ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΧΑΡΙΔΗ «ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ: ΜΙΑ 
ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΉ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ «ΟΡΑΣΗΣ» (μέρος 4ο)

 



Από τη φιλανθρωπία στην κοινωνική αναγνώριση: σύντομη εξιστόρηση της τυφλότητας 
στην Ελλάδα

Η συγκρότηση του τυφλού υποκειμένου στην Ελλάδα χρειάζεται αρχικά να ιδωθεί σε 
σχέση με την ιστορία των τυφλών ατόμων ως κοινωνικών και πολιτικών αγωνιστών, 
ως συμμέτοχων στη διαδικασία της χειραφέτησής τους. Αυτό που χαρακτηριστικά 
αναφέρουν οι «παλιοί» του χώρου, είναι οι αγώνες και οι θυσίες που έκαναν 
«τότε», ώστε οι νέοι σήμερα να απολαμβάνουν δικαιώματα που πλέον θεωρούνται 
δεδομένα. Αυτό το «τότε», ως μία σειρά γεγονότων αλλά και ως αφήγηση, 
τροφοδότησε και εξακολουθεί να τροφοδοτεί τη διαδικασία συγκρότησης των τυφλών 
ατόμων ως υποκειμένων - και πιο συγκεκριμένα ως υποκειμένων με δικαιώματα. 
Συνιστά μία πολύχρονη προσπάθεια για αυτονόμηση από τη φιλανθρωπική και 
εκκλησιαστική φροντίδα, για κοινωνική αναγνώριση και κρατική θεσμοθέτηση των 
δικαιωμάτων τους, μία πολύτιμη παρακαταθήκη, με άλλα λόγια, που πλαισιώνει τις 
σύγχρονες διεκδικήσεις. Είναι δε κομβική διότι, όπως έχει συχνά υποστηριχθεί, 
το αγωνιστικό αυτό παρελθόν λειτούργησε ως προπομπός για το σχηματισμό του 
κινήματος των ανάπηρων ατόμων συνολικά στην Ελλάδα. 
Δεδομένης της ανθρωπολογικής σκοπιάς της παρούσας διατριβής, η αναφορά στο 
ιστορικό αυτό κομμάτι της τυφλότητας δε θα μπορούσε παρά να είναι σχηματική και 
περιορισμένη σε κάποια συμβάντα που αποτέλεσαν σταθμό για το σταδιακό 
μετασχηματισμό της τυφλότητας από μία κατάσταση προσωπικού και οικογενειακού 
αποκλεισμού σε ένα σώμα κοινωνικά αναγνωρίσιμο. Για μία τέτοια σκιαγράφηση και 
λόγω της έλλειψης συστηματικών και σχετικών με το θέμα μελετών,   οι 
ιστοσελίδες των επίσημων φορέων εκπροσώπησης και φροντίδας των τυφλών και οι 
συζητήσεις με άτομα που υπήρξαν ενεργά στο παρελθόν ή που συμμετέχουν σήμερα 
στον χώρο του συνδικαλισμού, αποτελούν τις κυριότερες πηγές πληροφόρησης.  
Ερμηνεύοντας τα ιστορικά στοιχεία που παρατίθενται στις επόμενες σελίδες και 
τις αναφορές που περιλαμβάνονται σε πιο ατομικές αφηγήσεις ως αναπαραστάσεις 
του παρελθόντος εξαρτημένες από την παροντική δράση (Παπαταξιάρχης 1993: 53), 
καθώς και ως μία «ιστορία που αποτελεί όψη της παροντικής ταυτότητας» (όπ.π.: 
58), η ιστορία της τυφλότητας που ακολουθεί αποτυπώνει, μεταξύ άλλων, την 
έντονη ανάγκη και προσπάθεια για συγκρότησή της με γνώμονα την ανεξαρτησία.

Μία από τις δραστηριότητες που διοργάνωνε συχνά για τα μέλη του ο Πανελλήνιος 
Σύνδεσμος Τυφλών και στις οποίες συμμετείχα κατά καιρούς ως εθελόντρια-συνοδός 
ήταν και η παρακολούθηση θεατρικών παραστάσεων. Ο ρόλος μου εκεί ήταν να 
βοηθήσω σε ό,τι χρειαζόταν: από τη μεταφορά ατόμων στο θέατρο ή την εξασφάλιση 
ταξί για την επιστροφή τους στο σπίτι, μέχρι το σερβίρισμα ροφημάτων και ποτών 
στο φουαγιέ ή τις προφορικές περιγραφές που έκρινα σημαντικό να δώσω για σημεία 
της παράστασης που απευθύνονταν αποκλειστικά στην όραση.  Αν και η συνοδεία σε 
τέτοιες περιπτώσεις αποτελεί μία σχετικά σύντομη διαδικασία συναναστροφής με 
τυφλά άτομα, ωστόσο δεν παύει να συμπυκνώνει στιγμές αποκαλυπτικές για την 
κατανόηση του πώς τα ίδια βιώνουν απρόσμενα περιστατικά που σε ένα βλέποντα 
πιθανόν να περνούσαν απαρατήρητα, όπως συνέβη με την εμφάνιση ενός μουσικού στο 
μπαρ του θεάτρου που είχε αναλάβει να προετοιμάσει την «ατμόσφαιρα» πριν την 
παράσταση. Τα σχόλια εκ μέρους των τυφλών θεατών και η γενική αναστάτωση που 
τους προκάλεσε το άκουσμα του ακορντεόν έδωσαν ένα στίγμα για το ποια θέση 
μπορεί να καταλαμβάνει ένας τέτοιος οργανοπαίκτης στο φαντασιακό των τυφλών 
ατόμων. Με εξαίρεση έναν τυφλό άνδρα που θέλησε να αστειευτεί τραγουδώντας με 
επιτηδευμένα άχαρη φωνή, η αντίδραση των υπολοίπων ήταν αποδοκιμαστική, λόγω 
του ότι θεώρησαν ότι επρόκειτο για κάποιον τυφλό που ζητιάνευε παίζοντας 
μουσική. Αναζητώντας μία ευκαιρία να συμμετάσχω κι εγώ στο απροσδόκητο αυτό 
συμβάν, διευκρίνισα στη Ράνια ότι ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν ζητιάνος, αλλά 
κάποιος που είχε αναλάβει να παίξει μουσική πριν την έναρξη της παράστασης. 
