Η δόξα του σκαπανέα απόσπασμα
Έκλεισε χτες ένας χρόνος από τον τραγικό θάνατο του Μένη Κουμανταρέα. Για να τιμήσω τη μνήμη του, διάλεξα ένα απόσπασμα από ένα νεανικό του έργο, τη νουβέλα «Η δόξα του σκαπανέα», γραμμένο το 1963. Ο Κουμανταρέας είχε εμφανιστεί στα γράμματα τον προηγούμενο χρόνο, με τα Μηχανάκια, μια συλλογή διηγημάτων. Σε μεταγενέστερες εκδόσεις εντάχθηκε στο βιβλίο και η Δόξα του σκαπανέα, που έχει αρκετά κοινά στοιχεία με τα άλλα τρία διηγήματα. Ο σκαπανέας είναι ειδικότητα του στρατού, ιδίως στο Μηχανικό, και η λέξη χρησιμοποιείται και για κάθε στρατιώτη του Μηχανικού. Στη νουβέλα, ο σκαπανέας είναι ένας δειλός φαντάρος, ο Δημητρούλης Καρδακαρέας, που πείθεται να δηλώσει ανακατάταξη αλλά τελικά εξεγείρεται -και συνθλίβεται. Η πρωτοτυπία της αφήγησης βρίσκεται στο ότι παρουσιάζεται σαν πειραματική εκπαιδευτική ταινία για τους νεοσυλλέκτους. Επειδή πρακτικά ήταν δύσκολο, αλλά και δεοντολογικά δεν θα ήταν σωστό, να μεταφέρω στο ακέραιο τη νουβέλα, διάλεξα ένα μεγάλο κομμάτι από την αρχή (χοντρικά πρέπει να είναι το ένα τρίτο ή το ένα τέταρτο). Έτσι, θα σας αφήσω αναγκαστικά με τη γλύκα, εκτός κι αν παρακινηθείτε να βρείτε το βιβλίο για να συνεχίσετε την ανάγνωση. Δεν είχα πρόχειρο το βιβλίο κι έτσι πήρα την πρώτη δημοσίευση, στην Επιθεώρηση Τέχνης, στο τεύχος Ιουνίου 1963 (και Ιουλίου 1963 η δεύτερη συνέχεια). Από εκεί και οι δυο εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο, του Νίκου Παραλη (δεν ξέρω πού τονίζεται). Έτσι, το κείμενο του βιβλίου μπορεί να έχει κάποιες διαφορές. Μονοτόνισα και προσάρμοσα την ορθογραφία στα σημερινά. Στα πραγματολογικά, η δυνατότητα να ζητήσεις ανακατάταξη στον στρατό δεν ξέρω αν υπάρχει πια (θυμάμαι κάτι αξιωματικούς μακράς ανακατατάξεως, που διαμαρτύρονταν στα χρόνια του 80, αλλά αυτοί είναι άλλη κατηγορία). Επίσης, έχω απορία αν το Μάρμω είναι χαϊδευτικό όνομα ή επίσημο. Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΣΚΑΠΑΝΕΑ Ο ΧΕΙΡΙΣΤΗΣ μπήκε στην αίθουσα προβολής, χαιρέτησε, κρέμασε το μπερέ του και πήρε θέση πίσω από τη μηχανή. — Η ταινία που θα δείτε, είπε με καθαρή, αμέτοχη φωνή, βρίσκεται στο στάδιο της τελικής επεξεργασίας. Λείπουν ακόμα μερικοί ήχοι κι η μουσική. — Τόσο καιρό τί κάνατε; γκρίνιαξε ο στρατηγός αναπαυμένος στο βάθρο του και περιστοιχισμένος από τους ανώτερους αξιωματικούς. Καλά… καλά… Φροντίστε το ταχύτερο. Έχουμε ανάγκη από μια καλή ταινία εκπαιδευτικού περιεχομένου, κατάλληλη για τους νεοσυλλέκτους. Η έλλειψή της οσημέραι καθίσταται οδυνηρότερη. Χειριστή, πάμε… Η μηχανή ρουθούνισε, ο προβολέας γάζωσε το σκοτάδι κι η οθόνη γέμισε τίτλους: (*) Οποιαδήποτε ομοιότητα προσώπων και γεγονότων που αναφέρονται στην ταινία, με πρόσωπα και γεγονότα της πραγματικής ζωής, είναι απολύτως συμπτωματική. ΠΡΩΙ – ΠΡΩΙ, προτού ακόμα σημάνει το εγερτήριο, χτύπησε το τηλέφωνο κι ο σκαπανέας υπηρεσίας σήκωσε το ακουστικό. Καλούσε το Επιτελείο. Στο μεταξύ, σκοπιά στην πύλη φύλαγε ένας βολιώτης εσατζής. Τα ’χε φτιαγμένα, πήγαινε χρόνος, με μια κοπέλα απ’ τα Πετράλωνα που διάλεγε πάντα τις ώρες της σκοπιάς του για να τον παίρνει τηλέφωνο. Σέ κάποια στιγμή, ο βολιώτης άφησε τη σκοπιά του κι ήρθε στο τηλεφωνικό κέντρο. Βλέποντάς τους μαζί, εσατζή και σκαπανέα, δύσκολα θα πίστευε κανείς πως ήταν φαντάροι της ίδιας σειράς. Ο ένας γυπαετός, πουλί της πιάτσας, κι ο άλλος άκακος, μαδημένος σπουργίτης. Ξαφνικά, ο βολιώτης έμπηξε μια φωνή, άρπαξε το σήμα μες απ’ τα χέρια τού σκαπανέα και βάλθηκε να τρέχει σα δαιμονισμένος. Ούτε σάλπιγγα εξόδου να ήταν εκείνη η φωνή! Σέ μισό λεφτό της ώρας το προαύλιο του στρατώνα φυτεύτηκε με αρβύλες. Έγινε μια σιωπή κι ύστερα ξέσπασε η τρέλα. Άλλοι χόρευαν πετώντας τα μπερέ τους στον αέρα, άλλοι βαρούσαν ο ενας τον άλλον γροθιές, οι πιο ευαίσθητοι δάκρυζαν κι ένας που ήταν μόνο με το σώβρακο έπεσε χάμω και σήκωσε τα πόδια του ψηλά. Οι θάλαμοι, τ’ αφοδευτήρια, τα μαγειρεία, ένα – ένα υποχωρούσαν, έπεφταν σαν τραπουλόχαρτα. Φυσούσε ένας αγέρας επανάστασης με κόκκινα μάγουλα όλο υγεία. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή διάλεξε να χτυπήσει το τηλέφωνο — πάλι. Ο σκαπανέας ήταν ο μόνος που βρέθηκε κοντά. «Το σκοπό μού δίνετε;» είπε η φωνή. «Αυτή τη στιγμή… Κάτι απρόοπτο, ένα σήμα…» «Τον Μακρίδη τον Αντωνάκη θέλω», τον έκοψε η φωνή κολλημένη βεντούζα στ’ ακουστικό. «Πείτε του πως τον θέλει η Μάρμω απ’ τα Πετράλωνα. Ξέρει εκείνος». «Περιμένετε ένα λεφτό». Ό βολιώτης είχε γίνει άφαντος. Ολόγυρα μούγκριζε ένα αφηνιασμένο κοπάδι φαντάροι. Οι σβερκιές πέφτανε βροχή κι οι τρικλοποδιές ήταν παγίδες σπαρμένες σέ κάθε του βήμα. «Μην είδες τον Μακρίδη;» ρώτησε έναν συνάδελφο. «Παράτα μας με τον Μακρίδη σου», του πέταξε, «εδώ ο κόσμος χάνεται κι εσύ…» Ό σκαπανέας πήρε δρόμο. Κάποτε πέτυχε τον Μακρίδη στ’ αφοδευτήρια. Η πολλή χαρά τον είχε κάνει να κατουριέται κάθε τρεις και λίγο. «Ποια είπες; η Μάρμω… Πες της να πάει…» και κουμπώνοντας τη σκελέα του του γύρισε την πλάτη. Ό σκαπανέας με την ουρά κάτω απ’ τα σκέλια ξεγλίστρησε μες απ’ τα τέρατα που πανηγύριζαν και σήκωσε πάλι τ’ ακουστικό. «Δεν μπόρεσα να τονε βρω, δεσποινίς. Εδώ όλοι κοντεύουν να χάσουν τα λογικά τους. Δεν είναι και μικρό πράγμα η απόλυση… Πάρτε πάλι το μεσημέρι». Μα το τηλέφωνο είχε