Γενικά μετά το 1965 γίνονται προσπάθειες για αναβάθμιση της σχολής στο επίπεδο της εκπαίδευσης και των συνθηκών διαβίωσης. Το διετολόγιο ήταν επαρκές προσφέροταν πρωινό, μεσημεριανό, δειλινό και βραδυνό. Η είσοδος του στρατηγού Αχιλέα Παυλίδη συνοδεύεται με ακόμη μεγαλύτερη φιλελευθεροποίηση. Αναφέρω χαρακτηριστικά πως μετά την πρωινή προσευχή διαβάζονται εφημερίδες θυμάμαι πως διαβάζοταν το βήμα, τα βράδυα διοργανώνοταν συζητήσεις με την ενεργή παρότρυνση του στρατηγού όπως τον φωνάζαμε. Συζητούσαμε τότε για το πετρέλαιο, τον ρόλο ρώσων και αμερικανών τον πόλεμο που είχε ξεσπάσει στην μέση ανατολή. Επίσης διαβάζοταν βιβλία, αναφέρω χαρακτηριστικά το 1 παιδί μετράει τα άστρα του Κομουνιστή Μενέλαου λουντέμη για εκείνη την εποχή. Ο στρατηγός ήταν ευπροσήγορος, έμπαινε την ώρα του μαθήματος στην τάξη και έβαζε διάφορα κουίζ με έπαθλο μεγάλες σοκκολάτες. Ταυτόχρονα όμως μπορούσε να ήταν αυστηρός όταν έπρεπε να μας τιμωρήσει για διάφορες αταξίες. Το κλίμα αλλάζει με τον ερχομό του 1975 και ο στρατηγός ουσιαστικά απομακρύνεται από την σχολή και αρχικά θα αναλάβει διευθυντής ο γεώργιος σκίτζης και στην συνέχεια ο πρεσβύτερος κωνσταντίνος ανδρουλάκης. Τα σύννεφα πύκνωσαν και έδειχναν την επερχόμενη σύγκρουση.
--Κώστας--

-----Αρχικό μήνυμα----- From: Σκορδήλης Σπύρος
Sent: Thursday, January 21, 2016 6:01 PM
To: orasi mailing list
Subject: Re: [Orasi] η ιστορία του οίκου τυφλών. μέρος 13

καλές και εύκολες οι ταμπέλες και οι χαρακτιρισμοί. όμως καλό είναι να
αποδίδετε και ηιστορική αλήθεια. ο στρατηγός παυλίδης απο την στιγμή που
εισίλθε στον οίκο τυφλών έδωσε πνοή διμηιουργίας και αναγένησης σε όλους
τους τομείς. φυσικά πάντα στα πλέσια που είχαν χαραχθή απο το σωματείο οίκος
τυφλών. πολλοί δημοκράτες και αριστεροί ίσως θα ΄΄επρεπε να μυμιθούν η να
είχαν μιυμηθή την δημιουργική του αντίλιψη. σπύρος
----- Original Message ----- From: "Σκορδήλης Σπύρος" <[email protected]>
To: "οραση οραση" <[email protected]>
Sent: Thursday, January 21, 2016 4:54 PM
Subject: [Orasi] η ιστορία του οίκου τυφλών. μέρος 13


Η ιστορία τού Οίκου Τυφλών της Ελλάδος (Μέρος 31ο: Κεφάλαιο Δ - 4ο υποκεφάλαιο) Η διπλωματική εργασία της Βιβής Τσαβαλιά στο Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών «Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία» - Κατεύθυνση: Νεότερη και σύγχρονη Ιστορία, του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. (Μέρος 31ο: Κεφάλαιο Δ - 4ο υποκεφάλαιο).

4ο υποκεφάλαιο: Ανάδειξη των χαρακτηριστικών τής εξέγερσης των τυφλών ως εκείνων που σηματοδοτούν ένα κοινωνικό κίνημα.

Ό,τι σήμερα εμφανίζεται ως νομικά κατοχυρωμένο και «μόνιμο» δεν είναι παρά αποτέλεσμα συσχετισμών που προέκυψαν ιστορικά από προηγούμενες συγκρούσεις. Οι συλλογικές δράσεις δεν αναλαμβάνονται ποτέ εν κενώ. Πάντοτε επηρεάζονται από τη σύγχρονή τους θεσμική συγκυρία. Το 1974 η Χούντα πέφτει κάτω από το βάρος τής προδοσίας τής Κύπρου και στην Ελλάδα επανέρχεται η κοινοβουλευτική δημοκρατία. Έχει μεσολαβήσει η κατάληψη της Νομικής (Φεβρουάριος 1973) και οι συγκλονιστικές στιγμές τού Πολυτεχνείου το Νοέμβριο τού 1973. Η φοιτητική νεολαία, αρχικά, και η μαθητική στη συνέχεια αποτινάσσουν ένα-ένα τα ιδεολογήματα της δικτατορίας και ενεργούν ενάντια στο καθεστώς και το κατεστημένο. Οι τυφλοί μαθητές τού Οίκου Τυφλών αφουγκραζόμενοι τα προτάγματα της μεταχουντικής Ελλάδας, διεκδικούν τη χειραφέτησή τους, να πάψουν να αποτελούν μηχανές οίκτου και αντικείμενα φιλανθρωπίας και επιζητούν την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους, με κυρίαρχο το σύνθημα «Δουλειά, παιδεία και όχι επαιτεία». Κορυφαία στιγμή του αγώνα τους είναι η 2α Μαΐου 1976, οπότε και καταλαμβάνουν και λειτουργούν μόνοι τους τον Οίκο Τυφλών επί αρκετούς μήνες.

Αποτέλεσε η εξέγερση των τυφλών ένα κοινωνικό κίνημα, με την επιστημονική έννοια του όρου; Αν δεχτούμε τον όρο τού Mario Diani περί τούτου, σίγουρα ναι: Το κοινωνικό κίνημα αποτελεί διακριτή κοινωνική διαδικασία, που συνίσταται στους μηχανισμούς μέσω των οποίων διάφοροι δρώντες στρατεύονται σε συλλογικές δράσεις? εμπλέκονται σε συγκρουσιακές σχέσεις με σαφώς προσδιορισμένους αντιπάλους, συνδέονται με πυκνά άτυπα δίκτυα, συμμερίζονται μια διακριτή συλλογική ταυτότητα.

Η κοινωνική διαμαρτυρία εξακολουθεί να διαφοροποιεί τα κοινωνικά δίκτυα από άλλους τύπους δικτύων, έτσι οι συμμετέχοντες των κινημάτων, που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων καταλαμβάνουν περιφερειακή θέση στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, οφείλουν να κινητοποιήσουν την κοινή γνώμη προκειμένου να συντηρήσουν την ικανότητα άσκησης πίεσης. Τα κοινωνικά κινήματα εφευρίσκουν ριζοσπαστικές μορφές δράσης προκαλώντας το κράτος δικαίου και τη δημόσια τάξη. Η χρήση διαμαρτυρίας ως εργαλείου άσκησης πίεσης έχει σημαντικές επιπτώσεις στη δομή και τη στρατηγική των κοινωνικών κινημάτων.

Η συλλογική δράση που αναλαμβάνεται από ιδιαίτερες κοινωνικές ομάδες πράγματι διευκολύνεται όταν οι ομάδες αυτές είναι εύκολα διακριτές και έχουν έντονη κοινή ταυτότητα. Το κοινωνικό κίνημα των τυφλών εντάσσεται στην κατηγορία των σύγχρονων κινημάτων, που έχουν ξεπεράσει την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας ή έθνους-κράτους, καθώς στερούνταν συγκεκριμένης κοινωνικής βάσης (μέχρις ενός βαθμού) και αδιαφορούσαν για την κατάκτηση της εξουσίας.

Ο ρόλος του κράτους στην οικονομία αναπτύχθηκε όλο τον 20ό αιώνα με αποκορύφωμα τη δεκαετία του '70, και ύστερα. Αν και με διαφορετικούς ρυθμούς σε διεθνή συγκριτική βάση, περιορίστηκε με τις περικοπές των κοινωνικών δαπανών στο γύρισμα του αιώνα Το κράτος από εγγυητής της καλής λειτουργίας των αγορών πέρασε στη διαχείριση των οικονομικών δραστηριοτήτων μέσω των δημόσιων επιχειρήσεων. Επιπλέον το κράτος πρόνοιας συνέβαλε στη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Τα κριτήρια κατανομής δημόσιων πόρων, συχνά εκείνων που αφορούν την ικανοποίηση βασικών αναγκών, αποτέλεσε κρίσιμο πεδίο συλλογικής δράσης, κυρίως για ομάδες που δρούσαν σε αστικά περιβάλλοντα. Οι διαδικασίες πολιτικής φύσης επηρεάζουν την ύπαρξη ορισμένων κοινωνικών ομάδων. Καθώς γινόταν όλο και πιο φανερός ο ενεργός ρόλος του κράτους στην κατανομή πόρων, οι ευκαιρίες για κινητοποιήσεις όλο και πιο ετερογενών ομάδων αυξάνονταν.

Κατά τη διάρκεια της χούντας η παρεχόμενη πρόνοια στην Ελλάδα αναβαθμίζεται, έστω και τύποις, με τη δημιουργία διακριτής διεύθυνσης αναπήρων στο οικείο υπουργείο. Η δικτατορία λαμβάνει ορισμένα μέτρα για τους αναπήρους, με πατερναλιστικό φυσικά τρόπο, ωστόσο αυτό αφυπνίζει ακόμα περισσότερο την ανάγκη για χειραφέτηση των τυφλών, γεγονός που αποκορυφώνεται κατά τη μεταδικτατορική περίοδο, μέσα στο γενικότερο πνεύμα τής αποτίναξης των χουντικών στοιχείων από όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου. Το θρησκευτικό κατεστημένο, κυρίως στο πρόσωπο του πρωτοπρεσβύτερου Σχοινιωτάκη, το χουντικό που συμπυκνωνόταν στο πρόσωπο του στρατηγού Αχιλλέα Παυλίδη και το χτύπημα της μαθητικής κοινότητας του Οίκου Τυφλών, που αντιπροσώπευε το δημοκρατικό πνεύμα τής εποχής, ήταν τρεις παράγοντες που ενσάρκωναν παραστατικά το κίνημα των τυφλών.

