Η ιστορία τού Οίκου Τυφλών της Ελλάδος (Μέρος 15ο: Κεφάλαιο Β - 7ο υποκεφάλαιο)
Η διπλωματική εργασία της Βιβής Τσαβαλιά στο Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών 
«Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία» - Κατεύθυνση: Νεότερη και σύγχρονη Ιστορία, του 
Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. (Μέρος 15ο: Κεφάλαιο 
Β - 7ο υποκεφάλαιο).

7ο υποκεφάλαιο: Βασιλική και κρατική Πρόνοια.

α. Βασιλική Πρόνοια.

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους βρίσκεται το Αρχείο των τέως Βασιλικών Ανακτόρων. 
Το μεγάλο αυτό αρχείο, που η καταλογογράφησή του αποτελείται από δύο τόμους 
εκατοντάδων σελίδων, και χρονολογείται από τα τέλη του 19ου αιώνα έως την 
έκπτωση του βασιλικού θεσμού, περιέχει πληθώρα εγγράφων που αφορούν ποικίλα 
φιλανθρωπικά ιδρύματα, αλλά και νοσοκομεία, σωματεία, οργανισμούς. Ενδεικτικά 
αναφέρουμε μερικά εξ αυτών: Άσυλο Ανιάτων, Εθνικό Ίδρυμα Αποκαταστάσεως 
αναπήρων Ψυχικού, ΚΑΤ, Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, Διεθνής Κοινωνική Υπηρεσία, 
Κέντρο Βρεφών «Μητέρα», Ιματιοθήκη Παιδιού, Παιδική Προστασία, Ορφανοτροφεία, 
ΕΛΕΠΑΠ, ΙΚΑ, αλλά και διάφορους φορείς που αφορούν τους τυφλούς, όπως: Οίκος 
Τυφλών, Φάρος Τυφλών Καλλιθέας, Οργάνωσις Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδας «Ο 
Ήλιος», Σύλλογος Φίλων Τυφλών «Ειρήνης Λασκαρίδου». Συχνότερη ήταν η 
αλληλογραφία με τον Φάρο Τυφλών ο οποίος βρισκόταν υπό την υψηλή προστασία της 
Βασίλισσας Φρειδερίκης.

Τα έγγραφα τμήματος του αρχείου που μελετήθηκε, χρονολογούνται τις δεκαετίες 
1950-1960, και είναι κατά κύριο λόγο αλληλογραφία με τα ιδρύματα αυτά. Την 
αλληλογραφία διεκπεραιώνει η Μεγάλη Κυρία της Αυλής, Μαίρη Καρόλου, για 
λογαριασμό της πριγκίπισσας Ειρήνης ή της Βασίλισσας Φρειδερίκης. Σε ελάχιστα 
έγγραφα βρίσκουμε αποστολέα την Ελένη Κοριζή, Κυρίαν επί των Τιμών της Α.Μ. 
Βασιλίσσης. Ο μεγαλύτερος όγκος εγγράφων αποτελείται από διαβιβαστικά έγγραφα 
αιτήσεων τυφλών ή των οικογενειών τους, τα οποία συνοδεύονται από την 
«παράκλισιν όπως εξετάσητε ταύτην ευμενώς».  Τα διαβιβαστικά έγγραφα 
εμπεριέχουν ποικίλα αιτήματα? τα δύο βασικότερα είναι ο διορισμός ενήλικων 
τυφλών σε θέση τηλεφωνητών  και η εισαγωγή ανήλικων μαθητών σε ιδρύματα.  
Μερικά ακόμη αιτήματα, που δεν απαντώνται συχνά, αφορούν την απαλλαγή τυφλού 
από φόρο για αμαξίδιο, την παροχή ιματισμού, την απόκτηση δελτίου ελευθέρας 
κυκλοφορίας, την απόδοση χρηματικής βοήθειας, ή να γίνει ξανά δεκτός μαθητής 
που αποβλήθηκε από τον Οίκο.  Δεν λείπει δε, η διαβίβαση αιτημάτων στο 
Οφθαλμιατρείο, για την εξέταση ασθενών, αλλά και για την πραγματοποίηση 
γνωμάτευσης, ώστε να γίνει γνωστό στη Βασίλισσα αν ο ασθενής επιδέχεται 
θεραπείας ή εγχείρησης, και σε τέτοια περίπτωση να συνδράμει η Βασίλισσα. 

Η πρακτική διαβίβασης αιτημάτων που αφορούν Άτομα με Αναπηρία δεν αφορά μόνο 
τους τυφλούς. Αντίστοιχη μεταβίβαση γίνεται και προς το Διοικητικό Συμβούλιο 
του Εθνικού Ιδρύματος Κωφαλάλων, με κύρια αιτήματα την εισαγωγή κωφών μαθητών 
στο Ίδρυμα ή τη δωρεάν φοίτησή τους σε αυτό, καθώς επρόκειτο για απόρους. 
Μάλιστα η αλληλογραφία αυτή μερικές φορές διαφεύγει της τυπικής αυστηρής φόρμας 
και η Μεγάλη Κυρία της Αυλής φροντίζει να γράψει δύο καλά λόγια για τον 
αιτούντα. Ενδεικτική η επιστολή προς το Ίδρυμα Κωφαλάλων που ζητά την εισαγωγή 
μαθητή στο ίδρυμα με το δικαιολογητικό ότι «είναι εξυπνότατον παιδί (.) έχει 
και πιστοποιητικόν απορίας». 

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι φορείς απαντούν στα αιτήματα αυτά και τα 
έγγραφά τους βρίσκονται μέσα στο Αρχείο των Βασιλικών Ανακτόρων. Ωστόσο τα 
ιδρύματα δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται πάντα θετικά στις παροτρύνσεις της 
Βασίλισσας. Έτσι ορισμένες φορές, τα ιδρύματα αρνούνται την εισαγωγή μαθητών 
γιατί δεν έχουν συμπληρώσει το όριο ηλικίας, έχει περάσει το χρονικό διάστημα 
των εγγραφών, δεν έχουν αποδοθεί τα κατάλληλα πιστοποιητικά,  γιατί ο τυφλός 
είναι «ανεπίδεκτος μαθήσεως»,  επειδή δεν υπάρχει χώρος για ένταξη σε τμήματα 
εκπαίδευσης τηλεφωνητών, ενώ ορισμένες φορές αρνούνται να παράσχουν χρηματική 
βοήθεια ή ιματισμό. Χαρακτηριστικό είναι δε απαντητικό γράμμα από το Φάρο που 
δεν μπορεί να ικανοποιήσει άμεσα το αίτημα της βασίλισσας για προώθηση τυφλής 
ως τηλεφωνήτριας καθώς προηγείται η τοποθέτηση (στον Ευαγγελισμό και το Παίδων) 
των ήδη εκπαιδευόμενων από τη Σχολή, ενώ κάνει αναφορά και στη δυσκολία 
διορισμού τυφλών τηλεφωνητών μεγαλύτερων των 30 ετών. 

Παράλληλα στο αρχείο βρίσκουμε επισυναπτόμενα και λίγα από γράμματα που οι 
ίδιοι οι τυφλοί ή οι συγγενείς τους έστελναν προς τη Βασίλισσα, στα οποία 
ζητούν την ικανοποίηση αιτημάτων τους. Χαρακτηριστικό το γράμμα μητέρας, που 
αναφέρει ότι η κόρη της, που έχει προβλήματα όρασης και είναι ορφανή από 
πατέρα, έχει ανάγκη μορφώσεως, ωστόσο η ίδια αδυνατεί να της την παράσχει 
εξαιτίας της πενιχρής σύνταξης που λαμβάνει. Μάλιστα γράφει ότι δεν θέλει να 
αφήσει το παιδί της «παράσιτο στην κοινωνία» και αφού «έχει το ελάττωμα να έχει 
τουλάχιστον μόρφωσιν», οπότε ζητά να εισαχθεί η κόρη της στο Γυμνάσιο, καθώς 
δεν μπορεί να μάθει ραπτική.  Σε άλλη επιστολή, τυφλός άνεργος ενήλικος, με 
82χρονη μητέρα ασθενή, ζητά οποιαδήποτε χρηματική βοήθεια, κάνοντας επίκληση 
στα φιλανθρωπικά αισθήματα της Βασίλισσας αναφέροντας: «έλαβα το θάρρος να 
αποταθώ προς την Μεγαλειότητά σας καθώς είναι πασίγνωστη η ευσπλαχνία και η 
φιλανθρωπία σας».  Βρίσκουμε μάλιστα και περίπτωση άμεσης ανταπόκρισης στο 
αίτημα για υλική βοήθεια από την βασίλισσα, κατά την οποία εσωκλείονται χρήματα 
προς το Φάρο Τυφλών για τη θεραπεία τυφλού μαθητή του Φάρου στη Βιέννη, χρήματα 
που προέρχονται από το ταμείο της Βασίλισσας αλλά και δωρεές. 

