ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ «ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ»: ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΉ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ «ΟΡΑΣΗΣ» ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΧΑΡΙΔΗ ΤΡΙΜΕΛΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΓΑΡΟΥΦΑΛΗ (ΕΠΙΒΛΕΠΟΥΣΑ) ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΚΕΦΟΥ-ΜΑΔΙΑΝΟΥ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΡΙΑ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΑΘΗΝΑ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Μάιος 20016 Η έγκριση διδακτορικής διατριβής από το Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών δε δηλώνει αποδοχή των γνωμών της συγγραφέα. Ευχαριστίες Ποτέ ένα εγχείρημα δεν είναι υπόθεση προσωπική. Για το λόγο αυτό χαίρομαι που βρέθηκαν δίπλα μου άνθρωποι με τους οποίους μπόρεσα να μοιραστώ και να ξεκαθαρίσω σκέψεις και συναισθήματα. Ευχαριστώ καταρχάς την επιβλέπουσά μου Ελένη Παπαγαρουφάλη που με συντρόφευσε στην πολύχρονη προσπάθειά μου να ολοκληρώσω αυτή τη διατριβή. Η κατανόηση και το ενδιαφέρον της, αλλά και η υπομονετική και διαυγής προσοχή της στις σκέψεις και τις αναζητήσεις μου υπήρξαν στηρίγματα πολύτιμα. Η αίσθησή μου της ανθρωπολογίας είναι στενά δεμένη με την παρουσία της. Ευχαριστώ τη Δήμητρα Γκέφου-Μαδιανού και την Αθηνά Αθανασίου για τη συμβολή τους στη διαμόρφωση της ανθρωπολογικής μου σκέψης, για τα εύστοχα ερωτήματα και σχόλια τους με τα οποία συχνά συνομίλησα σιωπήρα, και για τα καλά τους λόγια που τόσο συχνά με ενθάρρυναν. Ευχαριστώ την Ειρήνη που, όπως πάντα, στέκεται δίπλα μου. Το Θανάση, γιατί μόνο αυτός ξέρει ποια είναι η λέξη με τα πέντε «ου». Την Αμάντα, το Λυκούργο και την Κωνσταντίνα για τις κουβεντούλες και τις στιγμές μας. Τον Μπάμπη και τη Ναταλία για τα παλιά.Το Βλάση γιατί η βοήθειά του υπήρξε πάντα ανεκτίμητη. Την Ηπατία για τη ζεστασιά της. Τη Φωτεινή για τη δύναμη και την πίστη της. Τον Παντελή και την Τασούλα γιατί με τον τρόπο τους μου έμαθαν πολλά. Το Λάζαρο για το χρόνο που αφιέρωσε ακούγοντας και διαβάζοντας τις σκέψεις μου. Τη Σούλα γιατί κάτι το κοινό μοιραζόμαστε. Το Βαγγέλη για την υπομονή, την τρυφερότητα και το χιούμορ του. Χωρίς αυτόν η ζωή θα φάνταζε αλλιώς... Ευχαριστώ ιδιαίτερως την οικογένειά μου. Τους γονείς μου, Τάσο και Έφη, Έφη και τον Τάσο, για την αμέριστη αγάπη και συμπαράσταση τους και την κάθε είδους φροντίδα που μου προσέφεραν τόσο απλόχερα. Την αδελφή μου, Κατερίνα για την ανεμελιά των παιδικών χρόνων που με κάνει να νοσταλγώ. Τον αδελφό μου, Γιώργο γιατί μαζί καταλάβαμε ότι κάθε ζύμωμα, για να φουσκώσει, θέλει μεράκι και συντροφιά. Και, φυσικά, τη μικρή-μικρή Λήδα που είναι τόσο συγκινητική. Μα πάνω απ’ όλα, ευχαριστώ τους συνομιλητές και τις συνομιλήτριές μου που μου εμπιστεύθηκαν την καθημερινότητά τους, τις σκέψεις και τις αναμνήσεις τους και έβαλαν σε τάξη μέσα μου βιώματα από χρόνια μπερδεμένα. Μάιος 2016 Ευαγγελία Χαρίδη Περίληψη Η παρούσα διδακτορική διατριβή μελετά τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους εκείνοι και εκείνες που αυτοπροσδιορίζονται ως τυφλά άτομα ή άτομα με προβλήματα όρασης βιώνουν τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους στο πλαίσιο μίας κοινωνίας, η οποία, λόγω της μερικής ή ολικής απουσίας όρασης, τους/τις προσδιορίζει ως ετερότητα. Ειδικότερα εστιάζει στις διαδικασίες μέσω των οποίων συγκροτούνται το σώμα, οι αισθήσεις και η υποκειμενικότητα των τυφλών ατόμων σε συμφραζόμενα «οπτικοκεντρισμού», δηλαδή σε πολιτισμικά πλαίσια όπου η όραση θεωρείται το πιο διανοητικό, αντικειμενικό και αξιόπιστο μέσο πρόσβασης στη γνώση και την αλήθεια, την ίδια στιγμή που οι «μη οπτικές» αισθήσεις – η ακοή, η αφή, η όσφρηση και γεύση – υποβιβάζονται σε σωματικές, υποκειμενικές και αναξιόπιστες. Εξετάζει, επίσης, τους τρόπους με τους οποίους, η ακοή και η αφή, τα δύο αισθητήρια στα οποία βασίζονται κυρίως τα τυφλά άτομα για να αντιληφθούν και να αντικειμενοποιήσουν την περιβάλλουσα πραγματικότητα, διαπλέκονται με την εναπομείνασα όραση που μπορεί να διαθέτει κανείς, καθώς και με προηγούμενες αισθητηριακές εμπειρίες που ενεργοποιούνται ως μνήμη σωματική. Άμεσα συνυφασμένη με την πολιτισμική απαξίωση της αισθητηριακότητας στην τυφλότητα είναι η κατηγοριοποίησή της ως οπτικής βλάβης και αναπηρίας. Πρόκειται για μία διαδικασία κοινωνικά και ιστορικά προσδιορισμένη, η οποία μελετάται ως προϊόν της σταδιακής και πολύχρονης μετατροπής των τυφλών ατόμων από αντικείμενα φιλανθρωπικής και εκκλησιαστικής φροντίδας σε υποκείμενα με δικαιώματα ισότιμης πρόσβασης και συμμετοχής σε κάθε πτυχή της αρτιμελούς κοινωνίας. Μέρος της διερεύνησης αυτής επικεντρώνεται στους νόμους, τις δομές και τις πρακτικές που έχουν καθιερωθεί ανά τα χρόνια για την τυφλότητα, καθώς και στο θέμα της πρόσβασης στον φυσικό ή δομημένο, δημόσιο χώρο, που σε μεγάλο βαθμό απασχολεί το αναπηρικό κίνημα στην Ελλάδα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ένταση που αναπτύσσεται ανάμεσα στην κατεστημένη θεώρηση του χώρου ως οπτικής εμπειρίας και στους αισθητηριακά διαφορετικούς τρόπους κατά τους οποίους τα τυφλά άτομα βιώνουν και αντιλαμβάνονται το περιβάλλον γύρω τους. Υποστηρίζεται, έτσι, ότι η συγκρότηση της ακουστικής και απτικής αντίληψης στην τυφλότητα δεν μπορεί παρά να ιδωθεί σε συνάφεια με τις δυναμικές εξουσίας που πυροδοτούνται σε στιγμές και χώρους όπου η οπτική αναπηρία συναντά την οπτική αρτιμέλεια. Περιεχόμενα Εισαγωγή Αισθήσεις και αναπηρία στην τυφλότητα Το αντικείμενο της έρευνας...............................................................................7 Η διάρθρωση των κεφαλαίων..........................................................................12 Το πεδίο της έρευνας και τα μεθοδολογικά του ζητήματα..............................19 «Ανθρωπολογία της αναπηρίας»: θεωρητικοί προβληματισμοί για τη μελέτη της τυφλότητας ως αισθητηριακής αναπηρίας.................................................26 Κεφάλαιο 1ο Ο «χώρος των τυφλών»: από τη φιλανθρωπία στην κατασκευή του υποκειμένου με δικαιώματα............................................................................................................40 Ονοματοθεσίες των τυφλών ατόμων: αντιπαράθεση λόγων............................41 Το δίλημμα ως προς τη γλώσσα της αναπηρίας: τυφλό άτομο ή άτομο με πρόβλημα όρασης;............................................................................................48 Από τη φιλανθρωπία στην κοινωνική αναγνώριση: σύντομη εξιστόρηση της τυφλότητας στην Ελλάδα.................................................................................59 Λόγοι και πρακτικές των ειδικών δομών.........................................................69 Το τυφλό άτομο ως υποκείμενο με δικαιώματα...............................................76 Σύστημα προσβασιμότητας και τεχνολογίες πρόσβασης.................................86 Κεφάλαιο 2ο Δια-σχίζοντας τον χώρο: προσβασιμότητα, ορατότητα και επιτελέσεις οπτικής αναπηρίας Το λευκό μπαστούνι.........................................................................................96 Η εννοιολόγηση του χώρου ως εμποδίου.......................................................102 Χώρος, αισθήσεις και τυφλότητα...................................................................108 Ορατότητα και κατασκευές της οπτικής