Φώναξε τα παιδιά εις μνήμην Σάββα Παύλου


Το ιστολόγιο θέλει σήμερα να τιμήσει τη μνήμη του Σάββα Παύλου (1951-2016), που 
πέθανε την Τρίτη που μας πέρασε στη Λευκωσία, νικημένος από τον καρκίνο στα 65 
του χρόνια. Ο Σάββας Παύλου ήταν φιλόλογος, γεννημένος στη Λευκωσία, με 
καταγωγή από την Κοκκινοτριμιθιά, όπου και κηδεύτηκε, γι’ αυτό και ένα του 
ψευδώνυμο ήταν Ερυθροτερμινθεύς. Ήταν μελετητής του Σεφέρη, έγραψε διηγήματα 
και ποιήματα, μελέτες και δοκίμια, επιφυλλίδες και φιλολογικά σημειώματα 
-βιογραφικά και εργογραφικά του στοιχεία βρίσκετε εδώ.

Δεν έτυχε να τον γνωρίσω από κοντά -η Κύπρος κείται μακράν- αλλά είχαμε 
ηλεκτρονική γνωριμία, μια και ήταν ένας από τους εκδότες του καλού φιλολογικού 
περιοδικού Μικροφιλολογικά που εκδίδεται δυο φορές το χρόνο στην Λευκωσία, με 
το οποίο συνεργάζομαι.

Eίχαμε ανταλλάξει κάποια βιβλία, και ένα παλιότερο (σχεδόν προ πενταετίας!) 
άρθρο του ιστολογίου πήρε αφορμή από δικό του κείμενο. Σε πολλά δεν 
συμφωνούσαμε, πολιτικά ας πούμε, αλλά υπήρχε αμοιβαία εκτίμηση. Πριν από 3-4 
χρόνια, μού έστειλε ένα κείμενό του για ένα θέμα φιλολογικό-λαογραφικό, που, 
κατά σύμπτωση, το ερευνούσα κι εγώ και μου ζητούσε τη γνώμη μου. Του έστειλα 
κάποια στοιχεία που είχα βρει, και του πρότεινα να φτιάξουμε ένα άρθρο μαζί. 
Όχι, μου λέει, φτιάξε το εσύ, τα πιο πολλά εσύ τα βρήκες. Με τούτα και με 
κείνα, το αμέλησα (αν και δεν το ξέχασα) -και τώρα το χρωστάω. Θα φροντίσω να 
ξοφλήσω αυτό το χρέος.

Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα, «Φώναξε τα παιδιά», είναι παρμένο από την 
τελευταία του συλλογή διηγημάτων που έχει τον ίδιο τίτλο και κυκλοφόρησε 
πέρυσι. Το βιβλίο το είχα αγοράσει πριν από δυο τρεις μήνες από το Εναλλακτικό 
Βιβλιοπωλείο και μάλιστα λογάριαζα μια απο αυτές τις Κυριακές να παρουσιάσω ένα 
άλλο διήγημά του, που έχει γλωσσικό ενδιαφέρον, παιχνιδιάρικο, τα «Επικίνδυνα 
υποκοριστικά». Ωστόσο, θα το αφήσω για μιαν άλλη φορά, διότι είναι αταίριαστο 
για αποχαιρετιστήριο, ενώ τούτο εδώ ταιριάζει απόλυτα -θα έλεγε κανείς πως 
είναι γραμμένο με αυτό τον σκοπό κατά νου.

Είναι γραμμένο επίσης, όπως μας λέει ο υπότιτλος, «με τον τρόπο του Γιώργου 
Ιωάννου», αφηγείται δηλαδή ιστορίες από τη ζωή του με χαλαρό αλλά υπαρκτόν 
ειρμό -αγαπημένος αφηγηματικός τρόπος, έχω γράψει κι εγώ έτσι.

Να πούμε ακόμα πως ο τίτλος, όπως εξηγεί άλλωστε και ο Σάββας, είναι παρμένος 
από στίχο του Σεφέρη:

φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Όλο το ποίημα, εδώ.

Ας αποχαιρετήσουμε τον Σάββα Παύλου.