Τέλος στο αρχείο βρίσκουμε ορισμένες φορές και τα απαντητικά έγγραφα των φορέων 
προς τους ίδιους τους αιτούντες, γεγονός που σημαίνει ότι οι ίδιοι τα 
προωθούσαν στη Βασίλισσα, πιθανόν για την συνέχιση της εποπτείας της υπόθεσής 
τους.  Σε τρία από αυτά προερχόμενα από τη διοίκηση του Ήλιου, ο γράφων 
χρησιμοποιεί μια σκληρή γλώσσα προς τους γονείς (ταξίαρχο και εφημέριο), 
κάνοντας λόγο για συνεχή όχληση της Βασίλισσας. Στην πρώτη περίπτωση, μάλιστα, 
αναφέρει ότι μένει κατάπληκτος «με τα όσα γράφετε και ιδίως δια το άσκοπον των 
ενεργειών σας με τας οποίας ενοχλείτε την Μεγαλειοτάτην». Στο γράμμα κάνει λόγο 
για προνομιακή μεταχείριση των θυγατέρων του, για παράταση της φοίτησής τους 
χαριστικά, και τον χαρακτηρίζει «αγνώμων» με το ίδρυμα που ιδρύθηκε για να 
στεγάζει και να εκπαιδεύσει τυφλούς, ενώ «τα παιδιά του χαρίτι θεία έχουν την 
όρασίν τους στο ένα μάτιο». 


β. Κρατική Πρόνοια.

Από το 1950 και ύστερα, μετά την ανάδυση του μοντέλου των κρατών πρόνοιας 
παρατηρείται μια σταδιακή ανάληψη κρατικών πρωτοβουλιών που αφορούσαν τους 
τυφλούς και στην Ελλάδα. Το 1951 έγινε απογραφή των τυφλών από το Τμήμα 
Μερίμνης Τυφλών του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας που αποδείκνυε ότι το 
πρόβλημα ήταν οξυμένο. Το 1951 ψηφίστηκε ομόφωνα στη Βουλή ο Νόμος 1904 «Περί 
προστασίας και αποκαταστάσεως των τυφλών» που όριζε: τις προϋποθέσεις της 
τυφλότητας, θέσπιζε γενικό μητρώο τυφλών στο Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, 
καθιστούσε υποχρεωτική τη φοίτηση των τυφλών παιδιών σε ειδικές σχολές (που δεν 
υπερέβαιναν τις 4 σε όλη τη χώρα), έκανε λόγο για επαγγελματική αποκατάστασή 
τους, προέβλεπε παροχή οικονομικού βοηθήματος σε όσους θεωρούνταν ανίκανοι προς 
εργασία, καθώς και τη σύσταση Συμβουλίου προστασίας τυφλών στο υπουργείο 
Πρόνοιας, που αποτελούσε το αρμόδιο συμβουλευτικό όργανο.

Πιο αναλυτικά: Στο πρώτο άρθρο ορίζεται ότι τυφλός εν τη εννοία του νόμου, 
λογίζεται εκείνος που στερείται παντελώς της αντίληψης του φωτός ή έχει οπτική 
οξύτητα κάτω του 1/25ου και είναι ανίκανος προς κάθε εργασία. Στο 2ο άρθρο 
θέτει βασική προϋπόθεση, για να τύχει ο τυφλός των ευεργετημάτων του νόμου, την 
εγγραφή του σε γενικό μητρώο τυφλών στο υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας. Με το 3ο 
άρθρο προβλέπεται η υποχρεωτική εγγραφή των τυφλών παιδιών σε ειδικά σχολεία, 
τα οποία σε ολόκληρη τη χώρα δεν μπορούν να είναι περισσότερα των τεσσάρων και, 
προκειμένου να λειτουργήσουν, δεν επιτρέπεται να έχουν λιγότερους των 50 
μαθητών. Οι γονείς των τυφλών παιδιών είναι υποχρεωμένοι εκ του νόμου να τα 
εγγράφουν στα ειδικά αυτά σχολεία διαφορετικά τους επιβάλλονται κυρώσεις. Με το 
4ο άρθρο η πολιτεία αναλαμβάνει την μέριμνα για την κατάρτιση σε επάγγελμα ή 
τέχνη των ικανών προς εργασία τυφλών. Με το 5ο άρθρο λαμβάνεται πρόνοια από το 
υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας στους ανίκανους για εργασία λόγω ηλικίας ή άλλης 
σωματικής ή ψυχικής ανικανότητας για περίθαλψη, εφόσον δεν λαμβάνουν από το 
δημόσιο ταμείο ή από άλλη πηγή οικονομικό βοήθημα και εφόσον στερούνται των 
αναγκαίων για τη διαβίωσή τους και για την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη. Η 
περίθαλψη αυτή ανάγεται σε χρηματικό ποσό το οποίο λαμβάνει ο ίδιος ή η 
οικογένειά του εάν είναι ανήλικος ή το ίδρυμα στο οποίο διαβιεί. Τέλος, με το 
6ο άρθρο συνίσταται «Συμβούλιον Προστασίας Τυφλών», το οποίο θα αποτελεί 
συμβουλευτικό όργανο για κάθε σχετικό θέμα τού εκάστοτε υπουργού Προνοίας.

Κατ΄ επιταγή του Ν. 1904/1951 συγκροτήθηκε σε γνωμοδοτικό σώμα το «Συμβούλιο 
Προστασίας Τυφλών». Είναι χαρακτηριστικό ότι για πρώτη φορά σε ένα τέτοιο 
όργανο αντιπροσωπεύονται και οι ίδιοι οι τυφλοί με δύο αντιπροσώπους, εκτός από 
τα υπουργεία Προνοίας, Παιδείας και Εργασίας, καθώς και ο χώρος τής 
φιλανθρωπίας με έναν εκπρόσωπο. Ο νόμος έχει τρεις βασικούς άξονες, 1) η 
σχολική εκπαίδευση των τυφλών, 2) η επαγγελματική αποκατάσταση με εκμάθηση 
επαγγέλματος ή τέχνης, ανάλογα με την αναπηρία τους και 3) η παροχή περίθαλψης 
για την αντιμετώπιση των βασικών βιοτικών αναγκών και η ιατρική περίθαλψη των 
τυφλών που είναι ανεπίδεκτοι επαγγελματικής προσαρμογής. Δεδομένου ότι ένα 
ικανό μέρος των τυφλών μπορεί, με ανάλογες χειρουργικές επεμβάσεις, να απωλέσει 
την ιδιότητα αυτή, θα πρέπει να προσανατολιστεί η πολιτεία προς την κατεύθυνση 
αυτή. Τα μέτρα που θα πρέπει να παρθούν δε θα πρέπει να είναι φιλανθρωπίας, 
αλλά επαγγελματικής αποκατάστασης, γιατί η φιλανθρωπία είναι μια προαιρετική 
ηθική επιταγή, ενώ η αποκατάσταση είναι μια επιταγή κοινωνική, που είναι 
υποχρεωτική για την οργανωμένη ολότητα. Το κράτος όχι μόνο δεν πρέπει να αγνοεί 
ή να απορροφά τις συναφείς οργανώσεις εθελοντικής πρωτοβουλίας, αλλά απεναντίας 
πρέπει να τις ενισχύει και να τις έχει σαν συμπαραστάτες του, αρκεί η δράση 
τους να κινείται μέσα στα πλαίσια που θέτει το κράτος. Επιβάλλεται επίσης, να 
είμαστε κοινωνοί τής συνεργασίας των ίδιων των τυφλών. Επίσης στις 14 Ιουνίου 
1952 ψηφίστηκε ο Νόμος «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων των 
αφορωσών εις τας εγγραφάς, μετεγγραφάς και εξετάσεις των μαθητών σχολείων Μέσης 
Εκπαιδεύσεως» (ΦΕΚ 164, τεύχος 1). Ο Νόμος αποτέλεσε σταθμό στο εκπαιδευτικό 
σύστημα, επιτρέποντας στους τυφλούς μαθητές να παρακολουθούν τα μαθήματα στα 
Γυμνάσια της χώρας.

Από τη δεκαετία του 1950 το ελληνικό κράτος αναλαμβάνει να παράσχει στους 
τυφλούς και επιδόματα. Το 1951 οι τυφλοί που δεν μπορούσαν να εργαστούν έλαβαν 
για πρώτη φορά επίδομα ύψους 100.000 δραχμών.  Σε υλοποίηση του νόμου 1904/1951 
«Περί προστασίας και αποκαταστάσεως των τυφλών», εφαρμόστηκε από το έτος 1964 
πρόγραμμα επιδότησης των τυφλών, με 250 δρχ. τον μήνα.  Με τον Ν. 612/1977 
«Περί συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος των τυφλών των ησφαλισμένων εις 
ασφαλιστικούς οργανισμούς αρμοδιότητος του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών», 
προβλέφθηκε η πλήρης συνταξιοδότηση των τυφλών μετά από εργασία 15 ετών. Το 
1976 η Πολιτεία χορηγούσε στους τυφλούς ηλικίας 0-18 ετών και άνω των 50, βάσει 
κριτηρίων, οικονομική ενίσχυση 500 δραχμών τον μήνα. 
 Η ιστορία τού Οίκου Τυφλών της Ελλάδος (Μέρος 16ο: Κεφάλαιο Β - 8ο υποκεφάλαιο)
Η διπλωματική εργασία της Βιβής Τσαβαλιά στο Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών 
«Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία» - Κατεύθυνση: Νεότερη και σύγχρονη Ιστορία, του 
Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. (Μέρος 16ο: Κεφάλαιο 
Β - 8ο υποκεφάλαιο).