αναπηρίας......................................116 Έκθεση στο χώρο και επιτελέσεις οπτικής αναπηρίας...................................129 Κεφάλαιο 3ο Ήχος, λεκτικές περι-γραφές και φωνή στην τυφλότητα Smart Eyes.................................................................................................151 Η «πόλη-πανόραμα» και ο υποβιβασμός των άλλων αισθήσεων ως μέσων αντίληψης του χώρου................................................................................158 Όραση και μη οπτικές αισθήσεις, ή, κατασκευάζοντας την αισθητηριακή διαφορά ως Ετερότητα..............................................................................168 Η φυσικοποίηση της ακοής ως «φυσικής» και «άμεσης» αίσθησης........175 Ακουστική αποστασιοποίηση και ηχητικές νοηματοδοτήσεις..................181 Η ηχητική διάσταση της φωνής ως μέσο αναγνώρισης............................189 Κεφάλαιο 4ο Απτικές εξερευνήσεις στην τυφλότητα: το Μουσείο Αφής, η γραφή Braille και η πρακτική της συνοδείας «Αγγίζοντας» τον πολιτισμό.....................................................................204 Η φθοροποιός διάσταση της αφής.............................................................211 Τα χέρια ως «προέκταση» των ματιών.....................................................223 Η αντιληπτική σχεσιακότητα της αφής μέσα από την απτική πρακτική της γραφής Braille...........................................................................................232 Πορνογραφία για τυφλούς, ή περί απτικότητας και τερατωδίας..............240 «Πρέπει να συνηθίσεις ότι είσαι διπλάσια σε όγκο και πιο ψηλή»...........245 Επίλογος «Με κλειστά τα μάτια, ανοίγει η καρδιά!»: τυφλότητα και αισθητηριακή διαφορετικότητα.......................................................................................................256 Παράρτημα...............................................................................................................272 Εικόνες.......................................................................................................................276 Βιβλιογραφία............................................................................................................288 Εισαγωγή Αισθήσεις και αναπηρία στην τυφλότητα Λίγο-πολύ, το έχουμε όλοι μας αισθανθεί: όταν τα πάντα είναι σκοτεινά τριγύρω μας, όταν η νύχτα είναι βαθιά, οι ιδέες στο μυαλό μας είναι πιο ζωντανές, πιο χρωματισμένες... Συχνά φοβόμαστε τις σκέψεις μας, γιατί πηγαίνουν πολύ γρήγορα και πολύ μακριά! Η μοναξιά μας τρομάζει, ζητάμε το φως της ημέρας. Κουρασμένα διώχνουμε το βαθύ σκοτάδι που μας απομονώνει από τα πάντα, γιατί είμαστε αδύναμοι, θέλουμε να δούμε!... Αυτό που εμείς νιώθουμε κάποιες φορές, ο τυφλός το νιώθει πάντα• ο φόβος τον συνοδεύει παντού. Το αντικείμενο της έρευνας Αντικείμενο έρευνας στην παρούσα διατριβή αποτελούν οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους εκείνοι και εκείνες που αυτοπροσδιορίζονται ως τυφλά άτομα ή άτομα με προβλήματα όρασης βιώνουν τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας, η οποία, λόγω της μερικής ή ολικής απουσίας όρασης, τους/τις προσδιορίζει ως ετερότητα. Πιο συγκεκριμένα, ο προβληματισμός που διατρέχει το σύνολο του εγχειρήματος αφορά στο πώς κατασκευάζονται το σώμα, η αισθητηριακότητα και, συνεπώς, η υποκειμενικότητα των τυφλών ατόμων σε συμφραζόμενα «οπτικοκεντρισμού» (Jay 1994), δηλαδή σε συμφραζόμενα όπου η όραση θεωρείται το πιο διανοητικό, αντικειμενικό και αξιόπιστο μέσο πρόσβασης στη γνώση και την αλήθεια, την ίδια στιγμή που οι άλλες αισθήσεις υποβιβάζονται σε σωματικές, υποκειμενικές και αναξιόπιστες. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάλυση προς μία τέτοια κατεύθυνση αποτελεί η προβληματοποίηση της παραδοχής ότι η τυφλότητα βρίσκεται στον αντίποδα της όρασης και, κατ’ επέκταση, ότι η κατάσταση του απόλυτου σκοταδιού που θεωρείται ότι τη συνοδεύει έρχεται σε αντίθεση με αυτήν του φωτός (βλ. π.χ Deschen 1992: 4, Kleege 1999: 14-30, 2006). Άμεσα συνυφασμένη με τα παραπάνω είναι η συμβολοποίηση της τυφλότητας ως διαστρεβλωμένης, λανθασμένης, αντίληψης των πραγμάτων – ή, αντιθέτως, ως εσωτερική όρασης ή ενόρασης που παρέχει προνομιακή πρόσβαση σε μία απόκρυφη αλήθεια, αόρατη στο μάτι. Το πόσο κομβική έχει υπάρξει αυτή η στερεοτυπική νοηματοδότηση της απουσίας όρασης για τη συγκρότηση του οπτικοκεντρισμού στη βάση του οποίου έχουν δομηθεί η δυτική σκέψη και μεταφυσική αποδίδεται από το σχόλιο του Jacques Derrida (1993) για την ευρωπαϊκή θεώρηση περί τυφλότητας. Ο τυφλός, κατά κύριο λόγο άνδρας, παραπέμπει στις ρίζες του ευρωπαϊκού λάθους, ελαττώματος, ή και αμαρτίας. «Μία κακή θέληση – μία απροθυμία – θα είχε οδηγήσει τον άνθρωπο να κλείσει τα μάτια του», επισημαίνει ο Derrida. Αναλόγως ο τυφλός, που δε θέλει γνωρίζει, δηλαδή να βλέπει, παραβαίνει αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί Φύση: διακόπτει την κανονική πορεία των πραγμάτων ή υπερβαίνει τους φυσικούς νόμους που ταυτίζουν την όραση με τη γνώση – μία «φυσική» συσχέτιση, η οποία, κατά τον Derrida, βρίσκει την καταγωγή της στην ελληνική γενεαλογία (όπ.π.: 12). Η φυσικοποίηση της τυφλότητας ως «ακύρωσης» της σχέσης μεταξύ γνώσης/αλήθειας και όρασης αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους για τον οποίο επέλεξα να συνομιλήσω κυρίως, αν και όχι μόνο, με άνδρες και γυναίκες που δεν τυφλώθηκαν κατά τη γέννησή τους, αλλά που έχασαν όλο, ή, μεγάλο μέρος της όρασής τους κάποια στιγμή στην πορεία της παιδικής, εφηβικής, ή ενήλικης ζωής τους (adventitious blindness), ή που, κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της παρούσας έρευνας, μετέβαιναν σταδιακά από τη μερική στην ολική τύφλωση. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η συγκεκριμένη κατηγορία ατόμων έγκειται καταρχάς στο ότι η διακοπή της «κανονικής πορείας των πραγμάτων» στην οποία αναφέρεται ο Derrida έρχεται στο αναλυτικό προσκήνιο με μεγαλύτερη σαφήνεια. Αν και οι εκ γενετής τυφλοί/ές (blind from birth) παραπέμπουν, επίσης, σε μία «αφύσικη» συνθήκη ύπαρξης, καθώς ενσαρκώνουν το υποκείμενο που αδυνατεί να γνωρίζει λόγω του ότι δε βλέπει, εντούτοις στο χώρο των τυφλών επικρατεί η άποψη ότι, «εφόσον δεν είδαν ποτέ τους», η απώλεια είναι μικρότερη. Όσον αφορά στα άτομα της τρίτης ηλικίας που χάνουν την οπτική τους επάρκεια λόγω εκφυλιστικών παθήσεων συνυφασμένων με το γήρας, η τυφλότητά τους εκλαμβάνεται ως μέρος της ζωής του ανθρώπου, ως μία εξέλιξη που δεν μπορεί να θεωρηθεί έκπληξη ή αναπηρία – και για αυτό, όπως ορθώς επισημαίνουν οι εκπρόσωποι του αναπηρικού κινήματος στην Ελλάδα, το κράτος πρόνοιας «τα ξεχνάει», δηλαδή παραβλέπει να λάβει μέτρα και για τη δική τους φροντίδα. Σε αντίθεση με τα παραπάνω, η απώλεια της όρασης που επέρχεται ξαφνικά ή σταδιακά, μερικώς ή ολικώς, ανάλογα με την αιτία που την προκάλεσε (π.χ. ατύχημα, ασθένεια επίκτητη ή κληρονομική, κ.