Φετιχισμός και ψυχολογικές θεωρίες Φετιχισμός ονομάζεται η τάση "θεοποίησης" ορισμένων αντικειμένων, και η απόδοση υπερφυσικών δυνάμεων σε αυτά, απρόσιτης αλλά επιβαλλόμενης στον άνθρωπο. Στις πρωτόγονες θρησκείες το φετίχ αποτελούσε ένα αντικείμενο λατρείας. Αρχικά η λέξη προήλθε από το πορτογαλικό feitico (φεϊτίσο = μαγγανεία) και από τα Λατινικά, factitius ή facere, που σημαίνει "για να κάνει". Οι γλωσσολόγοι πιστεύουν ότι η λέξη δημιουργήθηκε μετά την ανακάλυψη από τους Πορτογάλους εξερευνητές του 15ου αιώνα κάποιων ξύλινων ή πέτρινων ομοιωμάτων λατρείας ιθαγενών της Δ. Αφρικής. Αργότερα ο όρος fetishism χρησιμοποιήθηκε για το χαρακτηρισμό ειδικών σεξουαλικών συμπεριφορών από τους Binet (1887) και Krafft-Ebing (1886/1965).
Ψυχαναλυτικές θεωρίες Στις ψυχαναλυτικές υποθέσεις η αναπαράσταση του φετίχ έχει έναν κεντρικό ρόλο. Ο Φρόυντ (1905/1962), δήλωσε ότι η επιλογή του φετίχ προσδιορίζεται από τραυματικές εμπειρίες της παιδικής περιόδου. Ανέπτυξε την έννοια του "άγχους ευνουχισμού", υποθέτοντας ότι το φετιχιστικό αντικείμενο αναπαριστά το πέος που προστατεύει τον άνδρα από το φόβο του ευνουχισμού. Ο Nagler (1957), συνοψίζοντας τις ψυχαναλυτικές απόψεις σχετικά με τον φετιχισμό, τόνισε ότι ο φετιχιστής είναι ένα άτομο που προσπαθεί να ξεπεράσει τη χαμηλή αυτοπεποίθηση και τα αισθήματα ανικανότητας μέσα από τη χρήση ενός άψυχου αντικειμένου, του φετίχ. Συμπεριφορικές θεωρίες Οι θεωρίες αυτές προτείνουν ότι το σύστημα κλασσικής εξαρτημένης μάθησηςμπορεί να επηρεαστεί από ποικίλα ερεθίσματα τα οποία μοιάζουν συνήθως με κάποια χαρακτηριστικά του δυνητικού συντρόφου. Στην περίπτωση του φετιχιστή η σεξουαλική απάντηση είναι εξαρτημένη με ένα ασυνήθιστο ερέθισμα, όπως, παπούτσι, τσάντα, ή πόδι. Η σεξουαλική αυτή έλξη καταλήγει να γίνει ισχυρότερη από την έλξη για τη σύντροφο. Συγκεκριμένα, στο πείραμα του Rachman (1966), φωτογραφίες με γυναικείες μπότες που δεν προκαλούσαν αρχικά σεξουαλική διέγερση, αφού συδυάστηκαν επανηλημμένα με φωτογραφίες γυμνών γυναικών (μη-εξαρτημένο ερέθισμα) προκάλεσαν τελικά σεξουαλική διέγερση όταν ξαναπαρουσιάστηκαν μόνες (εξαρτημένη απάντηση). Η απάντηση αυτή έτεινε να μειώνεται όταν συνεχιζόταν η επίδειξη μόνο φωτογραφιών με μπότες. Υπενθυμίζεται ότι σημαντικοί ενισχυτικοί παράγοντες για τη διατήρηση τέτοιων φαινομένων είναι ο αυνανισμός και ο οργασμός. Διαγνωστικά κριτήρια. Τόσο το ICD-10 της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (1988), όσο και το DSM-IV της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής Εταιρίας (1994), περιλαμβάνουν τον φετιχισμό σαν ξεχωριστή κατηγορία. Και τα δύο ταξινομητικά συστήματα ορίζουν τον φετιχισμό σαν τη διαταραχή που χαρακτηρίζεται από τη χρήση ή εμμονή σε αντικείμενα που χρησιμοποιούνται σαν ερεθίσματα με σκοπό τη σεξουαλική διέγερση και την ευχαρίστηση. Τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-IV για το φετιχισμό είναι: 1. Για πάνω από έξι μήνες, επαναλαμβανόμενες και επίμονες σεξουαλικές φαντασιώσεις, επιθυμίες, ή συμπεριφορές που περιλαμβάνουν τη χρήση αντικειμένων (πχ. γυναικεία εσώρουχα). 