8ο υποκεφάλαιο: Σωματεία αυτο-οργάνωσης και άλλα φιλανθρωπικά ιδρύματα για 
τυφλούς.

8.1. Οι πρώτες ατελέσφορες προσπάθειες συλλογικής οργάνωσης.

Μια εικόνα για τις διεκδικήσεις των ενήλικων τυφλών στο πρώτο τέταρτο του 20ού 
αιώνα, πριν καν αυτοοργανωθούν σε σωματεία, παίρνουμε από την επιστολή τού 
τυφλού Β. Χ. Γεωργιάδη στην εφημερίδα Ελεύθερο Βήμα τού 1926, ο οποίος ευχόταν 
το ελληνικό κράτος και η ελληνική κοινωνία, με πρωτοπόρο τον ελληνικό Τύπο, να 
μεριμνήσουν για την προστασία των τυφλών, η οποία ήταν πολύ πίσω. Κατά την 
άποψή του, ήταν αναγκαία η ενίσχυση του ήδη υπάρχοντος Οίκου Τυφλών ή και η 
ίδρυση δεύτερης σχολής, η οποία να προσανατολίζεται στην επαγγελματική 
αποκατάσταση και την πνευματική μόρφωση των νέων τυφλών, προκειμένου αυτοί να 
καταστούν χρήσιμοι πολίτες. Στη συνέχεια, πρότεινε το κράτος και τα 
φιλανθρωπικά σωματεία να παρέχουν κατάλληλη εργασία στους ενήλικες τυφλούς, να 
τους απαλλάσσουν από ορισμένα βάρη, όπως οι ναύλοι των σιδηροδρόμων, των 
ατμόπλοιων, των τραμ κ.λπ., και να προστεθεί ειδική απαλλακτική διάταξη στο 
ενοικιοστάσιο, το οποίο μάλλον θα έπρεπε να καταβαλλόταν από το κράτος. Όσον 
αφορά τους υπερήλικες και ασθενείς τυφλούς, άποψή του ήταν ότι θα μπορούσαν να 
ανακουφισθούν εν μέρει, με την παροχή ειδικού συσσιτίου ή και -στην ανάγκη- 
στρατιωτικού ή -αντί αυτού- με ένα χρηματικό εβδομαδιαίο επίδομα. Μόνο με αυτές 
τις ελάχιστες παροχές, θα μπορούσε να παταχθεί το φαινόμενο της επαιτείας και 
της οικτρής αθλιότητας των εγκαταλειμμένων τυφλών στους δρόμους. 

Το 1928 ιδρύεται σωματείο αυτοοργάνωσης των τυφλών με την επωνυμία «Πανελλήνιος 
Ένωσις Τυφλών», με σκοπό την ηθική και υλική υποστήριξη των τυφλών μέσω της 
πνευματικής και τεχνικής μόρφωσής τους, ώστε να ζήσουν ως έντιμοι και 
αξιοπρεπείς πολίτες.  Στις 14 Οκτωβρίου τού ίδιου έτους, μέσω του Τύπου, το 
προαναφερθέν σωματείο καλεί σε Γενική Συνέλευση όλους τους τυφλούς Αθηνών, 
Πειραιώς και Περιχώρων, είτε είναι γραμμένοι σ΄ αυτό είτε όχι, την ερχόμενη 
Τετάρτη στις 2:30 μ.μ. στην αίθουσα της εταιρείας των «Φίλων τού Λαού», στην 
οδό Ευριπίδου 12. Την πρόσκληση υπογράφει ο Πρόεδρος Τρ. Νίνος, ο Γραμματέας Ν. 
Φωστήρας και ο Ειδικός Γραμματέας Π. Σ. Πετρίδης.  Στις 9 Ιουνίου 1929, Κυριακή 
τού Τυφλού, στην ίδια αίθουσα «Φίλων του Λαού», ο Τρύφων Νίνος έδωσε διάλεξη με 
θέμα «Οι τυφλοί», συνοδευόμενη από φωτεινές προβολές και από επιδείξεις τυφλών 
παιδιών.  Στις 23 Ιουλίου 1929 μίλησε στο συνέδριο λειτουργών μέσης 
εκπαιδεύσεως και ανέπτυξε τις απόψεις του για την εκπαίδευση των τυφλών. Τόνισε 
δε, ότι είναι επιβεβλημένη η ανάγκη δημιουργίας επαγγελματικής σχολής στην 
οποία θα φοιτούσαν οι τυφλοί, προκειμένου μετά την αποφοίτησή τους να ασκήσουν 
ένα επάγγελμα για την αξιοπρεπή τους επιβίωση. 

Με μοναδική πηγή την εφημερίδα Αθηναϊκά Νέα, πληροφορούμαστε ότι ήδη το 1936 
έχει ιδρυθεί «Σύλλογος των τυφλών της Ελλάδος», με μέλη μορφωμένους τυφλούς, 
αλλά και βλέποντες οι οποίοι είχαν θέσει ως σκοπό του σωματείου τη δημιουργία 
μιας επαγγελματικής σχολής τυφλών, με σκοπό της να τους παρέχει τη δυνατότητα 
να καταρτιστούν και να βιοπορίζονται αξιοπρεπώς. Στο Σύλλογο υπήρχε βιβλιοθήκη 
με φιλολογικά και επιστημονικά βιβλία στην γραφή Braille, τα οποία του έστελναν 
«τυφλικοί» οργανισμοί τού εξωτερικού. Επιπλέον, καθημερινά στα γραφεία του 
(Σταδίου 8) τυφλός δάσκαλος παρείχε δωρεάν μαθήματα εκμάθησης του συστήματος 
γραφής και ανάγνωσης Braille στους ενδιαφερόμενους τυφλούς.  


8.2. Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών (1932 έως σήμερα).

Το 1932 ιδρύεται στην Αθήνα ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών (Π.Σ.Τ.) -με την υπ΄ 
αριθμ. 9977/32 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών-  ο πρώτος ουσιαστικά, όπως 
αποδείχτηκε, φορέας αυτοοργάνωσης του χώρου της τυφλότητας. Ο Π.Σ.Τ. έχει 
συνδικαλιστική μορφή και συνήθως διεκδικεί από την Πολιτεία μέτρα για την 
εκπαίδευση, την επαγγελματική αποκατάσταση, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και 
την προνοιακή στήριξη των τυφλών τής χώρας. Για το λόγο αυτό και, με σκοπό να 
διαμορφώσει το Δ.Σ. αφενός εικόνα για τον αριθμό των εμπιπτόντων στην κατηγορία 
αυτή και αφετέρου διεκδικητικό πλαίσιο, εκδίδει το 1950 ανακοίνωση στην οποία 
ζητά «Προκειμένου να ληφθώσει συντόμως διάφορα προστατευτικά μέτρα υπέρ των 
τυφλών, ειδοποιούνται άπαντες οι τυφλοί πάσης ηλικίας άνδρες και γυναίκες όπως 
το βραδύτερον μέχρι 31 Μαΐου αποστείλωσι τα στοιχεία των λεπτομερώς προς τον 
Πανελλήνιον Σύνδεσμο Τυφλών, πλατεία Καπνικαρέας».  Επειδή, ωστόσο, η Πολιτεία 
δεν λαμβάνει ουσιαστικά μέτρα για την επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών, ο 
Π.Σ.Τ. το 1946 αναγκάζεται να προχωρήσει σε έρανο και καλεί την κοινωνία να 
προσφέρει τον οβολό της για τη στήριξη των σχολών που συντηρεί.  Δεν παύει, 
βεβαίως, να διεκδικεί από την Πολιτεία τα αναλογούντα στους τυφλούς. Έτσι, 
υποβάλλει στη Βουλή υπόμνημα, δηλώνοντας ότι ο Οίκος Τυφλών που ιδρύθηκε το 
1906 για την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση των τυφλών της Ελλάδας, 
είχε αποκτήσει προπολεμικά σημαντικότατη περιουσία από δωρεές ιδιωτών, αλλά η 
διοίκησή του άφησε ανεπένδυτα τα κεφάλαιά του, τα οποία εξηνεμίσθησαν εξαιτίας 
του πληθωρισμού.

Προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση των τυφλών τής χώρας, όπως και στο 
εξωτερικό, προτείνει τη δημιουργία ασύλου με την οικονομική ενίσχυση του 
κράτους, το οποίο θα περιλαμβάνει γυμνάσιο και επαγγελματικές τεχνικές σχολές, 
από τις οποίες -αποφοιτώντας οι τυφλοί- θα είναι εφοδιασμένοι με ένα 
βιοποριστικό επάγγελμα. Επίσης, απευθύνει έκκληση προς την ελληνική κοινωνία 
και τους έλληνες του εξωτερικού να ενισχύσουν τον Οίκο Τυφλών, ώστε οι τρόφιμοί 
του να ξεπεράσουν τις δύσκολες μέρες τις οποίες περνούν. 

