Η ιστορία τού Οίκου Τυφλών της Ελλάδος (Μέρος 9ο: Κεφάλαιο Β - 1ο υποκεφάλαιο)

Η διπλωματική εργασία της Βιβής Τσαβαλιά στο Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών 
«Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία» - Κατεύθυνση: Νεότερη και σύγχρονη Ιστορία, του 
Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. (Μέρος 9ο: Κεφάλαιο 
Β - 1ο υποκεφάλαιο).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΥΦΛΟΥΣ

1ο υποκεφάλαιο: Η εκπαίδευση των τυφλών (18ος-20ός αι.)

Στο τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα, οι τυφλοί θεωρούνταν ανεπίδεκτοι μαθήσεως. 
Λίγα βήματα είχαν γίνει για την εκπαίδευσή τους: Η πρώτη δημοσίευση η οποία 
ενθάρρυνε την εκπαίδευση των τυφλών ήταν το De subventione pauperum (Περί της 
υποστήριξης των φτωχών) που δημοσιεύθηκε το 1530 στο Παρίσι από τον Ισπανό 
Vives Ludvig. Σε αυτή, υποστήριζε ότι οι τυφλοί μπορούν να μελετήσουν τις 
επιστήμες και τη μουσική, πάνω απ' όλα όμως τον απασχολούσε η ένταξή τους στην 
εργασία. Ο Denis Diderot αμφισβήτησε την άποψη ότι οι τυφλοί δεν μπορούν να 
εκπαιδευτούν, σε μια δημοσίευσή του στο Παρίσι το 1749. 

Η Esther Elisabeth von Waldkirch (1661 -?) είναι η πρώτη περίπτωση τυφλής στην 
οποία εφαρμόστηκε μια προγραμματισμένη διδασκαλία γραφής. Αντίστοιχα η τυφλή 
Melanie de Salignac μορφώθηκε κυρίως από τη μητέρα της. Ο τυφλός R. Weissenburg 
εκπαιδεύτηκε από τον πρώτο Γερμανό καθηγητή των τυφλών, Christian Niesen, και 
έφτιαξε πολλές συσκευές για τη διδασκαλία των τυφλών. Η αυστριακή Maria 
Theresia von Paradis (1759-1824) ήταν μια από τις πιο διάσημες τυφλές στο 
δέκατο όγδοο αιώνα. 

Πέρα από αυτές τις διάσπαρτες προσπάθειες, οι πρώτες συστηματικές ενέργειες για 
την εκπαίδευση των τυφλών έγιναν από τον Valentin Hauy ή, όπως συχνά 
αποκαλείται, τον «πατέρα της εκπαίδευσης των τυφλών», ο οποίος άνοιξε την πόρτα 
στη σύγχρονη εκπαίδευση των τυφλών -όπως τη γνωρίζουμε σήμερα- στο Παρίσι το 
1784. Αυτό που ξεχώριζε τη διδασκαλία του Valentin Hauy (1745 - 1822) από 
πολλές άλλες μορφές διδασκαλίας στην εποχή του, ήταν ότι γενικά έδωσε έμφαση 
στις νοητικές ικανότητες των τυφλών αλλά και στις χειρωνακτικές δεξιότητες, 
όπως το πλέξιμο καλαθιών, η ύφανση κ.λπ. Επιπλέον ο V. Hauy παρατήρησε ότι οι 
τυφλοί δεν είχαν, όπως συχνά πιστεύονταν, μειωμένες νοητικές ικανότητες σε 
σχέση με τους βλέποντες. Ο V. Hauy μέσα από τη διδασκαλία μάθαινε στους τυφλούς 
να διαβάζουν και να γράφουν χρησιμοποιώντας απτικά μέσα. 

Σε αυτό το πλαίσιο, ίδρυσε το πρώτο σχολείο του κόσμου για τους τυφλούς στο 
Παρίσι, το 1784. Αρχικά ο V. Hauy εκπαίδευσε το τυφλό επαίτη μαθητή του 
Francois LeSueur. Η διδασκαλία είχε επιτυχία και ο Hauy επέστησε την προσοχή 
τού κοινού σε αυτό. Μια φιλανθρωπική ένωση (Societe Philanthropique) τον 
υποστήριξε και ίδρυσε το σχολείο για τυφλούς. Στην πραγματικότητα, η Societe 
Philanthropique, η οποία είχε συγκροτηθεί το 1780 στο Παρίσι, υποστήριζε ήδη 
τυφλούς, ειδικά την εκπαίδευσή τους στις τέχνες. Υπό τη διεύθυνση του V. Hauy 
το σχολείο αύξησε τους μαθητές σε πενήντα και έγινε γνωστό ως L΄ Institut 
National des Jeunes Aveugles (Το Εθνικό Ίδρυμα για τυφλούς νέους). 

Στα τέλη του δέκατου όγδοου και στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα ειδικά 
σχολεία για τυφλούς άρχισαν να εμφανίζονται, επίσης, εκτός Γαλλίας. Το έργο του 
V. Hauy έγινε γνωστό σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, και αυτό επηρέασε την ίδρυση 
νέων θεσμών για τυφλούς. Αρχικά, σε αυτά τα σχολεία οι τυφλοί διδάσκονταν μόνο 
στοιχειώδεις γνώσεις για τη διαχείριση της καθημερινότητας και των απλών 
συναλλαγών τους, αλλά αργότερα έγιναν προσπάθειες να διδαχθούν ανάγνωση και 
γραφή.

Στην Μεγάλη Βρετανία, ο Εdward Rushton, «ένας άνθρωπος από το Λίβερπουλ, που 
από νέος πήγε στα καράβια και ήταν ένα τυπικό προϊόν του Διαφωτισμού» με τη 
βοήθεια δύο τυφλών συντρόφων του σχημάτισε μια μικρή επιτροπή, η οποία άρχισε 
να ζητά την απαραίτητη οικονομική στήριξη για την ίδρυση σχολείου τυφλών. 
Τελικά το 1790 την εξασφάλισε. Τον Ιανουάριο του 1791, το πρώτο σχολείο για 
τους τυφλούς της Αγγλίας άνοιξε στο Λίβερπουλ με την επωνυμία Σχολή Κατάρτισης 
Απόρων Τυφλών. Εκτός από το ίδρυμα στο Λίβερπουλ, κατά την τελευταία δεκαετία 
του δέκατου όγδοου αιώνα, ιδρύθηκαν τρία άλλα σχολεία για τυφλούς στο Μπρίστολ, 
Εδιμβούργο και το Λονδίνο. Ωστόσο, αν και τα σχολεία λειτουργούσαν, δεν υπήρχε 
μέθοδος κατάρτισης των εκπαιδευτικών και ούτε κάποιο ανάγλυφο σύστημα για να 
μάθουν οι τυφλοί να διαβάζουν και να γράφουν. Κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού 
του δέκατου ένατου αιώνα μόνο τέσσερα νέα ιδρύματα για τυφλούς ιδρύθηκαν: στο 
Νόργουιτς (1805), τη Νέα Υόρκη (1835), το Νιούκαστλ (1838) και το Μάντσεστερ 
(1839). Ωστόσο, δεν ελήφθη υπόψη η κατάρτιση των εκπαιδευτικών σχετικά με το 
απαιτητικό αυτό έργο. 