Ως αξιακές πλαισιώσεις ορίζονται τα ερμηνευτικά σχήματα που επιτρέπουν στα άτομα να αναγνωρίζουν με ένα συγκεκριμένο τρόπο τον κόσμο και να καθοδηγούν την αντίληψή τους. Η ανάλυση των πλαισίων μάς επιτρέπει να συλλάβουμε τη διαδικασία απόδοσης σημασιών πριν από την κάθε έκρηξη. Τα κατάλληλα ερμηνευτικά πλαίσια επιτρέπουν το μετασχηματισμό σε κοινωνικό πρόβλημα, και δυνητικά σε αντικείμενο συλλογικής δράσης, ενός ζητήματος που προηγουμένως αποδίδονταν σε φυσικούς παράγοντες ή σε ατομική ευθύνη (π.χ. η φτώχεια και η φιλανθρωπία υπέρ των τυφλών φάνταζε πριν τις κινητοποιήσεις ως φυσικό φαινόμενο ή η ατομική ευθύνη των τυφλών απέναντι στην επαιτεία, κ.λπ.).

Η πλαισίωση αποτελεί ένα πιο ευέλικτο και περιληπτικό πολιτισμικό προϊόν από την ιδεολογία. Δεν απαιτεί ένα σύνολο ολοκληρωμένων αρχών και παραδοχών, αλλά προϋποθέτει ένα κλειδί για την κατανόηση του κόσμου. Τα κοινωνικά κινήματα αναπτύσσονται σε συγκεκριμένες πολιτικές και ιστορικές περιόδους. Αυτό έχει συνέπεια σε επίπεδο συμβολικής τουλάχιστον επεξεργασίας, ο λόγος που εκπέμπει ένα συγκεκριμένο κίνημα να συσχετίζεται με τους γενικούς προσανατολισμούς της συγκεκριμένης περιόδου. Υπάρχουν και κάποιες θεμελιώδεις πλαισιώσεις στις οποίες είναι δυνατόν να αναχθούν οι ειδικές επεξεργασίες των διαφόρων οργανώσεων και κινημάτων. Οι πλαισιώσεις είναι σημαντικό να εκπορεύονται από πηγές έμπιστες για να γίνουν πιστευτές και να αφορούν όχι μόνο τους παραλήπτες τους αλλά και μια ευρύτερη πολιτιστική δομή μέσα στην οποία αναπτύσσεται το κίνημα. Βασική προϋπόθεση επιτυχίας είναι να συντελούνται διαδικασίες «ευθυγράμμισης πλαισίων» μεταξύ των ακτιβιστών των κινημάτων και των πληθυσμών που προσπαθούν να κινητοποιήσουν. Η συλλογική δράση έτσι καθίσταται δυνατή από το σημείο που τα κινητοποιητικά μηνύματα ενσωματώνονται σε κάποια πολιτιστικά στοιχεία του πληθυσμού στον οποίο απευθύνονται.

Στην περίπτωσή μας παρατηρούμε ότι αφενός μεν ο Τύπος κάλυψε σε ικανοποιητικό βαθμό και καθ΄ όλο το χρονικό διάστημα της εξέλιξης της δράσης (κυρίως το 1976-1977 αλλά και έως το 1979) οπότε ολοκληρώθηκε και ένας από τους κύριους στόχους, δηλαδή η κρατικοποίηση του Οίκου Τυφλών και αφετέρου οι βουλευτές και κατ΄ επέκταση τα κόμματα του Κέντρου και της Αριστεράς, κοινοβουλευτικής και μη, στάθηκαν στο πλευρό των καταληψιών με επερωτήσεις στη Βουλή και με διαμεσολαβήσεις μεταξύ των τυφλών, του Κράτους και της Εκκλησίας.

Οι ταυτότητες δεν είναι ένα αντικείμενο ή μια ιδιότητα των δρώντων. Είναι η διαδικασία αναγνώρισης των δρώντων ως τμήματα ευρύτερων ενώσεων. Οι ενώσεις αυτές δεν χρειάζεται να αναγνωρίζονται με βάση χαρακτηριστικά όπως φύλο, τάξη, εθνικότητα αλλά και από κοινά αποδεκτούς προσανατολισμούς, αξίες, συμπεριφορές, κοσμοθεωρίες, τρόπους διαβίωσης, κοινές εμπειρίες δράσης. Η παραγωγή ταυτότητας παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στον τρόπο που τα άτομα δίνουν νόημα στις ίδιες τους τις εμπειρίες. Υπάρχει πολυπλοκότητα στη σχέση δόμησης ατομικής και συλλογικής ταυτότητας. Η οικοδόμηση ταυτοτήτων παίζει σημαντικό ρόλο στη συλλογική δράση μέσω του προσδιορισμού των δρώντων που εμπλέκονται στη σύγκρουση, τη διευκόλυνση ανάπτυξης σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ τους, τη δημιουργία δεσμών που συνδέουν γεγονότα τα οποία εκτυλίχθησαν σε διαφορετικές περιοχές. Στην ουσία βοηθά τους δρώντες να προσδιορίσουν τους συμμάχους και τους εχθρούς τους.

Εν προκειμένω, οι τυφλοί ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, μορφωτικού επιπέδου, επαγγελματικής ή όχι αποκατάστασης κ.λπ., απέκτησαν κοινή ταυτότητα μέσα από το γεγονός ότι συλλήβδην όλες οι εκφάνσεις της ζωής τους και η απονομή των δικαιωμάτων τους αποτελούσαν αντικείμενο φιλανθρωπίας εκ μέρους των ιδιωτών, αλλά και κρατικής, αφού στην ουσία η Πολιτεία συνηγορούσε και επιχορηγούσε τις φιλανθρωπικές ενέργειες και δράσεις.

Η συλλογική δράση δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν υπάρχει ένα «εμείς» που χαρακτηρίζεται από κοινές ιδιότητες και αλληλεγγύη. Απαραίτητος είναι και ο προσδιορισμός του άλλου, του αντιπάλου. Η οικοδόμηση ταυτότητας συνεπάγεται επομένως σε ένα θετικό ορισμό όσων συμμετέχουν στην ομάδα και σε έναν αρνητικό για όσους είναι απέναντι. Περιλαμβάνει επίσης μια σχέση με όσους έχουν ουδέτερη στάση. Η εγγύτητα των τόπων κατοικίας και εργασίας διευκολύνει την κινητοποίηση και την αναπαραγωγής της αλληλεγγύης.

Η συλλογική ταυτότητα συνδέεται και αποδίδει κάποια κοινή σημασία σε εμπειρίες συλλογικής δράσης (τυφλότητα, υποκείμενα οίκτου και φιλανθρωπίας) έξω από τόπο και χρόνο.

Η απόφαση να στρατευτεί κανείς σε συλλογική δράση αποτελεί ριζοσπαστική προσωπική μεταβολή. Στις περιπτώσεις αυτές οι άνθρωποι έρχονται σε ρήξη με τους προηγούμενους κοινωνικούς δεσμούς τους. Οι άνθρωποι που επαιτούσαν στις γωνίες των δρόμων, εκλιπαρώντας τον οίκτο, προκειμένου να αποκομίσουν τα προς το ζην, οι μαθητές και οι φοιτητές που ήλπιζαν σε μια επαγγελματική αποκατάσταση με αξιοπρέπεια πέρα από το πεζοδρόμιο, αλλά και οι τυφλοί που ήδη είχαν κατακτήσει την καταξίωση μέσα από την εργασία, συναποτέλεσαν την μάζα των καταληψιών τού Οίκου Τυφλών, συνενωμένοι κάτω από μία ριζοσπαστική ιδέα ότι είναι ισότιμοι πολίτες με δικαιώματα στη μόρφωση, τη δουλειά και την αξιοπρέπεια.

Ιστορία των κινημάτων είναι η ιστορία της ικανότητας των μελών τους να επιβάλλουν κάποιες εικόνες τους και να αποκρούσουν τις απόπειρες των κυρίαρχων ομάδων, να ευτελίσουν τις προσδοκίες τους για την αναγνώριση της διαφορετικότητάς τους. Η δύναμη να μπορεί κάποιος να επιβάλει αρνητικούς ορισμούς της ταυτότητας άλλων ομάδων είναι βασικός μηχανισμός κοινωνικής κυριαρχίας.

Οι οργανώσεις που συνδέονται μεταξύ τους με προσωπικές σχέσεις επιβιώνουν και την περίοδο ύφεσης των κινημάτων και προσφέρουν σημαντική βάση για την αναβίωση των κινηματικών δραστηριοτήτων. Κατ΄ αυτό τον τρόπο, ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών, ο οποίος προϋπήρχε της εξέγερσης ως φορέας αυτοοργάνωσης των τυφλών από το 1932, προσέφερε στο κίνημα την ηγεσία που καθοδήγησε τους εξεγερμένους τυφλούς και τους αλληλέγγυους καθ΄ όλη τη διάρκεια της επίμαχης χρονικής περιόδου, αλλά διατήρησε την υπόστασή του και την οργανωτική του αυτοτέλεια και μετά την ολοκλήρωση της κινηματικής διαδικασίας.

Η διαμαρτυρία αποτελεί πολιτικό πόρο όσων δεν έχουν ισχύ και θέτει σε κίνηση μια διαδικασία έμμεσης πειθούς που διαμεσολαβείται από τα ΜΜΕ και ισχυρούς κοινωνικούς δρώντες. Στην ουσία οι δρώντες που δεν διαθέτουν ισχύ προσπαθούν να κινητοποιήσουν την υποστήριξη ισχυρότερων ομάδων. Τα ΜΜΕ διαδίδουν το μήνυμα προς τις αρχές, οι οποίες είναι ο πρώτιστος παραλήπτης. Για να επιτύχει η διαμαρτυρία πρέπει να επηρεαστούν θετικά αυτοί που διαθέτουν περισσότερους πόρους και να επηρεάσουν και εκείνοι τις πολιτικές αποφάσεις. Η επιρροή μπορεί εκτός από θετική να είναι και αρνητική, π.χ. απειλή για διασάλευση της τάξης.