«Είπα κι εγώ», αναστέναξε τότε ανακουφισμένη, «πώς τον άφησαν να μπει εδώ 
μέσα!». 
Η έντονη δυσαρέσκεια που προκάλεσε στη Ράνια η εντύπωση ότι ο μουσικός ήταν 
τυφλός ζητιάνος μπορεί να γίνει κατανοητή αν συνδεθεί με την προσωπική της 
ιστορία. Τυφλή η ίδια από πολύ μικρή ηλικία, αποτελεί ένα από τα πιο δυναμικά 
άτομα στον χώρο και έχει να αφηγηθεί μία ιδιαίτερα δραστήρια ζωή. Στο παρελθόν 
ήταν παρούσα σε πολλές από τις αγωνιστικές κινητοποιήσεις των τυφλών, ενώ μέχρι 
πρόσφατα και για πολλά χρόνια, παράλληλα με την ανατροφή των δύο παιδιών της, 
την καθημερινή της εργασία ως τηλεφωνήτρια σε κάποια δημόσια υπηρεσία και τη 
συστηματική συμμετοχή της σε δραστηριότητες του Φάρου Τυφλών, είχε επιπλέον 
αναλάβει τις δημόσιες σχέσεις και τις εκθέσεις των γλυπτών έργων του συζύγου 
της, επίσης τυφλού. Μία τέτοια έντονη προσωπική και κοινωνική ζώη, καθώς και η 
ιδιαίτερα προσεγμένη εξωτερική της εμφάνιση, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με την 
εικόνα του ατημέλητου τυφλού που περιπλανιέται, ζητιανεύοντας χρήματα με τη 
μουσική του. Έρχονται, δηλαδή, σε πλήρη αντίθεση με μία αναπαράσταση που, αν 
και ανήκει στο παρελθόν λόγω της σημαντικής μείωσης - αν και όχι της πλήρους 
εξάλειψης - της επαιτείας, εντούτοις δεν έχει σβηστεί από την «κοινωνική μνήμη» 
(Παραδέλλης 1999) των τυφλών ατόμων. Αντιθέτως, ο τυφλός ζητιάνος και, ιδίως, ο 
μουσικός, εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις κεντρικές φιγούρες της 
τυφλότητας, καθώς συμπυκνώνει, τόσο τη σχέση των τυφλών ατόμων με πρακτικές 
φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης, όσο και τη γενικότερη προσπάθεια να καταχωρηθούν 
αυτές στο παρελθόν. Συγκρίνοντας το τώρα με το πριν, η Βάσω, για παράδειγμα, 
θυμάται:  

Τον καιρό εκείνο δεν μας έπαιρναν τα ταξί. Σταμάταγες ένα ταξί κι έλεγε «και 
πού θα τον πάω;» Δηλαδή, δεν μπορούσε να καταλάβει ότι ο τυφλός μπορεί να... Ή, 
συχνή ήταν η ερώτηση: «και ποιος θα με πληρώσει;» Φαντάσου να 'ταν κάποιος στο 
δρόμο και να σου 'λεγε, «ταξί θέλεις;» Γιατί τότε δεν είχαμε αυτές τις κάρτες 
που γράφουνε ταξί. Οπότε αναγκαζόσουνα να πεις σε κάποιον στο δρόμο να σου 
σταματήσει ταξί. Ε, και όταν σου έβρισκε και σε 'βαζε μέσα, ρώταγε ο ταξιτζής 
τον τυχαίο άνθρωπο: «μα... γιατί έχει ο τυφλός να με πληρώσει;». Το άκουγες κι 
αυτό. «Τι να ζητήσω; Από τυφλό άνθρωπο λεφτά;». Ναι, υπήρχε η φιλανθρωπία. 
Σήμερα είμαστε οι καλύτεροι πελάτες. Κάνουνε αμάν οι ταξιτζήδες. Είναι διαφορές 
αυτές, πώς να το κάνουμε.