Τα ιδρύματα στη Βιέννη και το Βερολίνο έγιναν πηγή έμπνευσης για την ίδρυση 
νέων σχολείων σε γερμανόφωνες χώρες. Στη Ρωσία ο ίδιος ο V. Hauy ίδρυσε το 
πρώτο ίδρυμα για τους τυφλούς. Πρωτοπόρος της εκπαίδευσης των τυφλών στις 
σκανδιναβικές χώρες ήταν ο Σουηδός Per Aron Borg. Άρχισε να διδάσκει ένα τυφλό 
κορίτσι, σύμφωνα με τη δική του μέθοδο το 1806. Ενδιαφερόταν επίσης για τους 
κωφούς και στην πρώτη δεκαετία του δέκατου ένατου αιώνα, δίδαξε τυφλούς και 
κωφούς μαθητές στο σπίτι του στη Στοκχόλμη. Το 1812, αγόρασε το ακίνητο Manilla 
στο Djurgarden, και με τη βοήθεια φοιτητών και καθηγητών έχτισε έναν «ξενώνα» 
για κωφούς και τυφλούς. Στις Κάτω Χώρες, το πρώτο ίδρυμα για την εκπαίδευση των 
τυφλών ιδρύθηκε στο Άμστερνταμ το 1808, στην Ελβετία, στη Ζυρίχη το 1809, και 
στη Δανία το 1811. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ιδρύματα για τυφλούς ιδρύθηκαν 
σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες. 

Το 1829 ιδρύθηκε το Άσυλο της Νέας Αγγλίας για τους Τυφλούς, το πρώτο σχολείο 
για τυφλούς στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 1839 μετονομάστηκε σε Ίδρυμα Perkins 
για τους Τυφλούς προς τιμήν του συνταγματάρχη Handasyd Perkins. Το 1887 το 
σχολείο καθιέρωσε ένα νηπιαγωγείο για τα τυφλά παιδιά, το 1920 έγιναν εκεί οι 
πρώτες ψυχολογικές εξετάσεις για τυφλά παιδιά, και το πρώτο μεταπτυχιακό 
Πρόγραμμα Επιμόρφωσης Εκπαιδευτικών για Τυφλούς, σε συνεργασία με το 
Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Το 1831, ιδρύθηκε το ίδρυμα για τυφλούς στη Νέα 
Υόρκη υπό τη διεύθυνση του Δρ. John Dennison Russ. Αντίστοιχο Ίδρυμα στην 
Πενσυλβάνια ιδρύθηκε το 1833. Οι πρώτοι μαθητές ήταν τα παιδιά οικογενειών που 
μπορούσαν να πληρώσουν τα δίδακτρα και τα τέλη επιβίβασης. Τα σχολεία για τυφλά 
παιδιά σιγά-σιγά πολλαπλασιάστηκαν. 

Ένα σημαντικό ζήτημα που αφορούσε την εκπαίδευση των τυφλών ήταν η γραφή στην 
οποία θα εκπαιδεύονταν. Έτσι το 1786, ο V. Hauy δημοσίευσε στο Δοκίμιο για την 
εκπαίδευση των τυφλών ένα ανάγλυφο σύστημα γραφής ώστε να μπορούν να το 
διαβάσουν τυφλοί. Αυτό το σύστημα γραφής είναι σήμερα γνωστό ως τύπος Hauy. Ο 
τύπος απλοποιούσε το σύστημα που χρησιμοποιούνταν συνήθως για τη γραφή των 
τυφλών, αλλά χωρίς να αλλάξει στην ουσία τη μορφή της γραφής. Το μεγάλο λάθος 
αυτών των συστημάτων γραφής ήταν, όπως επεσήμανε ο ερευνητής Pam Lorimer, ότι 
θεωρούσαν «πως επειδή τα γράμματα ήταν εύκολο να γίνουν αντιληπτά με τα μάτια 
δεν θα ήταν πάρα πολύ δύσκολο να κατανοηθούν μέσω ανάγλυφων σχημάτων με την 
αφή». 

Η ίδια κριτική μπορεί να γίνει και για τον τύπο Moon που αναπτύχθηκε από το 
τυφλό Δρ. William Moon (1818-1894). Το σύστημα Moon είναι το μόνο άλλο σύστημα 
ανάγνωσης για τυφλούς, το οποίο είναι σε κοινή χρήση μέχρι σήμερα, αν και 
χρησιμοποιείται κυρίως στη Βρετανία και ορισμένες χώρες της Βρετανικής 
Κοινοπολιτείας. Το πρόβλημα με όλα τα ανάγλυφα συστήματα γραφής ήταν η δυσκολία 
στη γραφή, καθώς, κατά τον 19ο αιώνα, αυτή η γραφή μπορούσε να παραχθεί 
επιτυχώς μόνο με τη χρήση πιεστηρίων. Αυτό ήταν μεγάλο μειονέκτημα για τους 
τυφλούς καθώς εξαρτιόντουσαν από τους βλέποντες για το τύπωμα.

Η εκπαίδευση, η ανάγνωση και η γραφή των τυφλών ήταν δύσκολη υπόθεση στις αρχές 
του 19ου αιώνα, καθώς όπως επισημαίνει ο Lorimer, «κανένα μέσο γραφής δεν είχε 
εξελιχθεί μέχρι το 1821». Η καθυστέρηση της εκπαίδευσης των τυφλών προκλήθηκε 
εν μέρει από τεχνολογικά προβλήματα, αλλά και από την έλλειψη κατανόησης των 
αναγκών και των δυνατοτήτων των ατόμων που στερούνται την όραση. Τελικά, ο 
τυφλός γάλλος μαθητής Λουδοβίκος Μπράιγ (1809-1852) σχεδίασε το καλύτερο 
σύστημα ανάγνωσης και γραφής για τυφλούς, το «Σύστημα Braille», χρησιμοποιώντας 
μόνον έξι κουκίδες. 