Φώναξε τα παιδιά

                                                         Με τον τρόπο του 
Γιώργου Ιωάννου

Μ’ αρέσει η νεκρώσιμος ακολουθία της ορθοδόξου ημών εκ­κλησίας. Δεν ξέρω τι 
λένε οι άλλοι όταν θάβουν τους δικούς τους, οι καθολικοί να πούμε, αν όμως λένε 
κάτι διαφορετικό, είμαι έτοιμος να ομόσω εναντίον του παπισμού ξανά, γιατί αυτά 
είναι σοβαρά πράματα. Και να δείτε τότε που θ’ ανασύ­ρω και το θέμα του 
«φιλιόκβε» αλλά και τόσα άλλα. Είναι και που δεν μ’ αρέσουν αυτές οι 
νερουλιασμένες μουσικές από εκ­κλησιαστικό όργανο, που είδα στις κηδείες των 
καθολικών. Στο σινεμά, εννοείται, γιατί εγώ δεν πατώ στις εκκλησίες τους. Kι ας 
λένε μερικοί φίλοι ότι πήγαν, είδαν κι άκουσαν, και δήθεν ότι. Έχουν κάτι το 
σιροπιαστό αυτές οι μουσικές τους, εμάς είναι μόνο φωνή, ψαλμωδία καίρια. Κι 
ύστερα, τόσοι θάφτηκαν γρήγορα-γρήγορα στους πολέμους ή στα πέλαγα σε 
καραβόπανο τυλιγμένοι, σε νησιά ναυαγών και σ’ ερημιές, κυνηγημένοι φυγάδες και 
ληστές. Όταν τους θάβουν οι δικοί μας, σκέφτομαι ότι και σ’ αυτές τις έκτακτες 
καταστάσεις θα λυτρώνονται, γιατί έκαναν αυτό που έπρεπε, τρεις ψαλμωδίες και 
στο χώμα, οι άλλοι θα νιώθουν σίγουρα λειψά, θα σκέφτονται που’ναι το όργανο να 
παίξει.


Με συγκινεί που η εκκλησία μας θάβει, με τα ίδια λόγια νή­πια και υπέργηρους, 
βασιλιάδες και ζητιάνους, ξεσηκώνει τα παλιά μου κοινωνιστικά φρονήματα αυτή η 
δημοκρατία του θανάτου, κυρίως όμως είναι και το αισθητικό αποτέλεσμα που έχει 
επιτευχθεί, τόσο σπουδαίο που δεν πιστεύω ότι το έργο αυτό είναι μόνο του 
Ιωάννη Δαμασκηνού, όπως καταγράφουν οι εγκυκλοπαίδειες και τ’ άλλα έργα 
αναφοράς. Δεν γίνεται ένας άνθρωπος να ενσωμάτωσε όλη αυτήν τη σοφία, να 
εξέφρασε τόσες συλλογικές ανάγκες γύρω απ’ το κυριότερο και το μόνιμο της 
παντοτινής φυγής.

Σκέφτομαι ότι η νεκρώσιμη ακολουθία φτιάχτηκε σιγά-σιγά, όπως τα δημοτικά μας 
τραγούδια. Κάποιος, ίσως πρώτος ο Δαμασκηνός που λέγαμε, πήρε κάτι απ’ τα 
παλιά, τα ειδωλολατρικά των Ελλήνων κι απ’ όλο αυτό εδώ το κράμα της Ανα­τολής, 
πρόσθεσε κι άλλα απ’ τη νέα θρησκεία και με τον καιρό, με λογιοσύνη αλλά και μ’ 
αυθορμητισμό, από κηδεία σε κη­δεία, από τόπο σε τόπο κι από παπά σε παπά, 
προσθέτοντας κι αφαιρώντας, δοκιμάζοντας και βλέποντας αντιδράσεις, των 
ζωντανών φυσικά, έγινε ύστερ’ από αιώνες αυτό το άσμα ασμάτων για τον θάνατο.

Κι ας μην πάρει κάποιον ο οίστρος του ενάντια στα είδωλα, έτσι ετεροχρονισμένα 
σαν μερικούς ανόητους χριστιανούς που σπάζανε ελληνικά αγάλματα, ενώ η μάχη 
είχε κριθεί αιώνες πριν υπέρ της νέας θρησκείας, και με βρει και 
βλάσφημο,για­τί θα τον βγάλω αγράμματο και στενοκέφαλο. Με τέτοιο τρό­πο 
κινήθηκε κι ένας παπάς κοντινός μου, στο γυμνάσιο μαζί, και στη φιλολογία 
αργότερα στο πρώτο έτος, τα παράτησε ύστερα για τη Θεολογική σχολή, χάθηκε απ’ 
την παρέα δέκα χρόνια και μας εμφανίστηκε παπάς.