Γιατί επιλέγεται μια μορφή διαμαρτυρίας και όχι μια άλλη; Εξαρτάται από την πολλαπλότητα των στόχων που θέλει να κατακτήσει. Επίσης κάποιες μορφές διαμαρτυρίας (π.χ. καταλήψεις) επιλέγονται γιατί δημιουργούν την αίσθηση της συλλογικής ταυτότητας, προϋπόθεση δράσης για την επίτευξη κοινού σκοπού. Η αλληλεγγύη γεννιέται από τους κοινούς κινδύνους. Ωστόσο οι δράσεις που ενισχύουν την εσωτερική αλληλεγγύη δεν δημιουργούν πάντα υποστήριξη από το κίνημα. Για να δημιουργήσει η διαμαρτυρία υποστήριξη, πρέπει να προσελκύσει το ενδιαφέρον των ΜΜΕ και αυτό το πετυχαίνει όταν προσφεύγει σε καινοτόμες πολύχρωμες μεθόδους (κατάληψη Οίκου Τυφλών, απεργία πείνας στον Άγνωστο Στρατιώτη, κατάληψη γραφείων Αρχιεπισκοπής), όταν χρησιμοποιεί ριζοσπαστική δράση, όταν κινητοποιεί ευρείες μάζες (πλήθος ψηφισμάτων από επαγγελματικούς, φοιτητικούς και φορείς τού πνευματικού κόσμου, Τοπικής Αυτοδιοίκησης κ.λπ., πορεία συντοπιτών από το γήπεδο Καλλιθέας ως τον Οίκο Τυφλών, μαζική προσέλευση σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις για την ενίσχυση των καταληψιών, π.χ. στο γήπεδο του Πανιωνίου, κ.ά.). Τότε τα ΜΜΕ γίνονται δίαυλος της δράσης προς το ευρύ κοινό, το οποίο τα κοινωνικά κινήματα θέλουν να πείσουν για τα αιτήματά τους. Οι μορφές της διαμαρτυρίας έτσι πρέπει να προσαρμόζονται σε αντιφατικούς στόχους, όπως να απειλούν τις ελίτ και να προσελκύουν την υποστήριξη του κοινού (Βλ. το ντοκιμαντέρ Ο Αγώνας των Τυφλών τής Μαίρης Χατζημιχάλη Παπαλιού, 1976-1977).

Τα νέα κοινωνικά κινήματα είχαν συμμάχους την Αριστερά. Πιο συγκεκριμένα σειρά δυνητικών ανταλλαγών αναπτύσσεται μεταξύ κοινωνικών κινημάτων και κομμάτων. Ως μεσολαβητές μεταξύ της κοινωνίας των πολιτών και του κράτους, τα αριστερά κόμματα χρειάζεται να κινητοποιήσουν την κοινή γνώμη και τους ψηφοφόρους. Για αυτό κάθε άλλο παρά αδιάφοροι είναι στην ατζέντα των κοινωνικών κινημάτων. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα προγράμματα και τα μέλη της θεσμικής Αριστεράς εξελίχθηκαν σε αλληλεπίδραση με τα κοινωνικά κινήματα Ωστόσο η τακτική της Αριστεράς σε σχέση με τα κινήματα δεν είναι αμετάβλητη στο χώρο και το χρόνο: άλλες φορές η Αριστερά ήταν εχθρική απέναντί τους, άλλες διαπραγματευτική και σε άλλες δομήθηκαν επιλεκτικές συμμαχίες.

Πώς εξηγούνται οι στρατηγικές επιλογές της Αριστεράς και ποιες είναι οι συνέπειες στις δράσεις των κινημάτων; Για το πρώτο: σε γενικές γραμμές η Αριστερά είναι διατιθέμενη να υποστηρίξει κινήματα όταν κρατικές στρατηγικές αποκλεισμού εμποδίζουν να συγκλίνει η διαίρεση αριστερά-δεξιά. Η ύπαρξη κομματικών διαιρέσεων μέσα στην παραδοσιακή αριστερά επηρεάζει τη στάση της απέναντι στα κινήματα, π.χ. κινήματα με παραδοσιακά αιτήματα για κοινωνική δικαιοσύνη και δικαιώματα είχαν την υποστήριξη μετριοπαθών αριστερών κομμάτων, φοβούμενα τον ανταγωνισμό των ριζοσπαστικότερων αριστερών ή κομμουνιστικών κομμάτων. Στην πραγματικότητα ο εκλογικός ανταγωνισμός αποτελεί σημαντική μεταβλητή για τη στάση των συμμάχων προς τα κοινωνικά κινήματα. Επίσης η πολιτική αστάθεια ευνοεί την εκδήλωση κοινωνικών κινημάτων.

Σημαντικό ρόλο για τη νίκη των κινημάτων, πέρα από τις πολιτικές ευκαιρίες, παίζουν και τα πολιτισμικά περιβάλλοντα, π.χ. το κίνημα εναντίον της δουλείας πέτυχε όταν συνδύασε τις ηθικές επικλήσεις με τις κυρίαρχες κοινωνικές αξίες. Κατ' αντιστοιχία, είναι πιθανόν η νίκη στον αγώνα του Οίκου να επετεύχθη γιατί οι κοινωνικές αντιλήψεις για την αναπηρία είχαν αλλάξει.

Για να κριθεί αν ένα κίνημα πέτυχε πρέπει να εξεταστούν η ανάδυση νέων προβλημάτων, η ψήφιση νέων νόμων και η ανάλυση των αποτελεσμάτων της δημόσιας πολιτικής στη βελτίωση των όρων διαβίωσης εκείνων που κινητοποιούνται. Το κίνημα των τυφλών εν πολλοίς πέτυχε τους στόχους του, κρατικοποίηση του Οίκου Τυφλών με το Π.Δ. 265/1979, επαγγελματική αποκατάσταση των επαιτών με την παραχώρηση 50 αδειών μικροπωλητών σε διάφορα σημεία τής Αθήνας, ψήφιση του νόμου 612/1977 για συνταξιοδότηση μετά από 15 έτη εργασίας, έτσι ώστε απελευθερώθηκαν πολλές νέες θέσεις τηλεφωνητών, παραχώρηση στεγαστικού δανείου σε εργαζόμενους και συνταξιούχους από την Εργατική Κατοικία μόνο με 300 ένσημα, επαγγελματική αποκατάσταση των τυφλών τηλεφωνητών με υποχρεωτική πρόσληψη σε θέσεις του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ., κ.λπ. σε ποσοστό 1/3 με τον Ν. 963/1979 κ.ά.
Η ιστορία τού Οίκου Τυφλών της Ελλάδος (Μέρος 32ο: Συμπεράσματα)
Η διπλωματική εργασία της Βιβής Τσαβαλιά στο Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών «Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία» - Κατεύθυνση: Νεότερη και σύγχρονη Ιστορία, του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. (Μέρος 32ο: Συμπεράσματα).

Συμπεράσματα.

Συγγράφοντας την ιστορία τού Οίκου Τυφλών τής Ελλάδας στον 20ό αιώνα, αναφερόμαστε αναγκαστικά σε δύο συγκείμενα? ήτοι το φαινόμενο της ίδρυσης και λειτουργίας των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, αλλά και στην ανάδυση ενός γνήσιου κοινωνικού κινήματος στο χώρο των τυφλών κατά τα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια.

Φαινομενικά πρόκειται για την ίδρυση ενός ακόμα φιλανθρωπικού εκπαιδευτικού ιδρύματος για μειονεκτούντα άτομα, με τη χρηματοδότηση Ελλήνων ευεργετών στις αρχές τού 20ού αιώνα. Ωστόσο, στην εξέλιξη εμφανίζεται μια ιδιομορφία, η οποία είναι μοναδική -από όσο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε- για τα ελληνικά, τουλάχιστον, δεδομένα. Συγκεκριμένα, ενώ λειτούργησε για μια εβδομηκονταετία με τα πρότυπα ενός κλασικού φιλανθρωπικού ιδρύματος, στη συνέχεια οι ευεργετούμενοι τυφλοί -καθώς και άλλοι τυφλοί συμπαραστάτες, εν δυνάμει δικαιούχοι των υπηρεσιών του με βάση τις διαθέσεις των δωρητών, επηρεασμένοι βαθύτατα από το πνεύμα τής μεταπολίτευσης, που απορρίπτει τα πατερναλιστικά πρότυπα- εξεγείρονται και διεκδικούν τη χειραφέτησή τους και να πάψουν να αποτελούν μηχανές οίκτου, αποζητώντας γι αυτούς και τους ομοίους τους την ιδιότητα του φορέα δικαιωμάτων. Έτσι, το 1976 τριακόσιοι περίπου τυφλοί, κάτω από την ηγεσία της Συντονιστικής Επιτροπής Αγώνα, που αποτελούσαν κυρίως μέλη τού Διοικητικού Συμβουλίου και της Εξελεγκτικής Επιτροπής τού Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών, καταλαμβάνουν στις 2 Μαΐου το κτήριο τού Οίκου Τυφλών στην Καλλιθέα, διεκδικώντας «Μόρφωση, Δουλειά και όχι Ζητιανιά», παραφράζοντας το σύνθημα του Πολυτεχνείου «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία». Η λέξη «ελευθερία» για τους τυφλούς συνοψίζεται στην απελευθέρωσή τους από το πρότυπο του επαίτη στο οποίο τους είχε εντάξει, εν πολλοίς, μέχρι τότε η ελληνική πολιτεία και, κατά συνέπεια, και η κοινωνία και στη μετατροπή τους από αντικείμενα οίκτου και ελεημοσύνης σε υποκείμενα δικαιωμάτων, συνταγματικά κατοχυρωμένων για παροχή δημόσιας παιδείας, εξασφάλιση εργασίας και αξιοπρεπούς ζωής.

Κατά το 18ο αιώνα, οι φτωχοί διαιρέθηκαν σε δύο κατηγορίες: αυτούς που χρήζουν βοήθειας και όσους ήταν ανάξιοι συνδρομής. Έτσι, οι ανάπηροι, οι πάσχοντες από σωματική ή ψυχική «βλάβη», η οποία τους καθιστά ανίκανους προς εργασία, θεωρήθηκαν «άξιοι» αποδέκτες της φιλανθρωπίας.