Με τη χρήση Braille οι τυφλοί μαθητές ήταν σε θέση να προχωρήσουν την 
εκπαίδευσή τους. Η Helen Keller (1880-1968) η οποία ήταν τυφλο-κωφάλαλη ήταν σε 
θέση να πάει στο κολέγιο, το 1900, εξαιτίας της μεγάλης επάρκειάς της στην 
γραφή Braille. Εξαιρετικά σημαντική, για την εκπαίδευση των τυφλών ήταν και η 
ανακάλυψη του Pierre Foucault, ο οποίος ήταν δάσκαλος στο σχολείο για τυφλούς 
στο Παρίσι, και κατασκεύασε μια μηχανή, το 1848, η οποία εκτύπωνε ανάγλυφα 
γράμματα για τους τυφλούς. Βρισκόμαστε μπροστά στην ανακάλυψη της σύγχρονης 
γραφομηχανής, η οποία αρχικά εφευρέθηκε για την επικοινωνία των τυφλών. Η 
γραφομηχανή αντικατέστησε τους, ως επί το πλείστον, πολύ πιο αργούς τρόπους 
γραφής. Επίσης έχει αποδειχθεί ότι είναι μια πολύτιμη συσκευή για την 
απασχόληση ενός μεγάλου μέρους τυφλών. Η εισαγωγή αποτελεσματικών Braillewriter 
κατέστησε δυνατή την ταχεία μεταγραφή Braille βιβλίων και άλλων υλικών. 

Οι αστικές τάξεις αντιλήφθηκαν την εκπαίδευση για τους τυφλούς αρχικά ως μια 
φιλανθρωπική πράξη και αργότερα ως δικαίωμα των τυφλών πολιτών. Το Άσυλο 
Χάλιφαξ Τυφλών, το πρώτο οικοτροφείο για τυφλά παιδιά στον Καναδά, αποτελεί 
χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της εξέλιξης. Άνοιξε τις πόρτες του το 1872 ως 
φιλανθρωπικό ίδρυμα με εκπαιδευτικούς στόχους. Το Άσυλο ξεκίνησε με μια μεγάλη 
δωρεά από το κληροδότημα που άφησε ο έμπορος William Murdoch, ο οποίος είχε 
προβλήματα όρασης. Υπό την καθοδήγηση του τυφλού διευθυντή Fraser, το Άσυλο 
έγινε ένα ακμάζον σχολείο με μαθητές ηλικίας μεταξύ έξι και είκοσι ενός, στο 
οποίο διδάσκονταν ανάγνωση, μαθηματικά, ιστορία και γεωγραφία, μουσική, 
καλαθοπλεκτική. Παράλληλα ο Fraser ξεκίνησε μια εκστρατεία με εκκλήσεις 
χρηματοδότησης από φιλανθρώπους, ωστόσο κατέληξε να ζητά χρηματοδότηση από το 
κράτος, θεωρώντας την εκπαίδευση των τυφλών δικαίωμα του πολίτη, αντίστοιχο με 
το δικαίωμα όλων των παιδιών για δημόσια πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Τελικά η 
εκστρατεία πέτυχε και ο Fraser έστρεψε ξανά την προσοχή του στην εκπαίδευση των 
τυφλών παιδιών, επιτρέποντας στο Εθνικό Καναδικό Ινστιτούτο για Τυφλούς να 
γίνει το κύριο πρόσωπο της στήριξης των τυφλών στις θαλάσσιες επαρχίες και σε 
ολόκληρο τον Καναδά. 

Η σημασία των αναπήρων πολέμου στη διαμόρφωση των συστημάτων κοινωνικής 
πρόνοιας για τους αναπήρους και συνολικότερα η αλλαγή αντιμετώπισης της 
αναπηρίας και της τυφλότητας αποτελεί κοινό τόπο στη σχετική διεθνή 
βιβλιογραφία. Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε καθοριστικός για την Δύση, αφού 
έφερε αντιμέτωπες τις κοινωνίες με τις συνέπειες του πολέμου μετά το τέλος του, 
δηλαδή τη μεγάλη ανθρωπιστική καταστροφή. Σε αυτό το πλαίσιο επηρεάστηκε η 
πρόνοια για την αναπηρία και ως εκ τούτου για τους τυφλούς.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των μετατοπίσεων είναι η ίδρυση του Καναδικού 
Εθνικού Ινστιτούτου για τους Τυφλούς (CNIB) το 1918. Ενώ στις αρχές του 
εικοστού αιώνα, οι τυφλοί αντιμετωπίζονταν γενικά, και στον Καναδά, ως 
εξαρτώμενα μέλη της κοινωνίας και θεωρούνταν αξιοθρήνητοι. Μετά τον Α' 
Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτή η εξάρτηση έγινε πιο εμφανής όταν βετεράνοι, οι οποίοι 
είχαν χάσει την όρασή τους κατά τη διάρκεια των μαχών, επέστρεψαν στον Καναδά. 
Όπως προηγουμένως οι τυφλοί ενήλικες, οι βετεράνοι δεν είχαν αποκτήσει 
δεξιότητες για να αντιμετωπίσουν τη νέα πρόκληση. Ωστόσο, αυτή η ομάδα των 
ανδρών παρουσίαζε μια διαφορετική πρόταση αναπαράστασης της τυφλότητας. Η 
απώλεια της όρασης δεν ήταν εκ γενετής. Οι τυφλοί βετεράνοι ήταν αυτάρκεις πριν 
από την εμπειρία του πολέμου και τον τραυματισμό τους. 

Σε αυτό το πλαίσιιο ιδρύθηκε το 1918 το Καναδικό Εθνικό Ινστιτούτο για τους 
Τυφλούς (CNIB) από διάφορα άτομα, συμπεριλαμβανομένου του τυφλού βετεράνου 
πολέμου, Edwin Baker. Ως αποτέλεσμα της άσκησης πιέσεων του Ινστιτούτου, πολλές 
νομοθεσίες αναγνώρισαν ίσα δικαιώματα για τους τυφλούς. Για παράδειγμα, το 1930 
ψηφίστηκε νόμος που επέτρεπε στους τυφλούς ψηφοφόρους να ψηφίζουν. 



Η ιστορία τού Οίκου Τυφλών της Ελλάδος (Μέρος 10ο: Κεφάλαιο Β - 2ο υποκεφάλαιο)

Η διπλωματική εργασία της Βιβής Τσαβαλιά στο Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών 
«Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία» - Κατεύθυνση: Νεότερη και σύγχρονη Ιστορία, του 
Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. (Μέρος 10ο: Κεφάλαιο 
Β - 2ο υποκεφάλαιο).