Εκεί στη σχολή έμαθε ότι στην κηδεία το σπάσιμο του πή­λινου αγγείου πάνω απ’ 
τον τάφο είναι παλιό ειδωλολατρικό έθιμο και σαν φανατικός νεοφώτιστος το έδεσε 
μέσα του να το εξαλείψει. Στην περιοχή του που τον βάλανε παπά, στην πρώ­τη του 
κηδεία τ’ απαγόρεψε. Όρμησε πάνω του όλο το χωριό, κάτι ορεσίβιοι της 
Πιτσιλιάς, παρ’ ολίγον ν’ αρπάξουν φτυάρια κι αξίνες της ταφής. Εμείς έτσι 
θάβουμε τους πεθαμένους μας από πάππου προς πάππο, δεν θα μας πεις εσύ τι 
πρέπει να κάνουμε. Έγινε, λοιπόν, κι αυτή η κηδεία όπως έπρεπε, κι ο ίδιος δεν 
εμφάνισε ξανά αυτή τη ματαιοδοξία.

Τα ίδια και μ’ έναν πρωτοσύγκελο, γραμματέα της Μητρό­πολης Πάφου,τον πάτερ 
Ανθέμιο, δύστροπο γνωστό. Μου τα διηγιόταν ο πατέρας του Στέφανου, επάγγελμα 
κηροποιός, ο γιος του ήτανε συμμαθητής του Άρη, του δικού μου. Είχαμε πάει τα 
παιδιά στη θάλασσα κι εκεί στις ομπρέλες ξεμείναμε οι μεγάλοι. Όπως τον έτριβε 
η γυναίκα του διάφορα αντιηλιακά, άρχισε τις γνωστές ιστορίες, οι δυσκολίες 
όταν κάποιος ανα­λαμβάνει μια παλιά κι ετοιμόρροπη οικογενειακή επιχείρηση.

Μόλις πήγε στην Πάφο να δει πελάτες και καταστήματα, τον κάλεσε ο 
πανοσιολογιότατος στη Μητρόπολη. Συλλυπητήρια του είπε για τον πατέρα του, ήταν 
καλός ο μακαρίτης, όμως είχε κάποια πείσματα και παραξενιές. Εσύ τώρα ξεκι­νάς, 
του τόνισε, πρέπει να συνεργαστούμε καλά. Και του υπέδειξε φορτικά ότι πρέπει 
να σταματήσει να φέρνει στα καταστήματα της πόλης κέρινα άκρα, ποδόχερα και 
κεφαλές. Είναι ειδωλολατρικά, του είπε, έτσι έκαναν και αυτοί οι χαμένοι, 
έπαιρναν στους ναούς τους τέτοια τάματα, μαρμάρινα.

Τι να κάνω σκέφτηκε, η Μητρόπολη είναι ο καλύτερος πε­λάτης μου, παίρνει πάνω 
απ’ το μισό των κεριών και των λα­μπάδων. Σταμάτησε,λοιπόν, αλλά την επόμενη 
φορά που επισκέρέφτηκε τους κηροπώλες του στην Πάφο δεν τον θέλαν, είχαν στα 
καταστήματά τους τέτοια τάματα καινούργια κι ακόμη κεριά από άλλον. Έτρεξε στη 
Μητρόπολη, βρήκε τον γραμματέα οργισμένος. Χωρίς τάματα δεν παίρνουν ούτε κεριά 
και δεν θα πεινάσει το σπίτι μου για χατίρι σου, του φώναξε. Δεν του ξανάπε από 
τότε τίποτε.

Έτσι, λοιπόν, παλιά και καινούργια συνταιριάσανε. Και γιατί όχι, δικοί μας 
ήτανε, στον ίδιο τόπο, κι αυτοί Θεό ψάχνα­νε. Οι χριστιανοί που αναλάβανε μετά, 
κόψανε λοιπόν κάθε ξύγκι, δεν έχουν τίποτε περιττό οι ψαλμωδίες της ταφής, να 
μην πω ότι παρακόψανε κι απ’ το ψαχνό. Όμως, τελευταία, πηγαίνοντας τακτικά 
στις κηδείες, σιγά-σιγά νιώθω πως κάτι πρέπει να προστεθεί, όπως εμπλουτίζανε 
και προσθέτανε με τον καιρό και στα παλιά μας τραγούδια. Κι ενώ ακούω με 
θαυμασμό και κατάνυξη το «μετά πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων» και «ένθα 
απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός», ακόμη το κεντρομόλο «παραδείσου πάλιν ποιών 
πολίτην με», σταματώ κι αναλογίζομαι εκεί που λέει πως είδε τα κόκαλα των 
πεθαμένων κι αναρωτιέται: ποιος είναι βασιλεύς ή στρα­τιώτης, πλούσιος ή πένης, 
δίκαιος ή αμαρτωλός; Ακόμη και σήμερα, αυτό το τελευταίο μου φαίνεται απίστευτο 
που το διαλαλεί η εκκλησία. Θα περίμενες μια διάκριση, κάτι που να ξεχωρίζει 
δίκαιους και χαμένους.