ά.), βιώνεται από πολλούς/ές ως ένα «σοκ»• τόσο έντονα, έως βίαια, με άλλα λόγια, ώστε φτάνει κάποια στιγμή που πρέπει κανείς να αποφασίσει «είτε να αυτοκτονήσει, είτε να ζήσει με αυτό», όπως τόνισε χαρακτηριστικά μία από τις συνομιλήτριές μου, εξηγώντας στη συνέχεια: «Σαφώς και μου λείπει [η όραση]. Δεν έχω αποδεχτεί ότι δε βλέπω. Και όποιος το πει, κατά την άποψή μου, λέει το μεγαλύτερο ψέμα. Απλά έχω μάθει να ζω μαζί του». Η διαφορά ανάμεσα στο να «μάθει» να ζει κανείς με την τυφλότητά του και στο να «ξεπεράσει» την απώλεια της όρασής του, ή, να «αποδεχτεί» τη νέα του κατάσταση, μπορεί να συμπυκνωθεί στην επισήμανση της ανθρωπολόγου Αθηνάς Αθανασίου ότι «το σωματικό τραύμα αναδύεται ως καταστατικό συστατικό του υποκειμένου και όχι ως εξωγενής δύναμη που ενσκήπτει στο προ-ϋπάρχον υποκείμενο» (2007: 147). Συμφωνώντας με τη θεωρητική αυτή τοποθέτηση, το ερώτημα που επιχειρώ να επεξεργαστώ αφορά στο πώς η αισθητηριακή απώλεια όσων έχασαν ή χάνουν την όρασή τους κάποια στιγμή στη ζωή τους μπορεί να αναδειχθεί ως συγκροτητική της υποκειμενικότητάς τους. Κάτι τέτοιο δε σημαίνει ότι οι διαδικασίες υποκειμενοποίησης των εκ γενετής τυφλών ατόμων, ή εκείνων που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα όρασης λόγω προχωρημένης ηλικίας, δε μεσολαβούνται από το σωματικό τραύμα που σηματοδοτεί η τυφλότητα• άλλωστε, οι πλείστες προεκτάσεις του σε κοινωνικό επίπεδο, μεταξύ των οποίων ο αποκλεισμός από πτυχές της σύγχρονης κοινωνίας, συνδιαμορφώνουν εμπειρίες κοινωνικού τραύματος που, με τη μία ή την άλλη μορφή, βιώνονται πολύ συχνά από το σύνολο των τυφλών ατόμων. Εντούτοις, η επιλογή να επικεντρωθώ ως επί το πλείστον σε αυτούς/ές που τυφλώθηκαν στην πορεία της ζωής τους είναι στενά συνυφασμένη και με ένα ακόμη ενδιαφέρον που τροφοδότησε τη συγγραφή της παρούσας διατριβής: με τον επαναπροσδιορισμό της αισθητηριακής τους αντίληψης στην οποία αναπόφευκτα τους/τις οδηγεί η απώλεια της όρασής τους, ώστε να μπορέσουν να ταξινομήσουν και να αντικειμενοποιήσουν εκ νέου και για το υπόλοιπο του βίου τους τον κόσμο γύρω τους. Κεντρικό ερώτημα εδώ είναι και το πώς αυτή η διεργασία επαν-αντίληψης διαμεσολαβείται, μεταξύ άλλων, και από παρελθούσες οπτικές αναπαραστάσεις που μπορεί να διατηρούνται ζωντανές, να ενεργοποιούνται και να διαπλέκονται με τις άλλες αισθήσεις, ως μνήμη εγγεγραμμένη στο σώμα. Τοποθετημένες σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι αισθήσεις των τυφλών ατόμων δε μελετώνται ωσάν να βρίσκονται στον αντίποδα της όρασης. Αντιθέτως, επιχειρώ να δείξω ότι μία ανθρωπολογική διερεύνηση σχετικά με την αισθητηριακή αντίληψη στην τυφλότητα χρειάζεται να λάβει υπόψιν και το πώς αυτή διαπλέκεται με διάφορες πτυχές της όρασης: για παράδειγμα, όταν εξακολουθεί να λειτουργεί με τη μορφή της εναπομείνασας όρασης την οποία μπορεί να διαθέτει κάποιο εκ γενετής ή μη τυφλό άτομο (συνήθως αίσθηση του φωτός ή/και αντίληψη όγκων και σκιών), ή όταν διαφυλάσσεται και ενεργοποιείται, αφενός ως μνήμη σωματική και, αφετέρου, ως εκείνο το αισθητηριακό μέσο αντίληψης που στη δυτική σκέψη έχει κατασκευασθεί ως κυρίαρχο. Το πώς η τελευταία αυτή διάσταση της όρασης, δηλαδή το πώς οι πολιτισμικοί λόγοι (discourses) και πρακτικές που τροφοδοτούν την οπτική κυριαρχία και τροφοδοτούνται από αυτήν συγκροτούν την εμπειρία της τυφλότητας αποτελεί ένα ερώτημα που αφορά όσους/ες τυφλώθηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής τους, αλλά και τους/τις εκ γενετής τυφλούς/ές. Με αυτό εννοώ ότι, παρά την έντονη ανομοιογένεια που παρουσιάζουν οι δύο κατηγορίες ατόμων μεταξύ τους και η κάθε μία στο εσωτερικό της ως προς το πώς βιώνουν την απουσία της όρασής τους, η μελέτη του συγκεκριμένου θέματος οδηγεί προς ένα κοινό σημείο εκκίνησης που σχετίζεται άμεσα με την άποψη του Michel Foucault ότι ο Διαφωτισμός «έχει καθορίσει [...] το τι είμαστε, τι σκεπτόμαστε και τι πράττουμε σήμερα» (1988: 7). Το θέμα που προκύπτει, επομένως, αφορά στο πώς τα τυφλά άτομα, εκ γενετής και μη, ενσωματώνουν τις νόρμες και γίνονται κοινωνοί των αξιών του οπτικοκεντρισμού, στις οποίες όλοι και όλες έχουμε μαθητεύσει. Προσεγγίζοντας τις αισθήσεις στην τυφλότητα όχι ως αντίθετες, ή απλά διαφορετικές από την όραση, αλλά ως μία επιστημολογία που η συγκρότησή της διαμεσολαβείται, μεταξύ πολλών άλλων, και από τις συμβάσεις που συνεπάγεται η πρωτοκαθεδρία της όρασης, μελετώ και ένα άλλο ζήτημα που ανέδειξε η έρευνά μου και το οποίο είναι στενά συνυφασμένο με τον παραπάνω πρόβληματισμό: τη συχνά αμφίθυμη ανάγκη των τυφλών ατόμων, αφενός για αποδοχή και συμπερίληψη στους κόλπους της βλέπουσας κοινωνίας και αφετέρου, για αυτονόμηση από τις εξαρτήσεις και τους περιορισμούς που θέτει η οπτική συγκρότηση των δομών της. Επιχειρώ να το αναλύσω εστιάζοντας σε δύο βασικά και αλληλοσυνδεόμενα ερωτήματα. Το ένα αφορά στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους τα τυφλά άτομα διαχειρίζονται την πολιτισμική σημασιοδότηση των άλλων αισθήσεων ως «κατώτερων» από την όραση και, επομένως, ως λιγότερο «ικανών» να συμμετάσχουν στις διαδικασίες της αντίληψης και της γνώσης. Το άλλο επικεντρώνεται στο τι μπορεί να σημαίνει για τη διεκδίκηση του δικαιώματός τους για ισότιμη πρόσβαση στις δομές της κοινωνίας η εννοιολόγηση της απουσίας όρασης ως μίας σωματικής/αισθητηριακής «βλάβης» ή «προβλήματος», αποκομμένης από τις κοινωνικές προεκτάσεις και σημασιοδοτήσεις της. Πρόκειται για το βασικό διαχωρισμό που στοιχειοθετεί το λόγο χειραφέτησης των ανάπηρων ατόμων που διατυπώνει ένα σημαντικό μέρος των θεωρητικών περί αναπηρίας, καθώς και εκπρόσωποι του αναπηρικού κινήματος στην Ελλάδα, και τον οποίο επιχειρώ να επεξεργαστώ κριτικά ώστε να δείξω ότι η οπτική βλάβη – όπως κάθε σωματική βλάβη – δεν αφορά σε ένα φυσικό, ουδέτερο σώμα προϋπάρχον της εξουσίας που ασκεί ή εγγράφει σε αυτό και τις αισθήσεις του η βλέπουσα κοινωνία. Απεναντίας, η ίδια η βλάβη συνιστά μία κοινωνική και πολιτισμική κατασκευή η οποία, όχι μόνο προκύπτει εν μέσω των σχέσεων εξουσίας που πυροδοτούνται όταν η οπτική αναπηρία συναντάται με την οπτική αρτιμέλεια, αλλά την ίδια στιγμή κάνει εφικτή και την ύπαρξή τους. Στην υποστήριξη του επιχειρήματος αυτού αποσκοπεί και η απόφασή μου να χρησιμοποιήσω ως επί το πλείστον τον όρο «τυφλό άτομο». Αν και έχει απορριφθεί από ένα μεγάλο τμήμα της σχετικής με την αναπηρία βιβλιογραφίας ως μη πολιτικά ορθός, καθώς θεωρείται ότι παραπέμπει και, συνεπώς, αναπαράγει τις υποβιβαστικές συνδηλώσεις της τυφλότητας (βλ. π.χ. Bolt 2004, 2005, Grigely 2006, Kleege 1999: 19-22), ο λόγος που καταρχάς συνηγόρησε υπέρ της επιλογής αυτής είναι ότι έτσι αυτοπροσδιορίζονται πολλά άτομα (ως τυφλοί/ές), καθώς και η πλειονότητα των επίσημων φορέων εκπροσώπησης ή/και φροντίδας τους. Πέρα από αυτό, όμως, η επιλογή του όρου κατέχει και θέση στρατηγική: κάνοντας πιο εμφανείς τις κοινωνικές νόρμες που εγγράφουν το σώμα της τυφλότητας, όχι μόνο ως διαφορετικό από αυτό του βλέποντος υποκειμένου, αλλά και ως αποκλίνον, κατορθώνει να αναδείξει με μεγαλύτερη ευκρίνεια τις πολλαπλές διαφορές μεταξύ τυφλών και βλεπόντων ατόμων. Αντίθετα, η λιγότερο προσβλητική, κατά πώς θεωρείται, περιγραφική φράση «άτομο με πρόβλημα(τα) όρασης», επιδιώκοντας να μετατοπίσει την προσοχή από το πρόβλημα/βλάβη σε μία κοινή για όλους/ες, ανεξαρτήτως αναπηρίας ή αρτιμέλειας, ατομικότητα, καταλήγει να ουδετεροποιεί την οπτική απουσία ως μία σωματική, ή καλύτερα, «φυσική» ιδιαιτερότητα, η οποία δεν εκλαμβάνεται ως καταστατική της υποκειμενικότητας, αλλά ως ένα απλό, μεταξύ των πολλών άλλων, στοιχείο της. Στο ίδιο επιχείρημα βασίζεται και η χρήση του όρου «τυφλότητα», αντί της «οπτικής βλάβης». Τον προτίμησα, επίσης, από αυτόν της «τύφλωσης», λόγω του ότι με απασχολεί να προσεγγίσω την απουσία της όρασης ως μία δυναμική και ρευστή κοινωνική κατάσταση εντός της οποίας το άτομο επιθυμεί και επιχειρεί να