Ή, μιλώντας για την πορεία της τυφλότητας στην Ελλάδα, ο Ηλίας Μαριόλας, 
πρόεδρος του  Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών, αφηγείται:

Ήταν ο Valentin Hauy που το 1784 ίδρυσε στο Παρίσι μία από τις πρώτες σχολές 
τυφλών. Συγκέντρωσε περιπλανώμενους τυφλούς κ.λπ., που ζούσαν πάντα απ' την 
επαιτεία, είτε ως περιπλανώμενοι οργανοπαίχτες ή οτιδήποτε άλλο, και έφτιαξε 
αυτό το κέντρο, στο οποίο πίστεψε ότι μπορούν να εκπαιδευτούν οι τυφλοί και να 
κάνουν διάφορα επαγγέλματα, αλλά και να εκπαιδευτούν στις εγκυκλοπαιδικές 
γνώσεις. Να μορφωθούν κανονικά όπως και τα άλλα τα παιδιά, δηλαδή.  Με μεγάλες 
δυσκολίες [...] Την ίδια εποχή στην Αγγλία, στη Γερμανία, σε χώρες της 
Σκανδιναβίας και στη Βόρεια Αμερική έγιναν τέτοιες προσπάθειες, οι οποίες στις 
αρχές του 19ου αιώνα οδήγησαν στην ίδρυση σχολών που μείνανε ιστορικές.  

Στις φιλανθρωπικές αυτές πρωτοβουλίες για την ίδρυση ειδικών σχολείων και 
οικοτροφείων στην Ευρώπη βασίστηκε και η σύσταση πολλά χρόνια αργότερα του 
πρώτου χώρου για τυφλούς στην Ελλάδα. Το 1906 ιδρύθηκε στην Καλλιθέα ο «Οίκος 
Τυφλών» με την ιδιωτική δράση επώνυμων προσώπων (π.χ. Δημήτριος Βικέλας και 
Γεώργιος Δροσίνης) και σε συνεργασία με τον τότε Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Θεόκλητο. 
Αρχικά λειτούργησε ως νηπιαγωγείο, ενώ κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών και 
μέχρι το 1952 επεκτάθηκε για να συμπεριλάβει ένα οικοτροφείο θηλέων και 
αρρένων, ένα δημοτικό σχολείο και ειδικά τμήματα εκπαίδευσης για τυφλά παιδιά 
με νοητική αναπηρία και κώφωση. Οι δομές αυτές υλοποιήθηκαν και συντηρήθηκαν με 
ιδιωτικές εισφορές και πρωτοβουλίες, έως και το 1979, οπότε μετά από μία σειρά 
δυναμικών κινητοποιήσεων, που αναφέρονται παρακάτω, ο Οίκος Τυφλών 
αναγνωρίστηκε με προεδρικό διάταγμα ως Νομικό Πρόσωπο Δημόσιου Δικαίου και 
μετονομάστηκε στο σημερινό «Κέντρο Εκπαίδευσης και Αποκατάστασης Τυφλών» (στο 
εξής ΚΕΑΤ).    
Σε ιδιωτικές πρωτοβουλίες στηρίχθηκαν και οι υπόλοιποι βασικοί χώροι 
εκπαίδευσης, φιλοξενίας και φροντίδας τυφλών ατόμων στην Ελλάδα. Το 1951 
ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το Ίδρυμα Προστασίας Τυφλών Βορείου Ελλάδας, ο 
«Ήλιος». Ο συγκεκριμένος φορέας διαθέτει οικοτροφείο για μαθητές, σπουδαστές 
και φοιτητές που κατοικούν μόνιμα εκτός Θεσσαλονίκης, ειδικό δημοτικό σχολείο, 
διάφορες εκπαιδευτικές δραστηριότητες, όπως μαθήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών 
και ανεξάρτητης διαβίωσης, καθώς και μία σχολή τηλεφωνητών. Το καθεστώς στο 
οποίο υπάγεται σήμερα ο Ήλιος είναι μεικτό: το δημοτικό του σχολείο ανήκει στο 
δημόσιο και χρηματοδοτείται από το υπουργείο παιδείας, ενώ οι υπόλοιπες 
υπηρεσίες του από ιδιωτικούς και κοινωνικούς φορείς. Λίγα χρόνια νωρίτερα, το 
1946, και με πρώτυπο το αμερικάνικο Lighthouse (Φάρος), ένα μοντέλο σχολής 
τυφλών που διαδόθηκε μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, χτίστηκε ο «Φάρος Τυφλών 
Ελλάδος» (στο εξής Φάρος), επίσης στην Καλλιθέα, και στα πλαίσια της 
αμερικανικής βοήθειας (δόγμα Τρούμαν). Αρχικός στόχος του, η επαγγελματική 
κατάρτιση των τυφλών ατόμων και η σύσταση εκπαιδευτικών και βοηθητικών 
υπηρεσιών, ενώ το 1951 λειτούργησε και τα πρώτα εργαστήρια παραγωγής βουρτσών 
και σκουπών, προϊόντα τα οποία, βάσει διατάγματος που ψηφίστηκε το 1954, θα 
διατίθεντο με απ' ευθείας ανάθεση στις ένοπλες δυνάμεις και τους δημόσιους 
οργανισμούς. Με άλλα λόγια, το παραγόμενο προϊόν τέθηκε υπό καθεστώς 
προστασίας, καθώς το κράτος εγγυόταν την απορρόφησή του με προνομιακή 
μεταχείριση. Τα «προστατευόμενα» αυτά εργαστήρια, όπως ονομάζονται μέχρι και 
σήμερα, σήμαναν ένα από τα πρώτα ανοίγματα των τυφλών ατόμων στην αγορά 
εργασίας, δηλώνοντας παράλληλα τη «φιλανθρωπική» σχέση ανάμεσα στο κράτος και 
την τυφλότητα.  Αν και ο τομέας αυτός παρουσιάζει πλέον αρκετά προβλήματα, 
κυρίως λόγω της μείωσης ανάθεσης έργων, τα εργαστήρια σκουπών και βουρτσών 
εξακολουθούν να αποτελούν μία πηγή εισοδήματος για κάποια από τα μέλη του 
Φάρου.    