2ο υποκεφάλαιο: Οι πρώτοι εμπνευστές της εκπαίδευσης των τυφλών στην Ελλάδα.

Μπορεί στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική η μέριμνα για τους τυφλούς και η 
έμφαση στην εκπαίδευσή τους να ξεκίνησε από τον 18ο αιώνα, ενώ η όλη προσπάθεια 
συστηματοποιήθηκε τον 19ο αιώνα, ωστόσο στην Ελλάδα αντίστοιχες κινήσεις δεν 
έγιναν πριν τις αρχές του 20ού αιώνα. Παρόλα αυτά το αίτημα για εκπαίδευση των 
τυφλών διατυπώνεται για πρώτη φορά, ήδη από το τελευταίο τέταρτο του 19ου 
αιώνα, από τον Κερκυραίο γιατρό και βουλευτή Αντώνιο Παλατιανό.  Κατά τη 
διάρκεια της βουλευτικής του θητείας, ο Α. Παλατιανός νόσησε από ασθένεια των 
οφθαλμών και αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει πολλαπλές εγχειρήσεις στην Ιταλία 
και το Παρίσι, ώστε να σώσει την όρασή του. 

Η προσωπική του περιπέτεια τον ώθησε να ασχοληθεί με την εκπαίδευση των τυφλών. 
Γνώστης, όπως φαίνεται, των εξελίξεων στην εκπαίδευση των τυφλών που 
συντελούνταν στην Ευρώπη, θέλησε να μεταλαμπαδεύσει και στη χώρα του αυτές τις 
αντιλήψεις. Σε αυτή την κατεύθυνση έγραψε δύο βιβλία, το Τυφλοί και κωφάλαλοι 
εν Ελλάδι, που εκδόθηκε το 1882, και το Δοκίμιον περί εφαρμογής εις την 
ελληνικήν γλώσσαν της αναγλυφογραφίας Βράιλ προς εκπαίδευσιν των τυφλών.

Στο πρώτο βιβλίο παρουσιάζει την κατάσταση τυφλών και κωφαλάλων στην Ελλάδα. 
«Δύο τάξεις δυστυχών όντων εισίν έτι μάλλον δυστυχείς δια μόνον λόγον ότι 
γεννώνται εν Ελλάδι, οι τυφλοί και οι κωφάλαλοι»,  αναφέρει χαρακτηριστικά στην 
αρχή του ευσύνοπτου συγγράμματός του. Ο Α. Παλατιανός υπολογίζει, ελλείψει 
οποιασδήποτε επίσημης στατιστικής, ότι στην Ελλάδα οι τυφλοί είναι περίπου 
2.000 και οι κωφάλαλοι 4.000, κατ' αναλογία με όσους έχουν υπολογιστεί σε άλλες 
χώρες, ωστόσο αναφέρει ότι κανείς -ούτε η πολιτεία, ούτε ο δήμος, ούτε η 
κοινωνία- έχει αναλάβει πρωτοβουλία για να τους ανακουφίσει από το «άχθος» 
τους, ενώ αναφέρει ότι η κατάσταση είναι χειρότερη στις τάξεις των εργατών και 
των φτωχών, καθώς καμία μέριμνα δεν λαμβάνεται από την οικογένειά τους. 

Την κατάσταση αυτή τη θεωρεί ντροπιαστική, και αναφέρει ότι «η Ελλάς ήτις και 
δικαίως έχει την αξίωσιν να προΐσταται του πολιτισμού εν τη Ανατολή, οφείλει 
και κατά τούτον τον κλάδον, ως πράττει και εις άλλους, να μιμήται τα 
πεπολιτισμένα έθνη του παλιού και νέου κόσμου».  Σε αυτά τα πολιτισμένα έθνη, 
οι τυφλοί και οι κωφάλαλοι εκπαιδεύονται και γίνονται ωφέλιμοι για την πατρίδα, 
την οικογένεια, τους εαυτούς τους.  Προς απόδειξη των λεγομένων του, 
παρουσιάζει την ιστορία της εκπαίδευσης των τυφλών από τις πρώτες προσπάθειες 
του V. Hauy, που εφηύρε την τέχνη της διδασκαλίας, της ανάγνωσης και της γραφής 
των τυφλών και ίδρυσε στο Παρίσι κατάστημα τυφλών νέων, μέχρι τις μέρες του, 
όπου λειτουργούν διάφορα εκπαιδευτήρια τυφλών σε πολλές χώρες. Αναλυτικές 
πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των οικότροφων, την ηλικία τους, τα δίδακτρα, 
τη χρηματοδότηση, τα μαθήματα, την επαγγελματική εκπαίδευση και αποκατάσταση 
των τυφλών κ.λπ. δίνει για το δημόσιο εκπαιδευτήριο τυφλών στη Γαλλία, ενώ 
αναφέρει διάσπαρτες πληροφορίες και για την κατάσταση στην Ιταλία και την 
Αγγλία.  Μάλιστα υποστηρίζει ότι τα πλεονεκτήματα της εκπαίδευσης των τυφλών 
έχουν γίνει ήδη εμφανή, καθώς και από τις δύο αυτές τάξεις ανθρώπων έχουν 
προέλθει πολλοί διαπρεπείς επιστήμονες, καλλιτέχνες, βιομήχανοι κ.λπ. 

«Ενώπιον τοιούτων αποτελεσμάτων είναι αδικαιολόγητος η παρ' ημίν έλλειψις 
εκπαιδευτικών καταστημάτων υπέρ των τυφλών και κωφαλάλων»,  τονίζει και 
αναφέρει ότι πρέπει να υπάρξει κινητοποίηση για να ελαττωθεί η «αθλιότητα» 
αυτών των ατόμων και να γίνουν «ωφέλιμοι και έντιμοι πολίτες». Θεωρεί δε, ότι 
αυτό είναι καθήκον της κοινωνίας.  Σε αυτό το πλαίσιο προτείνει, να διεξαγάγει 
καταρχήν η κυβέρνηση στατιστική για να δει το μέγεθος του προβλήματος, και στη 
συνέχεια να συνεργήσει μαζί με τους δήμους και τους ιδιώτες για τη σύσταση 
εκπαιδευτήριων τυφλών και κωφαλάλων και για τα δύο φύλα. Στο «Ειδικό 
εκπαιδευτήριο», το οποίο πρέπει να είναι «χρήσιμο δια πάσαν την Ανατολή», θα 
φοιτούν τυφλοί και κωφάλαλοι 6-20 ετών, που δεν έχουν «ατελή διανοητική 
ανάπτυξιν» αναφέρει, ενώ κάνει λόγο και για χρηματική βοήθεια στους πένητες.  
Τέλος δεν παραλείπει να αναφερθεί σε σκέψεις και ενέργειες της Βασίλισσας, από 
το 1881, ώστε να φιλοξενήσει και να εκπαιδεύσει τυφλά και κωφάλαλα παιδιά, το 
ορφανοτροφείο Χατζηκώστα, γεγονός που τον ωθεί να προτείνει την ίδρυση 
«εταιρείας», υπό την προστασία της, η οποία θα αναλάβει την περίθαλψη και 
εκπαίδευση τυφλών και κωφαλάλων, με παραρτήματα σε όλη την Ελλάδα, και στόχο 
την ίδρυση του Εκπαιδευτηρίου. 

