Ωραία γλώσσα αλλά δεν καταλαβαίνω ούτε την κεντρική ιδέα, ούτε το νόημα που λέγαμε και στο σχολείο!
Στάλθηκε από το iPhone μου 30 Απρ 2016, 11:09, ο/η Σκορδίλης Σπύρος <[email protected]> έγραψε: > Αμήν, Αμήν > > > > Ξωκλήσι στο χωριό Λέκκα της Σάμου. Φωτογραφία: Νίκος Χατζηιακώβου. > > Ο ένας είχε στόφα αυλικού, ο άλλος τρόπους τελετάρχη, ενώ του τρίτου τα > χαρακτηριστικά σχημάτιζαν αόριστα τον καλλιτέχνη και έπειθε και τους > υπόλοιπους πως ανέκαθεν διέθετε «φλέβα». Τους ονόμαζες επετειακές > φυσιογνωμίες και ας είχαν μια καθημερινότητα αδιάφορη όσο και οι ρίγες των > φτηνών σακακιών τους. Τις μέρες που είχε γενικό σημαιοστολισμό έπαιρναν τα > ηνία, ενώ εμείς οι υπόλοιποι κινούμαστε υπνωτισμένοι από τις πένθιμες > καμπάνες. Τις άγιες μέρες ειδικά ξεπρόβαλλαν από το μισοσκόταδο, έκαναν το > εντυπωσιακό τους πέρασμα και ίσως μια δυο κρυφές υποκλίσεις στο κοινό τους. > Στο τέλος γύριζαν πάντα αθόρυβα στα οικογενειακά τους δράματα, για τα οποία > πιστεύαμε πως ήταν προβλέψιμα όπως η κάπνα στο ταβάνι ενός καφενείου. > > Ο Ηρακλής Π. προερχόταν από τον κύκλο αυτών των ανεπίσημων «αξιωματούχων». > Ηταν ένα είδωλο της Μεγάλης Βδομάδας. Τις ανεόρταστες μέρες θα τον έβρισκες > σε σπίτια και μαγαζιά για επισκευές παντός τύπου. Είχε στο χέρι ένα βαλιτσάκι > με γαλλικά κλειδιά, με πένσες και κόφτες κάθε μεγέθους αλλά βέβαια αυτός ο > άχρωμος μάστορας ήταν ένας άλλος, όχι ο Ηρακλής. > > Αν τον παρακολουθούσες λίγο περισσότερο, θα περνούσε από το μυαλό σου η ιδέα > ότι τον είχαν φυτέψει από παιδί στην εβδομάδα της μεγάλης λάμψης του. Σαν να > έλαβε «σάρκα και οστά» ανάμεσα στον Νυμφώνα σου βλέπω της Μεγάλης Δευτέρας > και στο Χριστός Ανέστη. Το απροσδιόριστα λυπημένο του πρόσωπο τον έφερνε > πάντως πιο κοντά στις εμπειρίες του μαρτυρίου παρά στα βακχικά ξεσπάσματα της > Λαμπρής. > > Δεν είχε ορατές πληγές της ηλικίας. Οι άνθρωποι στις χορωδίες και οι διάσημοι > ψάλτες είχαν συνήθως μεγάλα, υπό κατάρρευση προγούλια και ζυγωματικά > εξημερωμένα λόγω της μακρόχρονης σχέσης τους με το Υπερβατικό. Δεν θυμάμαι > πρωτόγονη κοψιά σε αυτούς τους σοβαρούς άνδρες: ούτε υπερόφρυα τόξα, ούτε > ουλές ή τεράστιες γνάθους που αποκαλύπτουν λένε τις ζωώδεις φύσεις. > > «Καθίστε ήσυχα, ήσυχα», πρόσταζε, χαμηλόφωνα. > > «Σιωπή και σιωπή λέγω!». > > Και άλλοτε, σε απόγνωση: «θα μάθετε βρε, θα μάθετε…». > > Ο θείος Γιάννης –περιστασιακός στην ψαλτική αυτός– είχε δώσει μια εξήγηση γι’ > αυτές τις διπλές παρακλήσεις. Ο Ηρακλής δεν ήταν σίγουρος πως μια μόνη λέξη > μπορούσε να έχει αποτέλεσμα πάνω μας. Δεν θυμάστε και στο Κατά Ιωάννη όπου ο > Χριστός λέει «Αμήν, αμήν λέγω υμίν…»; Γιατί δύο φορές; Αλλά να δείτε που εδώ > κρύβεται όλη η ουσία, στο