Η αστικοποίηση και εκβιομηχάνιση στη διάρκεια του 19ου αιώνα δημιούργησε κοινωνικούς φόβους στις ανώτερες τάξεις. Μια σειρά από ζητήματα, όπως οι επιδημίες, οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης των φτωχότερων στρωμάτων στις πόλεις, η αύξηση των αστέγων, των έκθετων, των ορφανών, των επαιτών κ.λπ. δεν άφησαν ασυγκίνητους τους αστούς, που μέσα από φιλανθρωπικούς συλλόγους και δημοτικά συμβούλια προσπάθησαν να επιβάλλουν τα οράματα του πολιτισμού που τους διέπνεε. Η έλλειψη προνοιακών δομών τούς κινητοποίησε για την επίλυση αυτών των προβλημάτων. Δήμοι και ομάδες πολιτών δραστηριοποιήθηκαν για την εκτέλεση έργων δημόσιας υγείας, αλλά ανέλαβαν και δραστηριότητες για τη μόρφωση, την περίθαλψη, την ηθική βελτίωση των κατώτερων τάξεων (ορφανοτροφεία, εργαστήρια απόρων γυναικών κλπ).

Οι χώρες της Ευρώπης αποτελούσαν το πρότυπο των ελλήνων αστών. Η αντίστοιχη ευρωπαϊκή εμπειρία, έσπρωξε τους έλληνες αστούς φιλάνθρωπους, που ασπάζονταν το όραμα του εξευρωπαϊσμού, να αναλάβουν οι ίδιοι αντίστοιχες δράσεις, προωθώντας τον εκσυγχρονισμό της χώρας. «Για αυτά που αφήνονται στην τύχη από το κράτος πρέπει να φροντίσει η ιδιωτική πρωτοβουλία» ανέφερε ο Γ. Δροσίνης.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα, έλληνες και ομογενείς αστοί επιδόθηκαν συστηματικά σε «αγαθοεργό έργο» και η εμπειρία που είχε συγκεντρωθεί αποτελούσε σημαντική παρακαταθήκη. Αυτός ήταν ένας βασικός λόγος που η ενεργοποίηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας για την ίδρυση του Οίκου Τυφλών θεωρήθηκε η πλέον ενδεδειγμένη λύση.

Η κυριαρχία τής Μεγάλης Ιδέας και η σύλληψη του οράματος ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει ο φορέας διάδοσης του δυτικού τρόπου ζωής στην Ανατολή, κυριάρχησε στο φαντασιακό των ελλήνων αστών. Σε αυτό το πλαίσιο η παρέμβαση στο εσωτερικό του ίδιου του ελληνικού κράτους, στο μέτρο που αυτό αποτελούσε τον κυρίαρχο πόλο έκφρασης και οργάνωσης της «Μεγάλης Ιδέας», θεωρήθηκε επιτακτική. Όπως είδαμε, φορείς αυτών των ιδεών ήταν οι Γ. Δροσίνης και Δ. Βικέλας.

Έτσι προκρίθηκε από τα αστικά στρώματα η δημιουργία φιλανθρωπικών συλλόγων και εταιρειών και η ανάληψη πρωτοβουλιών για την ίδρυση πολυάριθμων ιδρυμάτων, με στόχο την εξασφάλιση της φυσικής και ηθικής προστασίας των φτωχών. Βέβαιο είναι ότι η φιλανθρωπική δραστηριότητα άνθισε στο κενό που άφησε η έλλειψη οποιασδήποτε κρατικής παρέμβασης.

Οι δρώντες φιλάνθρωποι αποτελούσαν τμήμα μιας κατηγορίας μορφωμένων ανθρώπων, οι οποίοι είτε κυριαρχούσαν ήδη στο κοινωνικό, πολιτικό, πολιτιστικό στερέωμα της εποχής, είτε επρόκειτο να κυριαρχήσουν σ΄ αυτό τα επόμενα χρόνια. Γιατροί, δικηγόροι, δικαστές, παιδαγωγοί, καθηγητές, δάσκαλοι και δασκάλες, ποιητές και πεζογράφοι θα γίνουν οι πρωταγωνιστές αυτής της δράσης. Μάλιστα, τα συγγενικά και φιλικά δίκτυα αυτών των στρωμάτων επιστρατεύθηκαν για να στρατολογηθούν μέλη στις φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες, αναπαράγοντας έτσι την κυριαρχία αυτών των στρωμάτων στους φιλανθρωπικούς συλλόγους και τα ιδρύματα. Όπως είδαμε, και στη περίπτωση του Οίκου Τυφλών τα ίδια ακριβώς αστικά στρώματα ενεπλάκησαν στην ίδρυση αλλά και τη διαχείρισή του, ενώ για τη στελέχωση της Εταιρείας τα συγγενικά/φιλικά δίκτυα έπαιξαν σπουδαίο ρόλο.

Όλοι οι σύλλογοι, οι εταιρείες και τα ιδρύματα ξεκίνησαν τη δραστηριότητά τους χωρίς καμία προηγούμενη «συσσώρευση» φιλανθρωπικού κεφαλαίου. Με δεδομένη την πενιχρή στήριξη από το κράτος, βάσισαν τη λειτουργία τους σε δωρεές των επώνυμων Ελλαδιτών και ομογενών. Παράλληλα, υπαρκτή ήταν και η συνδρομή των ανωνύμων πολιτών, οι οποίοι κατέθεταν τον οβολό τους σε εράνους, που πρωτίστως διεξήγαγαν οι γυναικείοι φιλανθρωπικοί σύλλογοι.

Ποιοι ήταν όμως οι τρόποι προσέλκυσης δωρητών; Συνήθως ένα μέλος του συλλόγου / ιδρύματος με κοινωνική, επαγγελματική αναγνώριση και διεθνείς επαφές, ερχόταν σε επαφή με εύπορους αστούς, εν δυνάμει ευεργέτες, πληροφορώντας τους για το νέο φορέα, τα σχέδιά του, επιδιώκοντας να προσελκύσει δωρεές. Μάλιστα ο ζήλος τού προέδρου του Δ.Σ. έπαιζε σημαντικό ρόλο για τη συγκέντρωση δωρεών.

Αφού εξασφαλίζονταν οι δωρεές, οι συνεχείς αναφορές των ευεργετών σε εορτασμούς και επετειακούς λόγους, στις λογοδοσίες, ο εγκωμιασμός τους, οι ανδριάντες και οι πλάκες με σκαλισμένα τα ονόματά τους έξω από τα ιδρύματα, είχαν στόχο όχι μόνο την απόδοση ευγνωμοσύνης, αλλά και την προσέλκυση νέων δωρητών.

Η επιδίωξη κοινωνικής αναγνώρισης, μέσω της ευεργεσίας εξυπηρετούσε μια σειρά σκοπών των αστών επιχειρηματιών-ευεργετών: γενικότερα η κοινωνική θέση του ευεργέτη αξιοποιούνταν και για να ενισχυθούν τα επιχειρηματικά του σχέδια, ενώ μέσω αυτών ανέπτυσσε κοινωνικές συμμαχίες που προωθούσαν τις επιχειρηματικές επιδιώξεις του. Παράλληλα, η ευεργεσία αποτελούσε στοιχείο απαραίτητο για μια επιτυχή πολιτική σταδιοδρομία, όπως και στην περίπτωση των φιλανθρώπων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ευεργεσία ικανοποιούσε και συναισθηματικές-ψυχικές ανάγκες των ευεργετών: Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ευεργεσία εις μνήμη ενός προσφιλούς προσώπου, που πέθανε.

Δεν είναι λίγες οι φορές που η πράξη της δωρεάς συνδέεται με περιστατικά της οικογενειακής ιστορίας του δωρητή. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Σπυρίδωνα Νικολόπουλου, ομογενή στο Manchester, που άφησε κληροδότημα 100.000 δραχμών το 1923 στον Οίκο Τυφλών, το οποίο αύξησε σε 1.000.000 δραχμές το 1924, μετά από επιτυχή εγχείρηση που είχε στα μάτια του.

Οι Έλληνες αστοί της διασποράς φιλοδοξούσαν να καταστούν η νέα οικονομική και πολιτική ελίτ της χώρας και ο Βενιζέλος εξυπηρετούσε όσο κανείς άλλος αυτές τις βλέψεις τους. Το δε ευεργετικό έργο των αστών της διασποράς, συμπεριλαμβανομένης και της Αιγύπτου, στο Νεοελληνικό κράτος υπαγορευόταν από την ανάγκη τους να δημιουργήσουν πολιτικά δίκτυα και σχέσεις εξάρτησης. Άλλωστε, ανάμεσα στους Αιγυπτιώτες ευεργέτες βρίσκονται και πολλοί, που μετά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα διετέλεσαν δήμαρχοι, υπουργοί, υψηλά στελέχη πολιτικών κομμάτων, που ανέλαβαν ηγετικούς ρόλους. Βέβαια οι Αμπέτ μπορεί να υποστήριξαν με κεφάλαια το πρωτόγνωρο εκσυγχρονιστικό εγχείρημα της εκπαίδευσης των τυφλών στην Ελλάδα, εντούτοις δεν αξιοποίησαν τον ευεργετικό τους ρόλο για την πολιτική τους ανέλιξη. Στην αντίθετη κατεύθυνση κινήθηκε ο Ιωάννης Αθανασάκης, ευεργέτης του Οίκου Τυφλών και Έλληνας της Αιγύπτου, ο οποίος ερχόμενος στην Ελλάδα υπουργοποιήθηκε επί κυβερνήσεων Βενιζέλου.

Η ιδιωτική πρωτοβουλία που αναπτύχθηκε για την εκπαίδευση των αναπήρων (τυφλοί, κωφάλαλοι, νοητικά υστερούντες) στις αρχές του 20ού αιώνα με απαρχή την ίδρυση του Οίκου Τυφλών ήταν βασισμένη στον οίκτο, ωστόσο υπήρχε η πίστη ότι αυτά τα άτομα έχουν κάποιες δυνατότητες που μέσα από την εκπαίδευση μπορούν να αναπτύξουν. Προκρίθηκε έτσι η κλειστή προστασία, η ιδρυματική περίθαλψη και η προαγωγή μέσα από την παροχή γνώσεων.