Η επόμενη προσπάθεια του Α. Παλατιανού είναι να εισαγάγει τη γραφή Braille στην 
Ελλάδα. Ο Α. Παλατιανός γνώριζε ότι σε Αγγλικό γυμνάσιο για τυφλούς γόνους 
ευγενών διδάσκονταν αρχαία ελληνικά και «προ ολίγων δε ετών εφηρμόσθη επί τούτω 
εις το Ελληνικό Αλφάβητο το σύστημα Βράιλ», ενώ τυπώθηκαν, σε αυτή τη γραφή, 
βιβλία του Θουκυδίδη, τα Ευαγγέλια κ.λπ. Ωστόσο υποστηρίζει ότι «η εφαρμογή 
απέβη ατελής μην λαμβάνουσα υπόψιν τους τόνους» και ότι γίνονται προσπάθειες 
τελειοποίησης στην Ελλάδα και Αγγλία.  Τις προσπάθειες αυτές συστηματοποιεί με 
την έκδοση του Δοκιμίου περί εφαρμογής εις την ελληνικήν γλώσσαν της 
αναγλυφογραφίας Βράιλ προς εκπαίδευσιν των τυφλών, με το οποίο κάνει γνωστό το 
σύστημα Braille στην Ελλάδα και προσπαθεί να το προσαρμόσει στην ελληνική 
γλώσσα. 

Στη συνέχεια εξέδωσε βιβλία γραμματικής, αριθμητικής, και εκπαιδευτικά βιβλία 
για τυφλούς, τα οποία, σύμφωνα με τον βιογράφο του στον Παρνασσό, έγιναν γνωστά 
στο εξωτερικό «μετά επαίνων», αλλά στην Ελλάδα έμειναν «απαρατήρητα». Η 
αναγνώριση των προσπαθειών του από τους ομολόγους του στην Ευρώπη γίνεται 
εμφανής από την πρόσκληση που του απευθύνθηκε, ώστε να συμμετάσχει στην Εθνική 
Σύνοδο επιστημόνων που ασχολούνταν με την εκπαίδευση και θεραπεία τυφλών, το 
1883 στη Φλωρεντία, και σε αντίστοιχη σύνοδο στην Ολλανδία. 

Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι ο Α. Παλατιανός, ακολουθώντας το πρότυπο του 
Valentin Hauy, δίδαξε αυτοπροσώπως τυφλό μαθητή από τα 4 του έτη. Η διδασκαλία 
περιλάμβανε γραφή, ανάγνωση και στοιχειώδεις γνώσεις. Μάλιστα, επιδιώκοντας να 
«χρησιμεύση ως παράδειγμα μαρτυρούν ποιαν ήθελε παράσχειν ωφέλεια η σύσταση 
τακτικού και πλήρους σχολείου των τυφλών», τον έστειλε υπότροφο σε 
εκπαιδευτήριο τυφλών στη Νάπολη, στο οποίο ο μαθητής είχε άριστες επιδόσεις, 
αλλά εξαιτίας νόσου πέθανε, προκαλώντας μεγάλη λύπη και απογοήτευση στον Α. 
Παλατιανό. 

Παρά τις προσπάθειες του Α. Παλατιανού, μέχρι το 1893 -έτος θανάτου του- τίποτα 
δεν έγινε για την εκπαίδευση των τυφλών και κωφάλαλων στη χώρα. Κανένας φορέας, 
ούτε το κράτος, ούτε οι δήμοι, ούτε η ιδιωτική πρωτοβουλία ενδιαφέρθηκε να 
υλοποιήσει τα οράματά του. Έτσι ο ίδιος προνόησε και στη διαθήκη του άφησε «40 
μετοχάς της Ιονικής Τραπέζης της ιδιοκτησίας μου, όπως διά μόνων των τόκων 
εκπαιδεύωνται νέοι τυφλοί Κερκυραίοι, ορθόδοξοι, νοήμονες, πολίται Έλληνες, εις 
τι εκπαιδευτήριον εις το Εξωτερικόν ή προτιμότερον εις συσταθησόμενον εν 
Ελλάδι. Αν τυχόν εν Κέρκυρα δεν υπάρχουν τοιούτοι νέοι τυφλοί, θέλει 
εκπαιδεύονται νέοι τυφλοί εξ άλλων επαρχιών της Ελευθέρας Ελλάδος». Μάλιστα στη 
διαθήκη του προέβαλε αφενός το αρχικό κεφάλαιο να παραμείνει άθικτο και 
αφετέρου η διαχείρισή του να γίνεται από τον αρχιεπίσκοπο της Κέρκυρας, τον 
δήμαρχο του νησιού, και ένα συγγενικό του πρόσωπο.  Τελικά το κληροδότημα του 
Α. Παλατιανού αξιοποιήθηκε και μετά την ίδρυση του Οίκου Τυφλών, 
χρηματοδοτώντας υποτροφίες,  γεγονός που προφανώς ώθησε στην καταγραφή του 
ονόματος του κερκυραίου πολιτικού σε τιμητική πλάκα έξω από τον Οίκο, υπό τον 
τίτλο Μεγάλοι Ευεργέτες.  Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι εκτός από τον Α. 
Παλατιανό και η Ελένη Βασιλείου στη διαθήκη της, τρία χρόνια μετά, το 1896, 
άφησε κληροδότημα 25 χιλιάδων δρχ. εντόκως στην Εθνική Τράπεζα για την ίδρυση 
ασύλου τυφλών από την κυβέρνηση ή ιδιώτες. 