Το σωματείο για την ενίσχυσή του στις 25 Ιουλίου 1946 διοργανώνει μουσική 
συναυλία. Ο Σύνδεσμος, εκτός από τη συνένωση όλων των τυφλών, συντηρεί 
εκπαιδευτήρια στα οποία φοιτούν τυφλοί και τυφλές και διδάσκονται δωρεάν γραφή 
και ανάγνωση Braille, χειροτεχνία, εκκλησιαστική και ευρωπαϊκή μουσική. Για την 
ενίσχυση των σχολών ο Σύνδεσμος καθιερώνει ετήσια συναυλία και η πρώτη θα δοθεί 
στον Παρνασσό.  Ο τυφλός καθηγητής Δ. Περής διδάσκει έγχορδα όργανα και ο εν 
αποστρατεία ταγματάρχης Σωζόπουλος πνευστά.

Πάγιο αίτημα του Π.Σ.Τ. ήταν η εξαφάνιση της μάστιγας της επαιτείας, άμεσης ή 
έμμεσης. Για να γίνει αυτό επιβάλλεται οι τυφλοί να βρουν εργασία. Ο Σύνδεσμος 
ζητά τα μέσα να ιδρύσει μικρά εργαστήρια βιοτεχνίας ή χειροτεχνίας, ώστε οι 
τυφλοί να εργάζονται εκεί. 

Το 1951 ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών καταγγέλλει δια του Τύπου ότι δεν έχει 
καμία σχέση με το βιαστή Αλέξανδρο Κατσαούνη και φερόμενο ως πρόεδρο του ως άνω 
σωματείου, ο οποίος εξέδιδε και διακινούσε εφημερίδα με τίτλο «Εφημερίς των 
Τυφλών» και εισέπραττε προς ίδιον όφελος και μόνον τα αποκομιζόμενα ποσά.  
Τέτοιου είδους καταγγελίες βρίσκουμε συχνά στον Τύπο από τον Π.Σ.Τ. 

Ένα από τα αιτήματα που εκδήλωσε ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών προς τον 
υφυπουργό Συγκοινωνιών ήταν η χορήγηση δελτίων ελεύθερης μετακίνησης στις 
αστικές συγκοινωνίες, τουλάχιστον στους τυφλούς που μετακινούντο για 
επαγγελματικούς λόγους. 

Ο Π.Σ.Τ. κατά το 1956 διατηρούσε στα Κάτω Πετράλωνα (οδός Νεφέλης 36) 
βιοτεχνικά εργαστήρια, για την κατασκευή σκουπών και βουρτσών, τις οποίες 
προμηθεύονταν υποχρεωτικά οι δημόσιες υπηρεσίες, οι πολιτικές, στρατιωτικές και 
οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας. Ο Σύνδεσμος, έκανε έκκληση προς τις 
επιχειρήσεις και τους ιδιώτες να προβούν σε παραγγελίες χειροποίητων ειδών, 
προκειμένου να βοηθήσουν στην ανάπτυξη των εργασιών τού εργαστηρίου και, έτσι, 
να δοθεί η ευκαιρία να αποκατασταθούν επαγγελματικά περισσότεροι τυφλοί.  Για 
την ενίσχυση των εργαστηρίων του, ο Π.Σ.Τ. πέτυχε τη διεξαγωγή πανελληνίου 
εράνου από τις 8 έως τις 10 Δεκεμβρίου 1956. 

Πόροι του σωματείου ήταν οι συνδρομές των μελών και τα έσοδα από τις πωλήσεις 
της εφημερίδας που εξέδιδε το «Βήμα των Τυφλών». Ο Π.Σ.Τ. παρείχε 
ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στα μέλη του και τους χορηγούσε τακτικά βοηθήματα 
τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, καθώς και έκτακτα, όποτε παρίστατο ανάγκη. 

Ωστόσο ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών σαν βασικό του στόχο, από τη δημιουργία 
του, είχε -και διατηρεί μέχρι σήμερα- τη συνδικαλιστική διεκδίκηση από την 
Πολιτεία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων των τυφλών. Το 1976 το Διοικητικό του 
Συμβούλιο και η Εξελεγκτική Επιτροπή αποτελούσαν το βασικό κορμό τής 
Συντονιστικής Επιτροπής Αγώνα, που ηγήθηκε στην κατάληψη του Οίκου Τυφλών.


8.3. Σχολή Τυφλών Βορείου Ελλάδος «Ο Ήλιος».

Το 1947, με πρωτοβουλία του φιλανθρωπικού σωματείου «Οργάνωση Προστασίας 
Τυφλών», ιδρύθηκε το Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδος «Ο Ήλιος» - Σχολή 
Τυφλών και με την υπ΄ αριθμ. 1782 της 29/31 Ιουλίου 1948  απόφαση του 
πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εγκρίθηκε το καταστατικό του.  Στα δύσκολα εκείνα 
χρόνια, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο και τον εμφύλιο πόλεμο, η Σχολή Τυφλών έπρεπε 
να καλύψει όχι μόνο ανάγκες αναπηρίας, αλλά και ορφάνιας και ανέχειας. 
Λειτουργούσε με ελάχιστο προσωπικό, βασιζόμενο στην εθελοντική προσφορά μελών 
του σωματείου αλλά και ευαισθητοποιημένων πολιτών.

Το 1949 ο δήμος Λονδίνου προσέφερε στον Οίκο Τυφλών στη Θεσσαλονίκη 8 χιλιάδες 
λίρες. 

Το 1950 ιδρύθηκε ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (επιχορηγούμενο από το 
υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας) η Σχολή Τυφλών Βορείου Ελλάδος «Ο Ήλιος», η 
οποία δεχόταν δωρεάν τυφλά παιδιά ηλικίας 7-19 ετών. Διέθετε πλήρες δημοτικό 
6τάξιο σχολείο, τμήμα βυζαντινής μουσικής και πιάνου και τμήμα επαγγελματικής 
εκπαίδευσης (ψαθοπλεκτικής, σαρωθροποιίας, πλεκτικής, υφαντικής, ταπητουργίας, 
καθεκλοποιίας και ξυλουργικής). 

Το 1956, με απόφαση των υπουργείων Πρόνοιας και Οικονομικών επιχορηγείται με 
50.000 δραχμές η σχολή τυφλών Βορείου Ελλάδος «Ο Ήλιος». 

Το 1973 τέθηκε σε ισχύ το Ν.Δ. 1111/1972, που υποχρέωνε τα φιλανθρωπικά 
σωματεία να ιδρύσουν ιδρύματα, οπότε η Σχολή Τυφλών άλλαξε νομική υπόσταση και 
απέκτησε την ονομασία Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδος «Ο Ήλιος» - 
Σχολή Τυφλών. Για μια δεκαετία ακόμη περίπου το φιλανθρωπικό σωματείο 
συμμετείχε στο Δ.Σ. του Ιδρύματος και το στήριζε οικονομικά, καθώς για το 
μεγαλύτερο μέρος των δωρεών προς τη Σχολή Τυφλών η αποδοχή γινόταν από το 
φιλανθρωπικό σωματείο και όχι από το Ίδρυμα.


8.4. Φάρος Τυφλών τής Ελλάδος.

Το 1946, μετά από υπόδειξη του Eric Boulter, εκπροσώπου τής Near East 
Foundation, ιδρύθηκε στην Καλλιθέα ο «Φάρος Τυφλών τής Ελλάδος» (ΦτΕ). Η 
ανέγερση των συγκροτημάτων του έγινε σε οικόπεδα τα οποία δώρισε ο πρεσβευτής 
τής Ελλάδας στις Η.Π.Α., Μιχ. Τσαμαδός, και οι δαπάνες ανέγερσης των κτηρίων 
καταβλήθηκαν από δωρεές τής Ευγενίας Εμπειρίκου και του Θ. Πετρακόπουλου σε 
μνήμη του Ευστ. Λάμψα.

Σκοπός τού ΦτΕ ήταν η προαγωγή της επαγγελματικής εκπαίδευσης των τυφλών και 
της αποκατάστασής τους.  Ο «Φάρος Τυφλών» ιδρύθηκε με την υποστήριξη αγγλικών 
και φιλανθρωπικών οργανώσεων και τελούσε υπό την προστασία τής Βασίλισσας.  Υπό 
την εποπτεία τού Φάρου Τυφλών λειτουργούσε από το 1950 η Αγροτική και Τεχνική 
Σχολή Τυφλών (διετούς εκπαίδευσης) για τυφλούς μαθητές άνω των 17 ετών, η οποία 
διέθετε αγροτικό τμήμα (πτηνοτροφίας, αγελαδοκομίας), τεχνικό τμήμα 
(μηχανοτεχνιτών και ξυλουργών), κοινωνική υπηρεσία (κοινωνικοί λειτουργοί για 
τους τυφλούς) και τμήμα εξυπηρέτησης τυφλών Γυμνασίου. 

Το 1955 ο Θεόδωρος Πετρακόπουλος έκανε δωρεά κτήριο 400 τ.μ. όπου αρχικά 
στεγάστηκε το Οικοτροφείο τού ΦτΕ, ενώ τον Απρίλιο του ιδίου έτους ιδρύθηκε η 
Σχολή Τηλεφωνητών. Το 1975 χτίστηκε ο πρώτος όροφος του κεντρικού κτηρίου του 
Φάρου Τυφλών, επί της οδού Αθηνάς 17, από την οργάνωση American Friends of the 
Blind in Greece. Τα κεφάλαια προήλθαν από την πώληση των εγκαταστάσεων της 
Αγροτικής και Τεχνικής Σχολής «Γεώργιος Πόδας» που είχε ιδρυθεί το 1950  στα 
Σεπόλια, για τους τυφλούς της Ελλάδος, με δωρεές των Γεωργίου Πόδα, Ανδρέα 
Γιαρβή, Α. Θωμόπουλου και άλλων. Το 1979 χτίστηκε ο δεύτερος όροφος, με δωρεά 
της Γενικής Γραμματέως του Δ.Σ. Λίνας Ρέστη. Το 1984 ιδρύθηκε το Μουσείο Αφής, 
το οποίο στεγάζεται στο διώροφο κτήριο επί της οδού Δοϊράνης 198, και 
δημιουργήθηκε η Μονάδα Κατεργασίας Μετάλλων η οποία στεγάζεται στο χώρο του 
παλαιού Οικοτροφείου. 