Λίγο αργότερα, στα πλαίσια του Φάρου δημιουργήθηκε και η σχολή τυφλών 
τηλεφωνητών, η οποία στη συνέχεια μεταφέρθηκε στους χώρους του ΚΕΑΤ, όταν αυτό 
αναγνωρίστηκε ως δημόσιος φορέας. Με τους πρώτους να αποφοίτουν το 1954, ο 
τηλεφωνητής «έμελλε να γίνει σχεδόν το αποκλειστικό επάγγελμα των τυφλών, σε 
ένα ποσοστό ίσως πάνω από 95% και σήμερα ακόμα», όπως υπογράμμισε ο Ηλίας 
Μαριόλας. Η εργασιακή αυτή εξασφάλιση, παρότι δηλώνει το περιορισμένο φάσμα 
επαγγελματικών επιλογών για τα τυφλά άτομα στην Ελλάδα,  αποτέλεσε παράλληλα 
και μία από τις μεγάλες κατακτήσεις του συνδικαλιστικού τους αγώνα. Μετά από 
πολλές πιέσεις για νομοθετικές ρυθμίσεις που θα αναγνώριζαν τα τυπικά προσόντα 
των τυφλών εργαζομένων και, επομένως, θα τους τοποθετούσαν σε υψηλότερη 
βαθμολογική και μισθολογική κλίμακα από εκείνη στην οποία ανήκαν, το κίνημα 
κατόρθωσε να επιτύχει την αναγνώριση του επαγγέλματος του τηλεφωνητή από το 
κράτος και την καθιέρωσή του ως της μοναδικής εργασίας που καταξίωνε κοινωνικά 
τα τυφλά άτομα και που «από κει και πέρα τους επέτρεπε να δημιουργήσουν την 
προσωπική και οικογενειακή τους ζωή».    
Πολύ σημαντικό ρόλο στην επαγγελματική καταξίωση και κοινωνική ανέλιξη των 
τυφλών ατόμων έπαιξε η ίδρυση του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών (στο εξής 
Π.Σ.Τ.) το 1932 στην Αθήνα. Αποτελώντας τον πρώτο φορέα αυτοοργάνωσης, όχι μόνο 
των τυφλών, αλλά και των ανάπηρων ατόμων συνολικά στην Ελλάδα, έθεσε τις βάσεις 
για τη σταδιακή μετάβαση από τη φιλανθρωπική φροντίδα στην αυτοδιοίκηση και την 
αυτονόμησή τους, δηλώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι επιθυμούσαν να θέσουν τα ίδια 
τις ανάγκες και τις προτεραιότητες, αντί να εκπροσωπούνται από άλλους. Το 1937, 
μάλιστα, πραγματοποίησε και την πρώτη δημόσια διαμαρτυρία με αίτημα την 
προστασία του κράτους και την αναγνώριση δικαιώματος προνοιακού επιδόματος. 
Ήταν τότε που πολλοί/ές τυφλοί/ές έπεσαν στις γραμμές του τράμ διακόπτοντας την 
κυκλοφορία του, ως ένδειξη διαμαρτυρίας, από τη μία, «για να δημιουργήσουν 
εντυπώσεις», από την άλλη. Η κινητοποίηση του Π.Σ.Τ. στο Υπουργείο Παιδείας και 
Πρόνοιας το 1963 αποτέλεσε τον επόμενο σταθμό του κινήματος, καθώς σήμανε την 
έναρξη καταβολής του επιδόματος που είχε προβλέψει για μικρό αριθμό δικαιούχων 
ο Νόμος 1904 του 1951, ο πρώτος νόμος που ψηφίστηκε για την τυφλότητα.  Από 
τότε και στο εξής, το κίνημα άρχισε να δυναμώνει σταδιακά. Όπως αναφέρει ο 
Π.Σ.Τ. στην ιστοσελίδα του, η συνειδητοποίηση για ενότητα των τυφλών 
ενισχύθηκε, ενώ το 1975 ενσωματώθηκε στο φορέα και το Εθνικό Συμβούλιο Τυφλών 
Ελλάδος, που είχε ιδρυθεί από τα τέλη του 1950. 