Είμαι σίγουρος ότι, αν έβαζες σήμερα όλους τους λογοτέ­χνες που εκκλησιάζονται 
να γράψουν μερικούς στίχους για κό­καλα δικαίων και αμαρτωλών, θα ξεχώριζαν τα 
πρώτα, θα τό­νιζαν ότι αυτά άγιασαν, ξεχύνεται από μέσα τους μια ευωδία, κι 
αναβρύζει μύρο.

Δεν τα καταδέχεται αυτά η νεκρώσιμος ακολουθία της Εκκλη­σίας μας, της 
ορθοδόξου Εκκλησίας, εννοείται. Τίποτα, λέει, όλα εκεί, στην ισοπέδωση του κάτω 
κόσμου, βρόμα και δυσω­δία. Έτσι χαστουκίζουν οι ψαλμωδίες της ταφής. Δεν σου 
δί­νουν γλυκερές ψευδαισθήσεις, κάθε λίγο υπάρχει ένα χτύπημα ρεαλισμού, αλλά 
μετά ακολουθεί η παραμυθία, «ζωή ατελεύ­τητος» και «εν γλυκασμώ ωραιότητος 
Ιησού». Χαστούκι και παρηγοριά. Εκεί, λοιπόν, στη σκηνή με τα κόκαλα, σκέφτομαι 
ότι πρέπει να προστεθεί και κάτι άλλο: Αυτούς κανείς δεν τους θυμάται. 
Καλύτερα, με τον τρόπο τον πρέποντα: Τίς εστιν μιμνησκόμενος και τίς 
λησμονηθείς;

Τέρμα τα ψέματα. Αν πεθάνεις, μόνο η μάνα σου σε θυμά­ται, η πύρινη μνήμη της 
μάνας, όπως έλεγε κι ο Χάκκας σ’ αυ­τές τις μελέτες θανάτου που έκανε 
παρατηρώντας τον εαυτό του και τους άλλους στις πτέρυγες των καρκινοπαθών. Όταν 
βλέπαμε τις ματαιοδοξίες τις ανθρώπινες των Αθηναίων, κο­ροϊδεύαμε με τον 
Μάρκοβιτς ότι κι αυτός θα πάει «μισός μέσα στο πορτ μπαγκάζ του ταξί και μισός 
έξω». Ήμασταν φοιτη­τές τότε που διαβάζαμε εμμανώς Σκαρίμπα και πρωταγγίζαμε 
Γιώργο Ιωάννου και τον συγγραφέα του «Μπιντέ», που το ‘γραψε αυτό για έναν 
παπά, για τον παπα-Θανάση, χωρίον Χαλκιάδες Άρτης. Κι όταν βλέπαμε μια τέτοια 
μεταφορά, με το φέρετρο στο μισάνοιχτο στόμα του πορτ-μπαγκάζ, λέγαμε εν χορώ: 
Όπως το είπε ο Χάκκας «μισός μέσα μισός έξω». Όταν φέραν τη μάνα μου στο 
φέρετρο με το ταξί απ’ το νοσο­κομείο όπου τέλειωσε, σκέφτηκα πως κάποιος που 
διάβασε Χάκκα θα το ’χε πει κι αυτός στη διαδρομή κι ένιωσα την πί­κρα της 
διάστασης: ζωή και γραψίμια, έβρισα τις φιλολογικές μου υπογραμμίσεις.

Εκεί στην ταφή ένιωθα ότι μαζί της έθαβα πια και τόσα άλ­λα κι όμως μια αίσθηση 
ελευθερίας αναρρίπιζε τον αέρα. Φτάνοντας πίσω στην Κύπρο ήταν η μόνη αγκύλωση 
που είχα, μην κάνω κάτι και πληγωθεί. Τώρα, δεν είχα να δώσω λογαριασμό σε 
κανέναν. Μα τούτη την ελευθερία την πλήρωνα με κάτι άλ­λο, ήξερα πως αν 
χανόμουν δεν θα ’χε πια κανένα να με θυμά­ται,  έφευγ’ εκείνη που θα με 
κρατούσε στη μνήμη όσο κρατούσε κι αυτή. Δεν τις ξεδιάλυνα ακόμη τις σκέψεις 
τούτης της μέρας, περίπλοκες κι αντιλεγόμενες μέσα στην υγρασία των ματιών. Κι 
όμως, ένα μέρος τους μέχρι σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς και κρίσης. Κάποτε 
που ζηλόφθονα κι ανταγωνιστικά συγκρίνομαι με άλλους, άσ’ τον αυτόν τον 
βολεψάκια, σκέφτομαι, έζησε με μάνα 26 ή 30 χρόνια παραπάνω από μένα, στα 47 
του την έθαψε ή στα 51 του.