2. Οι σεξουαλικές αυτές φαντασιώσεις, επιθυμίες και συμπεριφορές προκαλούν σημαντική κλινική δυσφορία ή διαταραχή στην κοινωνική, εργασιακή, ή άλλη σημαντική περιοχή της λειτουργικότητας. 3. Τα φετιχιστικά αντικείμενα δεν περιορίζονται μόνο σε είδη γυναικείων ρούχων (όπως στον παρενδυσιακό φετιχισμό) ή σε αντικείμενα σχεδιασμένα με σκοπό τη γεννητική ευχαρίστηση (π χ. δονητής). Άλλες ψυχολογικές απόψεις Η ανάπτυξη της σεξουαλικότητας χωρίς αμφιβολία επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Η Money (1980, 1984), στήριξε το θεωρητικό της μοντέλο στις έννοιες των προτύπων, που ονόμασε "lovemaps". Μίλησε για "σχήματα εμφυτευμένα στο μυαλό μας" τα οποία δεν ολοκληρώνονται κατά την γέννηση αλλά απαιτούν διαρκή τροφοδότηση από το περιβάλλον. Οι ''Φρόυντ & Blanchard (1993), υποστήριξαν ότι, στους παραφιλικούς γενικά, αλλά και στους φετιχιστές ειδικότερα, υπάρχουν κάποια αναπτυξιακά λάθη στην εντόπιση του σεξουαλικού στόχου. Τα λάθη αυτά στους φετιχιστές οδηγούν σε προσανατολισμό προς μη-ουσιαστικά χαρακτηριστικά του επιθυμώμενου αντικειμένου, για παράδειγμα προς το εσώρουχο της γυναίκας αντί της ίδιας της γυναίκας. Στις ψυχαναλυτικές υποθέσεις η αναπαράσταση του φετίχ έχει έναν κεντρικό ρόλο. Ο Φρόυντ 1905/1962), δήλωσε ότι η επιλογή του φετίχ προσδιορίζεται από τραυματικές εμπειρίες της παιδικής περιόδου. Ανέπτυξε την έννοια του "άγχους ευνουχισμού", υποθέτοντας ότι το φετιχιστικό αντικείμενο αναπαριστά το πέος που προστατεύει τον άνδρα από το φόβο του ευνουχισμού. Ο Nagler (1957), συνοψίζοντας τις ψυχαναλυτικές απόψεις σχετικά με τον φετιχισμό, τόνισε ότι ο φετιχιστής είναι ένα άτομο που προσπαθεί να ξεπεράσει τη χαμηλή αυτοπεποίθηση και τα αισθήματα ανικανότητας μέσα από τη χρήση ενός άψυχου αντικειμένου, του φετίχ. Ο Zavitsianos (1971), προχωρώντας πέρα από τις απόψεις αυτές, περιγράφοντας μία ασθενή, υπέθεσε ότι το φετίχ λειτουργούσε σαν μεταβατικό αντικείμενο με σκοπό να διατηρηθεί η αίσθηση της ταυτότητας του εγώ. Stoller (1979), είδε τη φετιχιστική πράξη σαν έναν θρίαμβο έναντι κάποιου πρώιμου τραύματος. Θεωρίες κοινωνικής μάθησης Κάποιοι ερευνητές έχουν κατορθώσει, μέσω της κλασσικής εξαρτημένης μάθησης, να αναπτύξουν την ικανότητα σε φυσιολογικούς άνδρες να έχουν στύση, ως απάντηση σε ένα ασυνήθιστο αντικείμενο. Η απάντηση όμως αυτή έδειξε ότι ελαττώνεται σύντομα με το χρόνο, γεγονός που υποδεικνύει ότι το μοντέλο αυτό δεν είναι σε θέση να δικαιολογήσει τη δια βίου πορεία του φετιχισμού. Η ανάπτυξη του φετιχισμού μπορεί εν μέρει να κατανοηθεί μέσα από το πλαίσιο εμπειριών στο οποίο το άτομο