Οι πρώτες συστηματικές ενέργειες για την εκπαίδευση των τυφλών έγιναν από τον Valentin Hauy ή, όπως συχνά αποκαλείται, τον «πατέρα της εκπαίδευσης των τυφλών», ο οποίος άνοιξε την πόρτα στη σύγχρονη εκπαίδευση των τυφλών -όπως τη γνωρίζουμε σήμερα- στο Παρίσι το 1784.

Ο τυφλός γάλλος μαθητής Λουδοβίκος Μπράιγ (1809-1852) σχεδίασε το καλύτερο σύστημα ανάγνωσης και γραφής για τυφλούς, το «Σύστημα Braille», χρησιμοποιώντας μόνον έξι κουκίδες, το έτος 1829. Με τη χρήση Braille οι τυφλοί μαθητές ήταν σε θέση να προχωρήσουν την εκπαίδευσή τους.

Στην Ελλάδα μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η «επαγγελματική αποκατάσταση» των τυφλών περιοριζόταν στην επαιτεία. Κατόπιν, δειλά-δειλά, εμφανίζονται μουσικοί, οι οποίοι διαπρέπουν είτε ατομικά είτε σε ορχήστρες και δημιουργούνται τα πρώτα εργαστήρια τυφλών, για ανειδίκευτους εργάτες, που παράγουν σκούπες και βούρτσες. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και με το πλήθος των αναπήρων που άφησε πίσω του, αναζητήθηκαν τρόποι για την αποκατάστασή τους. Έτσι, η Siemens προχώρησε στη δημιουργία ειδικών τηλεφωνικών κέντρων, τα οποία μπορούσαν να χειριστούν απολύτως οι τυφλοί. Ο πρόεδρος της εταιρείας, Φρ. Γκουστ, ήρθε και στην Ελλάδα το 1954 και σε ειδική εκδήλωση παρουσίασε δημόσια το νέο αυτό τηλεφωνικό κέντρο, το οποίο προμηθεύθηκε και ο Φάρος Τυφλών της Ελλάδος (ΦτΕ), όπου το 1955 λειτούργησε η πρώτη σχολή τυφλών τηλεφωνητών στη χώρα. Από την ίδρυσή της μέχρι το 1962 είχαν πάρει πτυχίο 55 τυφλοί. Ως το 1962, είχαν διοριστεί 53 τυφλοί, σε δημόσιους οργανισμούς και διάφορες επιχειρήσεις.

Το 1960, στην οδό Ιπποκράτους 32, λειτούργησε και το πρώτο κατάστημα, το οποίο πουλούσε αποκλειστικά χειροτεχνήματα που κατασκευάζονταν από τυφλούς, οι οποίοι εργάζονταν στα εργαστήρια του Οίκου Τυφλών, της Στέγης Τυφλών στους Αμπελοκήπους, του Φάρου Τυφλών Ελλάδος και της Σχολής Τυφλών στα Σεπόλια. Το 1962 λειτουργούσαν στην Αθήνα δύο εργαστήρια βουρτσών και σκουπών, ένα από το Φάρο Τυφλών Ελλάδος και ένα από τον Πανελλήνιο Σύνδεσμο Τυφλών (Π.Σ.Τ.) και τα οποία απασχολούσαν 40 τυφλούς, ως ημερομίσθιους εργάτες με πλήρη κοινωνική ασφάλιση.

Τέλος στη Μεταπολίτευση, με τον Ν. 963/1-9-1979 «Περί Επαγγελματικής Αποκαταστάσεως Αναπήρων και εν γένει ατόμων μειωμένων ικανοτήτων», προβλέφθηκε η κάλυψη κατά το 1/3 των οργανικών θέσεων οικιακών τηλεφωνικών κέντρων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΔΕΚΟ από τυφλούς πτυχιούχους σχολής τηλεφωνητών.

Το 1932 ιδρύεται (και λειτουργεί μέχρι σήμερα) στην Αθήνα ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών (Π.Σ.Τ.) -με την υπ΄ αριθμ. 9977/32 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών- ο πρώτος ουσιαστικά, όπως αποδείχτηκε, φορέας αυτοοργάνωσης του χώρου της τυφλότητας. Ο Π.Σ.Τ. έχει συνδικαλιστική μορφή και συνήθως διεκδικεί από την Πολιτεία μέτρα για την εκπαίδευση, την επαγγελματική αποκατάσταση, την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και την προνοιακή στήριξη των τυφλών τής χώρας.

Το αίτημα για εκπαίδευση των τυφλών διατυπώνεται για πρώτη φορά, ήδη από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, από τον Κερκυραίο γιατρό και βουλευτή Αντώνιο Παλατιανό. Κατά τη διάρκεια της βουλευτικής του θητείας, ο Α. Παλατιανός νόσησε από ασθένεια των οφθαλμών και αναγκάστηκε να πραγματοποιήσει πολλαπλές εγχειρήσεις στην Ιταλία και το Παρίσι, ώστε να σώσει την όρασή του. Η προσωπική του περιπέτεια τον ώθησε να ασχοληθεί με την εκπαίδευση των τυφλών. Γνώστης, όπως φαίνεται, των εξελίξεων στην εκπαίδευση των τυφλών που συντελούνταν στην Ευρώπη, θέλησε να μεταλαμπαδεύσει και στη χώρα του αυτές τις αντιλήψεις. Τις προσπάθειες αυτές συστηματοποιεί με την έκδοση του Δοκιμίου περί εφαρμογής εις την ελληνικήν γλώσσαν της αναγλυφογραφίας Βράιλ προς εκπαίδευσιν των τυφλών, με το οποίο κάνει γνωστό το σύστημα Braille στην Ελλάδα και προσπαθεί να το προσαρμόσει στην ελληνική γλώσσα. Ωστόσο, ο αγώνας τού Παλατιανού για τη δημιουργία σχολείου για τυφλούς στην Ελλάδα δεν καρποφορεί και, για το λόγο αυτό, αφήνει στη διαθήκη του κληροδότημα από 40 μετοχές τής Ιονικής Τράπεζας. Τελικά το κληροδότημα αξιοποιήθηκε μετά την ίδρυση του Οίκου Τυφλών χρηματοδοτώντας υποτροφίες και το όνομά του χαράχτηκε σε μαρμάρινη πλάκα έξω από τον Οίκο Τυφλών, πλάι στα ονόματα άλλων Μεγάλων Ευεργετών.

Οι προσπάθειες του Α. Παλατιανού τον 19ο αιώνα για ίδρυση εκπαιδευτηρίου τυφλών μπορεί να έπεσαν στο κενό, ωστόσο 12 χρόνια μετά το θάνατό του δύο εύποροι, αστοί διανοούμενοι με έντονη φιλεκπαιδευτική δράση θα αναλάβουν μια σημαντική πρωτοβουλία για τη μέριμνα και εκπαίδευση των τυφλών. Πρόκειται για τους Δημήτριο Βικέλα και τον Γεώργιο Δροσίνη, πρόεδρο και γραμματέα αντίστοιχα του φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων (ΣΩΒ), οι οποίοι θα κινητοποιήσουν το δραστήριο σύλλογο, με τα δεκάδες μέλη και τις υψηλές διασυνδέσεις, για την ίδρυση του Οίκου τυφλών.

Ο ΣΩΒ ιδρύθηκε το 1899 από τον Δημήτριο Βικέλα με σκοπό τη «διάδοσι ωφέλιμων γνώσεων παρά τω λαώ, ιδία διά της δημοσιεύσεως βιβλιαρίων ευώνων, εύληπτων», σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του καταστατικού του. Στις δεκάδες μέλη του συγκαταλέγονταν πολιτικοί, πανεπιστημιακοί, πλούσιοι ομογενείς, ενώ γραμματέας του ορίστηκε ο Γεώργιος Δροσίνης, θέση που του εμπιστεύτηκε ο Δ. Βικέλας. Η ίδρυση του ΣΩΒ εντάσσεται στην έντονη σωματειακή κίνηση του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, που είχε ως στόχο τη διάδοση της εκπαίδευσης, εντός και εκτός των συνόρων του ελληνικού κράτους, καθώς αυτή θεωρήθηκε «παράγων εθνικής αποκαταστάσεως».

Το αίτημα της μέριμνας και εκπαίδευσης των τυφλών, που διατύπωσαν οι δύο διανοούμενοι, δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από το ευρύτερο πλαίσιο του προβληματισμού τους, που αφορούσε διεύρυνση της εκπαιδευτικής βάσεως και τη μόρφωση των αδυνάτων και απόρων. Άλλωστε αυτό ακριβώς τονίζει και ο Δ. Βικέλας κατά την εισήγηση του θέματος, της ίδρυσης του Οίκου Τυφλών, στον ΣΩΒ το 1905.

Στη συνεδρίαση του Δ.Σ. του ΣΩΒ, της 22ας Οκτωβρίου 1905, αποφασίστηκε να μπει σε τελική ευθεία η πρωτοβουλία για σύσταση σχολής τυφλών. Την ίδια περίοδο, η κόρη της παιδαγωγού Αικατερίνης Λασκαρίδου, που είχε επαφές με τον ΣΩΒ -η Ειρήνη Λασκαρίδου- στάλθηκε ως υπότροφος σε ευρωπαϊκές σχολές τυφλών.

Η ιδρυτική πράξη του συλλόγου έγινε στις 7 Μάιου 1906. Σε σύσκεψη, που κλήθηκαν μέλη του ΣΩΒ, «επιδοκιμάζοντες τον αγαθοεργή σκοπό» και ο μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος, ο Δ. Βικέλας εισηγήθηκε το καταστατικό του Οίκου Τυφλών, το οποίο υπερψηφίστηκε. Το καταστατικό υπέγραψαν 32 άτομα εκ των οποίων οι 8 ήταν μέλη του ΣΩΒ. Οι υπογράφοντες στο σύνολό τους αποτελούσαν την «αφρόκρεμα» της αθηναϊκής «καλής κοινωνίας»? ανάμεσά τους βρίσκουμε δικηγόρους, έμπορους, διπλωμάτες, λόγιους, υψηλόβαθμους δημόσιους υπάλληλους, γιατρούς, καθηγητές πανεπιστημίου, πολιτικούς, υπουργούς.