Ωστόσο, ήταν οι διεκδικήσεις του 1976 για την κρατικοποίηση του Οίκου Τυφλών 
που διαδραμάτισαν κομβικό ρόλο στην αναγνώριση των δικαιωμάτων της τυφλότητας 
από το κράτος και στην αποδέσμευσή της από τη φιλανθρωπία. Η χρονιά εκείνη 
υπήρξε ο σημαντικότερος ίσως σταθμός στην ιστορία του χώρου των τυφλών, καθώς 
βιώθηκε ως ένα «μικρό πολυτεχνείο» ή ως «ο Μάης των τυφλών», όπως αναφέρουν 
χαρακτηριστικά κάποιοι από τους συμμετέχοντες. Στις 2 Μαΐου του 1976, 
οικότροφοι του Οίκου Τυφλών, τυφλοί εργαζόμενοι, μικροπωλητές και ο Π.Σ.Τ., με 
συνθήματα «Ψωμί, δουλειά και όχι ζητιανιά» και «Ψωμί, παιδεία και όχι 
επαιτεία», κατέλαβαν το κτίριο ως διαμαρτυρία ενάντια στη στρατιωτική και 
εκκλησιαστική διοίκηση και με σκοπό να διεκδικήσουν το δικαίωμά τους στην 
αυτοδιοίκηση, την εργασία και την εκπαίδευση.  Επρόκειτο για ένα πεντάμηνο 
εγχείρημα (όσο, δηλαδή, διήρκησε η κατάληψη), η σημασία του οποίου τονίζεται 
από διάφορες αφηγηματικές λεπτομέρειες σχετικά με τις αρνητικές αντιδράσεις που 
αντιμετώπισαν εκείνη την περίοδο οι τυφλοί/ές διαμαρτυρόμενοι/ες. Για 
παράδειγμα, κάποιοι θυμούνται ότι η τότε διοίκηση έφτασε στο σημείο να διακόψει 
την παροχή ρεύματος και νερού στο κτίριο, ενώ οι κάτοικοι της γύρω περιοχής 
στήριζαν καθημερινά τους/τις καταληψίες, προσφέροντάς τους φαγητό ή ό,τι άλλο 
χρειάζονταν. Άλλοι, θέλοντας να τονίσουν τη σκληρότητα του αρχιμανδρίτη που 
συμμετείχε στο διοικητικό συμβούλιο και του θεσμού της εκκλησίας γενικά, 
σχολίασαν λεπτομέρειες της προσωπικής του ζωής (ως ένδειξη της απανθρωπιάς του 
αναφέρονται, λόγου χάρη, δύο άγριοι σκύλοι που είχε στην ιδιοκτησία του και που 
κάποτε επιτέθηκαν σε μία γυναίκα). Κρατικοί αρμόδιοι πραγματοποιόυσαν αιφνίδιες 
επισκέψεις στα σπίτια των τυφλών, προκειμένου να διαπιστώσουν την ανάγκη τους 
για οικονομική βοήθεια. Έτσι, αν κάποιος διέθετε τηλεόραση ή είχε το σπίτι του 
στρωμένο με χαλιά, δεν κρινόταν αρκετά άπορος για να του καταβληθεί το επίδομα 
που προέβλεπε ο νόμος 1904/1951. 
Τέτοιες και άλλες αφηγήσεις ή/και αναπαραστάσεις του συμβάντος δηλώνουν τη 
βαρύτητα εκείνης της προσπάθειας για ένα άνοιγμα προς την ανεξαρτησία και την 
αναγνώριση των τυφλών ατόμων. Ενδεικτικό της σημασίας αυτής είναι και το ότι τα 
γεγονότα του 1976 εξακολουθούν να τροφοδοτούν τις σημερινές διεκδικήσεις. Όπως 
συγκεκριμένα αναφέρει ο Ηλίας Μαριόλας:   

Και εκεί λοιπόν, ενωμένοι, όσο ποτέ, οι τυφλοί διεκδίκησαν πράγματα, τα οποία 
μείναν ιστορικά. Και σήμερα ακόμη μας οδηγούν αν θέλεις, μας δείχνουν την 
κατεύθυνση στην οποία πρέπει να κινηθούμε. Τα βασικά συνθήματα των ημερών 
εκείνων είναι ακόμη θα 'λεγα αναλλοίωτα. Το σύνθημα ψωμί, δουλειά και όχι 
ζητιανιά είναι ένα σύνθημα που πραγματικά έχει διαστάσεις προς το κοινωνικό, το 
οικονομικό και το μορφωτικό. Όταν λέει ψωμί εννοεί το δικαίωμα στην πρόνοια, η 
δουλειά στην εργασία και το όχι ζητιανιά στην αξιοπρέπεια. Ή ψωμί, παιδεία και 
όχι επαιτεία ακόμη περισσότερο, ακόμα πιο σύνθετο σύνθημα και μήνυμα, το οποίο 
βασικά το ακολουθούμε από τότε.

Οι κινητοποιήσεις αυτές οδήγησαν στη δημοσιοποίηση του Οίκου Τυφλών το 1979, 
καθώς και στην απαρχή για την ψήφιση νόμων σημαντικών για την προστασία και 
διευκόλυνση των τυφλών, όπως η εθελούσια αποχώρηση με πλήρη σύνταξη μετά από 
δεκαπέντε χρόνια εργασίας ως τηλεφωνητών/ριών (Ν. 612/1977). Ο συγκεκριμένος 
νόμος αφορούσε κυρίως όσους/ες είχαν εισαχθεί στο επάγγελμα σε μεγάλη ηλικία, 
ενώ παράλληλα προστάτευε από διάφορες νευρολογικές παθήσεις και ενδεχόμενη 
βαρηκοΐα, λόγω της συνεχούς χρήσης των ακουστικών. Το βασικό επιχείρημα που 
χρησιμοποιήθηκε, όπως μου εξήγησε ο πρόεδρος του Π.Σ.Τ., ήταν ότι «τυφλότητα 
και κώφωση [...] είναι ο χειρότερος συνδυασμός. Δεν μπορείς να βοηθηθείς από 
πουθενά. Δηλαδή άλλο να κουτσαίνεις και να μη βλέπεις, άλλο να κουτσαίνεις και 
να μην ακούς [...] και άλλο να μη βλέπεις και να μην ακούς».  Άλλες βασικές 
ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν τότε προέβλεπαν την απορρόφηση των τυφλών 
τηλεφωνητών/τριών στο δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ενώ με το Νόμο 
963 του 1979 αποφασίστηκε η αναγκαστική τοποθέτηση ενός συγκεκριμένου ποσοστού 
ατόμων σε θέσεις του ιδιωτικού τομέα. Στο επίπεδο αυτό της επαγγελματικής 
αποκατάστασης, ως ιστορικός αναφέρεται ο μετέπειτα Νόμος 1648/1986, ο οποίος 
παρέμεινε σε ισχύ για δώδεκα χρόνια και τοποθέτησε πολλά τυφλά άτομα σε θέσεις 
εργασίας. Εκτός του ότι προέβλεπε την αύξηση του ποσοστού θέσεων στις ιδιωτικές 
επιχειρήσεις, έδινε ένα ακόμη πλεονέκτημα, καθορίζοντας ότι το 80% των 
τηλεφωνητών/ριών του δημοσίου θα πρέπει να καταλαμβάνεται από τυφλούς/ές 
πτυχιούχους των σχολών τηλεφωνητών του δημόσιου ΙΕΚ «Τειρεσίας». Η αναγνώριση 
του συγκεκριμένου πτυχίου ως μέσης εκπαίδευσης βελτίωσε τις συνθήκες εργασίας, 
τουλάχιστον σε επίπεδο μισθού και βαθμίδας.   
