Η ιστορία τού Οίκου Τυφλών της Ελλάδος (Μέρος 6ο: Κεφάλαιο Α - 4ο υποκεφάλαιο) Η διπλωματική εργασία της Βιβής Τσαβαλιά στο Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών «Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία» - Κατεύθυνση: Νεότερη και σύγχρονη Ιστορία, του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. (Μέρος 6ο: Κεφάλαιο Α - 4ο υποκεφάλαιο). 4ο υποκεφάλαιο: Οι εθνικοί ευεργέτες. Όλοι οι σύλλογοι, οι εταιρείες και τα ιδρύματα ξεκίνησαν τη δραστηριότητά τους χωρίς καμία προηγούμενη «συσσώρευση» φιλανθρωπικού κεφαλαίου. Με δεδομένη την πενιχρή στήριξη από το κράτος, βάσισαν τη λειτουργία τους σε δωρεές των επώνυμων Ελλαδιτών και ομογενών. Παράλληλα, υπαρκτή ήταν και η συνδρομή των ανωνύμων πολιτών, οι οποίοι κατέθεταν τον οβολό τους σε εράνους, που πρωτίστως διεξήγαγαν οι γυναικείοι φιλανθρωπικοί σύλλογοι. Ποιοι ήταν όμως οι τρόποι προσέλκυσης δωρητών; Συνήθως ένα μέλος του συλλόγου / ιδρύματος με κοινωνική, επαγγελματική αναγνώριση και διεθνείς επαφές, ερχόταν σε επαφή με εύπορους αστούς, εν δυνάμει ευεργέτες, πληροφορώντας τους για το νέο φορέα, τα σχέδιά του, επιδιώκοντας να προσελκύσει δωρεές. Μάλιστα ο ζήλος τού προέδρου του Δ.Σ. έπαιζε σημαντικό ρόλο για τη συγκέντρωση δωρεών. Από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα κρατικοί λειτουργοί, λόγιοι και επιστήμονες ήταν αυτοί που κινητοποιούσαν το ενδιαφέρον των -πολλές φορές- άκληρων ευεργετών, τους κολάκευαν για να κερδίσουν την υποστήριξή τους και κατεύθυναν τις δωρεές τους σε τομείς που θεωρούσαν αναγκαίους. Επιστρέφοντας στους τρόπους προσέλκυσης δωρητών: Η δημοσιότητα ενός κληροδοτήματος, αποτέλεσμα του μεγέθους του, έπαιζε σημαντικό ρόλο στην καταξίωση του ιδρύματος και στην προσέλκυση δωρητών. Για παράδειγμα, αν και το Πολυτεχνείο παραμένει στο περιθώριο των επιλογών των φιλανθρώπων τον 19ο αιώνα, η κατάσταση άλλαξε με το κληροδότημα του Μιχαήλ Νικόλαου Στουρνάρη, του οποίου το μέγεθος, η δημοσιότητα και η αξιοποίησή του στη χρηματοδότηση του συγκροτήματος, άλλαξαν το κλίμα. Αφού εξασφαλίζονταν οι δωρεές, οι συνεχείς αναφορές των ευεργετών σε εορτασμούς και επετειακούς λόγους, στις λογοδοσίες, ο εγκωμιασμός τους, οι ανδριάντες και οι πλάκες με σκαλισμένα τα ονόματά τους έξω από τα ιδρύματα, είχαν στόχο όχι μόνο την απόδοση ευγνωμοσύνης, αλλά και την προσέλκυση νέων δωρητών. Όπως έχει υποστηριχθεί: «Η συμβολική αυτή παρουσία και τα τελετουργικά είχαν αποτέλεσμα και στη συλλογική μνήμη, καθώς λειτουργούσαν ως παράδειγμα προς μίμηση, συντελώντας στην αναπαραγωγή του φαινομένου». Στην απόδοση τιμών ενεπλάκη και το ίδιο το κράτος, αφού υπήρχαν περιπτώσεις ανακήρυξης του ευεργέτη σε «μέγα πολίτη της Ελλάδος» αλλά και απονομής από το βασιλιά του «μεγαλόσταυρου του Σωτήρος», ενώ ο τίτλος εθνικοί ευεργέτες απονεμήθηκε σε αρκετούς με επίσημο και θεσμοθετημένο τρόπο από την ελληνική Πολιτεία. Η φιλανθρωπική δραστηριότητα δεν θα μπορούσε να γνωρίσει το εύρος που γνώρισε δίχως την οικονομική συνεισφορά των αστών ομογενών της διασποράς. Αυτοί αποτέλεσαν τη σημαντικότερη πηγή χρηματοδότησης των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων στην Αθήνα. Χάρη στις δωρεές και τα κληροδοτήματά τους έγινε δυνατή η ίδρυση και η λειτουργία των περισσοτέρων από αυτά τα ιδρύματα. Οι αδελφοί Ζωσιμάδες, ο Ζώης Καπλάνης, ο Ιωάννης Βαρβάκης, οι Ριζάρηδες, ο Ιωάννης Δόμπολης, οι Σίνες, οι Ζάππες, ο Μιχαήλ Τοσίτσας, ο Νικόλαος Στουρνάρης, ο Γεώργιος Χατζηκώνστας, ο Δημήτριος Βερναρδάκης, ο Απόστολος Αρσάκης, ο Ζωρζής Δρομοκαΐτης, ο Γεώργιος Ζαρίφης, ο Ανδρέας Συγγρός, ο Γεώργιος Αβέρωφ, οι αδερφοί Αμπέτ -και άλλοι ακόμη- αποτελούν τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της ιστορίας του ευεργετισμού του 19ου και του 20ού αιώνα. Το φαινόμενο του ευεργετισμού συνδέεται αρχικά με τους Έλληνες της διασποράς που κατοικούσαν στη Βλαχία, την Τεργέστη, τη Βενετία κ.λπ.. Επρόκειτο, κυρίως, για Ηπειρώτες εμπόρους, που διήγαν ασκητικό βίο, και μετά θάνατον κληροδοτούσαν μέρος ή όλη την περιουσία τους στους τόπους καταγωγής τους. Οι απαρχές αυτής της πρακτικής εντοπίζονται ήδη από τον 17ο αιώνα. Από τον 18ο αιώνα, υπό την επίδραση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, οι ευεργέτες έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στην εκπαίδευση στους τόπους καταγωγής τους, χρηματοδοτώντας την ανέγερση σχολείων, την αποστολή βιβλίων, την απόδοση υποτροφιών, τη χρηματοδότηση διδακτικών και επιστημονικών εκδόσεων, τη μισθοδοσία δασκάλων κ.λπ. Επιδίωξαν με αυτό τον τρόπο τη συμβολική παρουσία τους, τη διατήρηση ζωντανού του ονόματός τους στον ευεργετούμενο χώρο, είτε εν ζωή ή μετά θάνατον. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά συγγραφέα της εποχής για ευεργέτη: «δεν είναι άγνωστο το όνομά του και δεν θα εξαφανιστεί η μνήμη του διότι εφρόντισε να την καταστήση αθάνατον με τας πολλάς και επανειλημμένας αγαθοεργίας του». Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, και ιδίως μετά το 1870, οι ευεργέτες ανήκαν σε πλούσιες οικογένειες ομογενών με καταγωγή από την Ήπειρο, το Ανατολικό Αιγαίο, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, τα Δωδεκάνησα. Επρόκειτο για οικογένειες που εγκατέλειψαν τις χώρες διαμονής και επαγγελματικής δραστηριοποίησής τους (Ρωσία, Αυστροουγγαρία, Κάιρο, Σμύρνη) για να εγκατασταθούν μαζικά στην Ελλάδα. Το κοινωνικό προφίλ των νέων ευεργετών είναι τελείως διαφορετικό, αφού διάγουν πολυτελή και πολυδάπανο βίο. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτοί οι άνθρωποι ακολουθούσαν την πρακτική της ευεργεσίας και στους τόπους διαμονής και επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, «χωρίς να φειδωλεύονται και χωρίς να επιδεικνύωνται», όπως υποστηρίζεται από συγγραφέα της εποχής. Αντίθετα μετά τη μετοικεσία τους στο ελληνικό κράτος, οι ευεργεσίες τους στοχεύουν κυρίως στον εξορθολογισμό, τον αστικό εκσυγχρονισμό της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Το ευεργετικό κεφάλαιο πλέον δεν ρέει στους τόπους καταγωγής τους αλλά στην πρωτεύουσα, η οποία αποτελεί αφενός το κέντρο της εθνικής προσπάθειας, αλλά και το επίκεντρο των οικονομικών τους δραστηριοτήτων. Οι στοχεύσεις των ευεργετών προσδιορίζονται από τις κοινωνικές αναγκαιότητες αλλά και τις προηγούμενες εμπειρίες τους στις προηγμένες χώρες του εξωτερικού που διέμειναν. Λειτουργώντας άλλοτε ως υποκινητές άλλοτε ανταποκρινόμενοι στις απαιτήσεις των κυβερνήσεων, θα στραφούν -πέρα από την παραδοσιακή παιδεία- και στην οργάνωση της πρόνοιας, της εθνικής άμυνας και καταστολής, ιδρύοντας φυλακές. Ιδιαίτερα τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα παρατηρείται στροφή των ευεργετών στη σύσταση και ίδρυση ιδρυμάτων κοινωνικής πρόνοιας και καταστολής για την αντιμετώπιση προβλημάτων που πήγαζαν από τη φτώχεια. Στο επίκεντρο των προσπαθειών τους τοποθετείται η παιδική προστασία, η περίθαλψη, η καταστολή, η πρόνοια, η δημόσια υγεία. Ωστόσο οι δωρεές για την εκπαίδευση διατηρούν την πρωτοκαθεδρία, καθώς το όραμα της εθνικής αναγέννησης μέσω της παιδείας εξακολουθεί να έχει οπαδούς, ενώ ο νέος προσανατολισμός είναι η τεχνική εκπαίδευση. Όλα αυτά συντελούνται στο πλαίσιο της εκστρατείας ηθικοποίησης των χαμηλότερων στρωμάτων, της τρικουπικής μεταρρύθμισης στην εκπαίδευση, των νέων αναδυόμενων αντιλήψεων για τα κοινωνικά καθήκοντα των εύπορων πολιτών. Στις διαθήκες αποδήμων δωρητών, η επίδραση από τη Δύση είναι εμφανής. Τις περισσότερες φορές χρηματοδοτούν ιδρύματα και συλλόγους, που συγκροτούνται σύμφωνα με το δυτικό πρότυπο, και μοιάζουν με αντίστοιχα που έχουν επισκεφτεί οι ίδιοι στο εξωτερικό, επιδιώκοντας έτσι να μειώσουν το χάσμα μεταξύ Ευρώπης και Ελλάδας. Παρενθετικά να αναφέρουμε ότι το κράτος που είχε αναλάβει τη διαχείριση των κληροδοτημάτων, ανίσχυρο και αδρανές συχνά θα ματαιώσει τα εκσυγχρονιστικά εγχειρήματα των πρωτοπόρων ευεργετών. Μάλιστα υπήρχαν και περιπτώσεις που η πολιτεία χρησιμοποίησε τα κληροδοτήματα για άλλους σκοπούς, πέρα από τη βούληση του δωρητή ή τα άφηνε ανεκμετάλλευτα. Όπως και να έχει, το σίγουρο είναι ότι οι ευεργέτες στόχευαν στον εξορθολογισμό της δημόσιας ζωής. Κατ' αυτό τον τρόπο μοιράζονταν τις ίδιες εκσυγχρονιστικές, «εκπολιτιστικές» ανησυχίες με τους δρώντες φιλανθρώπους, που δραστηριοποιήθηκαν στον ελλαδικό χώρο. Άλλωστε, πολύ συχνά φιλάνθρωποι και ευεργέτες ανήκαν στα ίδια συγγενικά και οικογενειακά δίκτυα, με αποτέλεσμα η σύγκλιση αυτή να είναι ευκολότερη. Το σίγουρο είναι ότι η φιλανθρωπία και η ευεργεσία ανήκαν στο πλαίσιο των κοινωνικών συμπεριφορών που παγιώνονταν και προσδιόριζαν τις ελίτ τής περιόδου. Η εικόνα του πλούσιου ομογενή με κοινωφελή πατριωτική δράση, αντιστάθμιζε τη συχνή κριτική που διατυπωνόταν απέναντί τους, εκείνη την εποχή, και έκανε λόγο για «χρυσοκάνθαρους» της διασποράς που μονοπωλούσαν την οικονομική εξουσία, και κερδοσκοπούσαν ασύστολα. Ταυτόχρονα εξουδετέρωνε την εκκλησιαστική διδασκαλία, που αντιμετώπιζε το χρηματικό πλούτο ως αμαρτία. Η κατοχή πλούτου έπαυε να είναι αμάρτημα, εάν ένα μέρος του δινόταν για το κοινό καλό. Η επιδίωξη κοινωνικής αναγνώρισης, μέσω της ευεργεσίας εξυπηρετούσε μια σειρά σκοπών των αστών επιχειρηματιών-ευεργετών: γενικότερα η κοινωνική θέση του ευεργέτη αξιοποιούνταν και για να ενισχυθούν τα επιχειρηματικά τους σχέδια, ενώ μέσω αυτών ανέπτυσσαν κοινωνικές συμμαχίες που προωθούσαν τις επιχειρηματικές επιδιώξεις τους. Παράλληλα, η ευεργεσία αποτελούσε στοιχείο απαραίτητο για μια επιτυχή πολιτική σταδιοδρομία, όπως και στην περίπτωση των φιλανθρώπων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Ανδρέα Συγγρού που ανήκει στην κατηγορία των εθνικών ευεργετών, οι δε σχέσεις του με τη φιλανθρωπία περιορίσθηκαν στο ρόλο του ως χρηματοδότη και ποτέ ως ενεργού και δρώντος στελέχους. Μάλιστα η σύνδεση ευεργεσίας και πολιτικής καριέρας -στην περίπτωση του Α. Συγγρού εδώ- γινόταν απροκάλυπτα ήδη από εκείνη την εποχή: «Δια τας ευεργεσίας τοιαύτας ο μεν λαός της Σύρου και της Αττικής εξέλεξον αυτόν αντιπρόσωπον των εις την Βουλή, ο δε Βασιλέας απένειμεν εις αυτόν το 1889 τον μεγαλόσταυρον του Σωτήρος». Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι η ευεργεσία ικανοποιούσε και συναισθηματικές-ψυχικές ανάγκες των ευεργετών: Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ευεργεσία εις μνήμη κάποιου προσώπου, που πέθανε. Αυτού του τύπου η ευεργεσία αποτελεί ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας ευεργετικής πρακτικής που «ανακτά» στο πρόσωπο του τελικού αποδέκτη της δωρεάς ένα αγαπημένο πρόσωπο. Σε άλλες περιπτώσεις, μέσω της ευεργεσίας επιδιώκεται η σωτηρία της ψυχής των δωρητών. Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι φορές που η πράξη της δωρεάς συνδέεται με περιστατικά της οικογενειακής ιστορίας του δωρητή. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Σπυρίδωνα Νικολόπουλου, ομογενή στο Manchester, που άφησε κληροδότημα 100.000 δραχμών το 1923 στον Οίκο Τυφλών, το οποίο αύξησε σε 1.000.000 δραχμές το 1924, μετά από επιτυχή εγχείρηση που είχε στα μάτια του. Η ιστορία τού Οίκου Τυφλών της Ελλάδος (Μέρος 7ο: Κεφάλαιο Α - 5ο υποκεφάλαιο) Η διπλωματική εργασία της Βιβής Τσαβαλιά στο Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών «Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία» - Κατεύθυνση: Νεότερη και σύγχρονη Ιστορία, του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. (Μέρος 7ο: Κεφάλαιο Α - 5ο υποκεφάλαιο). 5ο υποκεφάλαιο: Αιγυπτιώτης ευεργετισμός. Εδώ θα ασχοληθούμε με την περίπτωση των Ελλήνων της Αιγύπτου. Ειδικότερα θα δοθεί έμφαση στην κατηγορία των εύπορων Ελλήνων. Η επιλογή αυτή αιτιολογείται στη βάση τού συνεχούς και οργανωμένου ευεργετικού έργου της συγκεκριμένης κατηγορίας στο εθνικό κέντρο. Κινούμενοι άλλωστε εντός αυτού του πλαισίου, θα μπορέσουμε να φωτίσουμε περισσότερο, να αναδείξουμε αλλά και να ερμηνεύσουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια τη μεγάλη δωρεά της οικογένειας των Αμπέτ στον Οίκο των Τυφλών. Πριν όμως αναφερθούμε σε συγκεκριμένες περιπτώσεις εύπορων Ελλήνων, θα ήταν σκόπιμο να δώσουμε ένα ιστορικό περίγραμμα της ελληνικής διασποράς στην Αίγυπτο κατά τους Νεότερους Χρόνους. Τον 16ο, 17ο και 18ο αιώνα στη χώρα του Νείλου, οι μικρές πληθυσμιακές ομάδες των Ελλήνων Ορθόδοξων ζούσαν κυρίως στην Αλεξάνδρεια, γύρω από το ομώνυμο Πατριαρχείο, και στην Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά. Οι πληθυσμοί αυτοί δεν οργανώθηκαν σε κοινότητες ούτε συνδέθηκαν οργανικά με τις μεταγενέστερες και αξιόλογες οικονομικά και κοινωνικά ελληνικές παροικίες. Μόνο στα όρια των δραστηριοτήτων τού Πατριαρχείου λειτούργησαν περιστασιακά κάποια ελληνικά σχολεία, σε υποτυπώδη μορφή στο μεγαλύτερο μέρος τους. Αυτά φιλοξενούνταν στην Μονή του Αγίου Γεωργίου στην παλαιά πόλη του Καΐρου και στη Μονή του Αγίου Σάββα στην Αλεξάνδρεια. Ουσιαστικά η ιστορία του ελληνισμού τής Αιγύπτου ξεκινά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα και εντάσσεται στη ευρύτερη διείσδυση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου στις αγορές τής Ανατολικής Μεσογείου την περίοδο αυτή. Η συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, λοιπόν, παρέχει ευνοϊκές συνθήκες για τη γένεση της ελληνικής παροικίας στην Αίγυπτο. Παράλληλα, οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες του καθεστώτος του Μοχάμεντ Άλι (1768-1849) να εκσυγχρονίσει την Αίγυπτο σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα και να συγκροτήσει μία πρώιμη αστική τάξη, έστω και ξενόφερτη, δημιούργησαν ένα φιλικό περιβάλλον και για τους Έλληνες που ζητούσαν οικονομικές ευκαιρίες. Η παρουσία του αιγυπτιώτικου Ελληνισμού διαιρείται σε τέσσερις διακριτές περιόδους. Στην πρώτη (1830-1881) σημειώθηκαν οι πρώτες μεγάλες εγκαταστάσεις στην Αλεξάνδρεια, στις παλιές και νεοϊδρυθείσες πόλεις του Δέλτα και της Διώρυγας, καθώς και στο Κάιρο. Την ίδια περίοδο σχηματίστηκαν και οι πρώτες οργανωμένες ελληνικές συλλογικότητες (κοινότητες, σωματεία, αδελφότητες, κ.λπ.), τις οποίες αναγνώρισε επίσημα το Αιγυπτιακό κράτος. Η δεύτερη περίοδος (1882-1913) συνιστά την εποχή της άνθισης, με τις εντυπωσιακές επιδόσεις της παροικίας σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό επίπεδο. Την περίοδο που ακολουθεί (1914-1940) η ακμή συνεχίστηκε. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια αυτής της 25ετίας οι ελληνικές κοινότητες της Αιγύπτου υπέστησαν τις πρώτες μεγάλες δημογραφικές αναταράξεις και αρκετά μέλη τους πήραν το δρόμο της «εξόδου» από τη χώρα. Τέλος, στην τέταρτη περίοδο (1940 έως τις μέρες μας) οι ελληνικές παροικίες της Αιγύπτου σταδιακά φθίνουν και συρρικνώνονται? το φαινόμενο αυτό επιταχύνεται ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1950 με το κίνημα του Νάσερ. Οι ελληνικοί πληθυσμοί της Αιγύπτου είτε επαναπατρίζονται είτε εγκαθίστανται σε άλλα κράτη της Αφρικής, κυρίως στη Νότια Αφρική, την Αυστραλία και στη Βόρεια και Νότια Αμερική. Σχετικά με τη δημογραφική εξέλιξη της ελληνικής διασποράς στην Αίγυπτο αξίζει να αναφέρουμε τα εξής: Κατά καιρούς ο ελληνικός πληθυσμός υπολογίστηκε αριθμητικά, όμως χωρίς επαρκή ακρίβεια. Σίγουρα, πάντως, στα τέλη του 19ου αιώνα θα πρέπει να ξεπερνούσε τα 75.000 άτομα. Η πρώτη επίσημη αιγυπτιακή απογραφή του 1907 κατέγραψε 131.947 Έλληνες να διαβιούν στη χώρα, από τους οποίους 62.973 είχαν ελληνική υπηκοότητα, 40.000 προέρχονταν από οθωμανικές κτήσεις και 30.000 μη αναγνωρισμένης υπηκοότητας, δηλαδή «απάτριδες». Πηγή από το Πατριαρχείο της Αλεξάνδρειας το 1932 καταγράφει το ορθόδοξο ποίμνιο, που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, στα 152.000 άτομα. Το 88% από αυτά (περίπου 134.000) ήταν Έλληνες στο γένος. Μία πενταετία αργότερα, το 1937, αιγυπτιακή απογραφή ανεβάζει τον αριθμό των Ελλήνων της χώρας σε 187.770. Οι αριθμοί αυτοί αρχίζουν να φθίνουν από τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Την επόμενη δεκαετία και πιο συγκεκριμένα το 1962, προξενικοί υπολογισμοί κάνουν λόγο για 27.500 Έλληνες στην Αίγυπτο, ενώ δέκα χρόνια αργότερα, το 1972, η ίδια πηγή αναφέρει πως ο ελληνικός πληθυσμός δεν ξεπερνούσε τα 15.000 άτομα. Στις μέρες μας υπολογίζεται ότι στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια ζουν περί τους 1.000 Έλληνες, γόνοι αμιγών ελληνικών αλλά και μεικτών γάμων. Η διαστρωμάτωση του αιγυπτιώτικου Ελληνισμού σύμφωνα με οικονομικά, επαγγελματικά και κοινωνικά κριτήρια είναι η ακόλουθη: α) τραπεζίτες, μεγαλοεπιχειρηματίες μεγαλέμποροι και γαιοκτήμονες, β) καταστηματάρχες, μικρομεσαίοι έμποροι, γ) βιοτέχνες, χειροτέχνες, υπάλληλοι (σε ασφαλιστικές εταιρείες, πωλητές μεγάλων καταστημάτων, λογιστές, κ.ά.), δ) εργάτες, μισθωτοί, μικροϋπάλληλοι, ε) χειρώνακτες, υποαπασχολούμενοι, άποροι. Οι δύο πρώτες κατηγορίες, που αποτελούσαν την κορυφή της οικονομικής-κοινωνικής πυραμίδας, αντιστοιχούσαν στο 1/5 του συνόλου του ελληνικού πληθυσμού. Η τρίτη κατηγορία αντιστοιχούσε στα 2/5, η τέταρτη στο 1/5 και η πέμπτη στο υπόλοιπο 1/5. Στον επιστημονικό και πνευματικό τομέα δραστηριοποιούνταν ιατροί, νομικοί, αρχιτέκτονες, μουσικοί, εκπαιδευτικοί, κληρικοί, δημοσιογράφοι κ.ά. Όσον αφορά τα αστικά ή ελεύθερα επαγγέλματα, οι αριθμοί και οι αναλογίες αποκαλύπτουν μία εκπληκτική δραστηριοποίηση του ελληνικού στοιχείου στην χώρα του Νείλου. Σε μία χρονική περίοδο από το 1829 ως το 1927 εργάστηκαν 619 ιατροί σε σύνολο 4.480 ολόκληρης της επικράτειας, 72 οδοντίατροι σε σύνολο 506, 126 φαρμακοποιοί σε σύνολο 1.236, 126 βοηθοί φαρμακοποιοί σε σύνολο 439 και 104 μαίες σε σύνολο 725. Από τον πρώτο κιόλας καιρό που οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο, συγκροτώντας παροικία, φρόντισαν να ιδρύσουν και να συντηρήσουν συνολικά 40 κοινότητες και γύρω στους 100 συλλόγους σε ολόκληρη την επικράτεια. Οι δραστηριότητες που ανέπτυξαν οι ελληνικές κοινότητες εντάσσονταν στον τομέα της εκπαίδευσης και της κοινωνικής πρόνοιας και αρωγής. Ειδικότερα, η λειτουργία σχολείων, ναών, γηροκομείων, ορφανοτροφείων, συσσιτίων στόχευε στην οργάνωση και την ενδυνάμωση του συνόλου των παροίκων. Δεν στάθηκαν όμως μόνο σε αυτά. Τα ελληνικά σωματεία ανέπτυξαν αθλητική, καλλιτεχνική, πνευματική και ψυχαγωγική δράση. Κομβικό σταθμό και ορόσημο αποτελεί η ίδρυση της ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας το 1843. Η κοινότητα, έχοντας την οικονομική αρωγή των πλουσίων μελών της -όπως των αδελφών Μιχαήλ, Κωνσταντίνου και Θεοδώρου Τοσίτσα, του Δ. Αναστάση, του Ν. Στουρνάρη- ίδρυσε δημοτικό σχολείο, την Τοσιτσαία Σχολή, σημερινή έδρα του Πατριαρχείου Αλεξάνδρειας και την ανέγειρε ναό, αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Ακολούθησαν η ίδρυση νοσοκομείου, σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, γηροκομείου με χορηγίες των Γ. Αβέρωφ, Ε. Μπενάκη και άλλων. Η ελληνική κοινότητα του Καΐρου ιδρύθηκε το 1856 και πλαισιώθηκε με σχολεία, νοσοκομείο, γηροκομείο και ναούς, με τη χρηματοδότηση των οικογενειών Αμπέτ, Ξενάκη, Σπετσερόπουλου και λοιπών. Η ίδρυση των ελληνικών κοινοτήτων