προλάβει να κλείσει. Το βράδυ οι γειτονικές ταβέρνες πλημμύρισαν στο χακί. Το γλέντι άναβε και κόρωνε και κάθε τόσο μια μικρή σπίθα κεφιού κουβαλημένη από τον άνεμο ξεστράτιζε κι έπεφτε στο στρατόπεδο’ σα φωτοβολίδα. Μόνο ο σκαπανέας είχε απομείνει στο θάλαμο, παρέα με μια χούφτα κουρεμένους φαντάρους που μύριζαν ακόμα τη βασική. Το ένα τσιγάρο έφερνε τ’ άλλο μα ο ύπνος αργούσε. Ήταν αργά για κείνον πια να χαρεί την απόλυση της σειράς του, αργά πάλι να μετανιώσει που μόνος αυτός είχε δηλώσει ανακατάταξη. Τα πράγματα δεν του είχαν έρθει δεξιά. Τελικά, δεν ήξερε αν έφταιγε ο στρατός ή ο ίδιος. Απ’ τη μια μεριά η πολιτική ζωή τον αλάφιαζε, απ’ την άλλη ο στρατός, κακός – ψυχρός, του χάριζε φαγητό και ύπνο. Να τηρεί τους κανονισμούς, να παπαγαλίζει μια ντουζίνα λέξεις — όπως άλλοτε αποστήθιζε ποιήματα στο σχολειό—, αυτό ήταν το στρατιωτικό όλο κι όλο. Μα τι άλλο ήταν η θητεία, αν όχι μια ψυχρολουσία, ένα ξέκομμα απ’ τη νεανική ζωή, ένας διάδρομος που οδηγούσε ίσια στην ωριμότητα; Κι όμως!… Οι πρώτες μέρες στην Κόρινθο στάθηκαν για τον σκαπανέα πρώτος τρόμος. Φερμένος απ’ την πατρίδα του, μισό μίλι έξω από την Καλαμάτα, ο Δημητρούλης Καρδακαρέας βρέθηκε ξαφνικά σαν το ψάρι έξω από το νερό. Πρώτη φορά ζούσε σ’ έναν τόπο αποξενωμένο από τ’ ανθρώπινο σχήμα, όπου τα κεφάλια παράλλαζαν σε σκληρά σιδερένια κράνη κι η αρβύλα έπαιρνε ανθρώπινα δάχτυλα και στη θέση τους παράδινε κάλους. Πρώτη φορά λουζότανε μέσα σε εκατόμβες από γυμνούς. Μέσα στην παράφορη ζέστα της ντροπής και του ατμού, ο Δημητρούλης ένιωθε σαν Εβραίος σε θάλαμο αερίων. Διπλοτυλιγμένος σε γιγάντια αριθμημένα σώβρακα, πεσμένος σε στρώματα όπου οι κοριοί ρουφούσαν με απόλαυση το ντι-τι-τι, πάσχιζε, έστω και για μια στιγμή, να βρεθεί μόνος. Τα βράδια στο θάλαμο, λίγα λεφτά πριν απ’ την εφοδεία, ξετρύπωνε κάτω απ’ το προσκεφάλι του μια φτηνή έκδοση, μετάφραση στη δημοτική, της Γραφής. Γύριζε τα φύλλα από τσιγαρόχαρτο, σαλιώνοντας το δάχτυλο προσεχτικά μη τυχόν τρίξει το χαρτί και τον προδώσει. Πρωί πρωί βαρούσε η σάλπιγγα και τον έστελνε τρεχάτο σ’ αγγαρεία. Από φασιναδόρος μάθαινε ρακοσυλλέκτης κι από σαρωτής σκαφτιάς, έτσι που τον βαθμό του σκαπανέα δεν τον έφερνε κατ’ όνομα μόνο, μα τον τιμούσε και στην πράξη. Κι αυτή ακόμα η Καλλιόπη που απόδιωχνε τα πλήθη, εκείνον λίγο έλειψε να τον καταχτήσει. Πάνω απ’ τη στολή του είχε αρχίσει να βγαίνει μια ανάλαφρη, ωστόσο χαρακτηριστική μυρουδιά αποχωρητηρίου. Αγάλια αγάλια ο στρατός τον προσηλύτισε όπως στα κατηχητικά — με μόνη διαφορά πως αντί για εικονίτσες άγιων τον φίλευε καθημερινά με μια ζεστή, μαύρη κουραμάνα. Έχασε το ύφος