Σύμφωνα με το καταστατικό, Πρόεδρος του Οίκου Τυφλών είναι ο εκάστοτε Μητροπολίτης/Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και το Ίδρυμα διοικείται από Εφορεία και Κοσμητεία κυριών.

Με σκοπό την ανεύρεση χρηματοδοτών για την ίδρυση του Οίκου Τυφλών ο Βικέλας επισκέφθηκε ομογενείς τής Εσπερίας ανεπιτυχώς, αλλά και την Αίγυπτο, όπου εκεί συνάντησε ευήκοα ώτα. Η μεγάλη δωρεά 6.000 χρυσών λιρών των κληρονόμων των αδελφών Ανανία και Ραφαήλ Αμπέτ, η οποία έγινε με παρέμβαση του Ιω. Αθανασάκη, έπαιξε σημαντικό ρόλο, καθώς σε αυτή στηρίχθηκε ο σύλλογος για να χτίσει το Αμπέτειο Μέλαθρον.

Ο Οίκος Τυφλών βάσισε τη λειτουργία του σε δωρεές ευεργετών. Η εισροή κεφαλαίων από ευεργέτες δεν σταμάτησε για 70 σχεδόν χρόνια λειτουργίας του ιδρύματος, όπως μαρτυρούν και οι κατάλογοι ευεργετών του Οίκου. Παράλληλα, συστηματική ήταν και η συνεισφορά ανωνύμων, μέσω εράνων που διοργάνωνε ετησίως η Εκκλησία την Κυριακή τού Τυφλού, με περιφορά δίσκου σε όλες τις εκκλησίες για την ενίσχυση της δράσης του Οίκου Τυφλών.

Μέχρι και το 1932, για 26 χρόνια, πέρασαν από τη διοίκηση μόλις 25 άτομα, δηλαδή το 1/3 του συνόλου των μελών μέχρι το 1948. Αυτό δείχνει ότι, μέχρι τότε, τη διοίκηση του Οίκου Τυφλών είχε αναλάβει μια σταθερή ομάδα ανθρώπων, που καταλάμβανε για μεγάλα χρονικά διαστήματα τις ίδιες θέσεις ή εναλλάσσονταν σε αυτές. Η εικόνα αυτή, ενός σταθερού κύκλου ανθρώπων που ασχολείται με τον Οίκο, αλλάζει από το 1934 καθώς σε μια τριετία πραγματοποιήθηκε ριζική ανανέωση της διοίκησης και της διεύθυνσης του Οίκου Τυφλών. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 1937 από τα 9 μέλη της διοίκησης μόνο 3 ανήκαν στην «παλιά φρουρά» ενώ τα υπόλοιπα 6 ήταν νέα και ξεκίνησαν να δραστηριοποιούνται στον Οίκο μέσα στην προηγούμενη τριετία. Ένα χρόνο πριν και η διευθύντρια, Ειρήνη Λασκαρίδου, είχε απομακρυνθεί.

Οι διασυνδέσεις του Οίκου με το πολιτικό σκηνικό του τόπου ήταν πιο έντονες την πρώτη περίοδο από ό,τι τη δεύτερη, μιας και η ύπαρξη πολιτικών, βουλευτών, υφυπουργών και υπουργών στη διοίκηση ήταν τότε πιο ισχυρή. Όσο για την πολιτική στάση των μελών της διοίκησης, από ό,τι φαίνεται η πλάστιγγα δεν γέρνει σε κάποια από τις δυο παρατάξεις του εθνικού διχασμού, καθώς εκπροσωπούνται και το βενιζελικό και το αντιβενιζελικό στρατόπεδο.

Κατά το πρώτο έτος λειτουργίας τού Οίκου Τυφλών οι τρόφιμοι ήταν τέσσερα αγόρια και δύο κορίτσια, ηλικίας από 6 έως 11 ετών. Σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού λειτουργίας τού Οίκου Τυφλών, η σχολή περιελάμβανε νηπιαγωγείο διαιρούμενο σε τρία τμήματα για παιδιά ηλικίας από 5 έως 8 ετών, εκπαιδευτήριο διαιρούμενο σε έξι τάξεις προτύπου για παιδιά ηλικίας από 6 έως 15 ετών, επαγγελματική σχολή αρρένων για εκπαιδευόμενους ηλικίας από 13 έως 21 ετών (η οποία λειτούργησε για πρώτη φορά το 1925), επαγγελματική σχολή θηλέων για εκπαιδευόμενες ηλικίας από 13 έως 21 ετών και, τέλος, τυπογραφείο και δανειστική βιβλιοθήκη τυφλών.

Τα τροφεία και τα δίδακτρα των τυφλών οικότροφων ανέρχονταν σε 600 δραχμές. Η Σχολή Τυφλών παρείχε δωρεάν στους τροφίμους της όλα τα υλικά νηπιαγωγείου, σχολείου, χειροτεχνίας και επαγγελματικής διδασκαλίας, καθώς και ιατρική περίθαλψη, θαλάσσια μπάνια και καθαριότητα. Ο κάθε τρόφιμος έπρεπε να κατέθετε για τον ιματισμό του εφάπαξ 100 δραχμές ή να προσκόμιζε τον ατομικό του ρουχισμό και λευκά είδη.

Το καθημερινό πρόγραμμα των τροφίμων δεν υστερεί καθόλου από εκείνα τα οποία οι σύγχρονοι κανόνες παιδαγωγικής και υγιεινής απαιτούσαν για παιδιά τής ηλικίας αυτής τού γενικού πληθυσμού. Το σχολικό ωρολόγιο πρόγραμμα είναι το ίδιο που διδάσκεται και στα σχολεία των βλεπόντων, σύμφωνα με τις οδηγίες τού υπουργείου Παιδείας.

Το διαιτολόγιο είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες και λιπαρά, ενώ δε λείπουν και τα όσπρια και τα απαιτούμενα λαχανικά, καθώς και το μουρουνέλαιο για την ενδυνάμωση του οργανισμού σε βιταμίνες καθημερινά.

Η ιατρική περίθαλψη των τροφίμων διενεργείτο από την εθελοντική παρακολούθηση διαφόρων επώνυμων γιατρών, κατά κανόνα, ενώ δωρεάν ήταν η νοσηλεία τους στα νοσοκομεία.

Όλη η «αφρόκρεμα» τής κοινωνικής, πνευματικής και οικονομικής ελίτ τής Αθήνας της εποχής παρήλαυνε κατ΄ έτος από τον Οίκο Τυφλών και υπέγραφε το αντίστοιχο βιβλίο επισκεπτών, προκειμένου να δει το ποιόν τού προσφερόμενου έργου και την απόδοσή του. Συνήθως οι επισκέπτες, αλλά και άλλοι δωρητές, προσέφεραν διάφορες δωρεές σε είδος για άμεση κατανάλωση και τέρψη των τροφίμων, καθώς και ρουχισμό, λευκά είδη, εποπτικό υλικό κ.ά. Μεγάλη ήταν η στήριξη τόσο κατά τον Α΄ αλλά, κυρίως, κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εμφύλιο από τον Ελληνικό, τον Αμερικανικό και τους Ερυθρούς Σταυρούς άλλων χωρών σε είδη πρώτης ανάγκης, φάρμακα και ρουχισμό.

Σύμφωνα με τη λογοδοσία τής Ειρήνης Λασκαρίδου τού 1909, ο περιορισμένος αριθμός των τροφίμων τού Οίκου Τυφλών οφείλεται αφενός μεν στην άγνοια και την αμέλεια των γονέων, στην κακοβουλία των οικείων οι οποίοι εκμεταλλεύονται τη δυστυχία τους και αφετέρου στην οικονομική ανεπάρκεια του ιδρύματος. Ο αριθμός των τροφίμων παρουσιάζει διακυμάνσεις, αυξανόμενος σημαντικά μετά από τον πόλεμο στην Μικρά Ασία, καθώς και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το μάξιμουμ των τροφίμων είναι 112, τη χρονιά 1946. Η Εφορεία τού Οίκου Τυφλών με μέρος του κληροδοτήματος του Ν. Αμπέτ αγόρασε οικόπεδο στην Καλλιθέα (δίπλα στην Αγία Ελεούσα), έκτασης 10.000 πήχεων, στο οποίο ανεγέρθηκε και αποπερατώθηκε το 1912 το Αμπέτειο Μέλαθρο, όπου εγκαταστάθηκαν οι τρόφιμοι και όλες οι υπηρεσίες του.

Η νομική υπόσταση της Εταιρείας τακτοποιήθηκε με την τροποποίηση του καταστατικού, σύμφωνα με τον νόμο περί σωματείων, από την έκτακτη Γενική Συνέλευση. Έτσι από τις 26 Νοεμβρίου 1914 και με την απόφαση υπ΄ αριθμ. 6049 «των εν Αθήναις πρωτοδικών», ο Οίκος Τυφλών ενεγράφη στο Μητρώο των αναγνωρισμένων σωματείων. Τον Μάιο τού 1934 η έκτακτη γενική συνέλευση των μελών τού Οίκου Τυφλών τροποποίησε παμψηφεί τα περισσότερα άρθρα τού Καταστατικού. Με τις τροποποιήσεις αυτές η λειτουργία τού Ιδρύματος κατέστη πληρέστερη, ομαλότερη και κανονικότερη. Το Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ΄ αριθμ. 6491/1934 απόφαση επικύρωσε τις σχετικές τροποποιήσεις.

Η ομαλή λειτουργία του ιδρύματος παρεμποδίστηκε, αλλά δεν διακόπηκε εντελώς, τρεις φορές από επιτάξεις που υπέστη κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1918-1919), μετά την έλευση των προσφύγων της Μικράς Ασίας (1922-1923) και κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1940-1944).