υπάρξει αυτόνομα. Επιδιώκω, με αυτή την έννοια, να τον αντιδιαστείλω προς την παθητική αποδοχή της ασθένειας που υποδηλώνει η τύφλωση και προς την αντιμετώπιση της οπτικής αναπηρίας ως ένα μοιραίο, καταστροφικό και κοινωνικά μη-αναστρέψιμο ιατρικό συμβάν, τόσο για το ίδιο το άτομο, όσο και για το οικείο του περιβάλλον. Το μέλημά μου να μελετήσω το πώς η τυφλότητα συγκροτείται ως σωματική βλάβη και συγχρόνως ως κοινωνική αναπηρία, καθώς και τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους οι τυφλοί/ές βιώνουν, εννοιολογούν και διαχειρίζονται την κατηγοριοποίησή τους ως «ατόμων με αναπηρία» (στο εξής ΑμεΑ), αποτελεί το βασικό λόγο για τον οποίο η ανά χείρας διατριβή δεν εστιάζει στην οπτική απουσία ως ασθένεια, αλλά ως μία αισθητηριακότητα που, λόγω της πολιτισμικής κυριαρχίας της όρασης, η κοινωνία την εκλαμβάνει ως αντιληπτικά κατώτερη και όχι απλά ως διαφορετική, όπως ισχυρίζεται συχνά ο λόγος περί δικαιωμάτων και χειραφέτησης των ανάπηρων ατόμων. Η διάρθρωση των κεφαλαίων Στόχος του πρώτου κεφαλαίου είναι η διατύπωση και η επεξεργασία ορισμένων αρχικών προβληματισμών σχετικά με το τι μπορεί να σημαίνει για κάποιον/α να αυτό- και ετεροπροσδιορίζεται ως τυφλός/ή σε ένα πλαίσιο που προτάσσει την όραση ως την κυρίαρχη αίσθηση. Ειδικότερα, επικεντρώνομαι στην ανάλυση θεσμικών και εξωθεσμικών λόγων, τόπων και πρακτικών που καθορίζουν το τι είναι η τυφλότητα σε ελληνικά συμφραζόμενα, καθώς και ποιος/α εμπίπτει στην κατηγορία του τυφλού ατόμου, δηλαδή σε αυτή την «ειδική» ή «ευπαθή» ομάδα των ΑμεΑ που η νομοθεσία πιστοποιεί ως δικαιούχο των παροχών που προβλέπει το κράτος πρόνοιας για την αναπηρία της τυφλότητας, διαχωρίζοντάς την από εκείνη των ατόμων με προβλήματα όρασης. Οι κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις της διάκρισης αυτής αποτελούν το έναυσμα της προσπάθειάς μου να αναλύσω κριτικά το δίλημμα ανάμεσα στους όρους τυφλό άτομο και άτομο με προβλήματα όρασης – αλλά και έναν ακόμη λόγο για τον οποίο χρησιμοποιώ κυρίως τον πρώτο. Επιχειρώ να το κάνω μέσα από μία σύντομη επισκόπηση των βασικών επιχειρημάτων που έχουν στοιχειοθετήσει τον ακτιβιστικό και ακαδημαϊκό λόγο των σπουδών αναπηρίας (disability studies), κυρίως δε μέσα από την προβληματοποίηση του διαχωρισμού που προτείνει το κονστρουβιστικής έμπνευσης κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας (social model of disability) ανάμεσα στη σωματική/φυσική βλάβη (impairment) και την κοινωνικά κατασκευασμένη έννοια της αναπηρίας (disability). Υπό αυτό το πρίσμα σκιαγραφώ την πολύχρονη προσπάθεια του χώρου των τυφλών στην Ελλάδα για αυτονόμηση και κοινωνική αναγνώριση, με στόχο, δηλαδή, να δείξω ότι η οπτική βλάβη δεν αποτελεί κάτι το «φυσικό», όπως ισχυρίζεται το ελληνικό αναπηρικό κίνημα υιοθετώντας το κοινωνικό μοντέλο, αλλά ένα προϊόν της σταδιακής μετατροπής των τυφλών ατόμων από αντικείμενα φιλανθρωπικής και εκκλησιαστικής φροντίδας σε υποκείμενα με δικαιώματα. Εκτός, λοιπόν, από τη σύντομη περιγραφή των δομών που προορίζονται «ειδικά» για την τυφλότητα, καθώς και της νομοθεσίας που έχει θεσπιστεί ανά τα χρόνια για την προστασία της σε πολλαπλά επίπεδα (εργασία, εκπαίδευση, φορολογία, κ.ά), με ενδιαφέρει επίσης να εξετάσω το πώς συγκροτεί την οπτική βλάβη ο νόμος που ορίζει ποιο άτομο είναι τυφλό και, επομένως, δικαιούχος των σχετικών δικαιωμάτων. Για το σκοπό αυτό τον επεξεργάζομαι ως μέρος ενός ευρύτερου συνόλου ετερογενών στοιχείων που ρυθμίζουν την κοινωνική συμπερίληψη των τυφλών ατόμων και την άρση του αποκλεισμού τους (π.χ. λόγοι περί ανεξαρτησίας των ΑμεΑ, νόμοι και συμβάσεις για τα δικαιώματά τους, ποσοστά αναπηρίας, ειδικοί χώροι, κ.ά.). Ακολουθώντας τη φουκωική έννοια τους «Συστήματος» (Apparatus) και τη σύνδεσή του με την εξουσία ως σχέση μικροφυσική και παραγωγική (Foucault 1991), το σύνολο αυτό το ονομάζω σύστημα προσβασιμότητας. Επιχειρώ, έτσι, να διερευνήσω πώς συγκροτείται η οπτική βλάβη και επιτελείται η ταυτότητα της αναπηρίας, όχι μόνο ενώπιον του κράτους και των νόμων του, αλλά και ενώπιον της βλέπουσας κοινωνίας, καθώς και των ίδιων των τυφλών. Τον ίδιο σκοπό υπηρετεί και η έννοια τεχνολογίες πρόσβασης, την οποία, επίσης, εμπνέομαι από τον Foucault και την ανάλυσή του για την πειθάρχηση των υποκειμένων μέσω των τεχνολογιών διακυβέρνησης (όπ.π.). Με το συγκεκριμένο όρο επιδιώκω να ομαδοποιήσω και να περιγράψω τα αντικείμενα ή/και τις πρακτικές που εξομαλύνουν τις λεγόμενες «πρακτικές» δυσκολίες που επιφέρει η απουσία της όρασης. Πέρα, όμως, από το ρόλο τους ως εργαλείων πρόσβασης που συμβάλλουν στην αυτονόμηση των τυφλών ατόμων, με ενδιαφέρει συγχρόνως να δείξω και πώς το πολιτισμικό φορτίο που φέρει το κάθε ένα από αυτά, και οι σχέσεις εξουσίας που ενεργοποιούν κατά τη συνάντηση της οπτικής αναπηρίας με την οπτική αρτιμέλεια, συγκροτούν την οπτική βλάβη και την υποκειμενικότητα των τυφλών ατόμων. Προς αυτή την κατεύθυνση στρέφεται το δεύτερο κεφάλαιο, καθώς εστιάζει σε μία από τις κατεξοχήν τεχνολογίες πρόσβασης της τυφλότητας, δηλαδή στο λευκό μπαστούνι. Πιο συγκεκριμένα, αναλύω την χρήση του ως εργαλείου που εντοπίζει ή προειδοποιεί τα τυφλά άτομα για εμπόδια στον χώρο (αντικείμενα, ανθρώπους, κ.λπ.), προστατεύοντας το σώμα τους από ενδεχόμενα ατυχήματα ή συγκρούσεις με αυτά, ενώ συγχρόνως τους παρέχει πληροφορίες για τη δομή του γύρω περιβάλλοντος. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, το προσεγγίζω και ως το εμβληματικότερο μέσο αναγνώρισης και επιβεβαίωσης της τυφλότητας, τόσο μεταξύ τυφλών, όσο και μεταξύ τυφλών και βλεπόντων, ως εκείνο το βοήθημα, με άλλα λόγια, που κάνει εμφανή ή ορατή την αναπηρία της όρασης περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο. Εστιάζοντας την ανάλυση σε αυτήν την ορατότητα και στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους τα τυφλά άτομα χρησιμοποιούν το μπαστούνι ώστε να τη μετριάσουν ή να την τονίσουν, αλλά πάντως να τη διαχειριστούν, επιχειρώ να προβληματοποήσω την καθιερωμένη θεώρησή του αποκλειστικά ως εργαλείου που αμβλύνει τις δυσκολίες της οπτικής βλάβης ως προς την πρόσβαση στον χώρο. Επιχειρώ, έτσι, να προβληματοποιήσω και τη θετικιστική εννοιολόγηση του χώρου ως αντικειμενικού, μετρήσιμου και αποκομμένου από τη δράση και το νόημα, καθώς και την κονστρουβιστική του προσέγγιση αποκλειστικά ως προϊόν κοινωνικών εγγραφών. Συμφωνώντας, αντίθετα, με τη φράση του Christopher Tilley «ότι ο τόπος ανήκει στο σώμα μας και το σώμα μας ανήκει στον τόπο» (2012: 222) και, άρα, με τη φαινομενολογική εννοιολόγηση του χώρου ως κέντρου «σωματικής δραστηριότητας, σημασίας και συναισθηματικής σύνδεσης για τους ανθρώπους» (όπ.