απορρίπτεται από τους άλλους στη διάρκεια καταστάσεων σεξουαλικής έντασης. Ο La Torrre (1980), προσπάθησε να δείξει την ανάπτυξη φετιχιστικής απάντησης σε ένα πείραμα στο οποίο 60 άνδρες εκτέθηκαν σε φωτογραφίες γυναικών που, όπως τους ειπώθηκε, θα μπορούσαν να είναι μελλοντικές σύντροφοι. Στους 30 άνδρες ανακοινώθηκε ότι είχαν απορριφθεί από τις γυναίκες αυτές, ενώ στους στους άλλους 30 ότι επιλέχτηκαν. Κατόπιν, ζητήθηκε από όλους να βαθμολογήσουν την έλξη που ένοιωθαν για την κάθε μία γυναίκα, καταρχήν για το σύνολό της, κατόπιν για τα μέρη της (πχ πόδι), και και τέλος για τα συνοδά αντικείμενα της γυναίκας. Οι άνδρες στους οποίους δηλώθηκε ότι είχαν απορριφθεί βαθμολόγησαν ολόκληρη τη γυναίκα ως λιγότερο ελκυστική, τα δε μέρη του σώματός της παρόμοια με τη βαθμολόγηση των ανδρών που τους δηλώθηκε ότι είχαν επιλεγεί. Η έρευνα αυτή δημιουργεί ενδιαφέροντα ερωτήματα σχετικά με το ρόλο της αυτοπεποίθησης, των προηγούμενων εμπειριών, και της αντίληψης της ανασφάλειας, στην ανάπτυξη φετιχιστικής φαντασίωσης και συμπεριφοράς. Εξετάζοντας επίσης θέματα κοινωνικής μάθησης βρέθηκε ότι, άνδρες στην προεφηβική και εφηβική ηλικία είναι πιο ευάλωτοι στο να συνδυάζουν τη σεξουαλική λειτουργία με "σύμβολα" (Gebhard, 1969) Ethology Ο Wilson (1987), συνοψίζοντας τα ethological μοντέλα για την ανάπτυξη του φετιχισμού εξέτασε το ρόλο του ενστίκτου στην συμπεριφορά ανθρώπων και ζώων. Υποστήριξε ότι η σεξουαλική ορμή ενέχεται στη διατήρηση των γονιδίων και ότι οι στρατηγικές συμπεριφοράς που εξυπηρετούν τα σεξουαλικά ένστικτα είναι αρκετά ισχυρές και διακατέχονται από άκαμπτα συναισθήματα που είναι βαθειά ριζωμένα σε κάποια "αρχαία" κομμάτια του εγκεφάλου. Ταυτοποίησε τους δύο κύριους μηχανισμούς ενστίκτων που ενέχονται, διευκρινίζοντας αρχικά το ρόλο των πρωταρχικών μηχανισμών σύμφωνα με τους οποίους ο οργανισμός αντιδρά σε σεξουαλικά ερεθίσματα, ακόμα και όταν είναι απομονωμένος από το αντίθετο φύλο. Κατόπιν, διευκρίνισε το ρόλο της εγγραφής (imprinting), έναν τύπο ειδικής μάθησης στη διάρκεια μιας κριτικής περιόδου της ανάπτυξης, ο οποίος καθορίζει τον τύπο της σεξουαλικής διέγερσης στην μετέπειτα ζωή. Αυτό πιθανότατα σχετίζεται με το οπτικό ερέθισμα στο οποίο εκτίθεται το ζώο στη διάρκεια μιας κριτικής περιόδου κατά την παιδική ηλικία. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, στην περίπτωση του φετιχισμού ο μηχανισμός εγγραφής οδηγεί σε μία λανθασμένη εντόπιση του σεξουαλικού αντικειμένου. Κοινωνιοβιολογικές απόψεις Οι Wilson (1987) και Epstein (1987), δίνοντας έμφαση στους κοινωνιοβιολογικούς παράγοντες συμπέραναν ότι, φετιχιστική συμπεριφορά παρατηρείται και στα ανώτερα θηλαστικά, πιθανόν αναπαριστά μία υψηλής βαθμίδας συμπεριφορική απάντηση-διέγερση που έχει την έδρα του στην κροταφολιμπική περιοχή, ο δε μηχανισμός της έχει πιθανόν γενετικό