Η πύρινη μνήμη της μάνας, λοιπόν, και μόνον αυτή, όλα τ’ άλλα προχωρούν χωρίς 
να κοιτούν πίσω. Το ’ζησα αυτό και το ’95 στο γυμνάσιο της Λάρνακας,το ιστορικό 
σχολείο της πόλης που ιδρύθηκε πρώτο. Ο διευθυντής ήταν παλιός της Ε.Ο.Κ.Α. 
που, συνέχεια, ανακατευόταν με μνημόσυνα κι επικήδειους, κάθε επέτειο όλο και 
κάποιο σωματείο θα τον καλούσε για τον πανηγυρικό. Ήθελε, λοιπόν, να προσδώσει 
κι άλλη ιστορία και δάφνες θυσιών στο σχολείο που διεύθυνε, κι έβαλε να βρούμε 
αν απ’ τους νεκρούς της εισβολής ήταν και κάποιος παλιός μα­θητής μας. Θα 
δημοσίευε τα ονόματα στο σχολικό περιοδικό, σε μια σελίδα που θα ’μοιάζε με 
περγαμηνή που ξετυλίγεται. Έτσι έκανε και μόλις μας πρωτοήρθε διευθυντής, στο 
πρώτο τεύχος, σε μια περγαμηνή που έπιανε ολόκληρη τη σελίδα, είχε τρία ονόματα 
– παλιοί απόφοιτοι του σχολείου, εθελοντές που έπεσαν στους Βαλκανικούς οι δυο 
κι ο άλλος το Σαράντα. Δεν θα βρούμε τρεις-τέσσερις δικούς μας κι απ’ το ’74; 
μου είπε μ’ αδημονία.

Ήμουνα υπεύθυνος του περιοδικού, έπεσε κι αυτό στη ρά­χη μου. Αποφασίσαμε να το 
ψάξουμε με την τάξη μου στο πρακτικό τμήμα της δευτέρας. Πήρα τον κατάλογο με 
τα στοι­χεία των νεκρών του πολέμου και φωτοτυπίες με τους καταλό­γους των 
αποφοίτων του σχολείου μέχρι το 1974, κάθε μαθη­τής κρατούσε τον κατάλογο ενός 
χρόνου, καμιά εξηνταριά άτομα. Διάβαζα ένα-ένα τα ονόματα των νεκρών κι οι 
μαθητές κοιτούσε ο καθένας στον κατάλογο με τους αποφοίτους που κρατούσε και 
συνέκρινε. Δυο τρεις φορές που συνέπεσε τ’ όνο­μα κοιτάξαμε και τ’ άλλα 
στοιχεία, αν ταίριαζε η ηλικία του νεκρού με το χρόνο αποφοίτησής του· ήταν 
διαφορετικά.

Στην αρχή,οι μαθητές έδειξαν πως μπήκαν στο πνεύμα της αναζήτησης, το βρήκαν 
ενδιαφέρον που θα περνούσε και η ώρα έτσι, ύστερα βαρέθηκαν και μετά, σαν 
ξεθαρρέψανε, άρ­χισαν και την πλάκα, καθώς δεν εντοπιζόταν κάποιος του 
σχο­λείου μας. «Δεν βρέθηκε πελάτης για το κατάστημα», έλεγαν, «πότε θα μπει ο 
πρώτος;» κι άλλα. Πήγα να θυμώσω, δάσκα­λος στενοκέφαλος, ότι οι μανάδες τους 
21 χρόνια ακόμη τους ζητούν, γυρίζουν με τις φωτογραφίες τους στους δρόμους, 
όμως σκέφτηκα: ούτε καν για τη σκληρότητα της νιότης μη μι­λήσεις, είναι πιο 
φυσιολογικά τα πράματα. Εσύ έκλαψες τους νεκρούς του Ελ Αλαμέιν ή του Ρίμινι; 
είπα μέσα μου. Κι αυτοί έπεσαν μερικά χρόνια πριν γεννηθείς.