τού τρομαγμένου ζώου, το πρόσωπό του χαράχτηκε με πρόωρες ρυτίδες, το κορμί του έδεσε, τα μάτια του προσγειώθηκαν πάνω στην καραβάνα που είχε μάθει να την τρίβει με ψίχα ψωμιού για να φεύγουν οι γλίτσες. Στη φιλότιμη προσπάθειά του να πάρει απάνω του και να ψηλώσει — ζύγιζε σαρανταδύο κιλά και δεν ξεπερνουσε το ένα κι εξήντα— διάλεξε το πιο μεγάλο νούμερο αρβύλας, την πιο απλόχωρη στολή αγγαρείας κι έναν γυλιό που στις πορείες τον μεταμόρφωνε σε μέρμηγκα που κουβαλά ένα τεράστιο ψίχουλο στη φωλιά του. Γρήγορα έβγαλε τη φήμη ενός άκακου τρελλού που όλοι συμπαθούσαν, μα ο καθένας χωριστά φρόντιζε ν’ αποφεύγει. Ήταν, είναι η αλήθεια, λιγνός – λιγνός, κίτρινος σαν στιμμένο λεμόνι, με μαλλιά σκληρά σαν του σκαντζόχερα κι ένα καρύδι που έμοιαζε να του έχει κάτσει πέτρα στο λαρύγγι. Αραιά και πού μόνο, σαν έρχονταν τίποτα γράμματα από την Καλαμάτα, η όψη του γλύκαινε — μέρευε ολάκαιρος. Είχε αφημένους εκεί έναν γέροντα ανήμπορο πατέρα και κάτι λιγοστούς άσχετους συγγενείς. Δεν είχε μάνα, ούτε αδέλφια, παρά μόνο ένα σαραβαλάκι για σπίτι και τα παιδικά του χρόνια αραγμένα σε μια θάλασσα, σ’ έναν απόκεντρο δρόμο, στον ουρανό της πατρίδας. H πρώτη άδεια τον βρήκε σαν δοκιμασία. Ξεχύθηκε στους δρόμους της Κορίνθου, παρέα μ’ ένα λεφούσι φαντάρους που γύρευαν αμάν και πώς γυναίκα. Εκείνος έκατσε σ’ ένα καφενεδάκι, ήπιε δυο ούζα και βιάστηκε να γυρίσει στο στρατόπεδο όπου βρήκανε αμέσως την ευκαιρία να τον χώσουν σκοπιά. Υστερότερα πήρε πάλι άδεια. Η Καλαμάτα τον είδε ξένο με τα φανταρίστικα, την είδε κι εκείνος ξένη με τα πολιτικά της. Κάποτε πήρε οριστική μετάθεση για το ΤΗΛ (Κέντρο Τηλεπικοινωνιών Στρατού) που ήταν κάπου κοντά στην Αθήνα. Οπουδήποτε να τον τοποθετούσανε θα ήταν πάλι ευχαριστημένος. * — Στοπ! φώναξε ο στρατηγός. Χειριστή, φως! Τα φώτα άναψαν. Όλοι περίμεναν, ο χειριστής με το χέρι στη μανιβέλα. — Δεν μ’ αρέσουν αυτά, είπε ο στρατηγός. Είναι παραμορφωτικά της πραγματικότητος. Παρουσιάζουμε την Κόρινθο, ούτε λίγο ούτε πολύ, σαν στρατόπεδο κρατουμένων. Όλοι σώπαιναν. — Θα μου επιτραπεί να παρατηρήσω, (κι όλα τα κεφάλια γύρισαν στην τελευταία σειρά) είπε ένας οστεώδης λοχαγός με γρανιτένια χαρακτηριστικά, πως οι σκηνές αυτές έχουν σωφρονιστικό χαρακτήρα. Τείνουν να καταδείξουν την ατμόσφαιρα σιδηράς πειθαρχίας που επικρατεί στη βασική και την προσπάθεια προσαρμογής από μέρους των νεοσυλλέκτων. Εξ άλλου χρειάζεται και κάποια υπερβολή. η τέχνη εχει πάντα διαφορετικές απαιτήσεις από τη ζωή. Ο στρατηγός χάϊδεψε το στρουφιστό μουστάκι του κι έριξε γύρω του μια υποψιασμένη ματιά. Όλοι έσκυψαν στα μαντήλια τους πνιγμένοι από ξαφνικό