υπόβαθρο. Επιπλέον, μη-σεξουαλικά ένστικτα, όπως ένα ισχυρό ενδιαφέρον για εξωτερικά αντικείμενα, παίζουν πιθανόν σημαντικό ρόλο στο μηχανισμό δημιουργίας της. Καθαρά κοινωνικοί ή πολιτισμικοί παράγοντες μπορεί επίσης να επηρεάσουν τη γένεσή της, όπως για παράδειγμα η Κινέζικη κουλτούρα η οποία δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε ειδικά σημεία του σώματος (Wise, 1985). Βιολογικά ευρήματα και υποθέσεις Πρώιμες αναφορές περιστατικών προσπάθησαν να συνδέσουν την εγκεφαλική δυσλειτουργία με την ανάπτυξη φετιχισμού. Για παράδειγμα, αναφέρθηκε περιστατικό με φετίχ τις παραμάνες, οι οποίες αρχικά ασκούσαν αγχολυτική δράση και αργότερα σεξουαλική διέγερση. Αριστερή κροταφική λοβεκτομή είχε σαν αποτέλεσμα την υποχώρηση της παρέκκλισης (Mitchell et al, 1954). Παρόμοια, περιστατικό με όγκο αριστερού κροταφικού λοβού εμφάνισε φετιχισμό (Ball, 1968). Κάποιο άλλο περιστατικό εμφάνισε υπερσεξουαλισμό και φετιχισμό με εστίαση στα πόδια μετά την ανάπτυξη σκλήρυνσης κατά πλάκας. Ο ασθενής παρουσίαζε σύνδρομο μετωπιαίου φλοιού και διάχυτη εγκεφαλική βλάβη με κυριότερη εντόπιση στις κροταφικές περιοχές (Huws et al, 1991). Αναφέρθηκε επίσης ανάπτυξη φετιχισμού σε άτομο με κρανιοεγκεφαλική βλάβη και έντονα παθολογικό εγκεφαλογράφημα (Pandita-Gunawardena, 1990). Πάντως, είναι αρκετά πρώιμο να δεχθούμε ότι εγκεφαλικές δυσλειτουργίες μπορεί να είναι αποκλειστική αιτία ανάπτυξης φετιχισμού. Για το λόγο αυτό, περισσότερες έρευνες θα πρέπει να εστιασθούν στην οργανική διερεύνηση των ατόμων αυτών (Mason, 1997). Κλινικά χαρακτηριστικά Οι Chalkley και Powell (1983), μελέτησαν 48 φετιχιστές και βρήκαν ότι χρησιμοποιούσαν ποικίλα αντικείμενα, όπως, ρούχα, μαλακά υλικά, παπούτσια, δερμάτινα ή λαστιχένια εξαρτήματα, με ποικίλους τρόπους, όπως, χαϊδεύοντας, γλείφοντας, τρίβοντας, καίγοντας, κόβοντας, κοιτάζοντας ή παρακολουθώντας κάποιον άλλον να τα χρησιμοποιεί. Συγκεκριμένα βρήκαν ότι το 58% χρησιμοποιούσε σαν φετίχ ρούχα, το 23% λαστιχένια ή πλαστικά εξαρτήματα, το 15% υποδήματα, και το 15% μέρη του σώματος, με κύρια προτίμηση το πόδι. Επίσης, το 35% είχαν ένα φετίχ, και το 45% τρία ή περισσότερα φετίχ. Πέραν του φετιχισμού, οι 16 είχαν μία επιπλέον, και οι 13, δύο επιπλέον ψυχιατρικές διαγνώσεις. Οι Gosselin και Wilson (1980), μελέτησαν 125 φετιχιστές, συγκρίνοντάς τους με φυσιολογικούς, σαδομαζοχιστές, και μετενδυματικούς. Βρήκαν ότι οι φετιχιστές παρουσίαζαν σημαντική αλληλεπικάλυψη του φαντασιακού υλικού με τους σαδομαζοχιστές, υψηλότερα σκορ στις παραμέτρους "εσωστρέφεια" και "συναισθηματικότητα" στο ερωτηματολόγιο προσωπικότητας Εysenck, καθώς και χαμηλότερη συχνότητα αναφοράς της μητέρας τους σαν "καλή γυναίκα". Ο McConaghy (1993), παρατήρησε στους φετιχιστές ότι υπήρχε ισχυρό ενδιαφέρον για το φετιχιστικό αντικείμενο από παιδικής ηλικίας, και ότι το ενδιαφέρον