αμήν, αμήν! > > Μας τα είχε πάρει τα αυτιά ο θείος μας με αυτή την κρυφή ουσία των πραγμάτων, > κόβοντας δρόμο ανάμεσα σε άσχετες ιστορίες, με μια σύντομη στάση σε ένα > ανέκδοτο για τους Εβραίους για να φτάσει ώς τον Ηρακλή που είχε χάσει ο > καημένος τον πατέρα του «στους ιταλικούς βομβαρδισμούς». > > «Σκόνη τον έκανε ο όλμος τον πατέρα του! Ευτυχώς γλίτωσε το αγοράκι και η > μάνα του... εφτά χρονών παιδάκι τότε!». > > Τότε είχα την απορία αν αυτός ο εξαφανισμένος πατέρας είχε κανένα χάρισμα. > Πώς να ήταν άραγε η φωνή του; Αλλά βέβαια δεν περνούσε από το μυαλό μου να > ρωτήσω τον θείο τέτοιες λεπτομέρειες γιατί με φόβιζε η φλυαρία όλων των θείων > και οι επίμονες, προϊστορικές τους μνήμες. > > Εδώ που τα λέμε για μας αρχαία ιστορία ήταν εκείνος ο όλμος και τα κανόνια > των Ιταλών. Αντικρίζαμε τη χλωμάδα του Ηρακλή αναριγώντας με τα απόκρημνα ύψη > όπου έφτανε η φωνή του, καθώς άφηνε χιλιόμετρα πίσω τις τσακισμένες φάλτσες > φωνές των άλλων. Η αλήθεια είναι ότι τους έσβηνε όλους, λαϊκούς και παπάδες. > Επεφτε σε μια ήπια μέθη υπεροχής. Νηφάλια μετουσιωμένη θα την έλεγες την > τέχνη του αλλά ο ίδιος έδειχνε απόλυτα συγκεντρωμένος στο έργο του. Και > έπειτα τα μάτια του έστριβαν στο πλάι, βουτώντας σε κάτι αόρατο στους > τρίτους. Βυθιζόταν σε κάτι τελείως δικό του που ίσως δεν ήθελε να το > μοιραστεί με όλους εμάς. > > Χαθήκαμε όμως. Ο πατέρας μου πήρε μετάθεση για το Λαύριο, η αδελφή μου η Λέλα > έκλαιγε, η μαμά αδημονούσε κι εγώ απλώς είχα τη δυσφορία της αναστάτωσης. Οι > τσάντες, τα πακέτα, τα εισιτήρια, όλα αυτά ήταν ένας κακότροπος περισπασμός, > όχι «ωραία περιπέτεια». > > Στις επόμενες πόλεις μας (ας όψονται οι παλιομεταθέσεις) το εφηβικό μου Πάσχα > προσαρμόστηκε ήσυχα στο βιαστικό ημίωρο της Ανάστασης. Συχνά όμως ανηφορίζαμε > με οικογενειακούς φίλους σε απομονωμένα μοναστήρια, σε απόσταση ασφαλείας από > τις μάζες των κοσμικών ενοριών. Οι δικοί μου γύρευαν τότε μετά μανίας να > διακριθούν από τους «πολλούς», με διακοσμητικές πινελιές στο σπίτι ή με > επισκέψεις σε παντελώς άγνωστα λαογραφικά μουσεία. Και των άλλων οι γονείς > ήθελαν φυσικά να ξεχωρίζουν, να ανήκουν σ’ ένα ανώτερο και διαφορετικό > επίπεδο. Ηταν τα χρόνια όπου όλοι σχεδόν πίστεψαν πως ήταν αθάνατες και > ξεχωριστές μονάδες καθορισμένες για την ευτυχία. Εγώ όμως φοβόμουν μήπως και > ο Ηρακλής ήταν κι αυτός στο κόλπο και στη γενική παραζάλη. > > Πριν από λίγες μέρες μια κυρία με το όνομα Λυδία μου συστήθηκε ως κόρη του > Hρακλή Π. ανθρώπου ταπεινού και πλήρως αφοσιωμένου που τον βρήκε ένα μεγάλο > κακό: το ίδιο του το ανίψι έριξε τη φωτοβολίδα στην ευθεία. Αντί να σημαδέψει > ψηλά στον ουρανό πήγε και έστρεψε το πιστόλι στους μεγάλους. Ο