Η ιστορία τού Οίκου Τυφλών της Ελλάδος (Μέρος 11ο: Κεφάλαιο Β - 3ο υποκεφάλαιο)

Η διπλωματική εργασία της Βιβής Τσαβαλιά στο Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών 
«Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία» - Κατεύθυνση: Νεότερη και σύγχρονη Ιστορία, του 
Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. (Μέρος 11ο: Κεφάλαιο 
Β - 3ο υποκεφάλαιο).

3ο υποκεφάλαιο: Οι ιδέες περί ευγονικής στο 1ο μισό τού 20ού αιώνα.

Το 1920 είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για τη συστηματική οργάνωση των υπηρεσιών 
υγείας στην Ελλάδα. Τότε έρχεται στη Βουλή η συζήτηση για τον ιδρυτικό νόμο του 
υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας.  Το υπουργείο στόχευε στην ενοποίηση 
διαφόρων υπηρεσιών διάσπαρτων σε άλλα υπουργεία. Εκείνη την εποχή η κατάσταση 
της υγείας των πολιτών ήταν κακή (αυξημένη θνησιμότητα, επιδημίες), ενώ η 
νοσηρότητα εξαιτίας του πολέμου έχει αυξηθεί. Με την ίδρυση του υπουργείου, το 
κράτος φαίνεται να κατανοεί την αναγκαιότητα να πάρει πρωτοβουλίες σε αυτό τον 
τομέα.  Τότε για πρώτη φορά γίνεται προσπάθεια υγειονομικής προστασίας του 
παιδιού από τη σύλληψη μέχρι την εφηβεία. Το ελπιδοφόρο εγχείρημα σταμάτησαν τα 
πολεμικά γεγονότα του 1920-1922. Ωστόσο πρόκειται για την πρώτη προσπάθεια 
υγειονομικής προστασίας του παιδιού τον 20ό αιώνα, που στήριξαν οι βενιζελικές 
κυβερνήσεις, και θα πρέπει να ενταχθεί στο συνολικότερο σχέδιο κοινωνικής 
πολιτικής τού φιλελεύθερου κόμματος όσο και της σχεδιαζόμενης εκπαιδευτικής 
μεταρρύθμισης. 

Η πύκνωση του ενδιαφέροντος για αυτά τα ζητήματα οφείλεται σε 3 παράγοντες: 1) 
στην ανάδυση διεθνών οργανισμών υγείας, 2) στην ανάδειξη, στον ιατρικό λόγο, 
των κοινωνικών παραγόντων που συνδέονται με την ποιότητα υγείας, 3) στην 
κρατική ανάληψη ευθύνης γι αυτά τα ζητήματα. Παράλληλα, η ανάπτυξη του 
ευγονιστικού κινήματος καθώς και οι συζητήσεις για τη χάραξη μιας κοινωνικής 
πολιτικής απέναντι στην οικογένεια, θα υπογραμμίσουν τη σημασία της υγείας του 
παιδιού και της μητέρας στο πλαίσιο διαφορετικών πολιτικών. Όσο αυξάνεται αυτό 
το ενδιαφέρον, παίρνονται και πρωτοβουλίες, π.χ. σχολεία για μαθητές ειδικών 
κατηγοριών κ.λπ. 

Μεταξύ 1918-1920 δημιουργούνται υπουργεία κοινωνικής πρόνοιας σε διάφορες 
ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό οφείλεται στις συνέπειες του πολέμου (μεγάλοι αριθμοί 
αναπήρων, αρρώστων, θανόντων). Οι κυβερνήσεις όλων των πολιτικών αποχρώσεων 
προχώρησαν στη συγκρότηση μιας κοινωνικής πολιτικής, οργάνωσαν νοσοκομεία, 
συμβουλευτικά κέντρα κλπ. Ωστόσο, παρόλο που τα κράτη αναγνωρίζουν τη σημασία 
της κοινωνικής πολιτικής ο βαθμός ενεργοποίησής τους ποικίλει. Την περίοδο αυτή 
η υγεία αναδεικνύεται σε δημόσιο ζήτημα και για το λόγο ότι ενισχύεται το 
κοινωνικό αίτημα για φροντίδα και το δικαίωμα των πολιτών στην κρατική πρόνοια. 
Στη διαμόρφωση των νέων αιτημάτων, ουσιαστικό ρόλο έπαιξε η στροφή των γιατρών 
στις οικονομικές και κοινωνικές αιτίες που ήταν η πηγή της νοσηρότητας.  Καθώς 
ο Μεσοπόλεμος είναι περίοδος διάχυσης οικουμενικών αξιών και διεύρυνσης της 
σφαίρας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η υγεία δεν ερμηνεύεται ως ατομική υπόθεση 
αλλά ως αντικείμενο δημόσιου ενδιαφέροντος. Η κοινωνιολογική στροφή στην 
ιατρική σκέψη μετά τον Α΄ παγκόσμιο Πόλεμο έρχεται να υποκαταστήσει την 
ηθικολογική ερμηνεία των αιτιών της αρρώστιας τού τέλους του 19ου αιώνα, που 
θεωρούσε τους αρρώστους υπεύθυνους της κατάστασής τους. Αυτή η στροφή γίνεται 
κυρίαρχη μετά το 1930. Διατυπώνεται η άποψη ότι η δημόσια υγεία θα μπορούσε να 
αναπτυχθεί καλύτερα μέσω της κοινωνικής διαπαιδαγώγησης, σε συνδυασμό με την 
κοινωνική υγιεινή και την ευγονική. Σε αυτό το πλαίσιο η ανάληψη δράσης 
μετακινείται από τη φιλανθρωπία στην πολιτική. Ο ρόλος των φιλανθρωπικών 
οργανώσεων μειώνεται σε αυτή την περίοδο.  Παράλληλα όμως, η διάρθρωση εντός 
κρατικών ορίων μιας οργανωμένης πρόνοιας εντείνει τον αυταρχισμό. Στην 
περίπτωση αυτή η ιατρική καθίσταται αντικείμενο ελέγχου και εκμετάλλευσης, όπως 
στη Γερμανία.  Παράλληλα, η ιατρική χρησιμοποιείται ως εργαλείο για τον έλεγχο 
των ατομικών και συλλογικών σωμάτων.

Όσον αφορά τις ευγονικές αντιλήψεις και την κρατική πολιτική,  υπάρχουν δύο 
κυρίαρχα μοντέλα σκέψης στην ιατρική: η κοινωνική ιατρική και ο ευγονισμός. Η 
κοινωνική ιατρική εστιάζει στις περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνθήκες 
διαβίωσης, στην υγεία των ατόμων και ομάδων και στην αρρώστια και προσπαθεί να 
ελέγξει την επίδραση εξωγενών παραγόντων (συνθήκες εργασίας, διατροφής κ.λπ.).