Οι πρώτες αυτές νομοθετικές ρυθμίσεις, καθώς και η άνοδος του ΠΑΣΟΚ το 1981 
στην κυβερνητική εξουσία σηματοδότησαν μία νέα σελίδα στην αγωνιστική ιστορία 
της τυφλότητας στην Ελλάδα. Η δεκαετία του 1980 χαρακτηρίζεται από τη 
δυναμικότητα ως προς τις παρεμβάσεις που έγιναν και τις βάσεις που τέθηκαν για 
περαιτέρω εξελίξεις στον χώρο των τυφλών. Επεκτάθηκε το προνοιακό επίδομα σε 
όλους τους Έλληνες τυφλούς ανεξάρτητα από το εισόδημα ή την περιουσία τους (Ν. 
1480/1981), προβλέφθηκαν σημαντικές φοροαπαλλαγές (Ν. 1160/1981), ελήφθησαν 
μέτρα για τη μείωση ή τη δωρεάν μετακίνηση τόσο των ίδιων, όσο και των συνοδών 
τους με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, καθιερώθηκε η εισαγωγή τους στις 
τριτοβάθμιες σχολές εκπαίδευσης χωρίς εξετάσεις και ψηφίστηκε ο πρώτος νόμος 
για την ειδική εκπαίδευση (Ν. 1143/1981). Σε γενικές γραμμές, το ΠΑΣΟΚ της 
δεκαετίας του 1980 και συγκεκριμένα ο Άνδρεας Παπανδρέου έχουν μείνει στην 
ιστορία της τυφλότητας ως η προωθητική δύναμη του κινήματος των τυφλών και των 
αναπήρων γενικότερα. Ο Στέφανος, για παράδειγμα, παρότι διαφωνούσε με πολλές 
από τις πιο σύγχρονες πολιτικές επιλογές του συγκεκριμένου κόμματος, 
εξακολουθούσε να το υποστηρίζει μέχρι και πριν μία εξαετία περίπου. Είναι η 
«ευγνωμοσύνη» και η «νοσταλγία» που τον ωθούσαν σε αυτή την πολιτική προτίμηση, 
το γεγονός, όπως είπε και ο ίδιος, ότι «με το ΠΑΣΟΚ μπόρεσαν να μπουν οι 
ανάπηροι στη Βουλή. Έως τότε ήξεραν μόνο τον τυφλό μουσικό [...] Μπορεί βέβαια 
να το έκανε και για τις ψήφους, αλλά δεν μπορείς να ξεχάσεις και το καλό που 
έκανε για τους τυφλούς».   