Το Δ.Σ. του Φάρου Τυφλών της Ελλάδος επισκέφθηκε τους νοσηλευόμενους τυφλούς 
τραυματίες των μαχών κατά των «συμμοριτών» στο στρατιωτικό νοσοκομείο Ρίμινι 
και τους πρόσφερε ιματισμό και τσιγάρα. Οι τραυματισθέντες στους οφθαλμούς 
υπερέβαιναν τους 80, ενώ οι απολέσαντες και τα δυο τους μάτια ανέρχονταν σε 20. 

Ο Φάρος Τυφλών και το Τμήμα Περιθάλψεως Τυφλών τού Ιδρύματος Εγγύς Ανατολής, 
επιθυμώντας να ανακουφίσουν τους τυφλούς οι οποίοι είχαν πολλαπλασιαστεί 
εξαιτίας των σύγχρονων όπλων (νάρκες, κ.λπ.), μαχόμενοι υπέρ του «εθνικού 
αγώνος», έκαναν έκκληση σε κυρίες και δεσποινίδες να μάθουν τη γραφή Braille, 
προκειμένου να αντιγράφουν βιβλία για την ανακούφιση των προαναφερθέντων 
τυφλών. Ήδη, μέχρι το 1948, είχε δημιουργηθεί με τον τρόπο αυτό μια μικρή 
βιβλιοθήκη. 

Το 1953 το Δ.Σ. της «Εταιρείας Διαχειρίσεως των εις την Υπηρεσίαν του Ελληνικού 
Δημοσίου Χρέους Υπεγγύων Προσόδων», με αφορμή το θάνατο του προέδρου της, 
Ιωάννη Αθηνογένους, διέθεσε 5.000.000 δραχμές στη μνήμη του.  Το 1962 
λειτουργούσε ήδη στο Φάρο Τυφλών τυπογραφείο στη γραφή Braille, όπου είχαν 
εκτυπωθεί όλη η σειρά των βιβλίων βυζαντινής μουσικής και ένα αγγλοελληνικό 
λεξικό. 

Το 1976 φοιτούσαν στην τηλεφωνική σχολή τού Φάρου Τυφλών 10 τηλεφωνητές, ενώ 
εκκρεμούσαν 100 αιτήσεις. Η επιλογή δεν ήταν αξιοκρατική, αλλά εξαρτιόταν από 
τη γενικότερη συμπεριφορά και τις απόψεις τού υποψήφιου για το Φορέα.  Στα 
εργαστήρια του Φάρου Τυφλών εργάζονταν περίπου 30 νέοι και νέες, όπου 
κατασκεύαζαν βούρτσες και σκούπες και τα οποία απορροφούσαν οι κρατικές 
υπηρεσίες και, κυρίως, ο στρατός. Πληρώνονταν με ημερομίσθιο 219 δρχ., χωρίς 
τις κρατήσεις και η διεύθυνση του Φάρου τούς υποχρέωνε να παράγουν έναν 
ορισμένο αριθμό τεμαχίων (για παράδειγμα, 14 βούρτσες τού παρκέ ή 70 μικρές) 
την ημέρα? κάτι το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα οι τυφλοί να εντατικοποιούν την 
εργασία τους σε τέτοιο βαθμό, ώστε να υπάρχουν επιπτώσεις στην υγεία τους, όπως 
πληγές στα χέρια κ.ά. Η εργασία τους ξεκινούσε πολύ νωρίς το πρωί, επειδή συχνά 
έπρεπε να παίρνουν 3 συγκοινωνίες και τελείωνε αργά, ώστε να παραχθεί ο 
συγκεκριμένος αριθμός τεμαχίων. Από την άλλη πλευρά, η Διεύθυνση του Φάρου 
Τυφλών, δήλωνε ότι ήθελαν να δουλεύουν τόσο εντατικά για να φεύγουν νωρίτερα. Ο 
χώρος εργασίας των τυφλών ήταν μία σειρά από παραπήγματα υγρά, όπου δεν έμπαινε 
ήλιος και μύριζε θειάφι,το οποίο χρησιμοποιούνταν για το γυάλισμα του χόρτου 
στις σκούπες, ενώ δεν τους χορηγούνταν επίδομα ανθυγιεινής εργασίας. Επίσης, 
υπήρχαν και εποχές κατά τις οποίες οι εργαζόμενοι τυφλοί απασχολούνται 1-2 
μέρες την εβδομάδα, επειδή -σύμφωνα με τη Διεύθυνση- υπήρχε μεγάλο στοκ. Ο 
διευθυντής τού Φάρου Τυφλών, Εμμ. Κεφάκης, επίσης τυφλός, ανέφερε ότι είχε 
χτιστεί καινούργιο κτήριο, το οποίο προοριζόταν για την στέγαση εργαστηρίων, 
βιβλιοθήκης, αίθουσας διαλέξεων κ.λπ., με δωρεές τής οργάνωσης «Αμερικανοί 
φίλοι των τυφλών τής Ελλάδας» και ότι «τα νέα προγράμματα θα τεθούν σε εφαρμογή 
με ρυθμό ανάλογο προς την επιτυχία των προσπαθειών μας για την εξασφάλιση των 
απαραιτήτων πόρων». 

Ο Πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών (Π.Σ.Τ.), Βασίλης Τσούπρας, σε 
συνέντευξη που είχε δώσει στην εφημερίδα Ριζοσπάστης, δήλωσε ότι το κτήριο 
περατώθηκε με τα χρήματα από την πώληση ενός κτήματος που βρισκόταν στα Σεπόλια 
στον «Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων» (την Αγροτική Σχολή Σεπολίων), έκτασης 13 
στρεμμάτων, όπου υπήρχαν πολλά νέα κτήρια μέσα, με δωρεές τής οργάνωσης 
«Αμερικανοί φίλοι των τυφλών τής Ελλάδας». Διευθυντής τής Σχολής για 30 χρόνια 
ήταν ο Εμμ. Κεφάκης και απασχολούσε το υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών και τα 
Σωματεία των Τυφλών με τα παράπονα των 5-6 τροφίμων ενάντια στη διεύθυνση. Οι 
τυφλοί ζητούσαν να αξιοποιηθεί η Σχολή και όχι να κλείσει. Στη συνέχεια ο Εμμ. 
Κεφάκης έγινε διευθυντής στο Φάρο Τυφλών και, αν και εκείνος ισχυριζόταν ότι 
δεν μισθοδοτούνταν, υπήρχαν φήμες για το αντίθετο. Το 1969 όταν ο Εμμ. Κεφάκης 
είχε απομακρυνθεί από το Εθνικό Συμβούλιο Τυφλών Ελλάδας, μετά από εκλογές, η 
εκπρόσωπος του Φάρου, Βρεττού, αρνήθηκε να παραδώσει την περιουσία τού ΕΣΤΕ και 
χρειάστηκε η παρέμβαση εισαγγελέα, κάτι το οποίο μπορούσε να επιβεβαιωθεί από 
τα Πρακτικά τού Δ.Σ. του ΕΣΤΕ. Τέλος, ο Βασίλης Τσούπρας, δήλωσε ότι στο 
κλείσιμο των εργαστηρίων του Π.Σ.Τ. πιθανότατα συνέβαλε και ο Φάρος Τυφλών και 
ότι ο τελευταίος έπρεπε να είχε πλεονάσματα, δεδομένου ότι επιχορηγείτο με 
1.000.000 δρχ. από το Κράτος ετησίως και δεχόταν και πολλές δωρεές. 

Τον Δεκέμβριο τού 1976 η νεολαία τού Π.Σ.Τ. (στην οποία μετείχαν οι τυφλοί 
μαθητές, φοιτητές και εργαζόμενοι όλης της Ελλάδας) κατήγγειλε με ανακοίνωσή 
της, την παρελκυστική τακτική τού Διοικητικού Συμβουλίου του Φάρου Τυφλών. Στην 
καταγγελία αναφερόταν ότι οι δηλώσεις των υπευθύνων του Φάρου (οι οποίοι 
προσπαθούσαν να επιβάλλουν την άποψη ότι δεν υπάρχει ανάγκη κρατικής 
εκπαίδευσης για τους τυφλούς, επειδή ο Ίδρυμα συνέβαλε ουσιαστικά στην κάλυψη 
των αναγκών των τυφλών μαθητών και φοιτητών) δεν ανταποκρίνονταν στην 
πραγματικότητα, επειδή το Ίδρυμα δεν διέθετε αρκετά βιβλία δημοτικού, γυμνασίου 
κ.λπ. για να καλυφθούν οι ανάγκες των τυφλών μαθητών, σπουδαστών και φοιτητών. 
Εξάλλου, ο τυφλός φοιτητής που θα ήθελε να προμηθευθεί ένα βιβλίο (για 
παράδειγμα, Πολιτική Δικονομία) θα έπρεπε να καταβάλλει το ποσό των 1.400 δρχ., 
ενώ στα βιβλιοπωλεία το βιβλίο βλεπόντων κόστιζε 300 δρχ. και για να το 
δανειστεί θα έπρεπε να δώσει 100 δρχ. ως εγγύηση. Στο τέλος της καταγγελίας, η 
νεολαία του Π.Σ.Τ. κάλεσε όλους τους αρμόδιους να αναλογιστούν τις ευθύνες τους 
σχετικά με την εκπαίδευση των τυφλών, και τον Φάρο Τυφλών ειδικότερα, και 
τόνισε ότι θα αγωνίζονταν για «μόρφωση, ψωμί, δουλειά» ώστε να μην είναι 
υποχρεωμένοι να ζητιανεύουν. 