βήχα. — Καλά, θα δούμε. Χειριστή, πάμε! * Απ’ την πρώτη στιγμή που ο Δημητρούλης πάτησε στο ΤΗΛ, τον παράλαβε ο Υποδιοικητής, ένας καραβανάς με άγριο στρουφιστό μουστάκι και μια μύτη γαμψή που έκοβε τον αέρα σαν ξυράφι. «Κόπιασε κατά δω», του σφύριξε, ξεχωρίζοντάς τον μες το μπουλούκι. Τέτοιον κακοσούσουμο, λυπητερό φαντάρο, είχε χρόνια να δει η βάση. Ό Δημητρούλης που ειχε γείρει μια στάλα σ’ ένα πεζούλι, ίσα – ίσα να λασκάρει το βάρος του γυλιού του, τινάχτηκε πάνω κ’ έκατσε κλαρίνο. «Σκαπανέας Καρδακαρέας Δημήτριος, 4ος Λόχος, 3η Διμοιρία. Διατάξτε». Μέσα του τον είχε πιάσει η παλιά τρεμούλα. Είχε πικρή πείρα από καψόνια, γαλόνια κι όλα όσα έληγαν σε —όνια. Η γραμματική του Κέντρου Κατατάξεως τού τα είχε μάθει απέξω κι ανακατωτά. «Κάτσε ανάπαυση παιδί μου», του ’πε ο άνθρωπος με τη γαμψή μύτη που διασκέδαζε την κατάσταση. «Πούθε είσαι;» «Απ’ την Καλαμάτα, κύριε Υποδιοικητά!» «Ώραία! Εκεί που βγαίνουν τ’ ωραίο λάδι κι οι ελιές», κι έφερε με τη γλώσσα του μια γυροβολιά στο μουστάκι. «Και τί έμαθες να κάνεις εκεί;» «Τίποτα. Έβγαλα το γυμνάσιο». Σώπαιναν κι οι δυο. Ο ένας βαρύς, τετράγωνος, μ’ ένα τόννο καπέλο, κι ο άλλος ισχνός, ζούδι, μ’ ένα μπερέ που του είχε σταθεί στο κεφάλι φωτοστέφανο. «Καλά… καλά», έκανε κάποτε ο Υποδιοικητής σα να τον κούραζαν οι πολλές κουβέντες. «Για την ώρα η βάση χρειάζεται τηλεφωνητή. Ξέρεις καθόλου από τηλέφωνα;» και χωρίς να περιμένει απάντηση του γύρισε την πλάτη αφήνοντάς τον στα κρύα του λουτρού. Ή πρώτη επαφή του σκαπανέα με το Τηλεφωνικό Κέντρο στάθηκε συντριπτική. Δυο εκπαιδευτές τον σήκωσαν απ’ το γιακά σα γατάκι, τον πέρασαν μέσα από ένα δάσος καλώδια, τον κάθισαν σε μια ηλεκτρική καρέκλα και, προτού προλάβει ν ’αμυνθεί, του κόλλησαν στ’ αυτιά δυο ακουστικά σαν χαστούκια. Ο πρώτος τού έδεσε τα κορδόνια στα δάχτυλα κι ο δεύτερος του πήρε τα χέρια και τα οδήγησε στο ταμπλό. Πάνω στο ταμπλό τα φώτα άλλαζαν νευρικά θέση κι οι κυψέλες βόμβιζαν υφαίνοντας μια πλεκτάνη από φωνές. Κάτω από την υπερηχητική οροφή που εξουδετέρωνε κάθε ήχο, οι τηλεφωνητές, άσπροι, θανατεροί, κάτω από το φως «νέον», δούλευαν με εξαρθρωμένα μέλη και πατικωμένα αυτιά. Ο σκαπανέας άπλωσε λίγο περισσότερο τα χέρια κι ένας χειροκίνητος μοχλός τού άρπαξε τα νύχια και του τα έκοψε. Την ίδια στιγμή μια φωνή ξεπετάχτηκε και ζήτησε το Διοικητήριο. Ο σκαπανέας την ένωσε με τον Φρούραρχο. Μια άλλη που ζήτησε το Λόχο Διοικήσεως την παρέπεμψε στα μαγειρεία. Οι φωνές γάβγιζαν μεταξύ τους, οι βρισιές δίναν και παίρναν, ώσπου απαυδησμένοι οι εκπαιδευτές του τον παράτησαν σύξυλο με τα κορδόνια περασμένα στους καρπούς σαν