Γι’ αυτό πρέπει απαραίτητα να προστεθεί στην ψαλμωδία της κηδείας: Αυτούς 
κανείς δεν τους θυμάται. Και θα ’ναι πιο σκληρό στην εποχή μας που όλοι να τους 
θυμούνται θέλουν, που επιθυμούν κάθε στιγμή τους να αποτυπωθεί για το 
παντο­τινό. Τους βλέπω να φωτογραφίζονται, να βιντεοσκοπούνται, να 
κινηματογραφούνται σε γάμους, βαφτίσια κι εκδηλώσεις, παραγέμισαν τα σπίτια 
φωτογραφικά λευκώματα και βιντεο­θήκες. Μπορείς να δεις την πορεία αρκετών μέρα 
με τη μέρα σχεδόν. Απ’ τις πολλές που έχουν ξεσκαρτεύουν οι ίδιοι τις 
φωτογραφίες τους ή πετούν παλιές δικών τους που αποδήμησαν ή βρίσκουν σε σπίτια 
που νοικιάζουν. Έτυχε αρκετές φορές να οω στους τενεκέδες των σκουπιδιών 
αμέτρητες φωτογραφίες σκισμένες και χιλιάδες μέτρα κουρελιασμένες 
βιντεοταινίες. Και φοβάμαι τώρα με τους ηλεκτρονικούς γλύπτες, που κάθεσαι 
μπροστά στο κομπιούτερ και σου βγάζει στο πι και φι την προτομή σου με κάποιο 
ειδικό μίγμα, θα γεμίσουν οι χωματε­ρές κεφάλια.

Λοιπόν, ας τ’ αφήσουμε τα εύκολα λόγια, με μάνα ή χωρίς, η κατάληξη είναι η 
ίδια. Ένα στίχο, λοιπόν, θα πω τότε και θ’ αναχωρήσω. Κι εδώ είναι που μπαίνει 
ο Σεφέρης. Δύσκολη η συγκατοίκηση μαζί του, ώσπου να τελειώσω τη διατριβή, δέκα 
ολόκληρα χρόνια, πέρασα φάσεις και φάσεις, παραδοχής κι απόρριψης, θαυμασμού 
και απώθησης. Πλήρωσα πολύ για τον κύριο Σεφέρη, κόπο και χρόνο και δυσκολίες 
μέχρι και αρρώστια. Ήτανε να δουλέψω στο σπίτι του, να δω τ’ αρχείο και τα 
βιβλία του. Το πρωί του Μάρτη, που κανόνισα με την κυρία Μαρώ την πρώτη 
συνάντηση, με τρώγαν τα ρούχα μου. Λέω, μπορείς να πας στη χήρα του πρώτου 
ελληνικού Νόμπελ σαν λέτσος, αυτή, γυναίκα πρεσβευτή, έχει φάει σε μέγαρα και 
παλάτια. Πήγα αμέσως κάτω σ’ ένα κατάστημα κι αγόρασα ένα ζευγάρι παπούτσια, τα 
παλιά τα πέταξα στον διπλανό κάλαθο. Ανέβηκα πάνω, βρήκα ένα σιδερωμένο 
πουκάμισο, πολύ καλό, το φόρεσα, είδα το μπουφάν είχε παρακαιρίσει, λέω τέ­λος 
Μαρτίου είναι, μπορώ να πάω χωρίς μπουφάν. Έτσι με το πουκάμισο πήγα με τα 
πόδια ως την οδό Άγρας.

Μεταλλαγές του ανοιξιάτικου καιρού, όταν χτυπούσα το κουδούνι της Μαρώς 
κατάλαβα ότι την είχα αρπάξει. Δεν είπα τίποτα, κουβέντιασα λίγο μαζί της και 
δούλεψα ύστερα σιω­πηλά μερικές ώρες εκεί, όταν επέστρεψα στο σπίτι ήμουν στα 
πρόθυρα κατάρρευσης, την άλλη μέρα στον καθρέφτη είδα τον λαιμό μου ολόασπρο, 
πυώδης αμυγδαλίτιδα, έμεινα στο κρε­βάτι μια βδομάδα με κάτι αντιβιοτικά, που 
σκότωναν κριάρι αν όχι ταύρο.

Είχα τελειώσει τότε την έρευνα και στο σεφερικό αρχείο της Γενναδείου κι 
άρρωστος έγραψα στον Νάσο, που επόπτευε τη διατριβή μου. Κύριε Βαγενά,του λέω, 
έτσι τον αποκαλούσα τότε, ο κύριος Σεφεριάδης με απωθεί, είν’ ο παιδιόθεν σοφός 
και τακτοποιημένος, η συγγενής διαμαρτία για προγραμματισμό. Σε ανύποπτο χρόνο 
τα κανόνισε όλα για την τε­λική του εικόνα και υστεροφημία. Δεν τον πάω, από 
τότε που πήρε μολύβι στο χέρι του σκηνοθετούσε τα πάντα, όλα τα ’χει στους 
φακέλους διευθετημένα, μ’ επεξηγήσεις κι υποστηρικτι­κά, το καθετί εγωκεντρικό, 
με τις κλασικές οριοθετήσεις της ψυχανάλυσης πρέπει να ’ταν δυσκοίλιος.