Στις 4 Δεκεμβρίου 1976 η σύζυγος του αμερικανού πρεσβευτή στην Ελλάδα είχε 
παραβρεθεί (με αφορμή φιλανθρωπική εκδήλωση) στην αίθουσα διαλέξεων του Φάρου 
Τυφλών, ώστε να διαφημιστεί και να επιδειχθεί ένα προϊόν τής αμερικανικής 
εταιρείας IBM-ISI, που θα βοηθούσε τους τυφλούς να διαβάσουν, το οποίο 
σημειώνεται ότι ήταν ατομικό, δηλαδή μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο από έναν 
τυφλό, στοίχιζε το καθένα 150.000 δρχ. και η διάθεση δωρεάν δείγματος έγινε 
καθαρά για διαφημιστικούς σκοπούς. Η εκδήλωση, η οποία ήταν καθαρά αμερικανικού 
χαρακτήρα σε ένα ίδρυμα που χρηματοδοτείτο από το «Σύλλογο των εν Ελλάδι 
Αμερικανίδων» και με ακροατές αμερικανούς, μετατράπηκε σε διαδήλωση 100 περίπου 
τυφλών, με αποτέλεσμα η σύζυγος του πρεσβευτή να εγκαταλείψει την αίθουσα με τη 
βοήθεια ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων, ενώ οι φωνές διαμαρτυρίας προκάλεσαν την 
αγανάκτηση των παρευρισκομένων στην αίθουσα διαλέξεων του Φάρου Τυφλών.

Η «αγαθοεργή» δράση τού «Συλλόγου των εν Ελλάδι Αμερικανίδων» χρονολογείτο από 
το 1948 και ένα χρόνο πριν είχε ιδρυθεί και ο Φάρος Τυφλών, με χρηματοδότη του 
μια αμερικανική φιλανθρωπική εταιρεία με έδρα τη Νέα Υόρκη, την επονομαζόμενη 
«Αμερικανοί φίλοι των ελλήνων τυφλών». Οι εκπρόσωποι της εταιρείας (της οποίας 
τα μέλη δεν ξεπερνούσαν τα 15) ισχυρίζονταν ότι χρηματοδοτούνταν από εράνους 
που γίνονταν στην Αμερική, χωρίς όμως να γνωρίζουμε περισσότερες λεπτομέρειες 
γι αυτούς. Οι τυφλοί υποστήριζαν ότι τα ποσά των εράνων αυτών ήταν και 
παρέμεναν για 23 χρόνια ένα σκοτεινό σημείο. Έτσι στις 4 Δεκεμβρίου, δεδομένων 
των παραπάνω, ομάδα τυφλών κατήγγειλε ότι «Ο Φάρος Τυφλών έχει τεράστια έσοδα 
από τους φιλανθρώπους που διαμένουν στην Αμερική και εδώ. Τα χρήματα αυτά δεν 
φτάνουν ποτέ στα χέρια μας. Είμαστε 15.000 τυφλοί. Μόνο οι 500 είμαστε 
ασφαλισμένοι. Οι άλλοι έχουν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους». Στη συνέχεια 
διαμαρτυρήθηκαν ότι ο Φάρος αποτελούσε τροχοπέδη στην επίλυση των προβλημάτων 
τους και, με την τακτική τής δημιουργίας βιτρίνας, ισχυριζόταν ότι συνέβαλε 
αποτελεσματικά στην εξυπηρέτηση και την κάλυψη των αναγκών των τυφλών μαθητών 
και γι αυτό δεν υπήρχε ανάγκη κρατικής εκπαίδευσης. «Πρέπει όλοι να μάθουν τι 
κρύβεται πίσω την βιτρίνα», κατέληξαν οι τυφλοί και δήλωσαν ότι ο Φάρος είναι 
μια καθαρά κερδοσκοπική επιχείρηση και αποτελεί τόπο διαφήμισης αμερικανικών 
προϊόντων στην ελληνική αγορά.  


8.5. Λοιπά φιλανθρωπικά ιδρύματα για τυφλούς.

Από το 1938, με πρωτοβουλία της Ειρήνης Λασκαρίδου, λειτούργησε στο Μαρούσι 
Οικοτροφείο και Σχολή Τυφλών Κορασίδων, με την επωνυμία «Σύλλογος Φίλων Τυφλών» 
(Αποφάσεις 3873/1938 και 5120/1940 Πρωτοδικείου Αθηνών), το οποίο δεχόταν 
τυφλές κοπέλες (δυναμικότητας έως 20 ατόμων). Διέθετε εργαστήρια υφαντικής, 
πλεκτικής, χειροτεχνίας και -σύμφωνα με το άρθρο 8 τού καταστατικού τού 
Συλλόγου- σκοπός τής ίδρυσής του ήταν η προστασία των ενήλικων τυφλών και 
ιδιαίτερα όσων είχαν αποφοιτήσει από τη Σχολή Τυφλών, η οργάνωση παρατηρητηρίου 
συγκέντρωσης και πώλησης έργων των τυφλών και η ίδρυση τυφλολογικού μουσείου.  
Το ίδρυμα επιχορηγούνταν, εκτός των άλλων, και από το υπουργείο Πρόνοιας.

Το 1942 το κράτος ιδρύει τη «Στέγη Τυφλών Αναπήρων Πολέμου» στην οδό 
Πτολεμαίων, όπου γίνεται κάποια προσπάθεια για την επαγγελματική τους 
επανακατάρτιση και ανακούφιση, υπό την αιγίδα τού Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. 
Τρόφιμοι του Οίκου Τυφλών προσφέρθηκαν να διδάξουν στους τυφλούς αναπήρους 
πολέμου μουσική, γραφή Braille και χειροτεχνία.  Το 1956 οι τυφλοί ανάπηροι του 
συμμοριτοπολέμου και της Κορέας, οι περιθαλπόμενοι στον «Οίκο Αναπήρων Πολέμου» 
στο Παλαιό Φάληρο κατέβηκαν σε απεργία πείνας, μετά από την πρόθεση του 
υπουργείου Εθνικής Άμυνας να κλείσει το ίδρυμα. 

Εκτός από τον Οίκο Τυφλών Καλλιθέας και τη Σχολή Τυφλών Βορείου Ελλάδος «Ο 
Ήλιος», λειτούργησε για τους τυφλούς το 1950 η Σχολή Αποκαταστάσεως Τυφλών 
(τμήμα τού ΚΑΠΑΨ)  στους Αμπελοκήπους (στην οδό Τσόχα) με διευθύντρια τη Φανή 
Μαυρουδή, όπου λειτούργησε οικοτροφείο και εργαστήριο για τυφλούς από 16 ετών 
και άνω, από το οποίο από το 1950 έως το 1962 εξυπηρετήθηκαν περίπου 220 άτομα. 
Η Σχολή είχε ήδη παραρτήματα κατά το 1962 στην Κρήτη, στην Τρίπολη και στην 
Πάτρα. Το ανωτέρω ίδρυμα επιχορηγούνταν από το υπουργείο Πρόνοιας. 

Το 1950, με πρωτοβουλία και δωρεές της οργάνωσης «Αμερικανών φίλων των τυφλών 
της Ελλάδος», ιδρύθηκε Αγροτική και Τεχνική Σχολή τυφλών στα Σεπόλια (στην οδό 
Φοινίκης),  η οποία εγκαινιάστηκε με την παρουσία της βασίλισσας και των 
υπουργών Οικονομικών, Πρόνοιας και άλλων επισήμων, στις 21 Απριλίου το 1954.  
Στις 24 Αυγούστου 1957 η γραμματεία τής Σχολής πραγματοποίησε δεξίωση προς τιμή 
του μεγάλου δωρητή της, Ανδρέα Γιαβή, δήμαρχο τού Πόρτσμουθ τής «Νέας Αγγλίας», 
της συζύγου του, του εκπαιδευτικού του ακόλουθου στην αμερικανική πρεσβεία 
Ελλάδας, Έμρικ, και του ελληνοαμερικανού επιχειρηματία, Κόκκορη, και της 
συζύγου του. Ο ομογενής δήμαρχος τού Πόρτσμουθ, Ανδρέας Γιαβής, ήταν ο κύριος 
διαθέτης σημαντικού ποσού (200.000 δολάρια), με το οποίο ανεγέρθηκε το κτήριο 
των υπνωτηρίων των μαθητών τής Σχολής. 