χειροπέδες. Το κάθισμά του χόρευε, οι ψίθυροι μες απ’ τις κυψέλες τον γρονθοκοπούσαν, το κεφάλι του στένευε ή πλάταινε ανάλογα· κουφάθηκε, ξέχασε πού ήταν, ποιος ήταν, του φάνηκε πως τον είχαν κάνει αστροναύτη και μπήγοντας μια φωνή, σαν θάλαμος που αποχωρίζεται από το σώμα του πυραύλου, εκσφενδονίστηκε πέρα — μακριά. Έπεσε ίσια πάνω στον βολιώτη εσατζή που ’χε τη γκόμενα απ’ τα Πετράλωνα. «Εσύ είσαι ο καινούργιος;» και χαμηλώνοντας τον τρούλο του καπέλου του έσκυψε να τον επιθεωρήσει. «Άκου να σου πω», του σφύριξε, «όταν με ζητάν στο τηλέφωνο, πρώτα να ρωτάς ποιος είναι κι υστέρα να με δίνεις. Κι όταν είσαι για εξόδου να περνάς πρώτα να σε βλέπω. Κατάλαβες;» και γυρνώντας του την πελώρια τρίγωνη πλάτη τον παράτησε κι αυτός. Αγάλια αγάλια, όπως και στη βασική, ο σκαπανέας έμαθε να προσαρμόζεται. Αποστήθισε ολόκληρες βιβλιογραφίες από στρατιωτικά νούμερα κι ένα χοντρό σύγγραμμα ηλεκτρομαγνητικής και τηλεπικοινωνιών αντικατέστηκε κάτω από το προσκεφάλι του τα ιερά κείμενα. Τα πηνία, τα ψήγματα άνθρακος, ο παράκυκλος εκ μουσελίνης και τα πολικά πέδιλα, από αφηρημένες έννοιες εγιναν τα τέσσερα ευαγγέλιά του. Κι όσο οι συνάδελφοί του άραζαν μπροστά στο ταμπλό ψαρεύοντας μες απ’ τα σύρματα, σαν με απόχη, τις νοσοκόμες, τις πόρνες και τα δουλικά, τόσο εκείνος, αγέλαστος, σαρακοστιανός, αγρυπνούσε στη θέση του. Οι φωνές έμαθαν να περνούν μες απ’ τα καλώδια όπως η κλωστή απ’ το μάτι της βελόνας. Τα πηνία, τα ψήγματα, οι παράκυκλοι έβγαιναν μες απ’ τα μανίκια του και κάτω απ’ το μπερέ του σαν κουνέλια και περιστέρια. Τ’ αυτιά του πήρανε το σχήμα του ακουστικού κι η φωνή του έβγαινε εγγαστρίμυθη. Το πρωί ήταν ο πρώτος που έπιανε βάρδια και τα βράδια σχολούσε τελευταίος. Στό μεταξύ, το εξόδου είχε καταντήσει γι’ αυτόν είδος πολυτελείας — σα γυναίκα να πούμε. Η τελευταία παραχώρηση που έκανε ήταν το γειτονικό καφενεδάκι. Του θύμιζε την παραλία της Καλαμάτας, τις παρέες που ξενυχτούσαν μπροστά σ’ ένα ποτήρι τσίπουρο κι ένα κομμάτι αχταπόδι της θράκας, τα κορίτσια που με τ’ ανάλαφρο βήμα τους έσπαζαν απαλά σαν κύμα στο μόλο. Απ’ τις κοπέλες μια του άρεζε ξεχωριστά. Μα ήταν δύσκολο να τη Θυμάται. Ίσαμε να πάρει κείνος το χαρτί του, τα πιο όμορφα, τα πιο προικισμένα απ’ τα κορίτσια θα έδιναν λόγο κι οι νέες γυναίκες θα γεννούσαν. Στο βάθος ανησυχούσε που μια μέρα, αναπόφευχτα, θα γυρνούσε πίσω. Ήταν μ’ ένα χαρτί του γυμνασίου στα χέρια, μα χωρίς δουλειά. Άσχημη εποχή διάλεξαν να τον πάρουν φαντάρο! Στα είκοσι ήταν σαν να σου ’κοβαν τη ζωή στα δυο. Ήταν αργά να συνεχίσεις αφημένες σπουδές, να ξαναβρείς το κορίτσι σου που στο μεταξύ θα το είχαν χαρεί