Και για την Κύπρο το ίδιο νιώθεις, ότι από πολύ παλιά, από το ’53 ακόμα, απ’ 
την πρώτη επίσκεψή του εκεί, οργάνωνε τους φακέλους του για τον μελετητή, έναν 
Κύπριο προφανώς, που ύστερα από σαράντα και πενήντα χρόνια θα καταπιανό­ταν για 
τις σχέσεις του με το νησί. Από κοντά τα ίδια θα του ψιθύριζε κι ο Σαββίδης, 
ομοτράπεζος του εκείνα τα χρόνια, που θα του απαριθμούσε ηδονικά τις 
μελλοντικές διατριβές γι’ αυτόν, ιδού λοιπόν υλικό για μιαν ακόμη: «Σεφέρης και 
Κύ­προς». Ένιωθα σαν ενεργούμενό του σε κάτι που ’χε σχεδιάσει εδώ και 
δεκαετίες, ένα κομμάτι του παζλ που τακτοποιούσε σαν τη μεταθανάτια εικόνα του, 
σου ’ρχόταν να φωνάξεις «Εμ, δεν παίζω,κύριε Σεφέρη».

Όμως, έπαιξα και τελείωσα, κι όχι μόνο αυτό αλλά σκέ­φτομαι πως θα τελειώσω και 
με δικό του στίχο. Αυτόν τον στί­χο που ζητούμε όλοι σαν κατακλείδα κι 
ανακεφαλαίωση, σαν επιστέγασμα μιας πορείας και κλείσιμο. Γιατί, εκεί στο 
μεσοστράτι της ζωής, αρχίζεις και σκέφτεσαι πού είσαι και πώς βρέθηκες εκεί, κι 
όλο κι αναθαρρεύουν τα αν και τα μήπως. Και συνεχώς αναρωτιέσαι: Κι αν τότε δεν 
ήσουν τόσο εύπι­στος, κι αν έμενες στην Αθήνα, μήπως μια άλλη επιλογή τότε, 
μήπως όταν τα διέλυσες με την Κωνσταντία, και έπρεπε να δε­χόσουν την πρόταση 
για την υποτροφία στις Βρυξέλλες κι αν δεν γινόταν εκείνη η τυχαία συνάντηση 
που καθόρισε τόσα, και αν… και αν… και η ζωή σου ξαναγράφεται κι αλλάζει πορεία 
και συντεταγμένες.

Για λίγο καιρό μόνο, γιατί κάποια στιγμή καταλαβαίνεις. Δεν θα ξαναμοιραστεί η 
τράπουλα, δεν μπορείς να ανασχεδιάσεις και να ξαναπαίξεις νέους ρόλους, δεν 
υπάρχουν άλλες προοπτικές, ό,τι έγινε… Μακριά, λοιπόν, από σένα αυτά, δεν είσαι 
τόσο μωρόπιστος, τώρα πια ξέρεις. Κι όπως περνούν τα χρόνια, λες εντάξει και, 
μάλιστα, σκέφτεσαι και τον τελικό σου στίχo, αυτόν που παραμερίζει εμμονές, 
διαγράφει πείσματα κι εγωισμούς και σ’ ενώνει με ό,τι δεν κατάφερες μέχρι εκεί 
να προσδιορίσεις. Και για σένα είναι του Σεφέρη. Στεγνός και δυσκοίλιος, όμως 
τον έγραψε: «Φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη και να τη σπείρουν / ό,τι 
πέρασε πέρασε σωστά».  Ξέρω πως, όταν θα ’ρθει η ώρα, αυτόν πια θα πω, αυτός 
μου ταιριάζει κι αυτός με κλείνει, κι ένα φως χωρίς κέντρο θα καταυγάσει τα 
πάντα, μια ηδονική ηρεμία πριν από την παρα­δοχή. «Φώναξε τα παιδιά…».

Να πάρουν τη στάχτη, όμως, μόνο; 0 αιώνιος δηλαδή κύκλος της ζωής; Η επανάληψη 
στην ίδια αφετηρία πάντα; Τα συζητούσα με τον Αντώνη στο σπίτι του κι όταν 
βαρεθήκαμε την κουβέντα είπαμε να παίξουμε σκάκι, στο τέλος καταλήξαμε να δούμε 
κάποιες παρτίδες από το περιοδικό Chess. Έχει μια εκπληκτική άσκηση, μου είπε ο 
Αντώνης, είναι του Σέτζελ από παρτίδα του 1909. Ματ σε τρεις κινήσεις, αλλά οι 
εναλλα­κτικές περιπτώσεις είναι απίστευτες. Βρήκε τη σελίδα που έπρεπε στο 
περιοδικό κι είπαμε να στήσουμε τα πιόνια. Όμως, όσο κι αν ψάξαμε στο κουτί και 
το συρτάρι, ο λευκός πύργος είχε χαθεί, βάλαμε στη θέση του τον αναπτήρα μου. Ο 
Αντώνης από οικοδεσποτική αβροφροσύνη έριξε τον δικό του πύργο στο κουτί κι 
έβαλε στη θέση του το ποτηράκι του λικέρ. Καλύτερα, επεξήγησε, έτσι θα νιώθω 
ότι δεν σε ρίχνω.