Στη δεκαετία τού 1960 ιδρύθηκε σωματείο, αναγνωρισμένο από το Κράτος, του 
οποίου σκοπός ήταν η πνευματική ανύψωση, η ψυχική ανάπλαση και η υποβοήθηση των 
τυφλών στις επαγγελματικές τους επιδιώξεις και διατηρούσε δανειστική βιβλιοθήκη 
σε γραφή Braille με την επωνυμία «Οι Τρεις Ιεράρχαι» στην οδό Δαμάρεως 70 στο 
Παγκράτι και εξέδιδε το περιοδικό Η Λυχνία. Από το 1962 λειτούργησε οικοτροφείο 
τυφλών κοριτσιών με την επωνυμία «Αγία Σκέπη», στην οποία διδάσκονταν οι 
μαθήτριες χειροτεχνία και άλλα μαθήματα, ενώ από το 1967 άρχισε η λειτουργία 
παραρτήματος του Οικοτροφείου, στο οποίο στεγάζονταν τρόφιμες, που 
παρακολουθούσαν το Γυμνάσιο.  


8.6. Προνοιακά ιδρύματα για άλλες αναπηρίες.

Το 1937 συστήθηκε από το Αμερικανικό Ίδρυμα Εγγύς Ανατολής η Ελληνική Εταιρεία 
Προστασίας Αναπήρων Παίδων - ΕΛΕΠΑΠ (απόφαση 52043/1948 Πρωτοδικείου Αθηνών). 
Στην Εταιρεία γίνονταν δεκτά παιδιά με κινητικές αναπηρίες ηλικίας μέχρι 16 
ετών και ετησίως εξυπηρετούσε 800 παιδιά περίπου. Διέθετε τμήμα Διαγνωστικής, 
Κλινικής και Θεραπευτήριο με ορθοπεδικούς γιατρούς, φυσιοθεραπευτές, 
γυμνάστριες και σύγχρονο εξοπλισμό? εργασιοθεραπευτήριο, κοινωνική υπηρεσία, 
νηπιαγωγείο, μονοτάξιο δημοτικό σχολείο και εργαστήριο κατασκευής ορθοπεδικών 
μηχανημάτων. 

Από τον Ιούλιο τού 1954 λειτούργησε το «Κέντρον Αποκαταστάσεως Αναπήρων Παίδων 
Βούλας, ΠΙΚΠΑ», ως ειδικό κέντρο αποκατάστασης παιδιών με κινητικές αναπηρίες, 
με 400 κλίνες. Το Κέντρο διέθετε Ιατρική υπηρεσία (ορθοπεδικοί, ψυχίατροι, 
νευρολόγοι, παιδίατροι, μικροβιολόγοι, ακτινολόγοι, κ.λπ.), Φυσικοθεραπευτήριο 
- Γυμναστήριο, Εργασιοθεραπευτήριο υφαντικής, πλεκτικής, καλαθοπλεκτικής και 
ταπητουργίας), Τμήμα Επαγγελματικού Προσανατολισμού και Εκπαίδευσης 
(ξυλουργείο, ραφείο, υποδηματοποιείο, σιδηρουργείο για την κατασκευή 
ορθοπεδικών μηχανημάτων, μελισσοκομείο, κηπουρική), Κοινωνική Υπηρεσία και 
Δημοτικό διτάξιο σχολείο. 

Από το 1955 ιδρύθηκε η Ειδική Πρότυπος Σχολή Κωφαλάλων Γλυφάδας, ως 
αναγνωρισμένο ιδιωτικό σχολείο, δυναμικότητας 45 κωφάλαλων μαθητών. Για τη 
Σχολή αρμόδιο ήταν το υπουργείο Παιδείας. 

Το 1945 ιδρύθηκε το «Κέντρο Αποκαταστάσεως Πολιτικών Αναπήρων Ψυχικού» (ΚΑΠΑΨ)  
με τη συνεργασία τού υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας και του αμερικανικού 
ιδρύματος Εγγύς Ανατολής. Τα πρώτα πέντε χρόνια εχρηματοδοτείτο αποκλειστικά 
από το δεύτερο, ενώ από το 1950 από το ελληνικό Δημόσιο. Γίνονταν δεκτοί 
ανάπηροι άποροι άνω των 16 ετών και το ίδρυμα τους παρείχε ιατρική και 
προνοιακή περίθαλψη, διατηρώντας δύο αντίστοιχες υπηρεσίες για το σκοπό αυτό. Η 
ιατρική υπηρεσία παραλάμβανε τον ανάπηρο μετά τη νοσοκομειακή του περίθαλψη και 
με συμπληρωματικά μέσα, προσπαθούσε να τονώσει τις σωματικές του δυνάμεις, 
εφαρμόζοντας μεθόδους φυσιοθεραπείας και εργασιοθεραπείας με, τελευταίου τύπου, 
θεραπευτικές συσκευές.

Σε περιπτώσεις κινητικά αναπήρων που είχαν ανάγκη, χορηγούσε δωρεάν ορθοπεδικά 
μηχανήματα και τεχνητά μέλη, τα οποία κατασκευάζονταν στα εργαστήρια από 
τροφίμους τού Κέντρου. Το Κέντρο, επίσης, αναλάμβανε και την ιατροφαρμακευτική 
κάλυψη πολλών αναπήρων, είτε νοσηλευομένων σε διάφορα ιδρύματα είτε κατ΄ οίκον. 
Για τους κινητικά αναπήρους διέθετε εργαστήρια επαγγελματικής εκπαίδευσης στο 
Ψυχικό, όπου οι εκπαιδευόμενοι μάθαιναν την τέχνη τού υποδηματοποιού, του 
ράπτη, του επισκευαστή ρολογιών, πλεκτική με μηχανές, κ.ά. Για τους τυφλούς 
διατηρούσε τη Στέγη Τυφλών, η οποία βρισκόταν στους Αμπελοκήπους αλλά υπαγόταν 
στο Κέντρο, όπου λειτουργούσαν εργαστήρια καρεκλοποιίας, ψαθοπλεκτικής και 
σαρωθροποιίας. Για τους αναλφάβητους λειτουργούσε μονοτάξιο δημοτικό σχολείο, 
όπου οι τυφλοί διδάσκονταν το σύστημα γραφής και ανάγνωσης Braille και το οποίο 
τους επέτρεπε να διαβάζουν και να γράφουν με ευχέρεια, χρησιμοποιώντας την αφή 
αντί της όρασης. Μέχρι το τέλος τού 1955 οι εξυπηρετηθέντες από το ΚΑΠΑΨ 
ανέρχονταν σε 8.558 και το 1956 το 72% από αυτούς εργάζονταν. Από την 
επαγγελματική σχολή είχαν αποφοιτήσει έως το 1956 συνολικά 885 και χορηγήθηκαν 
646 ορθοπεδικά μηχανήματα. Όσον αφορά το προσωπικό τού Ιδρύματος, προσπαθούσε 
κάτω από πολύ επίπονες συνθήκες, να αποβάλλει από τον ανάπηρο το αίσθημα 
κατωτερότητας, να τον κάνει να πιστέψει στον εαυτό του και να τον πείσει ότι 
μπορεί να κάνει όσα και ένας αρτιμελής. Το ΚΑΠΑΨ δεν είχε τη δυνατότητα να 
αποκαταστήσει τούς πολιτικούς ανάπηρους στην Ελλάδα. Μέχρι το 1956 εκκρεμούσαν 
4.500 αιτήσεις και υπήρχαν περισσότεροι από 10.000 που δεν τις είχαν ακόμα 
υποβάλλει. Σύμφωνα με τον τότε διευθυντή τού Κέντρου, το Ίδρυμα δεν επαρκούσε 
για όλους, αντιμετώπιζε έντονα το πρόβλημα της στενότητας του χώρου, όλες οι 
εγκαταστάσεις τού φυσιοθεραπευτικού τμήματος βρίσκονταν μέσα σε μία μικρή 
αίθουσα και τα εργαστήρια στεγάζονταν σε ένα επίσης μικρό οίκημα. 

Η επαγγελματική αποκατάσταση των πολιτικών αναπήρων, μέχρι τότε γινόταν 
προσπάθεια να επιτευχθεί με τη δημιουργία «συνεργατικών» στα αστικά κέντρα, 
όπως, για παράδειγμα, ήταν η ιδρυθείσα «συνεργατική» από πέντε απόφοιτους της 
επαγγελματικής σχολής τού ΚΑΠΑΨ, οι οποίοι διατηρούσαν υποδηματοποιείο στη 
Φιλοθέη, υπό την προστασία τού Ιδρύματος, το οποίο τους απέδιδε αρκετά για να 
ζήσουν με αξιοπρέπεια. Από οικονομικής πλευράς, ήταν συμφέρον τού κράτους, να 
εξασφαλίσει εργασία στους ανάπηρους που είχαν αποκατασταθεί σωματικά και 
εκπαιδευθεί επαγγελματικά. Σύμφωνα με μία στατιστική που είχε υποβληθεί στο 
υπουργείο Συντονισμού, η νοσοκομειακή περίθαλψη και αποκατάσταση που παρεχόταν 
στο ΚΑΠΑΨ κατά μέσο όρο, ανά άτομο, στοίχιζε 2.200 δρχ. Εάν, στη συνέχεια, 
δινόταν η δυνατότητα στον αποκατασταθέντα να εργαστεί, θα επέστρεφε το ποσό 
αυτό στο δημόσιο ταμείο, με άμεσους και έμμεσους φόρους, κατά τη διάρκεια 3-4 
ετών. Έτσι, με αυτό τον τρόπο, και το κράτος θα επένδυε τα κεφάλαιά του και ο 
ανάπηρος δε θα παρέμενε παθητικός για την εθνική οικονομία. 