π.: 226), στόχος μου είναι να αναδείξω το πώς οι ποικίλες σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ χώρου, μπαστούνιου και σώματος, αλλά και οι συσχετισμοί δύναμης και εξουσίας που αυτές ενεργοποιούν, συμβάλλουν στη συγκρότηση της αισθητηριακότητας/σωματικότητας των τυφλών ατόμων και, συνεπώς, της ίδιας της βλάβης. Κομβικές εδώ είναι, αφενός, η κυρίαρχη στη δυτική σκέψη εννοιολόγηση του χώρου ως οπτικής εμπειρίας και αναπαράστασης και, αφετέρου, η απτή υλικότητα του σώματος η οποία, μέσω του μπαστουνιού, μοιάζει να προεκτείνεται προς ό,τι νοείται ως εξωτερικό του εαυτού προκειμένου να το αντιληφθεί. Δεδομένου ότι η αφή έχει ιεραρχηθεί ως η λιγότερο «πολιτισμένη», ή αλλιώς, ως η πιο «ζωική» μεταξύ των αισθήσεων, η εικόνα του σώματος που «απειλεί» με το μπαστούνι του να ακουμπήσει τους ανθρώπους και τα πράγματα αποκτά συχνά τις διαστάσεις του γκροτέσκου. Σε αντίθεση με την ανάλυση της σωματικής «απόκλισης» από το «φυσιολογικό» ως «στίγματος» που χρειάζεται να συγκαλυφθεί (Goffman 2001), η έννοια του γκροτέσκου τονίζει το «μη κανονικό», φέρνοντας στην επιφάνεια την «υπερβολική» έκθεση της αφής και του σώματος που χαρακτηρίζει την αντιληπτική διαδικασία στην τυφλότητα. Χρησιμοποιώ, λοιπόν, αυτόν τον όρο προκειμένου να τροφοδοτήσω τη σκέψη σχετικά με το τι μπορεί να σημαίνει να καθίσταται ορατό ένα τυφλό άτομο σε συγκεκριμένα χωρικά συμφραζόμενα: πώς συγκροτείται η οπτική βλάβη και η υποκειμενικότητα όταν η διαφορετική αισθητηριακή επιστημολογία της τυφλότητας παύει να αποκρύπτεται και έρχεται στο προσκήνιο, όχι ως κάτι το δεδομένο και παγιωμένο, αλλά ως μία ταυτότητα προς επιτέλεση; Και παράλληλα ποιες σχέσεις εξουσίας ανάμεσα σε τυφλούς και βλέποντες κινητοποιεί μία τέτοια ορατότητα; Ο όρος «αισθητηριακή επιστημολογία» είναι εμπνευσμένος από την ανάλυση της ανθρωπολόγου Νάντιας Σερεμετάκη (1996) σχετικά με την πολυαισθητηριακή και μνημονική διάσταση της αντίληψης. Τον χρησιμοποιώ για να συμπυκνώσω όλα αυτά στα οποία βασίζονται συνήθως τα τυφλά άτομα προκειμένου να ερμηνεύσουν και να ταξινομήσουν τον κόσμο γύρω τους: τις αισθήσεις της ακοής, της αφής, της γεύσης και της όσφρησης, την κίνηση του σώματος, την εναπομείνασα όραση που μπορεί να διαθέτει κανείς και, φυσικά, την αμοιβαία διαπλοκή των αισθητηριακών αυτών εμπειριών μέσω της μνήμης. Ωστόσο, αν και η αντιληπτική διαδικασία στην τυφλότητα είναι πολυαισθητηριακή, επέλεξα να επικεντρωθώ στην ακοή και την αφή, καθώς και στην πρόσληψη των πραγμάτων μέσω της σωματικής κίνησης με την οποία συνδέεται κυρίως η απτικότητα των τυφλών ατόμων. Η απόφαση αυτή πηγάζει από το ότι οι αισθήσεις της γεύσης και της όσφρησης έχουν καταχωρηθεί πολιτισμικά ως λιγότερο έγκυρα μέσα αντίληψης και γνώσης, με αποτέλεσμα τα τυφλά άτομα να εμπιστεύονται, να εξασκούν και να στρέφουν την προσοχή τους κυρίως στην ακοή και την αφή. Όσον αφορά στο διαχωρισμό των αισθήσεων, αυτός επιτελεί σκοπούς ανάλυσης. Επεξεργαζόμενη το ρόλο ορισμένων βασικών τεχνολογιών και πρακτικών πρόσβασης με τις οποίες θεωρείται άμεσα συνυφασμένη η ακοή και η αφή, επιχειρώ να αναδείξω πιο καθαρά τις πολιτισμικές σημασιοδοτήσεις της κάθε μίας από τις δύο αισθήσεις, καθώς και τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους αυτές ενσωματώνονται και επιδρούν στο σώμα και την υποκειμενικότητα των τυφλών ατόμων. Υπό αυτό το πρίσμα, το τρίτο κεφάλαιο επικεντρώνεται σε παραμέτρους που συγκροτούν την ακουστική εμπειρία στην τυφλότητα. Παρουσιάζοντας καταρχάς τη λειτουργία, καθώς και τους διάφορους λόγους που πλαισίωσαν το Smart Eyes, ένα νέο για τα ελληνικά δεδομένα πρόγραμμα πλοήγησης και προσανατολισμού των τυφλών ατόμων στους δρόμους της πόλης μέσω ομιλίας, επανέρχομαι στο ζήτημα της προσβασιμότητας στον χώρο για να το προσεγγίσω μέσα από τη διάσταση της ακοής. Πιο συγκεκριμένα, υποστηρίζω ότι, αν και η συγκεκριμένη τεχνολογία πρόσβασης επιδιώκει να κάνει ηχητικά προσβάσιμο τον χώρο, περιγράφοντας λεκτικά ορισμένες λεπτομέρειές του, ωστόσο, καταλήγει να αναπαράγει την οπτικοκεντρική θεώρησή του και, έτσι, να υποβαθμίζει τους πλείστους τρόπους με τους οποίους τόσο η ακοή, όσο και οι άλλες αισθήσεις συμμετέχουν στη βίωση και νοηματοδότησή του. Για το λόγο αυτό στρέφομαι στην ανθρωπολογία των αισθήσεων και στην προσπάθειά της να αποδομήσει την κυριαρχία της όρασης ώστε να αναδείξει την αξία των «μη οπτικών» αισθήσεων – όπως ομαδοποιούνται η ακοή, η αφή, η γεύση και η όσφρηση – ως μέσων απόκτησης γνώσης, αλλά και ως οργανωτικών αρχών για τη δόμηση των μη βιομηχανικών, μη δυτικών κοινωνιών και την ιεράρχηση των σχέσεων εντός τους. Παρά τη σημασία της πολιτισμικής αυτής σχετικοποίησης, μεγάλο μέρος των μελετών που συγκαταλέγονται ή συμβάλλουν στην προσπάθεια της ανθρωπολογίας των αισθήσεων παρουσιάζουν αδυναμίες που χρήζουν θεωρητικής επεξεργασίας. Μία από τις πιο βασικές είναι η ουσιοποίηση και, παράλληλα, η εξωτικοποίηση των μη οπτικών αισθήσεων ως πιο «άμεσων» από την όραση, καθότι ικανών να καταλύουν την απόσταση μεταξύ του υποκειμένου και του αντικειμένου της αντίληψης που θεωρείται ότι διατηρεί η όραση. Διαφωνώντας με μία τέτοια προσέγγιση, επιχειρώ να αναλύσω ορισμένες από τις βασικές παραμέτρους που διαμεσολαβούν την ακουστική αντίληψη του χώρου στην τυφλότητα και οι οποίες συνηγορούν υπέρ της μελέτης της ως εμπειρίας που δομείται κατά τρόπο σχεσιακό και, άρα, πολιτισμικά μεσολαβημένο και «αποστασιοποιημένο» μάλλον, παρά «άμεσο» ή «φυσικό». Υπο αυτό το πρίσμα διερευνώ και το διττό ρόλο της φωνής: ως λόγου που ενεργοποιεί δυναμικές εξουσίας μεταξύ της ζωντανής ή τεχνητής φωνής που μιλάει και αυτού που την ακούει και, συγχρόνως, ως ήχου ο οποίος, μαζί με το όνομα του προσώπου που το εκφέρει (ή τη συγκεκριμένη ιδιότητά του), καθίσταται αναγκαίος για την αναγνώρισή του (αν είναι οικείο) ή τη διαμόρφωση μίας πρώτης «εικόνας» του (αν είναι άγνωστο). Εξίσου σχεσιακή και πολιτισμικά μεσολαβημένη θεωρώ ότι είναι και η απτικότητα των τυφλών ατόμων, στην ανάλυση της οποίας είναι αφιερωμένο το τέταρτο κεφάλαιο. Το πρώτο ζήτημα που με απασχολεί να προβληματοποιήσω είναι η κληροδοτημένη από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό αντίληψη ότι «οι τυφλοί βλέπουν με τα χέρια» και η συνεπαγόμενη μονομερής ταύτιση της αφής με το άγγιγμα των χεριών και των δαχτύλων. Το τι μπορεί να σημαίνει ένας τέτοιος οπτικοκεντρισμός για τις πλείστες άλλες αντιληπτικές δυνατότητες της αφής και του σώματος στην τυφλότητα ανακύπτει μέσα από την ανάλυση πρακτικών που υιοθετούν τα μουσεία σήμερα για την πρόσβαση των τυφλών ατόμων στις συλλογές τους. Εστιάζοντας στο ειδικά κατασκευασμένο Μουσείο Αφής, όπου το κοινό επιτρέπεται να αγγίξει τα «αντίγραφα» πρωτότυπων έργων, καθώς και σε σύγχρονα μουσεία που διαθέτουν στην αφή των τυφλών ατόμων δευτερεύουσας συνήθως αξίας αντικείμενα από τις εκθέσεις τους, επεξεργάζομαι την αντιφατική επιδίωξή τους να «ανοίξουν» τον χώρο τους σε ένα πιο ευρύ και ετερογενές από το παραδοσιακό κοινό και, συγχρόνως, να επιτελέσουν το παραδοσιακό τους καθήκον ως συντηρητών εκθεμάτων. Επ’ αυτού, ενδιαφέρομαι να δείξω πώς η ένταση που προκαλεί στο συγκεκριμένο εγχείρημα η παγιωμένη εννοιολόγηση της αφής ως «φθοροποιού» αίσθησης και της τυφλότητας ως «μιαρής» επιχειρείται να αμβλυνθεί μέσα από μία έμμεση απαγόρευση του αγγίγματος, δηλαδή μέσα από τον περιορισμό της αφής των τυφλών επισκεπτών στην περιοχή του χεριού: σε εκείνο το σημείο του σώματός τους που, νοούμενο ως να αντιλαμβάνεται τα πράγματα με την ακρίβεια της όρασης, έρχεται να υποκαταστήσει το ρόλο των ματιών. Κατ’ αυτή την έννοια και παρότι το χέρι αποτελεί ομολογουμένως ένα από τα πρώτα μέρη του σώματος που τα τυφλά άτομα εκτείνουν ώστε να αντιληφθούν τον κόσμο γύρω τους, βασικό μου μέλημα είναι να επισημάνω ότι στην τυφλότητα η αντίληψη μέσω της αφής δεν εξαντλείται στην ευαισθησία των χεριών και των δαχτύλων. Όπως προκύπτει από τις αφηγήσεις των πληροφορητών/ριών μου, αλλά και από το σύνολο του εθνογραφικού εγχειρήματός μου, εξίσου σημαντικοί είναι οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους ενεργοποιούν το ίδιο το σώμα τους ή/και άλλα μέρη του ως απτικά μέσα