Το 1925 λειτούργησε για πρώτη φορά η επαγγελματική σχολή αρρένων τυφλών στο Νικολοπούλειο, που χτίστηκε στο κτήμα Σταυροπούλου, από τη δωρεά ύψους 1.000.000 δραχμών τού ομογενούς Σπυρίδωνα Νικολόπουλου από το Μάντσεστερ.

Το 1925 η βιβλιοθήκη τού Οίκου Τυφλών στην γραφή Braille αριθμεί περί τα 2.000 βιβλία, τα οποία είχαν αντιγραφεί και βιβλιοδετηθεί από τους ίδιους τους τροφίμους. Από το 1928 παρέχονταν και οι πρώτες γνώσεις αγγλικών και γαλλικών (πρωτοποριακό στοιχείο για την εποχή) επίσης λαμβάνονταν υπόψη η κλίση των μαθητών στη μουσική και όσοι τη διέθεταν διδάσκονταν συστηματικά ενόργανη μουσική. Επιπλέον αναγέρθηκε γυμναστήριο για τη σωματική τους ανάπτυξη και παρέχονταν ειδικά μαθήματα μάλαξης για βιοπορισμό. Το 1929 εγκαινιάστηκε νεοανεγερθέν παράρτημα στο χώρο του Αμπετείου, προκειμένου να χρησιμεύσει για οικοτροφείο θηλέων μετά την αποφοίτησή τους.

Το 1936 η Λασκαρίδου αποχωρεί από τον Οίκο Τυφλών, επικαλούμενη λόγους υγείας, στην πραγματικότητα όμως λόγω προστριβών με τη Διοίκηση, εξαιτίας διαφορετικών αντιλήψεων ως προς την εκπαίδευση των τυφλών.

Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Οίκος Τυφλών υπολειτουργεί, αλλά δεν κλείνει. Πολλοί τρόφιμοι αποστέλλονται στα σπίτια τους με τη χορήγηση μικρού μηνιαίου επιδόματος. Από το 1945 το ίδρυμα λειτουργεί κανονικά και, μάλιστα, φροντίζει για την αποκατάσταση των τροφίμων κατά το πρώτο χρονικό διάστημα μετά την αποφοίτησή τους. Το 1945 το κράτος ανέλαβε ολόκληρη τη δαπάνη για την μισθοδοσία τού προσωπικού, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών σε τρόφιμα. Την ίδια χρονιά διορίζονται, ως καθηγητές, πέντε παλαιοί τρόφιμοι της σχολής. Το 1946 πέντε τρόφιμοι στέλνονται με υποτροφία στην Αμερική για σπουδές σε διάφορους κλάδους, μεταξύ των οποίων και ο Εμμανουήλ Κεφάκης ο οποίος, επιστρέφοντας, αναλαμβάνει τη θέση τού υποδιευθυντή εκπαίδευσης και αναμορφώνει εκ βάθρων το μορφωτικό επίπεδο του προσωπικού και τον τρόπο διδασκαλίας των τροφίμων, σύμφωνα με τις νέες αντιλήψεις. Το ίδιο έτος η, παγκοσμίως γνωστή, τυφλοκωφή ακτιβίστρια Έλεν Κέλερ, επισκέπτεται -μεταξύ άλλων- και την Ελλάδα. Ένα από τα αποτελέσματα της επίσκεψής της είναι και η δημιουργία τμήματος τυφλοκωφαλάλων, το 1948, στον Οίκο Τυφλών. Το 1952 στον προαύλιο χώρο ανεγείρεται εκκλησία, προερχόμενη από τη δωρεά τού ζεύγους Νικολάου και Μαριέττας Ευσταθίου, καθώς επίσης λειτουργεί τάξη για την εκπαίδευση των «καθυστερημένων και διανοητικώς ανωμάλων μικρών τυφλών παιδιών». Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ιδρύεται εντός της σχολής κατηχητικό τμήμα, για τη θρησκευτική αγωγή των τροφίμων, ενώ το 1950 ιδρύονται ειδικά τμήματα προσκόπων και οδηγών για τα αγόρια και τα κορίτσια αντίστοιχα.

Τον Μάιο του 1976 ομάδα εξεγερμένων μαθητών τού Οίκου Τυφλών, διεκδικώντας τη χειραφέτησή τους και επιζητώντας την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους, προχώρησαν σε κατάληψη του Ιδρύματος για αρκετούς μήνες και δεν δίστασαν να έρθουν σε ανοιχτή αντιπαράθεση με το οικονομικό, πολιτικό και εκκλησιαστικό κατεστημένο, προκειμένου να αποτινάξουν από πάνω τους τον περιθωριακό ρόλο που τους είχε επιβληθεί. Το κυρίαρχο σύνθημά τους ήταν «Ψωμί, παιδεία και όχι επαιτεία» και ήταν η πρώτη φορά στην ελληνική ιστορία που ένα μέρος τού αναπηρικού κινήματος, αποφάσισε να εναντιωθεί έμπρακτα και ανοιχτά στον χρόνιο φιλανθρωπισμό και στις πολιτικές που τους κρατούσαν στο περιθώριο. Κύρια αιτήματά τους ήταν η παροχή σύνταξης σε όλους τους τυφλούς, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στους ανασφάλιστους, η επαγγελματική αποκατάσταση, η κρατικοποίηση σχολών και ιδρυμάτων για τους τυφλούς, η δημιουργία κατάλληλων προϋποθέσεων για τη μόρφωση και την αποκατάστασή τους και η αντικατάσταση του Διοικητικού Συμβουλίου τού Οίκου Τυφλών. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, όμως, είχαν γίνει πολλές προεργασίες.

Προηγήθηκε η διάλυση της μαθητικής κοινότητας εκ μέρους του διευθυντή τού ιδρύματος. Οι τρόφιμοι κατήγγειλαν τα αντιπαιδαγωγικά, αντιδημοκρατικά και αντιανθρωπιστικά μέτρα που εξακολουθούσαν να υπάρχουν στο ίδρυμα. Το βράδυ τής Κυριακής, 2 Μαΐου 1976, μετά από επεισόδια που δημιουργήθηκαν μεταξύ των μαθητών και της Διοίκησης του Ιδρύματος -εξαιτίας της άρνησής της να δεχτεί τέσσερις μαθητές που είχαν αποβληθεί πριν από το Πάσχα- επιτροπή τυφλών (η αποκαλούμενη Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα) ηγήθηκε 300 περίπου τυφλών, οι οποίοι προχώρησαν σε κατάληψη της Σχολής. Απαντώντας η Διοίκηση -πρωτοστατούντος του αντιπροέδρου, πρωτοπρεσβυτέρου Εμμανουήλ Σχοινιωτάκη- προχωρούν σταδιακά στο κλείσιμο των αποθηκών τού ιδρύματος, στη διακοπή τού τηλεφώνου και των μαθημάτων των τροφίμων, καθώς και στην κατάθεση σειράς μηνύσεων κατά της ηγεσίας των καταληψιών. Καθ΄ όλη τη διάρκεια του Μαΐου και του Ιουνίου και οι δύο πλευρές εντείνουν τις προσπάθειές τους για να αποδείξουν το δίκιο τους. Εκατοντάδες φοιτητικές, μαθητικές, επαγγελματικές οργανώσεις και προσωπικότητες της πολιτικής και καλλιτεχνικής και πνευματικής ζωής δηλώνουν τη συμπαράστασή τους στους εξεγερμένους τυφλούς.

Το Σεπτέμβριο του 1976, με το άνοιγμα των σχολείων, οι τυφλοί τρόφιμοι του Οίκου Τυφλών επέστρεψαν από τα χωριά τους, αλλά αυτή τη φορά βρήκαν την πόρτα κλειστή εξαιτίας λοκ άουτ που είχε κηρύξει η Διοίκηση του Οίκου. Η Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα Τυφλών κατήγγειλε την «απάνθρωπη» απόφαση του Δ.Σ. του Οίκου Τυφλών Καλλιθέας να κλείσει την Σχολή και να αφήσει 60 περίπου μαθητές στο έλεος της τύχης τους, καθώς και την αδιάφορη στάση τής πολιτείας για την απεργία των τυφλών, η οποία συνεχιζόταν επί 120 μέρες. Σε απάντησή του, το Δ.Σ. στις 23 Σεπτεμβρίου 1976, ανακοίνωσε ότι η Σχολή θα επαναλειτουργούσε κανονικά «ευθύς ως ήθελον οι εντός του Οίκου Τυφλών παραμένοντες εκκενώσουν το κτήριον».

Στις 16 Νοεμβρίου ο πρόεδρος του Οίκου Τυφλών, αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, κάλεσε σε έκτακτη γενική συνέλευση τα μέλη τού σωματείου, προκειμένου να παρθεί απόφαση για την κρατικοποίηση του Ιδρύματος και μεταβίβαση της περιουσίας του στο Κράτος. 14 μήνες μετά την κατάληψη η Διοίκηση και τα μέλη του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών, ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων των τροφίμων του Οίκου Τυφλών και οι μαθητές τής Σχολής Τυφλών, κατήγγειλαν με ψήφισμά τους το Διοικητικό Συμβούλιο του Οίκου Τυφλών Καλλιθέας, του οποίου πρόεδρος ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, για τη μη τήρηση των συμφωνιών που είχαν γίνει σχετικά με την κρατικοποίηση της Σχολής και τη βελτίωση των όρων διαβίωσης και εκπαίδευσης σ΄ αυτήν, καθώς και ότι οι τρόφιμοι καταπιέζονταν και αστυνομεύονταν.

Στις 24 Νοεμβρίου 1977 ο εισαγγελέας, Δ. Δωρής, άσκησε ποινική δίωξη για τις οικονομικές ατασθαλίες στον Οίκο Τυφλών Καλλιθέας, ενώ για την ίδια υπόθεση το υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών είχε διατάξει έρευνα, προκειμένου να διαπιστωθεί το βάσιμο των καταγγελιών αυτών. Το πόρισμα της έρευνας διαβιβάσθηκε στην Εισαγγελία Αθηνών από τον επιθεωρητή του υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών που τη διενήργησε. Αν και η έρευνα για τις οικονομικές ατασθαλίες συνεχιζόταν, η Εισαγγελία άσκησε νέα δίωξη για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος και ανέθεσε την υπόθεση στον 5ο ειδικό ανακριτή, ενώ ως κατηγορούμενοι για την υπόθεση φέρονταν οι λογιστές και οι διαχειριστές τού Οίκου Τυφλών.

