffin και της dancehall, δημιουργώντας όλο και πολυπλοκότερα μοτίβα, 
έχοντας κατά κανόνα ως πρότυπο το Amen break. Αξίζει να σημειωθεί πως, όντας 
βαθύτατα επηρεασμένη από την αγγλική hip hop σκηνή, η κουλτούρα της jungle πολύ 
σύντομα γνώρισε την ενσωμάτωση των MCs, η οποία έμελλε να την ενισχύσει ακόμα 
περισσότερο. Παράλληλα με τη σύνδεση που είχε η rave σκηνή με την έκσταση και 
άλλα ναρκωτικά, η jungle κληρονόμησε επίσης κάποιες σχέσεις με τη βία και την 
εγκληματικότητα, όπως ακριβώς η hip hop σκηνή καλλιεργούσε σχέσεις με την 
κουλτούρα των συμμοριών. Ως αποτέλεσμα, πολλοί παραγωγοί εκφράστηκαν με έναν 
σαφώς επιθετικότερο και σκληρότερο ήχο, ενώ δεν έλειπαν τα θέματα που αφορούσαν 
τον τρόπο ζωής των παράνομων. Η jungle, όντας ένα είδος μουσικής χωρίς στίχους 
(άμα εξαιρέσουμε τους MCs), μετέφερε το κλίμα και τις προθέσεις της μέσα από 
την επιλογή των ήχων της, γνωστοί στους παραγωγούς ως samples (δείγματα). 
Ωστόσο, αυτή η κακή φήμη επρόκειτο να μείνει στο παρασκήνιο, καθώς καλυπτόταν 
από τη θετική φήμη της μουσικής ως κομμάτι της ευρύτερης rave σκηνής και της 
dancehall. Από το 1995, είτε ως αντίδραση στο φαινόμενο αυτό ή ανεξάρτητα από 
αυτόν τον πολιτισμικό σχισμό, μερικοί παραγωγοί jungle απομακρύνθηκαν από αυτό 
το στυλ που είχε ρίζες στην τζαμαϊκανή μουσική και διαμόρφωσαν αυτό που 
ονομάστηκε -πιθανότατα για λόγους ευκολίας στην αναφορά, αλλά και λόγω της 
γενικότερης έμφασης στα δύο μουσικά στοιχεία- drum and bass.

 

Καθώς το είδος προόδευε όσον αφορά τις τεχνικές παραγωγής του αλλά ταυτόχρονα 
γινόταν όλο και πιο δημοφιλές, το 1995-1996 άρχισε να γίνεται γενικότερα 
αποδεκτό από την κοινωνία και να επεκτείνεται σε μεγάλους εμπορικούς 
ραδιοφωνικούς σταθμούς, ξεφεύγοντας από τους παράνομους πειρατικούς. Η drum and 
bass αποτελούσε πια ένα μεγάλο μουσικό ρεύμα, ενώ άρχιζαν ήδη να διαμορφώνονται 
οι πρώτες υποκατηγορίες, όπως η jump up. Ιδιαίτερα δημοφιλές εκείνη την περίοδο 
ήταν ένα ελαφρύτερο στυλ της drum and bass, το οποίο ήταν συχνά επηρεασμένο από 
την jazz μουσική. Συγχρόνως όμως, το 1996-1997 σχηματίζεται ένα νέο στυλ, η 
techstep, έντονα επηρεασμένο από την techno και τα ηχοτοπία ταινιών 
επιστημονικής φαντασίας.

 

Παράλληλα με τη φήμη που αποκτούσε η drum and bass και όντας στην εμπορική της 
ακμή, αναδύονταν και άλλα στυλ ηλεκτρονικής μουσικής, όπως η big beat και η 
hard house. Κοντά στο τέλος της χιλιετίας η drum and bass έμελλε να καλυφθεί 
προσωρινά από τη σκιά ενός νέου στυλ ηλεκτρονικής μουσικής, γνωστό ως UK garage 
ή speed garage, καθώς σημείωσε αρκετές εμπορικές επιτυχίες. Η speed garage είχε 
αρκετές ομοιότητες ως προς τη δομή σε σχέση με την drum and bass, όμως 
ακολουθώντας τις καθιερωμένες συμβάσεις της μουσικής house και όντας ένα ρεύμα 
εντελώς φρέσκο, κατάφερε να επιβληθεί εμπορικά.

 

Παρά τις αντίξοες συνθήκες που υπήρχαν και παρά την απαισιοδοξία αρκετών όσον 
αφορά το μέλλον του είδους, η drum and bass συνέχισε αδιάκοπα την εξέλιξη του 
ήχου της, χάρη στη συνεχή υποστήριξη του κοινού, αλλά και χάρη στη διαμόρφωση 
άλλων στυλ, κυρίως εκείνο της liquid funk ή liquid drum and bass, το οποίο 
έμελλε να έχει τεράστιες εμπορικές επιτυχίες, αναζωογονώντας σε μεγάλο βαθμό το 
είδος. Σήμερα, η drum and bass κάνει συχνές εμφανίσεις σε δημοφιλείς υπηρεσίες 
στο διαδίκτυο, στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο, ενώ αποτελεί σημείο αναφοράς 
σε μεταγενέστερα είδη μουσικής, όπως η grime και η dubstep. Τεράστια βοήθεια 
προσέφεραν πετυχημένοι καλλιτέχνες στην παγκόσμια προώθηση του είδους, όπως οι 
Αυστραλοί Pendulum, οι Άγγλοι Chase & Status, και ο Βέλγος Netsky. 

Πατ΄΄ηστε εδώ 

Jack Smooth Break The Sound Barrier

https://w                                               
ww.youtube.com/watch?v=FWFz-wfhDpk

7Γιώργος

 
________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
__________
Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο 
ρεπερτόριο επισκεφθείτε το
http://www.isobitis.com

______________

Απαντηση