δε σταμάτησε και από το 1860 ως και την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα έχουμε μία σειρά από ιδρύσεις και άλλων κοινοτήτων στις πόλεις του Δέλτα, της Διώρυγας, στην Κεντρική και την Άνω Αίγυπτο. Η οικονομική ευρωστία των Ελλήνων της Αιγύπτου όχι μόνο συνετέλεσε στην ανύψωση του επιπέδου ζωής της παροικίας, αλλά έδωσε ώθηση στον εκσυγχρονισμό της χώρας, στην ανάπτυξη της εμπορευματικής γεωργίας και στην εξάπλωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τα οικονομικά επιτεύγματα της ελληνικής παροικίας, με τον έντονο αστικό χαρακτήρα της, προκάλεσαν τον ανταγωνισμό και την αντιπαλότητα της βρετανικής παρουσίας στην Αίγυπτο, η οποία δραστηριοποιούνταν στους ίδιους τομείς. Εκτός από τη σημαντική παρουσία της ελληνικής κοινότητας στην οικονομική και κοινωνική ζωή, αξιολογότατη και διόλου αμελητέα ήταν η παραγωγή της και στο χώρο των Τεχνών. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε τα ονόματα του Κ. Καβάφη και Στρ. Τσίρκα στη λογοτεχνία, του Κώστα Παρθένη στη ζωγραφική και του Μάνου Λοΐζου στη μουσική σύνθεση. Σπουδαία υπήρξε και η παραγωγή των εντύπων. Σχεδόν πάνω από 4.000 τίτλοι τυπώθηκαν από Έλληνες συγγραφείς στα ελληνικά τυπογραφεία της Αιγύπτου. Επιπλέον, γύρω στα 400 περιοδικά κυκλοφορούσαν ανάμεσα στο ελληνικό κοινό μεταξύ του 1853-1983.Τέλος, σπουδαίος και σημαντικός είναι ο αριθμός του περιοδικού τύπου με χαρακτήρα, ως επί το πλείστον, παροικιακό. Τα εύπορα μέλη της ελληνικής παροικίας, πέρα από τις χορηγίες και ευεργεσίες τους στην ίδια την κοινότητα της Αιγύπτου, άσκησαν το ίδιο έργο και στο εθνικό κέντρο. Το γεγονός αυτό πυροδότησε στο χώρο της ιστοριογραφίας για την ελληνική διασπορά μία ολόκληρη συζήτηση. Η εθνική σχολή της ιστοριογραφίας έφτασε μάλιστα στο σημείο να υποστηρίξει πως οι λειτουργίες των κοινοτήτων και αδελφοτήτων συμπυκνώθηκαν και συμπράχθηκαν σε ένα πρόσωπο, τον ευεργέτη, που λειτουργούσε ατομικά ως δεξαμενή πλούτου και «χρηματοφόρο υποκείμενο», ικανό να αναλάβει εγχειρήματα συλλογικά με όρους ατομικού έργου. Αυτή η άποψη βέβαια αγγίζει τα όρια της υπερβολής. Ωστόσο, τέτοιου είδους θέσεις προχώρησαν και παραπέρα. Η Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη εξέφρασε την άποψη ότι ο Αιγυπτιώτης ευεργετισμός «δεν περιορίστηκε σε πράξεις φιλανθρωπίας και κοινωνικής αλληλεγγύης. Υπήρξε ιστορικά προοδευτικός και καθοριστικός για τη θεσμική συγκρότηση του Νεοελληνικού κράτους, τη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης και τη διάδοση της αστικής κουλτούρας. (.) Λειτούργησε σαν "οργανικός διανοούμενος" (με την Γκραμσιανή έννοια), έχοντας ανεπτυγμένη ταξική συνείδηση και επίγνωση των σκοπών της τάξης τους». Ασφαλώς αυτή η άποψη είναι εσφαλμένη, αφού εκτός του Νεοελληνικού κράτους δεν υπήρξε αυτό το φαινόμενο. Η περίπτωση του "οργανικού διανοούμενου" θα μπορούσε να ευσταθεί μόνο για το Αιγυπτιακό κράτος. Το παράδειγμα του Αλεξανδρινού εθνικού ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη -ο οποίος αποτέλεσε και έναν από τους πρώτους ευεργέτες του Οίκου Τυφλών- που χρησιμοποιεί η Τομαρά-Σιδέρη ως ενδεικτικό για τη θέση που υποστηρίζει, προσεγγίζεται με λανθασμένο τρόπο. Το γεγονός, ότι ο Εμμανουήλ Μπενάκης μόλις εγκαταστάθηκε στην Αθήνα εξελέγη βουλευτής Αττικοβοιωτίας, ανέλαβε πρώτος υπουργός Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας, εξελέγη δήμαρχος Αθηναίων και διετέλεσε μέχρι το τέλος στενός και πιστός συνεργάτης του Ελευθερίου Βενιζέλου, δεν τον εντάσσει στο σχήμα του "οργανικού διανοούμενου". Ο Εμμανουήλ Μπενάκης συνιστά μία σημαντική προσωπικότητα. Εντούτοις, καθοριστικό ρόλο για την αποτίμηση της προσωπικότητάς του διαδραματίζει η σχέση του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Η αστική τάξη της διασποράς στήριξε οικονομικά το Βενιζέλο στην προσπάθειά του για τον αστικό εκσυγχρονισμό της Ελλάδας. Όμως, ούτε ο Μπενάκης ούτε οι υπόλοιποι Έλληνες αστοί της διασποράς ανέλαβαν το ρόλο του "οργανικού διανοούμενου". Το ρόλο αυτό επιτέλεσαν άλλοι εντός του εθνικού κέντρου. Οι αστοί της διασποράς στήριξαν το Βενιζέλο, γιατί ο τελευταίος επιχείρησε και κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα πολιτικό και οικονομικό καθεστώς στην Ελλάδα πρόσφορο στα ταξικά τους συμφέροντα και τις επιδιώξεις. Οι Έλληνες αστοί της διασποράς φιλοδοξούσαν να καταστούν η νέα οικονομική και πολιτική ελίτ της χώρας και ο Βενιζέλος εξυπηρετούσε όσο κανείς άλλος αυτές τις βλέψεις τους. Το δε ευεργετικό έργο των αστών της διασποράς, συμπεριλαμβανομένης και της Αιγύπτου, στο Νεοελληνικό κράτος υπαγορευόταν από την ανάγκη τους να δημιουργήσουν πολιτικά δίκτυα και σχέσεις εξάρτησης. Άλλωστε, ανάμεσα στους Αιγυπτιώτες ευεργέτες βρίσκονται και άλλοι πολλοί, που