Στις αρχές τού 1978, ο αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ, υλοποιώντας την απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, ζήτησε την κρατικοποίηση του Οίκου Τυφλών με όρους και προϋποθέσεις που θα διαπραγματεύονταν οι ιθύνοντες του σωματείου και το υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών. Η Διοίκηση του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών υπολόγισε την περιουσία σε 60-80 ακίνητα, αξίας 2-2,5 δισεκατομμυρίων δραχμών.

Εις επίρρωση των φόβων του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών, που είχαν διατυπωθεί σε συνέντευξη Τύπου που είχε παραχωρήσει, και μετά από δειγματοληπτικό έλεγχο που κάναμε στο αταξινόμητο αρχείο ΚΕΑΤ, βρίσκουμε έγγραφα που πιστοποιούν την αθρόα πώληση χρεογράφων μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα (ήτοι μέσα σε ένα εξάμηνο πριν την κρατικοποίηση), κατά την μεταβατική περίοδο από τον Δεκέμβριο του 1978 μέχρι τον Ιούνιο του 1979. Έτσι, διαπιστώνουμε ότι το σύνολο των εισπράξεων από εκποίηση μετοχών (Δεκέμβριος 1978-Ιούλιος 1979) ήταν 6.832.613 δραχμές. Το ποσό είναι τεράστιο, σε σχέση με τον ετήσιο προϋπολογισμό τού Οίκου Τυφλών τής εποχής.

Τελικά στις 6 Απριλίου υπογράφτηκε το Προεδρικό Διάταγμα 265, με το οποίο συστάθηκε νέο ίδρυμα με την επωνυμία «Κέντρο Εκπαιδεύσεως και Αποκαταστάσεως Τυφλών».

Τα βασικότερα σημεία τής εξέγερσης των τυφλών (κατάληψη, πορείες, απεργία πείνας, μάχη σε δικαστικές αίθουσες, καλλιτεχνικές εκδηλώσεις και συμπαράσταση του κόσμου υπέρ των τυφλών, κ.ά.) υπάρχουν στο ντοκιμαντέρ της Μαρίας Χατζημιχάλη - Παπαλιού Ο αγώνας των τυφλών, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1977, βραβεύτηκε από το ανεξάρτητο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου στη Θεσσαλονίκη, αλλά η προβολή του απαγορεύτηκε στην Ελλάδα, ενώ στην Ευρώπη προβλήθηκε σε πολλές χώρες, κάνοντας γνωστά τα αιτήματα των ελλήνων τυφλών και ξεσηκώνοντας, υπέρ αυτών, τη συμπαράσταση πολλών ανθρώπων τού πνεύματος.

Αποτέλεσε η εξέγερση των τυφλών ένα κοινωνικό κίνημα, με την επιστημονική έννοια του όρου; Αν δεχτούμε τον όρο τού Mario Diani περί τούτου, σίγουρα ναι: Το κοινωνικό κίνημα αποτελεί διακριτή κοινωνική διαδικασία, που συνίσταται στους μηχανισμούς μέσω των οποίων διάφοροι δρώντες στρατεύονται σε συλλογικές δράσεις? εμπλέκονται σε συγκρουσιακές σχέσεις με σαφώς προσδιορισμένους αντιπάλους, συνδέονται με πυκνά άτυπα δίκτυα, συμμερίζονται μια διακριτή συλλογική ταυτότητα.

Τα κοινωνικά κινήματα εφευρίσκουν ριζοσπαστικές μορφές δράσης προκαλώντας το κράτος δικαίου και τη δημόσια τάξη. Η χρήση διαμαρτυρίας ως εργαλείου άσκησης πίεσης έχει σημαντικές επιπτώσεις στη δομή και τη στρατηγική των κοινωνικών κινημάτων.

Κατά τη διάρκεια της χούντας η παρεχόμενη πρόνοια στην Ελλάδα αναβαθμίζεται, έστω και τύποις, με τη δημιουργία διακριτής διεύθυνσης αναπήρων στο οικείο υπουργείο. Η δικτατορία λαμβάνει ορισμένα μέτρα για τους αναπήρους, με πατερναλιστικό φυσικά τρόπο, ωστόσο αυτό αφυπνίζει ακόμα περισσότερο την ανάγκη για χειραφέτηση των τυφλών, γεγονός που αποκορυφώνεται κατά τη μεταδικτατορική περίοδο, μέσα στο γενικότερο πνεύμα τής αποτίναξης των χουντικών στοιχείων από όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου. Το θρησκευτικό κατεστημένο, κυρίως στο πρόσωπο του πρωτοπρεσβύτερου Σχοινιωτάκη, το χουντικό που συμπυκνωνόταν στο πρόσωπο του στρατηγού Αχιλλέα Παυλίδη και το χτύπημα της μαθητικής κοινότητας του Οίκου Τυφλών, που αντιπροσώπευε το δημοκρατικό πνεύμα τής εποχής, ήταν τρεις παράγοντες που ενσάρκωναν παραστατικά το κίνημα των τυφλών.

Η συλλογική δράση καθίσταται δυνατή από το σημείο που τα κινητοποιητικά μηνύματα ενσωματώνονται σε κάποια πολιτιστικά στοιχεία του πληθυσμού στον οποίο απευθύνονται. Στην περίπτωσή μας παρατηρούμε ότι αφενός μεν ο Τύπος κάλυψε σε ικανοποιητικό βαθμό και καθ΄ όλο το χρονικό διάστημα της εξέλιξης της δράσης (κυρίως το 1976-1977 αλλά και έως το 1979) οπότε ολοκληρώθηκε και ένας από τους κύριους στόχους, δηλαδή η κρατικοποίηση του Οίκου Τυφλών και αφετέρου οι βουλευτές και κατ΄ επέκταση τα κόμματα του Κέντρου και της Αριστεράς, κοινοβουλευτικής και μη, στάθηκαν στο πλευρό των καταληψιών με επερωτήσεις στη Βουλή και με διαμεσολαβήσεις μεταξύ των τυφλών, του Κράτους και της Εκκλησίας.

Οι τυφλοί ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου, μορφωτικού επιπέδου, επαγγελματικής ή όχι αποκατάστασης κ.λπ., απέκτησαν κοινή ταυτότητα μέσα από το γεγονός ότι συλλήβδην όλες οι εκφάνσεις της ζωής τους και η απονομή των δικαιωμάτων τους αποτελούσαν αντικείμενο φιλανθρωπίας εκ μέρους των ιδιωτών, αλλά και κρατικής, αφού στην ουσία η Πολιτεία συνηγορούσε και επιχορηγούσε τις φιλανθρωπικές ενέργειες και δράσεις.

Οι άνθρωποι που επαιτούσαν στις γωνίες των δρόμων, εκλιπαρώντας τον οίκτο, προκειμένου να αποκομίσουν τα προς το ζην, οι μαθητές και οι φοιτητές που ήλπιζαν σε μια επαγγελματική αποκατάσταση με αξιοπρέπεια πέρα από το πεζοδρόμιο, αλλά και οι τυφλοί που ήδη είχαν κατακτήσει την καταξίωση μέσα από την εργασία, συναποτέλεσαν την μάζα των καταληψιών τού Οίκου Τυφλών, συνενωμένοι κάτω από μία ριζοσπαστική ιδέα ότι είναι ισότιμοι πολίτες με δικαιώματα στη μόρφωση, τη δουλειά και την αξιοπρέπεια.

Η δύναμη να μπορεί κάποιος να επιβάλει αρνητικούς ορισμούς της ταυτότητας άλλων ομάδων είναι βασικός μηχανισμός κοινωνικής κυριαρχίας. Οι οργανώσεις που συνδέονται μεταξύ τους με προσωπικές σχέσεις επιβιώνουν και την περίοδο ύφεσης των κινημάτων και προσφέρουν σημαντική βάση για την αναβίωση των κινηματικών δραστηριοτήτων. Κατ΄ αυτό τον τρόπο, ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών, ο οποίος προϋπήρχε της εξέγερσης ως φορέας αυτοοργάνωσης των τυφλών από το 1932, προσέφερε στο κίνημα την ηγεσία που καθοδήγησε τους εξεγερμένους τυφλούς και τους αλληλέγγυους καθ΄ όλη τη διάρκεια της επίμαχης χρονικής περιόδου, αλλά διατήρησε την υπόστασή του και την οργανωτική του αυτοτέλεια και μετά την ολοκλήρωση της κινηματικής διαδικασίας.

Σημαντικό ρόλο για τη νίκη των κινημάτων, πέρα από τις πολιτικές ευκαιρίες, παίζουν και τα πολιτισμικά περιβάλλοντα, π.χ. το κίνημα εναντίον της δουλείας πέτυχε όταν συνδύασε τις ηθικές επικλήσεις με τις κυρίαρχες κοινωνικές αξίες. Κατ' αντιστοιχία, είναι πιθανόν η νίκη στον αγώνα του Οίκου να επετεύχθη γιατί η κοινωνικές αντιλήψεις για την αναπηρία είχαν αλλάξει.

Για να κριθεί αν ένα κίνημα πέτυχε πρέπει να εξεταστούν η ανάδυση νέων προβλημάτων, η ψήφιση νέων νόμων και η ανάλυση των αποτελεσμάτων της δημόσιας πολιτικής στη βελτίωση των όρων διαβίωσης εκείνων που κινητοποιούνται. Και οι τρεις προαναφερθέντες παράγοντες εμφανίστηκαν στην περίπτωση του κινήματος των τυφλών, που εξετάσαμε εδώ.
www.eoty.gr
________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
__________
Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο ρεπερτόριο επισκεφθείτε το
http://www.isobitis.com

______________



________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
__________
Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο ρεπερτόριο επισκεφθείτε το
http://www.isobitis.com

______________

________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
__________
Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο 
ρεπερτόριο επισκεφθείτε το
http://www.isobitis.com

______________

Απαντηση