  Με αυτές τις δημόσιες πολιτικές «1ης γενιάς» - έτσι ονομάζει το αναπηρικό 
κίνημα τη σειρά των νόμων που ψηφίστηκαν για την αναπηρία κατά τη διάρκεια του 
1980 (Βαρδακαστάνης 2006-2007: 6) - ως κοινωνική και αγωνιστική παρακαταθήκη, η 
επόμενη δεκαετία του 1990 χαρακτηρίζεται για το άνοιγμά της προς ευρωπαϊκούς, 
διεθνείς και παγκόσμιους θεσμούς και οργανώσεις σχετικές με την τυφλότητα, όπως 
η Ευρωπαϊκή Ένωση Τυφλών (EBU) και η Παγκόσμια Ένωση Τυφλών (WBU), στις οποίες 
ο Π.Σ.Τ. εκπροσωπεί επίσημα τον ελληνικό χώρο των τυφλών. Επιπλέον, με την 
οικονομική στήριξη διαφόρων προγραμμάτων χρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή 
Ένωση, μπόρεσε να καθιερώσει διάφορες υπηρεσίες και δομές, όπως τα μαθήματα 
κινητικότητας, προσανατολισμού και δεξιοτήτων καθημερινής διαβίωσης, την 
υπηρεσία επαγγελματικού προσανατολισμού και αποκατάστασης, μονάδες φροντίδας 
τυφλών τρίτης ηλικίας και εξυπηρέτησης τυφλών πολυανάπηρων ατόμων, ειδικές 
βιβλιοθήκες, εκθέσεις τεχνικών βοηθημάτων, κ.ά. Σήμερα, «ο Πανελλήνιος», όπως 
συνηθίζουν να ονομάζουν τον Π.Σ.Τ. τα μέλη του για λόγους συντομίας, διαθέτει 
πανελλαδική εκπροσώπηση και έκφραση σε δέκα περιφερειακές και τοπικές ενώσεις 
σε διάφορα σημεία της Ελλάδας και αποτελεί τον βασικό κορμό της Εθνικής 
Ομοσπονδίας Τυφλών (Ε.Ο.Τ.), η οποία ιδρύθηκε το 2005 με σκοπό την εσωτερική 
ενότητα και τη συνδικαλιστική ολοκλήρωση του χώρου των τυφλών. Στη σύγχρονη 
εκδοχή τους οι διεκδικήσεις αυτονόμησης εκφράζονται με πιο δυναμικά σε σχέση με 
το παρελθόν συνθήματα, όπως «Οι τυφλοί δεν επαιτούν, απαιτούν», «Τίποτα δεν 
χαρίζεται, τα πάντα κατακτώνται», ή «Τίποτα για εμάς, χωρίς εμάς» (κατ' 
αναλογία του συνθήματος της Εθνικής Συνομοσπονδίας ΑμεΑ, αλλά και του 
ευρωπαϊκού αναπηρικού κινήματος, «τίποτα για τα ΑμεΑ, χωρίς τα ΑμεΑ»). Εκτός 
από το στίγμα αγωνιστικής διάθεσης και δράσης που θέλουν να δηλώσουν, εκφράζουν 
επίσης και το αίτημα προς την ελληνική πολιτεία για επιπλέον και πιο 
συστηματική οικονομική στήριξη, και άρα για επίσημη αναγνώριση του ότι ο 
συγκεκριμένος φορέας βρίσκεται σε άμεση επαφή με τα προβλήματα και τις ανάγκες 
των τυφλών ατόμων, κατέχοντας μία πρακτική και καθημερινή γνώση, τέτοια που το 
κράτο δε θα μπορούσε να διαθέτει.     
Αν και ο ρόλος του Πανελληνίου έχει υπάρξει κρίσιμος για την πορεία της 
τυφλότητας στην Ελλάδα, τα γεγονότα του 1976 εξακολουθούν να αποτελούν ένα 
σημείο ρομαντικής αναπόλησης.  Έτσι, συχνά ακούγεται το παράπονο ότι η ηγεσία 
του κινήματος δε διαθέτει πλέον τη θέρμη, την αυθεντικότητα και την έντονη 
δράση του παρελθόντος. Ερχόμενη κυρίως από τον χώρο της αριστεράς, η νοσταλγική 
αυτή διάθεση εκφράζει επιπλέον και ένα κριτικό σχόλιο για το αδιέξοδο στο οποίο 
έχει περιέλθει σήμερα το συνδικαλιστικό κίνημα των τυφλών - και της αναπηρίας 
γενικά.   Πρόκειται για ένα σχόλιο, το οποίο συνήθως αρθρώνεται για να αποδώσει 
την ευθύνη του προβλήματος στις κινήσεις και τις επιλογές της μέχρι πρότινος 
πασοκικής παράταξης του συνδικαλιστικού χώρου των τυφλών. Συγχρόνως αφήνει ένα 
ίχνος της πολύχρονης πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ κέντρου και αριστεράς του 
χώρου, η όποία συμπυκνώνεται αρκετά εύστοχα μέσα από το παράδειγμα της 
λεγόμενης «ειδικής εκπαίδευσης» ή «αγωγής». 

Λόγοι και πρακτικές των ειδικών δομών  

Ο Φάρος αποτελεί σήμερα το μοναδικό ίσως χώρο στην Αθήνα δραστηριοποίησης και 
κοινωνικότητας των τυφλών ατόμων, καθώς, εκτός από τα εργαστήρια, διαθέτει 
επίσης μία σειρά εκπαιδευτικών και πολιτιστικών υπηρεσιών προσαρμοσμένων στις 
ανάγκες τους. Ορισμένες από αυτές είναι τα τμήματα για εκμάθησης γραφής και 
ανάγνωσης Braille, ορθογραφίας, αγγλικής γλώσσας και ηλεκτρονικών υπολογιστών, 
η δανειστική βιβλιοθήκη ομιλούντων ηχογραφημένων βιβλίων και άλλων τυπωμένων σε 
Braille, το γυμναστήριο, το εργαστήριο κεραμικής/γλυπτικής, οι ομάδες θεάτρου 
και βυζαντινής χορωδίας. Διαθέτει επιπλέον ένα κυλικείο, έναν χώρο κοινωνικής 
συγκέντρωσης όπως αλλιώς ονομάζεται, όπου τα τυφλά άτομα έχουν την ευκαιρία να 
γνωριστούν και να συναναστραφούν μεταξύ τους. Στο Φάρο στεγάζεται, επίσης, το 
Μουσείο Αφής. Μοναδικό στο είδος του στην Ελλάδα, φιλοξενεί μία συλλογή από 
«πιστά» αντίγραφα αντικειμένων προερχόμενων από την ελληνική αρχαιότητα, τα 
οποία, σε αντίθεση με τις συνηθισμένες πρακτικές των μουσείων, επιτρέπεται να 
αγγιχθούν.  Τέλος, ένα σημαντικό κομμάτι για την εύρυθμη λειτουργία του Φάρου 
είναι η εθελοντική εργασία για τη συνοδεία τυφλών ατόμων σε διάφορες 
πολιτιστικές δραστηριότητες (π.χ., θέατρο, εκδρομές) ή/και καθημερινές τους 
υποχρεώσεις (σε δημόσιες υπηρεσίες, νοσοκομεία, πανεπιστήμια, κ.λπ.), για την 
επίσκεψη μοναχικών ατόμων στον χώρο τους και την ανάγνωση βιβλίων και εγγράφων, 
καθώς και για την ηχογράφηση βιβλίων ή την εκτύπωσή τους σε Braille. Η ξενάγηση 
επισκεπτών και σχολικών τάξεων στο Μουσείο Αφής, καθώς και η επιτήρηση και 
φροντίδα του είναι ένας ακόμη χώρος όπου μπορεί κάποιος να προσφέρει εθελοντικά 
τον χρόνο του. 