αντίληψης, ενώ κομβική αναδεικνύεται να είναι και η πολιτισμικά μεσολαβημένη, σχεσιακή φύση της απτικής εμπειρίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, έρχονται στην επιφάνεια διαστάσεις της αφής που αποκρύπτονται όταν αυτή εκλαμβάνεται ως η αίσθηση που «εκμηδενίζει την απόσταση και ενώνει φυσικά (physically) αυτόν που αγγίζει με το αντικείμενο του αγγίγματος», χτίζοντας σχέσεις οικειότητας (Classen 2005: 277). Αν και στόχος της συγκεκριμένης προσέγγισης είναι να αποκαταστήσει την αντιληπτική αξία της αφής, θεωρώ ότι η παρουσίασή της ως αδιαμεσολάβητης καταλήγει να επιβεβαιώνει τους ιεραρχικούς δυϊσμούς μεταξύ νου και σώματος, ή όρασης και αφής, επαναφέροντας τις υποβιβαστικές συνδηλώσεις που αυτοί συνεπάγονται. Αυτό επιχειρώ να δείξω επικρίνοντας τον τρόπο με τον οποίο αναπαραστάθηκαν τα γυμνά σώματα στο πρώτο ανάγλυφο πορνογραφικό περιοδικό που καλλιτεχνήθηκε ειδικά για τυφλά άτομα, ενώ παράλληλα υποστηρίζω ότι η εννοιολόγηση της αφής ως «φυσικά» ικανής να φέρνει κοντά δύο σώματα (αυτό που αγγίζει με αυτό που αγγίζεται) απαγορεύει να εστιάσουμε στις πολιτισμικές σχέσεις και εντάσεις που εμπεριέχονται στην έννοια της εγγύτητας. Επεξεργαζόμενη, λοιπόν, την πρακτική της συνοδείας τυφλών ατόμων από βλέποντα (συμπεριλαμβανομένης εμού), το τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο καταλήγει στην πραγμάτευση του πώς συγκροτείται πολιτισμικά η οικεία και στενή, όπως φαίνεται συχνά, σχέση ανάμεσα σε εκείνα τα δύο σώματα, τα οποία, ακουμπώντας το ένα (σ)το άλλο, επιχειρούν να αντιληφθούν τον χώρο και να κινηθούν σε αυτόν «σα να ήταν ένα». Αποτελώντας, κατά μία έννοια, συνέχεια της ανάλυσής μου για την πρακτική της συνοδείας, στον επίλογο με τον οποίο ολοκληρώνεται η ανά χείρας διατριβή σχολιάζω δρώμενα που εξελίσσονται σε συνθήκες απόλυτου σκοταδιού, κατά τη διάρκεια των οποίων οι ρόλοι αντιστρέφονται και τη συνοδεία των βλεπόντων αναλαμβάνουν οι τυφλοί. Βασική επιδίωξη είναι να καταλυθούν τα στερεότυπα και η απόσταση που χωρίζουν τους μεν από τους δε, προσφέροντας στους βλέποντες την ευκαιρία να αναστοχαστούν πάνω στο τι σημαίνει «κανονικότητα» και «ικανότητα». Τα διαδραστικά αυτά «θεάματα» όπου αναζητάται η συγκίνηση της αισθητηριακής ετερότητας (Edensor και Falconer 2015), τα συνδέω με τον κοινότοπο και διάχυτο πλέον στην κοινωνία, αλλά και στις σπουδές αναπηρίας, λόγο περί σεβασμού και αποδοχής της σωματικής διαφορά ως πανανθρώπινης συνθήκης, ελπίζοντας ότι το σύνολο του εγχειρήματός μου θα κατορθώσει να δείξει ότι μία τέτοια ουσιοποιητική προσέγγιση της αισθητηριακής/σωματικής διαφορετικότητας μπορεί να καταστεί ιδιαίτερα απολιτική και χωρίς συναίσθηση των ήδη εγκαθιδρυμένων και διαρκώς τροφοδοτούμενων σχέσεων εξουσίας μεταξύ οπτικής αναπηρίας και αρτιμέλειας. Το πεδίο της έρευνας και τα μεθοδολογικά του ζητήματα Το βασικό ερώτημα που με απασχόλησε κατά την έναρξη της επιτόπιας έρευνας ήταν πώς θα κατόρθωνα να προσεγγίσω τον χώρο των τυφλών, έναν χώρο, δηλαδή, στον οποίο δεν είχα καμία πρόσβαση, αλλά ούτε και προηγούμενη εμπειρία πέρα από στερεότυπες εικόνες και λόγους περί σκοταδιού και φωτός. Η λύση στο πρόβλημα προέκυψε ανέλπιστα, όταν πολύ σύντομα εντόπισα ένα αθλητικό σωματείο τυφλών στην Αθήνα που τύχαινε να αναζητά κάποιο βλέπον άτομο για την επ’ αμοιβή θέση της γραμματέως. Αν και δεν είχα ολοκληρώσει παρά ένα μικρό μόνο μέρος της βιβλιογραφικής επισκόπησης που είθισται να προηγείται της εισαγωγής στο πεδίο, θεώρησα ότι η ευκαιρία που μου παρουσιαζόταν ήταν μοναδική. Θα αναλάμβανα, όπως μου εξήγησε ο πρόεδρος του σωματείου κατά τη διάρκεια της συνέντευξης και πρώτης γνωριμίας μας, χρέη γραμματειακής υποστήριξης για τη διεκπεραίωση θεμάτων σχετικών με την αθλητική δραστηριότητα των μελών του και τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους ως αθλητών/τριών, αλλά και το καθήκον της συνοδείας τους σε επίσημες αγωνιστικές διοργανώσεις εντός ή εκτός Αθηνών, σε τελετές βράβευσης για τη συμμετοχή ή τη διάκρισή τους σε αυτές, σε γενικές συνελεύσεις της Εθνικής Αθλητικής Ομοσπονδίας ΑμεΑ, όπου το σωματείο άνηκε ως μέλος, σε ενημερωτικές ημερίδες και συνέδρια για τον «ειδικό» αθλητισμό, ή την αναπηρία γενικότερα, κ.ά. Στη συγκεκριμένη θέση εργάστηκα για δύο συναπτά έτη, από το 2005 έως και το 2007, ενώ εξακολούθησα να προσφέρω περιστασιακά τις υπηρεσίες μου ως συνοδού για αρκετό καιρό και μετά την αποχώρησή μου, μέχρι τα μέσα του 2009. Μου δόθηκε, έτσι, η δυνατότητα να παρακολουθήσω σε ένα σημαντικό εύρος χρόνου την εξέλιξη βασικών τμημάτων της οργάνωσης και λειτουργίας του αθλητισμού για ΑμεΑ στο τριτοβάθμιο επίπεδο της ομοσπονδίας, όπως εκλογικές διαδικασίες, συγκρούσεις μεταξύ των μελών του ίδιου σωματείου ή/και ανάμεσα σε σωματεία διαφορετικών αναπηριών, ζητήματα κρατικών επιχορηγήσεων και συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας για την καθυστέρηση καταβολής τους, ταξινόμηση των αθλητών/ριών κάθε αγωνίσματος βάσει του βαθμού αναπηρίας τους, έλεγχοι για χρήση αναβολικών κατά τη διάρκεια των πρωταθλημάτων, συζητήσεις γύρω από τα όρια πρόκρισης, κ.ά. Παράλληλα, συχνή ήταν και η υποχρέωσή μου να συνοδεύω τον πρόεδρο ή μέλη του σωματείου σε συναντήσεις σχετικές με τη συνδικαλιστική δράση των τυφλών, όπως αυτή εκφραζόταν κυρίως μέσα από τις διεκδικήσεις του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών (Π.Σ.Τ.). Στις γενικές αυτές συνελεύσεις και άλλες συγκεντρώσεις, διαμόρφωσα μία ικανοποιητική εικόνα για τις πολιτικές και μικροκομματικές δυναμικές που αναπτύσσονται στον χώρο των τυφλών, για τα αιτήματά τους από την πολιτεία και την ευρύτερη κοινωνία, αλλά και για τη θέση της τυφλότητας στο αναπηρικό κίνημα στην Ελλάδα. Κομβική, λοιπόν, για την εισαγωγή και τη γνωριμία μου με το συγκεκριμένο κομμάτι της τυφλότητας υπήρξε η θέση μου ως γραμματέως, αλλά κυρίως ως συνοδού, καθώς ήταν αυτή που μου επέτρεψε να βρεθώ με τα μέλη του σωματείου σε πλαίσια διαφορετικά από τον περιορισμένο χώρο του γραφείου, να συνομιλήσω μαζί τους για θέματα που δεν άπτονταν μόνο των γραφειοκρατικών μας συναλλαγών και συγχρόνως να έρθω σε επαφή με άλλα τυφλά άτομα που συμμετείχαν λιγότερο ή περισσότερο ενεργά στις παραπάνω διαδικασίες. Τα όσα διαδραματίζονταν εκεί και η έκφραση των αποριών μου για αυτά, έδωσαν αφορμή για αφηγήσεις σχετικά με την αγωνιστική δράση των παλαιότερων στο ξεκίνημα του αναπηρικού κινήματος, αλλά και για σχόλια που επέκριναν τη σημερινή έλλειψη της δυναμικότητάς του, για διαφωνίες ως προς το τι χρειάζεται να αλλάξει ώστε να αμβλυνθεί ο αποκλεισμός των τυφλών ατόμων από διάφορες πτυχές της κοινωνίας, για εκτιμήσεις σχετικά με το ρόλο των οπτικά αρτιμελών στη χειραφέτησή τους και για εξιστορήσεις εμπειριών σχετικά με το εάν αυτός έχει υπάρξει βοηθητικός, ή αντιθέτως, πατερναλιστικός, κ.