μετά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα διετέλεσαν δήμαρχοι, υπουργοί, υψηλά στελέχη πολιτικών κομμάτων, που ανέλαβαν ηγετικούς ρόλους. Βέβαια οι Αμπέτ μπορεί να υποστήριξαν με κεφάλαια το πρωτόγνωρο εκσυγχρονιστικό εγχείρημα της εκπαίδευσης των τυφλών στην Ελλάδα, εντούτοις δεν αξιοποίησαν τον ευεργετικό τους ρόλο για την πολιτική τους ανέλιξη. Στην αντίθετη κατεύθυνση κινήθηκε ο Ιωάννης Αθανασάκης, ευεργέτης του Οίκου Τυφλών και Έλληνας της Αιγύπτου, ο οποίος ερχόμενος στην Ελλάδα υπουργοποιήθηκε επί κυβερνήσεων Βενιζέλου. Η ιστορία τού Οίκου Τυφλών της Ελλάδος (Μέρος 8ο: Κεφάλαιο Α - 6ο υποκεφάλαιο) Η διπλωματική εργασία της Βιβής Τσαβαλιά στο Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών «Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία» - Κατεύθυνση: Νεότερη και σύγχρονη Ιστορία, του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. (Μέρος 8ο: Κεφάλαιο Α - 6ο υποκεφάλαιο). 6ο υποκεφάλαιο: Εκπαίδευση και κρατικές προνοιακές παροχές για τους αναπήρους στην Ελλάδα από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι τη δεκαετία του 1970. Μια σειρά από αντιλήψεις για τους σωματικώς ανάπηρους έπαιξαν ρόλο προσδιορίζοντας τη δομή και τη λειτουργία ιδρυμάτων και σχολών που συστάθηκαν από ιδιώτες γι αυτούς, το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Όπως έχει υποστηριχθεί: «Ως κυρίαρχη εννοιολογική θεώρηση αναδείχθηκε, στις αρχές του 20ού αιώνα και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960, το ιατρικό μοντέλο προσέγγισης της αναπηρίας ασκώντας σημαντικότατη επιρροή στη διαμόρφωση των κοινωνικών αντιλήψεων, πολιτικών και κατ' επέκταση εκπαιδευτικών πρακτικών». Βάσει αυτού του μοντέλου η αναπηρία προσεγγίζεται ως μια αυθύπαρκτη, αντικειμενική πραγματικότητα. Ο άνθρωπος με αναπηρία δομείται ως ένα πραγματοποιημένο «αντικείμενο» της επιστήμης χωρίς ιστορικά σημαινόμενα και κοινωνικοπολιτική-πολιτισμική ταυτότητα Σε αυτό το πλαίσιο, η αναπηρία έχει τις ρίζες της στη σωματική ανεπάρκεια, ενώ προσεγγίζεται ως θέμα καθαρά προσωπικό. Η υιοθέτηση της ιατρικής θεώρησης συνέβαλε σημαντικά στην αποδυνάμωση των ανθρώπων με αναπηρία, αφού οι ίδιοι είχαν περιορισμένο έως και μηδαμινό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων για τη «θεραπεία» τους και αντιμετωπίζονταν ως παθητικά αντικείμενα που χρήζουν παρέμβασης και αποκατάστασης. Σε θεσμικό επίπεδο, η ιδιωτική πρωτοβουλία και η επίσημη κοινωνική πολιτική συνέπλευσαν και ενσάρκωσαν την παραπάνω θεώρηση μέσα από τη μορφή κοινωνικών παροχών και πρακτικών μέριμνας που νομιμοποιούσαν τον εγκλεισμό των ανθρώπων με αναπηρία σε ιδρύματα. Η αποδυνάμωση των αναπήρων νομιμοποιήθηκε μέσα από την επίκληση ενός «καλοκάγαθου» φιλανθρωπικού ιδεώδους. Σύμφωνα με τη φιλανθρωπική προσέγγιση, τα άτομα με αναπηρία είναι «ανίκανα», «εξαρτημένα», «αιώνια παιδιά», που έχουν ανάγκη από τον οίκτο, τη φιλανθρωπία, την προστασία, τη βοήθεια και -στην καλύτερη των περιπτώσεων- την ανοχή των συνανθρώπων τους. Κατά συνέπεια, οι άνθρωποι με αναπηρία θα πρέπει να είναι ευγνώμονες αποδέκτες των υπηρεσιών που τους παρέχονται, ενώ δεν γίνεται λόγος για τα δικαιώματά τους -ανθρώπινα και κοινωνικά- ή για την καταπάτηση αυτών των δικαιωμάτων. Σε εναρμόνιση με το ιατρικό μοντέλο, η ξεχωριστή εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία συνέβαλε στη νομιμοποίηση του εκπαιδευτικού και, κατ' επέκταση, του κοινωνικού διαχωρισμού. Οι παραπάνω αντιλήψεις και πρακτικές υιοθετήθηκαν στην εκπαίδευση των τυφλών και συνολικότερα των αναπήρων, που ανέλαβε η ιδιωτική πρωτοβουλία, στην Ελλάδα από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι τη δεκαετία του 1970. Το αίτημα που διατύπωνε ο Λαμπαδάριος σε άρθρο του στη σχολική Υγιεινή το 1938 για ίδρυση ειδικών σχολείων από το κράτος με βάση τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, «όπου από καιρού λειτουργούν εντελώς Ειδικά Σχολεία και με ορισμένας μάλιστα κατηγορίας αναπήρων (ορθοπεδικών, αμβλυώπων κλπ)» δεν ικανοποιήθηκε. Άλλωστε, η αντίληψη ότι το κράτος πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες για την παιδεία, την υγεία κ.