Ο ευγονισμός ή ευγονική εξετάζει τη γενετική επίδραση διαφόρων στοιχείων και 
κληρονομικών παραγόντων στην υγεία, προτείνοντας ένα σύνολο διαφόρων γενετικών 
ερευνών και κοινωνικών και ηθικών πρακτικών που κρίνονται θετικές για τη 
δημιουργία μιας «υγιούς φυλής». Ρίζες αυτών των θεωριών είναι η εγκληματολογική 
ανθρωπολογία του Lombroso, που απέδιδε ψυχολογικά χαρακτηριστικά σε ένα 
βιολογικό κληρονομικό στοιχείο και αφετέρου η θεωρία της κληρονομικότητας του 
Galton, που είχε επιχειρήσει μια μαθηματική προσέγγιση των βιολογικών 
φαινομένων. Ο Pearson επεσήμανε ότι η μελέτη του ευγονισμού είχε ως στόχο τη 
στατιστική εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας σε όλες τις φάσεις της, υγιείς και 
νοσηρές. Έτσι αναπτύχθηκε ο κλάδος της βιομετρίας.  Ο Galton ανέπτυξε το σχέδιό 
του για την εφαρμοσμένη βιομετρία, στην οποία η ευγονική ήταν σε θέση να 
επιτρέψει την αύξηση του ποσοστού αναπαραγωγής των πιο ικανών, μειώνοντας αυτό 
των λιγότερο ικανών. Η ποσοτικοποίηση γίνεται για τους ευγονιστές η μοναδική 
επιστήμη. Στόχος είναι η αναβάθμιση της φυλετικής ποιότητας του πληθυσμού και η 
φροντίδα μελλοντικών γενεών, δηλαδή η δημιουργία εύρωστων απογόνων, στοιχείο 
που νομιμοποιεί την κρατική παρέμβαση σε αυτή την κατεύθυνση. Σε αυτό το 
πλαίσιο το κράτος έπρεπε να πάρει μέτρα κοινωνικής πολιτικής. Οι ευγονικές 
θέσεις αποκτούν ευρύ κοινό και η σωματική ευρωστία του κοινωνικού συνόλου 
θεωρείται όλο και πιο αποτελεσματική για τη στρατιωτική προετοιμασία του 
έθνους. Η ανάγκη για εύρωστους πολίτες σπρώχνει το κράτος σε πρωτοβουλίες για 
να προστατευτούν οι πολίτες από ανθυγιεινές προκλήσεις. Διατυπώνονται διάφορες 
απόψεις για τη δημιουργία ενός βιολογικά ανώτερου κεφαλαίου καθώς και για τα 
όρια παρέμβασης του κράτους στη ζωή των πολιτών. Δημιουργήθηκαν δύο τάσεις: Η 
λήψη αρνητικών μέτρων (π.χ. στείρωση που παραπέμπει στον κοινωνικό εκφυλισμό 
και τη φυλετική παρακμή) και μια θετική, που έθετε ως στόχο την βελτίωση της 
ποιότητας ζωής και της δημόσιας υγείας και την αποτροπή της φυλετικής παρακμής, 
χάρη στον καθαρό αέρα, την άσκηση, την ηλιοθεραπεία. Κοινή πεποίθηση και των 
δύο ήταν ότι το κράτος μπορούσε να διαπλάσει την κοινωνία προς το καλύτερο, αν 
αποτρέψει τον φυλετικό εκφυλισμό.  Το σχολείο γίνεται χώρος ανάδειξης αυτών των 
αρχών. 

Ευγονισμός και οικογενειακή υγεία συνδέονται με τον Μεσοπόλεμο. Ο ιδεατός 
κόσμος των ευγονιστών είναι ένα εργαστήριο ανάπτυξης όμορφων και υγιών ανθρώπων 
με βάση τις ακόλουθες αρχές: 1) Κατάταξη, 2) Διασταύρωση μεταξύ γεννητόρων ίσης 
κατηγορίας, 3) Ικανοποίηση κοινωνικού καθήκοντος των γεννητόρων. Η υποχρέωση 
για αναπαραγωγή θεωρείται παρόμοια με τη στρατιωτική υποχρέωση. Μπροστά στο 
ενδεχόμενο μιας νέας πολεμικής σύρραξης και μείωσης του ποσοστού γεννήσεων 
δημιουργήθηκαν ανησυχίες και έγιναν ενέργειες για τη στήριξη της μητρότητας και 
την προστασία της παιδικής ηλικίας. 

Η ανάπτυξη του ενδιαφέροντος για την υγεία του παιδιού και της μητέρας 
συναρτάται με το κίνημα του ευγονισμού, του ελέγχου των γεννήσεων, της 
ποιότητας του πληθυσμού. Η μείωση των γεννήσεων μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο 
αύξησε την ανησυχία για την ποιότητα των παιδιών, τη σωματική τους ικανότητα, 
την ψυχική τους υγεία. 

Σημαντικό ήταν το κίνημα των γεννήσεων που πρωτοστάτησε στον τομέα αυτό, 
συναρτώντας τον με κοινωνικά προβλήματα, τη φτώχεια, τους ευγονικούς 
προβληματισμούς και τα ζητήματα αναπαραγωγής. Σε αυτό το κίνημα πρωτοστάτησε η 
Sanger, που με στόχο να προωθήσει τις αρχές τού οικογενειακού προγραμματισμού 
μεταξύ των γυναικών της εργατικής τάξης, ίδρυσε στις Η.Π.Α. το 1916 κλινική για 
τον έλεγχο των γεννήσεων. Από τη δεκαετία του 1920 συνδέει το ζήτημα με τον 
ευγονισμό και την αναγκαιότητα να εμποδιστεί η αναπαραγωγή μη υγιών στοιχείων. 
Υιοθετεί απόψεις της φυλετικής υγιεινής και επιχειρήματα για τη στείρωση ατόμων 
με προβλήματα υγείας και νοητική υστέρηση. 

Δραστήριοι έλληνες στον τομέα αυτό ήταν ο Ε. Λαμπαδάριος (συγγραφέας του 
βιβλίου Λαμπαδάριος Εμμ. Ν., Σχολική υγιεινή, Τύποις «Σφενδόνης», Αθήναι, 1928) 
και ο παιδίατρος Α. Δοξιάδης. 