ά. Έδωσαν αφορμή, με άλλα λόγια, για συζητήσεις που συνέβαλλαν στο να αποκτήσω μία όσο το δυνατόν «εκ των έσω» γνώση όχι μόνο για τη θεσμική πλευρά της τυφλότητας, αλλά και για την εννοιολόγησή της ως αναπηρίας. Το γεγονός ότι παρακολούθησα όλα τα παραπάνω, όχι μόνο από τη θέση της αποστασιοποιημένης ερευνήτριας/παρατηρήτριας, αλλά και από αυτή της συνοδού που συμμετέχει ενεργά, υπήρξε καίριο και για τη σταδιακή εξοικείωσή μου με την αισθητηριακή διαφορετικότητα της τυφλότητας. Το καθήκον μου να συνοδεύω τα τυφλά άτομα στις κατά τόπους υποχρεώσεις τους ως μελών του σωματείου ή/και ως αθλητών/ριών σήμαινε συγχρόνως ότι έπρεπε να βρίσκομαι «εκεί» για να προσφέρω τη βοήθειά μου ως βλέπουσα και σε οτιδήποτε άλλο μπορεί να χρειάζονταν: από την περιγραφή των εδεσμάτων ενός μπουφέ και το σερβίρισμα φαγητού και καφέ, μέχρι την τακτοποίηση σε δωμάτια ξενοδοχείου, όταν το σωματείο λάμβανε μέρος σε πρωταθλήματα εκτός Αθήνας. Οι λεπτομέρειες που χρειάζεται να λάβει κανείς υπόψη προκειμένου να διευκολύνει τα τυφλά άτομα να ικανοποιήσουν τέτοιου είδους ανάγκες φαντάζουν μικρές έως και τετριμμένες. Εντούτοις, είναι σημαντικές για την κατανόηση του πώς βιώνουν και προσλαμβάνουν την καθημερινότητα μέσω των άλλων αισθήσεων και ειδικά πτυχές της οι οποίες, λόγω της συχνής και από όλους μας επιτέλεσής τους, περνούν συνήθως απαρατήρητες. Είναι κατ’ αυτή την έννοια που στρέφω την προσοχή μου και σε τέτοιες λεπτομέρειες: όχι για να απαντήσω στη συχνή και στερεοτυπική έκπληξη και απορία όσων βλέπουμε σχετικά με το πώς τα τυφλά άτομα κατορθώνουν να κάνουν το ένα ή το άλλο (π.χ. να φάνε ή να ντυθούνε), αλλά για να προσεγγίσω διαστάσεις της αισθητηριακής τους επιστημολογίας που μέσω της συζήτησης και μόνο, όπως για παράδειγμα συμβαίνει κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων, θα ήταν δύσκολο να αναδειχθούν. Με τη συγκεκριμένη επισήμανση δεν επιδιώκω να υποβιβάσω την αξία των όσων μου εμπιστεύτηκαν οι συνομιλητές/ήτριές μου στις συνεντεύξεις που δέχτηκαν να μου δώσουν. Αντιθέτως, συζητώντας για θέματα που με απασχόλησαν στο πεδίο, με βοήθησαν κατά πολύ να τακτοποιήσω το εθνογραφικό υλικό που συνέλεξα, ώστε να μπορέσω να το ερμηνεύσω και να μεταφέρω στις σελίδες της παρούσας διατριβής πλευρές του που θεώρησα σημαντικές. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο επέλεξα να πραγματοποιήσω έξι ημιδομημένες και ηχογραφημένες συνεντεύξεις όχι κατά την έναρξη της επιτόπιας έρευνάς μου, αλλά λίγο πρίν την ολοκλήρωσή της. Όσον αφορά στο μικρότερο από ό,τι συνηθίζεται αριθμό τους, αυτός σχετίζεται κυρίως με τη μεθοδολογική μου απόφαση να συνομιλήσω με τους/ις πληροφορητές/ήτριές μου σε πλαίσια πιο ρευστά από εκείνα που καθορίζει η συχνά εξουσιαστική σχέση μεταξύ αυτού που ρωτάει και εκείνου που απαντάει κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων. Τη συνθήκη αυτή τη δημιούργησε τόσο η εργασιακή μου υποχρέωση να συνοδεύω συστηματικά τα μέλη του σωματείου στα εκτός γραφείου καθήκοντά τους, όσο και η εθελοντική μου προσφορά ως περιστασιακής συνοδού σε διάφορες πολιτιστικές δραστηριότητες που οργάνωνε κατά καιρούς ο Π.Σ.Τ., όπως μονοήμερες εκδρομές εκτός Αθηνών και θεατρικές παραστάσεις. Έχοντας, έτσι, την ευκαιρία να βρεθώ με τα τυφλά άτομα σε διαφορετικούς χώρους, μπόρεσα να προσεγγίσω την εμπειρία της τυφλότητας «πολυτοπικά» (Marcus 1995) και όπως αυτή μου παρουσιαζόταν: αφενός μέσω των συζητήσεων που πυροδοτούσε η εκάστοτε περίσταση, αφετέρου μέσω της αμοιβαίας προσπάθειας να συντονίσουμε το βήμα μας ώστε να κινηθούμε μαζί και με ασφάλεια. Είτε επρόκειτο για συχνές και επαναλαμβανόμενες διαδρομές, είτε για περιστασιακές και άγνωστες, οι αποστάσεις που διανύσαμε μαζί έδωσαν συχνά το έναυσμα για αναφορές στις πολλαπλές – παρελθούσες, παροντικές ή μελλοντικές, αλλά πάντως βιωματικές – συνδέσεις των τυφλών ατόμων με τον χώρο. Υπό αυτό το πρίσμα, η συνοδεία αποτέλεσε ένα καίριο κομμάτι της συμμετοχικής παρατήρησης στο πεδίο, μία μέθοδο η ίδια θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, αν λάβει υπόψη τις επισημάνσεις ορισμένων κοινωνικών ερευνητών σχετικά με την αξία εκείνων που συζητιούνται περπατώντας με τον άλλο (βλ. π.χ. Anderson 2004, Macpherson 2008). Στην περίπτωση της έρευνάς μου, ωστόσο, εκτός από τις συνομιλίες με όσους και όσες περπάτησαμε μαζί, σημαντικά υπήρξαν και άρρητα στοιχεία επικοινωνίας, όπως η σωματική επαφή που απαιτεί η συνοδεία τυφλών ατόμων. Ακούγοντας όσα είχαν να πουν με αφορμή και για τους χώρους όπου βρισκόμασταν κάθε φορά και (παρ)ακολουθώντας την κίνηση του σώματός τους απτικά, και κυρίως μέσω της επαφής των χεριών, προέκυψαν πτυχές της αισθητηριακής εμπειρίας και αντίληψης στην τυφλότητα που δύσκολα αναδεικνύει η λογοκεντρική και, επιπλέον, στατική φύση της συνέντευξης. Όσον αφορά στις σχέσεις οικειότητας που ανέπτυξα με τα τυφλά άτομα, και αυτές οφείλονται στη συνθήκη της συνοδείας. Περπατώντας και ανταλλάσοντας απόψεις, εμπειρίες και αναμνήσεις, δημιουργήθηκε το πλαίσιο για πιο προσωπικές συζητήσεις που δε θα είχαν προκύψει εάν παράλληλα δεν είχε χτιστεί η εμπιστοσύνη που προϋποθέτει η συνοδεία και που αναζητά ένα τυφλό άτομο ώστε να βασιστεί στη βοήθεια μίας βλέπουσας, αισθανόμενο ότι η προσοχή της, σωματική και διανοητική, είναι στραμμένη προς τη σωματική του ασφάλεια και τις ανάγκες του γενικότερα. Ήταν αυτή η εμπιστοσύνη που μου επέτρεψε να έρθω πιο «κοντά» σε ορισμένα τυφλά άτομα: να ακούσω τις εκμυστηρεύσεις τους, να συμμετάσχω σε πιο ιδιωτικές στιγμές της καθημερινοτητάς τους, εντός ή εκτός του οικειακού τους χώρου, και συγχρόνως να διαθέσω τον χρόνο μου ως ένα φιλικό, αλλά πάντα βλέπον ατόμο που θα προσφερθεί να βοηθήσει σε οτιδήποτε μπορεί να χρειαστεί. Μέχρι στιγμής δεν έχω αναφερθεί στην επιτόπια έρευνα που πραγματοποίησα ως εθελόντρια στον Φάρο Τυφλών Ελλάδος. Ο βασικός λόγος για αυτό έγκειται στο ότι πρόκειται για ένα πεδίο που, μολονότι συμπληρώνει εθνογραφικά το διάστημα της εργασίας μου στο αθλητικό σωματείο, εντούτοις διαφοροποιείται σημαντικά. Κατά πρώτον, γιατί αποτελεί μία «ειδική» δομή, όπως εξηγώ αναλυτικά στο πρώτο κεφάλαιο, και, ως εκ τούτου, έναν χώρο περισσότερο οριοθετημένο από αυτόν που διαμορφώνεται με αφορμή τον αθλητισμό. Και δεύτερον, γιατί η θέση μου ως μίας εκ των πολλών εθελοντριών/ών που απασχολούνται συχνά στο εν λόγω ίδρυμα, είτε για να βοηθήσουν, είτε για να αποκτήσουν κάποια εμπειρία σχετική με την τυφλότητα, μου έδωσε ένα ρόλο λιγότερο σταθερό, συστηματικό και δεσμευτικό συγκριτικά με εκείνον που είχα ως εργαζόμενη. Πιο συγκεκριμένα, εκτός από τη βοήθεια που προσέφερα περιστασιακά σε εορταστικές εκδηλώσεις του Φάρου, παρακολούθησα για έξι μήνες (από Ιανουάριο έως Ιούνιο 2009) και σε εβδομαδιαία βάση τις πρόβες της θεατρικής ομάδας και τα μαθήματα γλυπτικής/κεραμικής που παρέχει στα μέλη του, δραστηριότητες, με άλλα λόγια, που, λόγω του ομαδικού τους χαρακτήρα, θεώρησα ότι θα με έφερναν σε επαφή με περισσότερα τυφλά άτομα από όσο αν απασχολιόμουν στην πιο μοναχική εργασία της εκτύπωσης Braille βιβλίων ή της αναπαραγωγής ομιλούντων, όπως μου πρότεινε αρχικά η κοινωνική υπηρεσία της δομής. Θα μου έδιναν, επίσης, τη δυνατότητα να συναναστραφώ συχνότερα ομάδες τυφλών ατόμων και να παρατηρήσω τη μεταξύ τους διαντίδραση, καθώς και να κατανοήσω σε μεγαλύτερο βάθος το πώς μπορεί να νοηματοδοτούν έναν χώρο που έχει θεσμοθετηθεί ειδικά για τις ανάγκες τους και τον οποίο βιώνουν καθημερινά. Το διάστημα της εθελοντικής παραμονής μου στο Φάρο εμπλούτισε πράγματι το πρώτο κομμάτι της έρευνάς μου, καθώς τοποθέτησε σε ένα περισσότερο θεσμικό, δημόσιο και, συνεπώς, ευρύτερο πλαίσιο, τις πιο οικείες στιγμές που μοιράστηκα με τα μέλη του σωματείου. Οι διάφορες συνομιλίες που προέκυψαν (σε ομάδες και όσο διαρκούσαν οι δραστηριότητες, ή κατ’ ιδίαν και κυρίως στα διαλείμματα μεταξύ τους) διεύρυναν σημαντικά το φάσμα των τυφλών ατόμων με τα οποία συνομίλησα και μοιράστηκα χρόνο, αναδεικνύοντας με μεγαλύτερη σαφήνεια ότι η εμπειρία και η αισθητηριακή της επιστημολογία