μπαμπάς μου, > συνέχισε η Λυδία, έβαλε το χέρι για να προστατέψει τα μάτια του, πάντα είχε > εκεί το νου του λες και είχαν στόχο να τον τυφλώσουν. Τελικά όμως έπαθε ζημιά > στα αυτιά. Κόπηκε η ανάσα του από ένα τρομερό βουητό και παλέψαμε χρόνια με > αυτό το τραύμα στο τύμπανο! > > Η γυναίκα σκούπισε ένα δάκρυ, ενώ με έπιανε άγαρμπα α λα μπρατσέτα. Είχε την > έκφραση εκείνου που πιστεύει ότι είναι αδύνατο να εξηγηθούν σε βάθος τα > πράγματα και ότι ο χρόνος, παρά τις φήμες, δεν γιατρεύει τις πληγές. Είχε τα > ευγενικά ζυγωματικά του μπαμπά της, ίσως και κάτι από την τρυφερή αυστηρότητά > του απέναντι στην ιερόσυλη πλέμπα που τον ενοχλούσε. > > «Σωπάστε, σωπάστε!» υψώθηκε τότε μια γνωστή φωνή πίσω από τους ώμους της > Λυδίας. Κοιταχτήκαμε. > > ...Εφριξεν η γη, και ο ήλιος, Σώτερ, εκρύβη (…) > > Ωρα μετά μιλούσαμε για τα παιδιά μας βαδίζοντας λίγα μέτρα από τον ανθισμένο > επιτάφιο. > > * To διήγημα «Αμήν, Αμήν» γράφτηκε αποκλειστικά για την «Κ». Το τελευταίο > βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη είναι η συλλογή διηγημάτων «Αντρας που πέφτει» > (εκδ. Πόλις). > > http://www.kathimerini.gr/858080/article/politismos/vivlio/amhn-amhn > > http://www.kathimerini.gr/858080/article/politismos/vivlio/amhn-amhn > ________ > > Orasi mailing list > για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση > [email protected] > και στο θέμα γράψτε unsubscribe > > Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας > στείλτε email στην διεύθυνση > [email protected] > > διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα > http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net > > Για το αρχείο της λίστας > http://www.mail-archive.com/[email protected]/ > παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) > http://www.freelists.org/archives/orasi > __________ > NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού > http://www.nvda-project.org/ > __________ > Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και > παγκόσμιο ρεπερτόριο επισκεφθείτε το > http://www.isobitis.com > > ______________ ________ Orasi mailing list για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] και στο θέμα γράψτε unsubscribe Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net Για το αρχείο της λίστας http://www.mail-archive.com/[email protected]/ παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) http://www.freelists.org/archives/orasi __________ NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού http://www.nvda-project.org/ __________ Για καλή Ελληνική και ξένη μουσική, Θεατρικά έργα από το ελληνικό και παγκόσμιο ρεπερτόριο επισκεφθείτε το http://www.isobitis.com ______________