άλλοι, αργά να ξαναπαίξεις το ρόλο του πολίτη τη στιγμή που δυο χρόνια γεμάτα άλλο δεν σου μάθαιναν παρά πώς να ντρέπεσαι για τη στολή, το γουλισμένο κεφάλι, ν’ αποφεύγεις τους ανθρώπους, να ξεχνάς κάθε άλλο πρόβλημα στη ζωή σου. Γι’ αυτό μακάριζε όσους είχανε στρωμένες δουλειές, για όσους ο στρατός δεν ήταν παρά μια εκδρομή, μια κατασκήνωση, ενώ σ’ άλλους κινδύνευε να γίνει μόνιμη πληγή, καρκίνος. Τότε, έπινε το τελευταίο τσίπουρο, έσβηνε το τελευταίο τσιγάρο και πήγαινε για ύπνο με την πεποίθηση πως είχε γεννηθεί και πως θα πέθαινε στρατιώτης. Τη μέρα που ο Υποδιοικητής έκανε εφοδεία στα Τηλέφωνα, βρήκε τον Δημητρούλη γονατιστό μπροστά στο ταμπλό σαν σε εικονοστάσι. Τα φώτα αναβόσβηναν κανονικά κι οι χειροκίνητοι μεταλλάκτες δούλευαν με ρυθμό ρομπότ. «Μπράβο!» του είπε ανάμεσα από δυο κουδουνίσματα. «Βλέπω πως τα καταφέρνεις καλά… Αλήθεια δε σε ρώτησα ποτέ Καρδακαρέα: Είσαι ευχαριστημένος μαζί μας εδώ;» και με τα λόγια αυτά του ’στειλε με τον καπνό του τσιγάρου του ένα μικρό δακτυλίδι σαν αρραβώνα. «Γιατί να μην είμαι;» είπε ο σκαπανέας κοκκινίζοντας. «Σαν απολυθείς τί σκέφτεσαι να κάνεις;» Το πρόσωπο του Δημητρούλη σκοτείνιασε. Μπρος στα μάτια του πέρασαν ο μπάγκος του μικροϋπαλλήλου, το τραπεζάκι με τις αιτήσεις έξω από το Δημαρχείο κι οι πόρτες που μία μία θα του ’κλειναν κατάμουτρα. «Να σου πω», του ’κανε ο Υποδιοικητής χαϊδεύοντας το στρουφιστό μουστάκι, «τόσον καιρό μάς δούλεψες τίμια και με όρεξη. Κανείς δεν έχει παράπονο από σένα. Τι θα ’λεγες αν σε κρατούσαμε τηλεφωνητή; Τι θα ’λεγες ακόμα αν σε κάναμε μόνιμο;» Ό Δημητρούλης με κομμένη αναπνοή κοίταζε τον Υποδιοικητή στα μάτια σαν πιστό σκυλί. Ωστόσο, άθελά του, στα χείλη του άνθισε δειλή η απορία: «Αφού λέτε πως με χρειάζεστε, γιατί δεν περιμένετε πρώτα ν’ απολυθώ, να πάω κομμάτι στην πατρίδα μου κι έπειτα με το καλό να γυρίσω να σάς δουλέψω;» «Την άδειά σου να τηνε πάρεις και τώρα αν θες και γυρίζοντας να μας φέρεις κανένα ντενεκέ λάδι κι ελιές», κι άθελά του έφερε δυο φορές βόλτα τη γλώσσα του πάνω στο μουστάκι. «Μα εγώ σου μιλώ γι’ ανακατάταξη. Κακά τα ψέματα, Καρδακαρέα, σα γενείς πολίτης θ’ αλλάξεις. Μπορεί εσύ να δουλεύεις εδώ, μα ο νους σου θα ταξιδεύει. Δεν θα είσαι ο ίδιος άνθρωπος πια!» «Εγώ κύριε Υποδιοικητά;» ψέλλισε ο σκαπανέας. «Δεν λέω ειδικά για σένα, μα η ζωή, παιδί μου, είναι μεγάλη πλανεύτρα, σα γυναίκα, πώς αλλιώς να στο πω! Ίδιο είναι να ’χεις τη βάση σπίτι σου, κι ίδιο να παραδέρνεις δεξιά κι αριστερά σαν τον αλήτη; Πάρτο χαμπάρι, Καρδακαρέα! Είσαι κι εσύ, όπως λίγο πολύ όλοι μας, φτωχαδάκι. Δεν είναι για μας τα μεγάλα όνειρα. Μας χρειάζεται