της τυφλότητας κάθε άλλο παρά ως ομοιογενείς μπορούν να χαρακτηριστούν. Συνέβαλαν, επίσης, στο να κατανοήσω το δίλημμα που πλαισιώνει συχνά την ελληνική συζήτηση περί της χρησιμότητας και του σκοπού ύπαρξης των «ειδικών» χώρων εν γένει. Παρόλα αυτά, η θέση μου ως εθελόντριας αποδείχθηκε μάλλον περιοριστική ως προς τη συμμετοχή μου στις δραστηριότητες που επέλεξα να παρακολουθήσω. Αν και συστηματική, η παρουσία μου σε αυτές εκλαμβανόταν από τα τυφλά άτομα ως συμπληρωματική των εκπαιδευτριών που είχαν αναλάβει την ευθύνη της διδασκαλίας, αποδίδοντάς μου, έτσι, κυρίως τη θέση της ερευνήτριας που βρίσκεται εκεί για να παρατηρήσει. Όσον αφορά στις ίδιες τις εκπαιδεύτριες, αποτέλεσα λιγότερο ένα άτομο που θα του ανέθεταν συγκεκριμένες αρμοδιότητες και περισσότερο ένα «κυτίο παραπόνων» σχετικά με τα εμπόδια που έθετε στην εργασία τους η διοίκηση του Φάρου, αλλά και τη δυσκολία και ανησυχία τους να διαχειριστούν προβλήματα των τυφλών μαθητών/τριών τους. Επιπλέον, ο χωρικός περιορισμός των δραστηριοτήτων του Φάρου που συνεπάγεται η ιδρυματική του φύση μείωσε στο ελάχιστο τις ευκαιρίες να συνοδεύσω τους/τις συνομιλητές/ ήτριές μου σε άλλα περιβάλλοντα και, έτσι, να προσεγγίσω από «κοντά», και όχι μόνο μέσω συζητήσεων, πτυχές της καθημερινότητάς τους που δε σχετίζονταν με αυτήν του Φάρου. Λέγοντας αυτά δεν επιδιώκω να απαξιώσω τη συμβολή των παραπάνω στην κατανοήση και ερμηνεία της τυφλότητας που επιχειρώ στην ανά χείρας διατριβή, αλλά να φέρω στο προσκήνιο της ανάλυσης μία από τις μορφές που μπορεί να πάρει ο οξύμωρος χαρακτήρας της «συμμετοχικής παρατήρησης» (Γκέφου-Μαδιανού 1999: 246) σε μία έρευνα που επικεντρώνεται στις εμπειρίες των τυφλών ατόμων και που πραγματοποιείται, επιπλέον, σε ένα περιβάλλον πολιτισμικά οικείο με εκείνο της ερευνήτριας («ανθρωπολογία οίκοι»). Στην περίπτωση του σωματείου, η αντίφαση μεταξύ συμμετοχής και παρατήρησης, αλλά και η ένταση που προκύπτει όταν τα όρια μεταξύ του «εαυτού» και του «άλλου» αποδεικνύονται ρευστά και δυσδιάκριτα, σχετιζόταν ως επί το πλείστον με την πρακτική της συνοδείας και την εγγενή σε αυτή ανάγκη οι δύο που συμμετέχουν να έχουν την προσοχή τους στραμμένη ο ένας προς τον άλλο. Έχει ήδη επισημανθεί ότι το συγκεκριμένο χαρακτηριστικό, όπως κυρίως αποτυπωνόταν μέσα από τις συχνές συνομιλίες και τη συνεχή σωματική επαφή με το/τη συνοδευόμενο/η, καθώς και την προσφορά βοήθειας όποτε χρειαζόταν η όραση, μου επέτρεψε να πλησιάσω όσο το δυνατόν τα τυφλά άτομα που γνώρισα ως εργαζόμενη στο σωματείο, να αναπτύξω σχέσεις οικειότητας με ορισμένα από αυτά και εν τέλει να γίνω αποδεκτή από τον χώρο των τυφλών. Παράλληλα, ωστόσο, υπήρξαν και στιγμές κατά τις οποίες η στενή έως αποκλειστική αυτή σχέση και ενεργή συμμετοχή στην ικανοποίηση διαφόρων αναγκών των πληροφορητών/ριών μου, δυσχέρανε την τήρηση των «αποστάσεων» που απαιτούνταν προκειμένου να παρατηρήσω τους/τις ίδιους/ες και τη συσχέτισή τους με τον ευρύτερο χώρο όπου βρισκόμασταν κάθε φορά από μία θέση «αντικειμενική». Στο πλαίσιο του Φάρου, από την άλλη, η παρουσία μου υπήρξε περισσότερο αποστασιοποιημένη. Πέρα από τους λόγους που έχω ήδη αναφέρει σχετικά με τη θέση μου ως εθελόντριας, η στάση μου αυτή οφειλόταν και στην αγωνία μου να διαχειριστώ τα αιτήματα βοηθείας που μου απεύθυνονταν πιεστικά από ορισμένους/ ες κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων που παρακολουθούσαμε. Αισθανόμενη μία βεβιασμένη προσπάθεια από μέρους τους να συλλάβουν την προσοχή μου και να δημιουργήσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο μία σχέση αποκλειστικότητας, η οποία δεν μπορούσε να προκύψει στο πλαίσιο της συμμετοχής μας στην ομάδα, αναγκάστηκα κάποιες φορές να θέσω τα όριά μου, κάνοντας όχι μόνο ότι δε βλέπω, αλλά και ότι δεν ακούω, όταν τύχαινε να φωνάξουν το όνομά μου για να πάω κοντά τους. Αν και η προσποίηση αυτή με βοήθησε να οριοθετήσω τον προσωπικό μου χώρο χωρίς να αρνηθώ ρητά και άμεσα να προσφέρω τη βοήθειά μου, εντούτοις μου προξένησε ενοχές, παρόμοιες με αυτές που νιώθει κανείς όταν έχει αναλάβει την φροντίδα ενός ατόμου, αλλά τελικά αδυνατεί να ανταποκριθεί. «Ο ανάπηρος είναι σα να ελέγχει τις πιο μύχιες σκέψεις των αρτιμελών», είχε σχολιάσει ένας πληροφορητής μου με αφορμή κάποια δική του υπόθεση. Συμφωνώντας με τα εύστοχα λόγια του και ανακαλώντας άλλες στιγμές από το πεδίο κατά τις οποίες θέλησα να εξισορροπήσω την αμφιθυμία της ταυτότητάς μου ως παρατηρήτριας και συμμετέχουσας, θα έλεγα ότι η διαντίδρασή μου με τα τυφλά άτομα υπήρξε πολύ πιο περίπλοκη και ρευστή από τη θεώρησή της ως μίας σχέσης μονομερώς εξουσιαστικής στην οποία εκείνα ανέλαβαν το ρόλο του αντικειμένου της έρευνας κι εγώ αυτόν του υποκειμένου. Όπως συμβαίνει συχνά με εθνογραφίες που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της ανθρωπολογίας οίκοι, η απομάκρυνσή μου από το πεδίο ώστε να επικεντρωθώ στη συγγραφή, δε σήμανε και την ολοκλήρωση της έρευνάς μου. Διαβάζοντας τα ενημερωτικά δελτία ιστοσελίδων σχετικών με την τυφλότητα και παρακολουθώντας τις συζητήσεις σε μία διαδυκτιακή λίστα ανταλλαγής απόψεων και ενημέρωσης (mail list) που μία ομάδα τυφλών ατόμων είχε δημιουργήσει, συνέχισα να πληροφορούμαι για τις εξελίξεις σε ζητήματα τυφλότητας (π.χ. προσβασιμότητα, τεχνολογία, υγεία, εκπαίδευση, πολιτισμός κ.ο.κ.). Παράλληλα, διατήρησα την επαφή μου με ορισμένα μέλη του σωματείου, καθώς εηακολούθησα να μετέχω ως μέλος, αλλά και ως βοηθός, στις ετήσιες γενικές συνελεύσεις, στις εκλογικές διαδικασίες και τις εορταστικές εκδηλώσεις του, ενώ συχνή ήταν και η συναναναστροφή μας εκτός γραφείου, σε χώρους διασκέδασης ή στα σπίτια τους. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι φιλικές αυτές συναντήσεις μου πρόσφεραν νέες αφορμές για να εμβαθύνω στο πώς τα τυφλά άτομα προσλαμβάνουν τον κόσμο γύρω τους μέσω του σώματος και των άλλων αισθήσεων, καθώς και στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους βιώνουν και εννοιλογούν την κυρίαρχη επιστημολογία της όρασης. Επιπλέον, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που απαιτεί συχνά η συγγραφή μίας διατριβής, τα παραπάνω συνέβαλαν και στην επικαιροποίηση του εθνογραφικού μου υλικού, κυρίως σχετικά με τις επιπτώσεις της τρέχουσας οικονομικής ύφεσης στα θεσμοθετημένα δικαιώματα της τυφλότητας. Η συμμετοχή μου δε σε ένα ερευνητικό έργο για το πώς η κοινωνική πολιτική στην τοπική αυτοδιοίκηση έχει αντιμετωπίσει την κρίση την τελευταία πενταετία επιβεβαίωσε για άλλη μία φορά το γεγονός ότι η κρατική μέριμνα για την αποκαλούμενη «ευπαθή» ομάδα των τυφλών ατόμων και των ανάπηρων γενικότερα αναλώνεται ως επί το πλείστον στην άσκηση επιδοματικής πολιτικής. http://www.eoty.gr’ ________ Orasi mailing list για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] και στο θέμα γράψτε unsubscribe Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net Για το αρχείο της λίστας http://www.mail-archive.com/[email protected]/ Εναλλακτικό αρχείο: http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/ παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) http://www.freelists.org/archives/orasi __________ NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού http://www.nvda-project.org/ _____________ Κατάλογος ηχητικών βιβλίων για ανάγνωση http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.xls Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ____________