λπ. δεν ήταν προσφιλής ούτε κυρίαρχη στα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ιδιωτική πρωτοβουλία που αναπτύχθηκε για την εκπαίδευση των αναπήρων (τυφλοί, κωφάλαλοι, νοητικά υστερούντες) στις αρχές του 20ού αιώνα με απαρχή την ίδρυση του Οίκου Τυφλών ήταν βασισμένη στον οίκτο, ωστόσο υπήρχε η πίστη ότι αυτά τα άτομα έχουν κάποιες δυνατότητες που μέσα από την εκπαίδευση μπορούν να αναπτύξουν. Προκρίθηκε έτσι η κλειστή προστασία, η ιδρυματική περίθαλψη και η προαγωγή μέσα από την παροχή γνώσεων. Η ιδρυματοποίηση, στην οποία πρωταγωνιστούν οι φιλανθρωπικές εταιρείες, αποτελεί μια ιδιαίτερη φάση στην ιστορία της παιδικής περίθαλψης του 19ου αιώνα και ξεδιπλώνεται στην Ευρώπη μεταξύ 1830-1860, υπό το κλίμα του κινήματος της ηθικοποίησης. Στόχος ήταν να φτιάξουν χρήσιμους πολίτες για την κοινωνία και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν η αυστηρή πειθαρχία, η επαγγελματική εκπαίδευση, η ηθική διδασκαλία, η εκμάθηση κανόνων υγιεινής. Τις αντιλήψεις αυτές ενστερνίστηκαν οι έλληνες φιλάνθρωποι του 19ου αιώνα και τις εφάρμοσαν στα ορφανοτροφεία, τα οποία ακολούθησαν αντίστοιχες παιδαγωγικές πρακτικές, που στηρίζονταν στο νόμο της σταθερότητας, της επαναληπτικότητας, της πολλαπλότητας των μέσων, ώστε να εθιστεί το παιδί στην έννοια της τάξης και της κανονικότητας, προκειμένου να αποκτήσει υγιείς συνήθειες, ηθικές αξίες, τεχνικές δεξιότητες. Στις στρατηγικές για την επίτευξη της πειθαρχίας περιλαμβάνονταν η επιτήρηση των τροφίμων, η αξιολόγηση της συμπεριφοράς τους, η λεπτομερής τήρηση του προγράμματος. Ένα ιεραρχικό σύστημα υπαλλήλων, με προεξέχοντα τον διευθυντή, όριζε τις αρμοδιότητες των υπαλλήλων. Ο διευθυντής λογοδοτούσε μόνο στην Εφορεία και ήταν επιφορτισμένος με παιδαγωγικά και πρακτικά καθήκοντα. Οι επιρροές του ιδρυματικού μοντέλου είναι καταφανείς και στον Οίκο Τυφλών. Η επιλογή των φιλανθρώπων του Οίκου σίγουρα επισφραγίστηκε από τις αντίστοιχες αντιλήψεις και πρακτικές για την παιδική περίθαλψη που είχαν ακολουθηθεί στην Ευρώπη και την Ελλάδα. Η σταθερότητα και η επαναληπτικότητα, ώστε να εθιστεί το παιδί στην έννοια της τάξης και της κανονικότητας, είναι εμφανείς στα προγράμματα λειτουργίας του οικοτροφείου / εκπαιδευτηρίου. Το ιεραρχικό σύστημα υπαλλήλων, με προεξέχουσα τη διευθύντρια, ακολουθείται και σε αυτή την περίπτωση. Η κυριαρχία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στην εκπαίδευση των τυφλών δεν θα κλονιστεί μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Το ίδιο θα συμβεί και με την εκπαίδευση και άλλων κατηγοριών αναπήρων όπως οι κωφοί. Από το 1907 είχε ιδρυθεί ο Οίκος Κωφαλάλων Χαραλάμπου και Ελένης Σπηλιοπούλου, ενώ από το 1923 λειτούργησε εντός του και σχολείο. Δύο μοναδικές εξαιρέσεις προβάλουν σε αυτόν τον κανόνα της μονοπώλησης της εκπαίδευσης των αναπήρων από την ιδιωτική πρωτοβουλία: αφενός η ίδρυση από την Πολιτεία της Στέγης Πατρίδος, μετά τη λήξη τού Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με το Ν. 1319/2-4-1918 «Περί ιδρύσεως επαγγελματικής εκπαιδεύσεως αναπήρων πολέμου», που στόχευε στην αντιμετώπιση των έκτακτων αναγκών που είχε δημιουργήσει ο πόλεμος και στην ικανοποίηση της ανάγκης αποκατάστασης των χιλιάδων αναπήρων που είχαν προκύψει από αυτόν. Αφετέρου η ανάληψη πρωτοβουλιών από την Πολιτεία στο Μεσοπόλεμο για την εκπαίδευση των «νοητικώς αναπήρων». Με αυτή την κατηγορία αναπήρων δεν ασχολήθηκε η ιδιωτική πρωτοβουλία και την απουσία αυτή κάλυψε το κράτος. Με τον Α.Ν. 453/1937, επί δικτατορίας Μεταξά, ιδρύθηκε το Πρότυπον Ειδικόν Σχολείον Αθηνών για «ανώμαλους και καθυστερημένους παίδες». Ο νόμος δίνει τη δυνατότητα ίδρυσης και άλλων ειδικών σχολείων ή τάξεων, ωστόσο μέχρι το 1970 δεν έγινε χρήση του. Όπως έχει υποστηριχθεί η επιλογή έγινε υπό το βάρος των εξής γεγονότων: την καθιέρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, τις προόδους στην ψυχολογία, την παιδαγωγική, την ιατρική, το γεγονός ότι ήταν πολυπληθής ομάδα, την τάση των αυταρχικών καθεστώτων για μια κρατική παρεμβατική πολιτική που θα εξωράιζε άσχημες πλευρές του καθεστώτος. Ένα βήμα για την ανάληψη κρατικών πρωτοβουλιών αναφορικά με την εκπαίδευση των αναπήρων έγινε κατά τη διάρκεια της χούντας των συνταγματαρχών, και αφού η ιδέα του κοινωνικού κράτους είχε διατυπωθεί στη Δύση με σαφήνεια από τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και ύστερα. Έτσι ιδρύθηκε το γραφείο Ειδικής Εκπαίδευσης το 1969, υπό την πίεση των συσσωρευμένων προβλημάτων. Αυτό εισηγούνταν σεμινάρια επιμόρφωσης ειδικών παιδαγωγών, ίδρυση μικρού αριθμού σχολείων ειδικής αγωγής στις έδρες των παιδαγωγικών ακαδημιών, εκπόνηση αναλυτικού προγράμματος για τα ειδικά σχολεία κ.