Στις 8 Μαΐου 1957 και κατά τη διάρκεια αθλητικών αγώνων που είχαν 
πραγματοποιηθεί στο Παρίσι με τη συμμετοχή έξι κρατών, τέσσερις έλληνες 
ανάπηροι αθλητές κατέκτησαν τις τέσσερις πρώτες θέσεις και βρέθηκαν στην πρώτη 
θέση της γενικής βαθμολογίας. Στους αγώνες αυτούς, οι οποίοι οργανώθηκαν από 
την Παγκόσμια Ομοσπονδία Παλαιών Πολεμιστών σε συνεργασία με την «Αμικάλ 
Σπορτίφ ντε Μοντιλέ», έλαβαν μέρος ανάπηροι αθλητές χρησιμοποιώντας τα τεχνητά 
τους μέλη. Η ελληνική ομάδα αποτελείτο από δύο ανάπηρους πολέμου, με διπλό 
ακρωτηριασμό των κάτω άκρων, τους Ν. Μπουκιστάνο και Π. Κομνηνέα, οι οποίοι 
προέρχονταν από τον άμαχο πληθυσμό και είχαν εκπαιδευθεί στο Κέντρο 
Αποκαταστάσεως Πολιτικών Αναπήρων Ψυχικού (ΚΑΠΑΨ), τον Ε. Τσαρσανίδη, τον Τ. 
Τριφωνίδη και τον τυφλό Α. Σωτηρίου από τη Στέγη Αποκαταστάσεως Τυφλών. Η 
συμμετοχή τής Ελλάδας στους αγώνες αυτούς υπήρξε θριαμβευτική. Στα αγωνίσματα 
ταχύτητας έτρεξαν εκτός συναγωνισμού γιατί οι συναθλητές τους δεν ήταν σε θέση 
να τρέξουν και απλώς βάδιζαν. Στα άλματα μήκους και ύψους οι ηττηθέντες 
γερμανοί και ολλανδοί χρησιμοποίησαν μονόποδες ακροβάτες, αγωνίσθηκαν χωρίς να 
χρησιμοποιήσουν τα τεχνητά τους μέλη, δεδομένου ότι δεν φάνηκαν εξοικειωμένοι 
με τη χρήση τους και προσπάθησαν απλώς να πετύχουν το μέγιστο ρεκόρ. Ο σκοπός 
όμως των αγώνων αυτών δεν ήταν να συναγωνίζονται τους αρτιμελείς, αλλά η όσο 
μεγαλύτερη εξίσωση προς τους υγιείς και αρτιμελείς, με την εξοικείωσή τους στη 
χρήση των τεχνητών μελών, διότι ο αντικειμενικός σκοπός τής άθλησής τους ήταν 
πάνω από όλα η αποκατάστασή τους. Η υπεροχή των ελλήνων αθλητών τού ΚΑΠΑΨ 
αναγνωρίσθηκε από όλους και όλοι θαύμασαν την τεχνική τους, της οποίας 
εμπνευστής ήταν ο γυμναστής τού Κέντρου, Παναγιώτης Δεκάριστος. Αξίζει να 
σημειωθεί, ότι οι γερμανοί αθλητές τον προσκάλεσαν στο Βερολίνο για να τους 
διδάξει το σύστημά του. Η ιδέα τής οργάνωσης αθλητικών αγώνων μεταξύ αναπήρων 
εφαρμόσθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από το ΚΑΠΑΨ το 1951, με τη συμβολή και 
την υποστήριξη του διευθυντή τού Κέντρου, Σπ. Θεολόγου και του γυμναστή, Παν. 
Δεκάριστου, και τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας ήταν απόλυτα επιτυχή. 

Το 1951 ιδρύθηκε στην Κηφισιά το Νοσοκομείο Ατυχημάτων και Αποκαταστάσεως 
Τραυματιών και Αναπήρων ο «Απόστολος Παύλος» (το οποίο αρχικά, το 1949, 
λειτουργούσε ως στρατιωτική υγειονομική μονάδα «449 Κέντρον Αποκαταστάσεως 
Τραυματιών»), δυναμικότητας 200 εσωτερικών και 100 εξωτερικών ασθενών, κυρίως 
για περιπτώσεις που παραπέμπονταν από το ΙΚΑ, το υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας 
και των ασφαλιστικών οργανισμών, επιχειρήσεων κ.λπ. Κύρια επιδίωξη του 
νοσοκομείου ήταν η αποθεραπεία και η περαιτέρω ιατρική αποκατάσταση των 
χειρουργημένων, μέσω της φυσικοθεραπείας και της εργασιοθεραπείας. Διέθετε δε, 
φυσικοθεραπευτήριο και εργασιοθεραπευτήριο υφαντικής, ταπητουργίας, 
καλαθοπλεκτικής, διακοσμητικής, βιβλιοδετικής, χειροτεχνίας παιχνιδιών, 
χειροτεχνίας δερμάτινων ειδών, κατασκευής παντοφλών, ραπτικής, υποδηματοποιίας, 
τυπογραφίας και ξυλουργικής. 

Άλλα νοσοκομεία και ιδρύματα που διέθεταν και τμήματα αποκατάστασης αναπήρων 
ήταν τα:

1. Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών,
2. Νοσηλευτικό Ίδρυμα Μ. Τ. Στρατού,
3. Ασκληπιείο Βούλας Ε.Ε.Σ. 600 κλινών για πάσχοντες από Τ. Β. των οστών και 
μακροχρονίων ορθοπεδικών παθήσεων που είχαν σαν αποτέλεσμα να προκληθούν 
μόνιμες αναπηρίες του κινητικού συστήματος,
4. Ασκληπιείο Λέρου Ε.Ε.Σ.,
5. Ορθοπεδικό Νοσοκομείο Κιλκίς 120 κλινών,
6. Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης
7. Ορθοπεδικό Τμήμα Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου Αθηνών,
8. Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία»,
9. Δημόσιο Λοιμωδών νόσων, το οποίο διέθετε παιδιατρική κλινική με 80 κλίνες 
και αναπνευστικό κέντρο πολιομυελίτιδας με 50 κλίνες,
10. Τμήμα Κινησιοθεραπείας τού Ταμείου Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και άλλων 
ταμείων τραπεζών,
11. Ι.Κ.Α.,
12. Ορθοπεδικά εργοστάσια και εργαστήρια αναπήρων πολέμου Αθηνών από το 1942, 
Θεσσαλονίκης από το 1946, Ιωαννίνων από το 1956 και Ηρακλείου Κρήτης από το 
1953,
13. Οι βασιλικές σχολές του Εθνικού Ιδρύματος (ιδιωτικά οι Σχολές Λέρου 
δέχονταν ανάπηρα παιδιά, παραπεμπόμενα από τα Ασκληπιεία Βούλας και Λέρου, από 
το Κ.Α.Α.Π. Βούλας, από το ΠΙΚΠΑ και από το ΚΑΠΑΨ),
14. Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας, τα οποία προορίζονταν για εξακριβώσεις και για 
τη συμπαράσταση με σκοπό την αξιοποίηση της επαγγελματικής εκπαίδευσης των 
αναπήρων,
15. Υγειονομικά Κέντρα,
16. Άσυλο Ανιάτων, για την περίθαλψη αναπήρων πολύ βαριάς μορφής,
17. Διάφορα αναγνωρισμένα Σωματεία αναπήρων, κ.λπ. 

Για τα ανάπηρα παιδιά από χρόνιες παθήσεις λειτουργούσαν: για τους αδενοπαθείς 
πρεβεντόρια, για τους φυματικούς σανατόρια (σανατόριο Σωτηρία με 59 κλίνες 
ειδικά για φυματικά παιδιά) και για τους χανσενικούς ο Αντιλεπρικός Σταθμός 
Αγίας Βαρβάρας, με μονοτάξιο δημοτικό σχολείο για τα παιδιά των λεπρών. 

Για τους ψυχικά και διανοητικά ανάπηρους κατά το 1937 λειτουργούσε μόνο το 
«Πρότυπον Ειδικόν Σχολείον Αθηνών» στην Καισαριανή (δυναμικότητας 120 μαθητών), 
το οποίο δεχόταν αποκλειστικά εξωτερικούς μαθητές, ηλικίας 7 έως 14 ετών, οι 
οποίοι παρουσίαζαν διανοητική καθυστέρηση ή προβλήματα διαταραχών συμπεριφοράς. 
Η εκπαίδευσή τους πραγματοποιούνταν σε 7 διαβαθμίσεις ετήσιας διάρκειας και 
-ελλείψει εργαστηρίων- διδάσκονταν μόνο θεωρητικά μαθήματα. 
www.eoty.gr
________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
__________
Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο 
ρεπερτόριο επισκεφθείτε το
http://www.isobitis.com

______________

Απαντηση