μετατρέπεται σε σεξουαλική διέγερση κατά την εφηβεία. Σε δείγμα φετιχιστών που προέρχονταν από θεραπευτικό κέντρο βρέθηκε συνυπάρχουσα διάγνωση παιδοφιλίας, μαζοχισμού και μετενδυματικού φετιχισμού σε ποσοστά 41%, 33% και 33% αντίστοιχα. Επίσης βρέθηκε ότι η συνύπαρξη φετιχισμού σε παιδόφιλους ήταν 22%, σε ηδονοβλεψίες 15%, σε άτομα με τηλεφωνική σκατολογία 25%, με δημόσιο αυνανισμό 18%, και ζωοφιλία 33% (Abel & Osborn, 1992). Συχνά παρατηρείται το φαινόμενο ο φετιχιστής να κλέβει το φετίχ που προτιμά. Βρέθηκε ότι, το 25% των φετιχιστών προβαίνει σ?αυτή την πράξη (Chackley & Powell, 1983). Υπάρχουν όμως και περιστατικά βιαιότερων εγκλημάτων. Παρατηρήθηκαν φόνοι με κεντρικό σημείο το φετιχιστικό αντικείμενο. Οι Snow & Bluestone (1969), μελετώντας τα περιστατικά αυτά υπέθεσαν ότι ο φετιχισμός είναι μία άμυνα απέναντι στην επιθυμία του φετιχιστή να σκοτώσει ή να βλάψει. Η άποψη όμως που επικρατεί είναι ότι ο φετιχισμός από μόνος του δεν συνδέεται με τη βία, αλλά απαιτείται η συνύπαρξη κάποιας ψυχιατρικής διαταραχής για να εμφανιστεί (Langevin, 1983). Επιδημιολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα] Όπως με όλες τις σεξουαλικές διαταραχές δεν υπάρχουν σαφή επιδημιολογικά στοιχεία για τον φετιχισμό. Είναι ευρέως γνωστό όμως, ότι, ο παθολογικός φετιχισμός είναι σπάνιος. Βρέθηκε ότι, μόνο 0,8% των ψυχιατρικών ασθενών που παρακολουθούνταν επί μία 20ετία ήταν φετιχιστές (Chalkley & Powell, 1983). Οι Gosselin & Wilson (1980), αντίθετα, βρήκαν ότι φετιχιστικές φαντασιώσεις υπήρχαν στο 60% περίπου του δείγματος των παραφιλικών και στο 18% των φυσιολογικών. Τα αντιτιθέμενα αυτά αποτελέσματα, εκτός των άλλων, υποδηλώνουν ότι ένα μικρό μόνο ποσοστό των φετιχιστών ζητούν θεραπεία. Ο φετιχισμός είναι σημαντικά πιο συχνός στους άνδρες. Η επικράτηση αυτή θεωρήθηκε ότι οφείλεται στην οπτική φύση του φετιχισμού και στην υψηλότερη ευαισθησία των ανδρών στα οπτικά ερεθίσματα (Gosselin & Wilson, 1980). O Flor-Henry (1987) ενοχοποιεί τη διαφορετική λεκτική και γνωσιακή λειτουργικότητα στους άνδρες, σε σχέση με τις γυναίκες, γεγονός που οφείλεται στο διαφορετικό ρυθμό ανάπτυξης και τρόπο πλαγίωσης του εγκεφάλου κατά την εμβρυική ηλικία, λόγω της διαφορετικής έκθεσης στην τεστοστερόνη. Φιλικά Γιώργος ________ Orasi mailing list για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] και στο θέμα γράψτε unsubscribe Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net Για το αρχείο της λίστας http://www.mail-archive.com/[email protected]/ παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) http://www.freelists.org/archives/orasi __________ NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού http://www.nvda-project.org/ __________ Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο ρεπερτόριο επισκεφθείτε το http://www.isobitis.com ______________