λπ. Ωστόσο, λίγα έγιναν. Έχει υποστηριχθεί ότι το «Γραφείο Ειδικής Αγωγής» ήταν υποστελεχωμένο, και «δεν αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης κρατικής πολιτικής, με αποτέλεσμα τα όποια μέτρα που εισηγήθηκε να έχουν αποσπασματικό χαρακτήρα και περιορισμένο ορίζοντα». Το 1972 σε Έκθεση επιτροπής για την Ειδική Εκπαίδευση αναφερόταν ότι στην αρχή της χρονιάς λειτουργούσαν 40 ειδικά σχολεία και ιδρύματα για τυφλούς, κωφούς, σωματικά ανάπηρους, νοητικώς υστερούντα παιδιά. Η επιτροπή αναγνώριζε ότι σε σχέση με το πρόβλημα τα σχολεία ήταν ελάχιστα, ενώ αναφερόταν στην έλλειψη νομοθεσίας, κατάλληλου διδακτικού προσωπικού, ειδικών παιδαγωγικών προγραμμάτων και διδακτικού υλικού, στην ανυπαρξία επαγγελματικής εκπαίδευσης, στις ελάχιστες νομοθετικές παρεμβάσεις που είχαν γίνει από μεριάς του κράτους για την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Εισηγούνταν δε, νομοθετικές ρυθμίσεις, εξειδίκευση του προσωπικού, οικονομική ενίσχυση των ιδρυμάτων, ίδρυση ειδικών σχολείων, διαφώτιση της κοινής γνώμης και οικογένειας γύρω από την εκπαίδευση των αναπήρων. Ωστόσο από την εξαγγελία στην υλοποίηση υπήρχε απόσταση και τα περισσότερο προτεινόμενα μέτρα δεν υλοποιήθηκαν παρά μόνο μεταπολιτευτικά. Η πιο σημαντική όμως νομοθετική παρέμβαση αυτής της περιόδου ήταν η αναγνώριση με το Σύνταγμα του 1975, του δικαιώματος των αναπήρων στην εκπαίδευση (άρθρ. 16, παρ. 4, & άρθρ. 21). Είναι η πρώτη φορά που αναγνωρίζεται κάτι τέτοιο σε τόσο σημαντικό νομικό κείμενο. Μια ακόμη σημαντική στιγμή αυτής της περιόδου αποτελεί η σύσταση με το Π.Δ. 265/6-4-1979 του Κέντρου Εκπαιδεύσεως και Αποκαταστάσεως Τυφλών (στο εξής ΚΕΑΤ), στη θέση του «Οίκου Τυφλών», ως αποτέλεσμα του πολύμηνου αγώνα των τυφλών. Τελικά ο πρώτος νόμος για την Ειδική αγωγή ψηφίστηκε το 1981. *** Παρακάτω θα εξετάσουμε τις ελάχιστες πρωτοβουλίες που ανέλαβε το ελληνικό κράτος, μέχρι τη δεκαετία του 1970, μέσα από την κρατική νομοθεσία, οι οποίες στόχευαν να παράσχουν διευκολύνσεις και προνοιακές παροχές στους αναπήρους. Οι αντίστοιχες πρωτοβουλίες μέχρι το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ελάχιστες: Συγκεκριμένα: ο Ν. 1486/27-5-1918 «Περί ιδρύσεως ορθοπεδικού κέντρου». Η εγκύκλιος του Κεντρικού Ταχυδρομείου με την οποία λαμβάνεται πρόνοια για μειωμένα τέλη στην αποστολή βιβλίων σε γραφή Braille, το 1926. Ο νόμος περί ενοικιοστασίου, που εκτός των άλλων κατηγοριών, προστατεύει και τους ανάπηρους εν γένει, φυματικούς, τυφλούς, κ.λπ., το 1946. Η απόφαση του υπουργού Εφοδιασμού, το 1948, για αύξηση της επικουρικής μερίδας τροφίμων, κατά το ήμισυ, σε ανάπηρους αξιωματικούς του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας, που δεν είχαν ολοκληρωτική αναπηρία και στα θύματα της κατοχής, του δεκεμβριανού κινήματος και του συμμοριακού πολέμου, ενώ με την ίδια απόφαση, χορηγήθηκε βελτιωμένη επικουρική μερίδα στους αναπήρους ολοκληρωτικής αναπηρίας, στους τυφλούς ανάπηρους αξιωματικούς και οπλίτες όλων των όπλων, στους ανάπηρους πάσχοντες από παράλυση και στους φυματικούς ανάπηρους. Μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο οι νομοθετικές πρωτοβουλίες πληθαίνουν: Έτσι το 1951 με τον Α.Ν. 1854/1951 Περί απονομής των Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (ΦΕΚ 182, τεύχος πρώτο, 23/6/1951) αποκαθίστανται συνταξιοδοτικά τα θύματα πολέμου και ειρηνικής περιόδου. Όπως βλέπουμε, η κρατική μέριμνα για τους αναπήρους πολέμου είναι διαρκής και αποτελεί τη μόνη σταθερά των κρατικών πρωτοβουλιών που αφορούν τους αναπήρους. Επίσης, το 1956, με απόφαση της υπουργού Πρόνοιας, Λ. Τσαλδάρη, καθορίστηκαν οι δικαιούμενοι δωρεάν ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, ανάμεσα στους οποίους ήταν και οι ανάπηροι. Σύμφωνα με την απόφαση, οι συγκεκριμένοι δικαιούχοι ήταν: οι ανάπηροι, οι επικίνδυνοι ψυχοπαθείς, τα θύματα πολέμου και οι οικογένειες αυτών, εφόσον είχαν κριθεί άποροι, οι ανάπηροι της χωροφυλακής και οι αστυνομικοί υπάλληλοι, οι τρόφιμοι διαφόρων ιδρυμάτων (ορφανοτροφείων, παιδοπόλεων, παιδικών κατασκηνώσεων, αναμορφωτικών καταστημάτων) μεταξύ των οποίων, των ιδρυμάτων κωφαλάλων και τυφλών. Επιπλέον, στις δαπάνες για την υγεία και την κοινωνική πρόνοια, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό τού 1957, προβλέπονταν κονδύλια για τους αναπήρους. Συγκεκριμένα στο σύνολο δαπανών, που ήταν 706.000.000 δρχ, δόθηκαν: 26.000.000 δρχ. για την οικονομική ενίσχυση ιδιωτικού δικαίου φιλανθρωπικών ιδρυμάτων που παρείχαν κοινωνική πρόνοια, 3.000.000 δρχ για την περίθαλψη αναπήρων και ιδιωτών τυφλών. Τέλος, νομοθετική πρωτοβουλία από τη δικτατορία των συνταγματαρχών για τους αναπήρους ήταν το Ν.Δ. 634/1970 (ΦΕΚ 173, τεύχ. 1, 21/8/1970) που καθιέρωσε τη δωρεάν μετακίνηση των αναπήρων στις αστικές συγκοινωνίες, καθώς και μειωμένη εισφορά κατά 50% στις υπεραστικές. www.eoty.gr ________ Orasi mailing list για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] και στο θέμα γράψτε unsubscribe Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net Για το αρχείο της λίστας http://www.mail-archive.com/[email protected]/ παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) http://www.freelists.org/archives/orasi __________ NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού http://www.nvda-project.org/ __________ Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο ρεπερτόριο επισκεφθείτε το http://www.isobitis.com ______________