ρεαλισμός, προσγείωση, μ’ άλλα λόγια πειθαρχία. Αλήθεια, σκέφτηκες ποτέ σου πόσο διαφορετικός θα ’ταν ο κόσμος αν παντού βασίλευε η στρατιωτική πειθαρχία;» και με τα λόγια αυτά του αμόλησε μια μπάλα καπνό. Ο Δημητρούλης έσκυψε δεξιά ζερβά, κι όπως τότε, που μικρός έπαιζε τερματοφύλακας, μ’ ένα πλονζόν ήρθε ν αγκαλιάσει την μπάλα. Ξαφνικά αποκτούσε ένα σπίτι, μια οικογένεια, ίσως κανένα βαθμό παραπάνω. Από σκαπανέας θα γινόταν δεκανέας και τα δυο -έας αντηχούσαν μαζί ωραία. Κι αν ποτέ κέρδιζε κανένα αστέρι, θα γινόταν κι αυτός μικρός πλανήτης στον ουρανό. «Θα το σκεφτώ», είπε στον Υποδιοικητή, χωρίς ν’ αφήσει τον άγουρο ενθουσιασμό του να φανερωθεί. Ήθελε να κρατήσει τη χαρά του για τη λύτρωση απ’ το μεγάλο, το σκοτεινό πρόβλημα της ζωής του μυστική, να τη χαρεί μόνος. Τις νύχτες στο θάλαμο… * — Φώτα! έκαμε ο στρατηγός. «Χειριστή, φως»! Τα φώτα άναψαν· όλοι κάθονταν στα καρφιά. —Ακούς εκεί να το σκεφθεί, λέει! είπε ο στρατηγός τσιμπώντας το μουστάκι του. Καποιανού χάριζαν γάιδαρο και εκείνος τον κοίταζε στα δόντια… Απαγορεύω στους στρατιώτες να σκέφτονται, μ’ ακούτε, τ’ απαγορεύω! —Στρατηγέ μου, μίλησε ο χειριστής ταμπουρωμένος πίσω από τη μηχανή του, η σκηνή αυτή είναι αναγκαία γιατί μάς επιτρέπει να περάσουμε με «fondu enchainé» στην αμέσως επόμενη σκηνή που είναι το όνειρο του σκαπανέα. — Όνειρα… τι χρειάζονται τα όνειρα; έβηξε κακιωμένος ο στρατηγός. — Σ’ ένα εργο με αξιώσεις, ακούστηκε απ’ το βάθος η φωνή του λοχαγού, τα ψυχολογικά διλήμματα, τολμώ να πω ακόμα και τα όνειρα, είναι απαραίτητα. Οδηγούν στην ανέλιξη της δράσης και προβληματίζουν τον θεατή. —Δεν θέλω έργα με αξιώσεις! χτύπησε χάμω το ποδάρι του ο στρατηγός. «Ζήτησα μια ταινία για τους νεοσυλλέκτους». — Ας μη ξεχνούμε ακόμα… —… πως άλλο τέχνη κι άλλο ζωή! Καλά, τα ξέρουμε. Όμως, εμπρός, πάμε, είπα πάμε! Ένα, δύο, τρία, μαρς! Και τα φώτα σβήσαν πάλι. https://sarantakos.wordpress.com/2015/12/06/koumantareas-2/ https://sarantakos.wordpress.com/2015/12/06/koumantareas-2/ Στάλθηκε από το iPhone μου ________ Orasi mailing list για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] και στο θέμα γράψτε unsubscribe Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net Για το αρχείο της λίστας http://www.mail-archive.com/[email protected]/ παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) http://www.freelists.org/archives/orasi __________ NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού http://www.nvda-project.org/ __________ Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο ρεπερτόριο επισκεφθείτε το http://www.isobitis.com ______________