Αρχίσαμε κι η παρτίδα που πρωτοδιατυπώθηκε το 1909, ατάραχη βάδιζε ύστερ’ από 
ενενήντα δύο χρόνια χωρίς να την ενοχλεί η αταξία της αποτύπωσής της. Ήταν όλα 
ένδον, στον πυρήνα, κι ανοιγόταν τώρα διαφοροτρόπως, η ίδια πάντα, όμως και 
διαφορετική όπως συγκέντρωνε με τα χρόνια αγάπη κι ενδιαφέρον και λύσεις των 
παικτών. Νομίζω, για να επιστρέψουμε στην παλιά μας συζήτηση, πως όλοι έτσι 
πορευό­μαστε. Άρα, επιμένω και βεβαιώνω ξανά, εκείνη την ώρα θα πω σίγουρα 
«φώναξε τα παιδιά να σπείρουν τη στάχτη / ό,τι πέρασε πέρασε σωστά», αλλ’ αυτή 
η στάχτη θα πρέπει να εί­ναι διαφορετική, η γραμμή δεν θα κλείσει σε κύκλο, θα 
’χει πλησιάσει ίσως πιο κοντά στο σημείο, τον παρθένο αριθμό και το σύμβολο.

Έτσι έγινε με τους τάφους της Δένειας λίγες μέρες από τό­τε. Η μπουλντόζα 
βάθαινε το οικόπεδο για το υπόγειο της οι­κοδομής κι έπεσε πάνω σ’ αρχαίο 
νεκροταφείο. Όπως υποχώ­ρησε ξαφνικά η γη,τ’ όχημα ανατράπηκε κι ο οδηγός 
κινδύνε­ψε να γίνει λιώμα, γλίτωσε με λίγα γδαρσίματα. Ήταν τάφοι της αρχαϊκής 
εποχής, γεμάτοι σκελετούς και δίχρωμα αγγεία με ψάρια και πουλιά.

Ήταν μια μαγεία, μια σχεδία του χρόνου, που φάνηκε ανέ­παφη και αρτιμελής στους 
καιρούς μας, ύστερα από δυο χι­λιάδες εφτακόσια χρόνια. Όμως, στον πρώτο τάφο 
που όρμησε στην πτώση της η μπουλντόζα είχαν σπάσει τα περισσότερα αγγεία. Όταν 
τέλειωσε η πρώτη αναστάτωση -αρχαιολόγοι κι αστυνομικοί, δημοσιογράφοι και 
φωτογραφίες-, πήγα ξανά.

Όλα τα αντικείμενα είχαν μεταφερθεί, μόνο οι σκελετοί είχαν μείνει κι ένας 
φύλακας, κυρίως γιατί οι αρχαιοκάπηλοι άρχισαν να τριγυρίζουν εκεί για άλλους 
τάφους.

Μπήκα σκυφτός μέσα στην πρώτη τρύπα και κοίταξα μ’ απορία ξανά το μαύρο 
βαθούλωμα της νεκροκεφαλής, εκεί που πριν ήταν τα μάτια. Τότε διέκρινα το 
όστρακο του αγγείου μέσα στα κόκαλα του στήθους μαζί με άλλα χώματα της 
κατάρρευσης. ΙΙαραμέρισα τα κόκαλα, κι η αίσθηση στο χέρι σαν ν’άγγιζα σε 
πετρώματα ασβεστίου. Πήρα τ’ όστρακο, είχε κάτι περίεργες γραμμές. Το ’βαλα 
στην τσέπη και το βράδυ έτρεξα στον Μενέλαο Χριστοδούλου. Μου τ’ 
αποκρυπτογράφησε αμέσως. Γραμμένο στην κυπροσυλλαβική, ίσως γυναικίο, ένα σκέτο 
όνομα: ΔΙ-Ο-ΘΕ-ΜΙ.

https://sarantakos.wordpress.com/2016/04/10/savvaspavlou/

https://sarantakos.wordpress.com/2016/04/10/savvaspavlou/
________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
__________
Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο 
ρεπερτόριο επισκεφθείτε το
http://www.isobitis.com

______________

Απαντηση