Σε θέματα που θέτουν το 1930 σε συνέδρια και διεθνείς συναντήσεις δεν υπάρχει 
αναφορά για την αντιμετώπιση παιδιών με αναπηρίες.  Ωστόσο στο πρώτο 
διαβαλκανικό συνέδριο προστασίας του παιδιού το 1936 στην Αθήνα, το δεύτερο 
τμήμα του αφορούσε την προστασία του «άρρωστου και ανώμαλου παιδιού». 

Η καταγωγή του ενδιαφέροντος για τον ορισμό και τη μέτρηση της διανοητικής 
υγείας, άρα και της καταγραφής των «παρεκκλίσεων» από τον κανόνα, τοποθετείται 
από τα μέσα του 19ου αιώνα όταν η ψυχολογική μελέτη του παιδιού αναγνωρίζεται 
ως πεδίο επιστημονικής έρευνας. Φτιάχνονται επίσης ψυχομετρικά τεστ, εργαλείο 
που χρησιμοποίησαν οι ευγονιστές για να επιβεβαιώσουν τις θέσεις τους τη 
δεκαετία του 1920.

Η δαρβινιστική αντίληψη οδηγούσε στη σκέψη ότι οι διανοητικές παρεκκλίσεις 
έχουν βιολογική βάση και αιτιολογία, γενετικού χαρακτήρα. Από το 1908 
συγκροτείται το ρεύμα της διανοητικής υγιεινής. 

Η αγωγή των βραδύνοων είχε απασχολήσει διάφορες ευρωπαϊκές χώρες με πολλαπλούς 
τρόπους (π..χ. στη Γερμανία είχαν ιδρυθεί σχολεία παροχής βοήθειας, στη Γαλλία 
σχολεία καλυτέρευσης - βελτίωσης, στην Αγγλία «σχολεία ελαττωματικών»).  Η 
διανοητική υγεία άρχισε να απασχολεί ιδιαίτερα γιατρούς και παιδαγωγούς στο 
Μεσοπόλεμο: γίνονται συνέδρια, ιδρύονται ιατροπαιδαγωγικά τμήματα σε 
πανεπιστήμια, ιατρεία, άσυλα και ειδικές σχολικές τάξεις και ιδρύματα 
παρατήρησης για τα «ανώμαλα παιδιά» (Ιταλία νόμος του 1925), κ.λπ. 

Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα γίνεται προσπάθεια ιατρικοποίησης της 
παιδικής ηλικίας.  Η πεποίθηση των μεταρρυθμιστών παιδαγωγών του μεσοπολέμου 
ήταν ότι ο άνθρωπος και η κοινωνία μπορούν να αλλάξουν, μέσα από την προσαρμογή 
της εκπαίδευσης στις πραγματικές ανάγκες των παιδιών.  Για τον λόγο αυτό, 
αναπτύχθηκαν οι παιδικές εξοχές, οι οποίες συνήθως ακολουθούσαν εκπαιδευτικές 
δράσεις και πνευματικές ασκήσεις, με δραστηριότητες χαλάρωσης και άσκησης του 
σώματος (διαμονή στο δάσος, κολύμβηση, περίπατος). Η κοινωνική λειτουργία τους 
ορίζονταν ως εξής: Επειδή η οικογένεια δεν μπορεί να εξασφαλίσει καλή υγεία στα 
παιδιά, η κοινότητα αναλάμβανε αυτό το ρόλο μέσω των εξοχών. 

Για την περίθαλψη των προσφύγων τής Μικράς Ασίας το 1922 δραστηριοποιήθηκε, 
εκτός των άλλων, και η Αμερικανική Οργάνωση της Εγγύς Ανατολής που ανέλαβε την 
περίθαλψη ορφανών παιδιών προσφύγων. Η εμπλοκή αυτής της φιλανθρωπικής 
οργάνωσης στην περίθαλψη των προσφύγων θεωρήθηκε ευκαιρία για διείσδυση των 
αμερικανικών μεθόδων κοινωνικής πρόνοιας στην Ελλάδα. Η εκπαίδευση στις αρχές 
της αυτοβοήθειας, η επίλυση πρακτικών ζητημάτων, η υγιεινή διαπαιδαγώγηση ήταν 
τα βασικά θέματα που προωθούσε. Έτσι, εκτός από περίθαλψη, η οργάνωση απέδιδε 
εξέχουσα σημασία και στη στοιχειώδη εκπαίδευση των ορφανών καθώς και στην 
προετοιμασία τους για την επαγγελματική ζωή. Η προστασία των παιδιών από 
μολυσματικές ασθένειες, η περίθαλψη των αρρώστων και ανάπηρων παιδιών ορίστηκαν 
στόχοι της. Η ίδρυση περιπτέρου για φυματικά παιδιά στο σανατόριο Σωτηρία, η 
ίδρυση ενός σχολείου για τυφλά παιδιά και ενός ακόμη για βαρήκοα, η εκπαίδευση 
αδερφών νοσοκόμων ήταν ορισμένα από τα έργα της. 

Εξέχουσα προσωπικότητα για την προστασία του παιδιού αναδεικνύεται ο Δοξιάδης. 
Ορίζεται υφυπουργός Υγιεινής το 1929 ενώ για πολλά χρόνια διατέλεσε πρόεδρος 
του Πατριωτικού ιδρύματος για την προστασία των παιδιών - ΠΙΠΠ. (Το ίδρυμα 
λάμβανε κρατική επιχορήγηση, ενώ ίδρυσε το 1932 Συμβουλευτικό Σταθμό στο χώρο 
της Μαθητικής Πολυκλινικής για τα «νευρικά, δύσκολα και ανώμαλα παιδιά»). 

Ο Δοξιάδης σε διάφορους λόγους του τονίζει ότι η προστασία της παιδικής ηλικίας 
θα βοηθήσει στην πρόοδο της φυλής. Το ΠΙΠΠ διαδέχεται το ΠΙΚΠΑ (Πατριωτικό 
Ίδρυμα Πρόνοιας και Αντίληψης) το 1936 με στόχους την προστασία της μητρότητας, 
των παιδιών, των απόρων, λειτουργία συσσιτίων κ.λπ., που έδειξε -μεταξύ άλλων- 
ενδιαφέρον για τα μειονεκτούντα άτομα και υπήρξε μέλος της Διεθνούς Εταιρείας 
μέριμνας Αναπήρων. 
www.eoty.gr
________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
__________
Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο 
ρεπερτόριο επισκεφθείτε το
http://www.isobitis.com

______________

Απαντηση