Σε γενικές γραμμές, στις δραστηριότητες του Φάρου συμμετέχουν κυρίως τυφλά 
άτομα και άτομα με προβλήματα όρασης που κατοικούν στην ευρύτερη περιοχή της 
Καλλιθέας. Λόγω της ίδρυσης του Οίκου Τυφλών και μετέπειτα Κέντρου Εκπαίδευσης 
και Αποκατάστασης Τυφλών, ο συγκεκριμένος δήμος υπήρξε τόπος συγκέντρωσης και 
μόνιμης κατοικίας πολλών τυφλών ατόμων. Θα μπορούσε, έτσι, να ισχυριστεί κανείς 
ότι ο Φάρος αποτελεί, κατά μία έννοια, τόπο ενηλικίωσης όσων μαθήτευσαν στο 
ΚΕΑΤ. Η αίσθηση εγκλεισμού και ιδρυματοποίησης που προξενεί αυτή η χωρική 
«συνέχεια» και μετάβαση από τη μία ειδική δομή στην άλλη, γίνεται εμφανής και 
από το γεγονός ότι αρκετά από τα μέλη του Φάρου, περιμένοντας να «μπουν» στο 
επόμενο μάθημα ή δραστηριότητα, συνηθίζουν να περνούν σημαντικό μέρος της 
ημέρας τους περιφερόμενα άσκοπα στους διαδρόμους του κτιρίου - κατά μόνας, ή σε 
ζευγάρια πιασμένα αγκαζέ που περπατούν σε αργό ρυθμό και σέρνοντας τα πόδια 
τους. Παρακολουθώντας τέτοιες εικόνες κατά τη διάρκεια της δικής μου 
εθελοντικής παρουσίας στο Φάρο, άρχισα να αποκτώ μία αίσθηση εγκλωβισμού και 
παραίτησης σε αυτόν - τέτοια που αποκτά κανείς σε ιδρύματα, όπως τα νοσοκομεία 
- και κατ' επέκταση να διερωτώμαι για το ρόλο που μπορεί να παίξει στη βελτίωση 
της αυτονόμησης των τυφλών μελών του. Οι συχνές συγκρούσεις τους με τη 
διοίκηση, η καχυποψία τους για τις προθέσεις της και τη διαχείριση των 
διαθέσιμων και συνήθως περιορισμένων οικονομικών πόρων, καθώς και οι συνεχείς 
κατηγορίες εναντίον της για συντηρητισμό ήρθαν να ενισχύσουν τον προβληματισμό 
μου.  
Συζητώντας το ζήτημα με άτομα που είχα συναναστραφεί ως εργαζόμενη στο αθλητικό 
σωματείο, με άτομα δηλαδή πιο δραστήρια, που κάποτε συμμετείχαν στον Φάρο, αλλά 
που πλέον είχαν αποδεσμεύσει την καθημερινότητά τους από αυτόν, προέκυψε ένα 
αδιέξοδο. Όταν ανέφερα την κατάπληξή μου για όσους/ες περνούν τόσες ώρες της 
ημέρας στο Φάρο, η απάντηση της Φλώρας ήταν αποστομωτική. «Εκεί λες δόξα το Θεό 
που υπάρχει κι αυτό το ίδρυμα, γιατί διαφορετικά ο άλλος θα είχε αυτοκτονήσει». 
Εκφράζοντας μία πιο αριστερή πολιτική ιδεολογία, ο Κώστας αρχικά άσκησε κριτική 
στη λειτουργία του. «Αποτελείται από συντηρητικά σωματεία και ο πρόεδρός του 
παραμένει στην εξουσία προσπαθώντας να κάνει τα χατήρια όλων. Θα μπορούσε να 
προσφέρει πολλά πράγματα, αλλά δεν το κάνει γιατί κυνηγάει τις ψήφους», τόνισε, 
συγκλίνοντας με την κοινή για τα μέλη του Φάρου άποψη ως προς την ψηφοθηρία που 
διακρίνει τη διοίκηση. Ωστόσο, όπως εξήγησε περαιτέρω, οι λόγοι για αυτή την 
ιδρυματοποίηση δε σχετίζονται μόνο με την κακοδιαχείριση και την ύπαρξη 
συντηρητικών νοοτροπιών, αλλά και την έλλειψη κοινωνικών υποδομών κατάλληλων 
για την τυφλότητα, με την απουσία, δηλαδή, κάποιου κινήτρου ή στόχου πιο 
ανοιχτού προς την ευρύτερη κοινωνία. «Δεν μπορείς του άλλου να του δώσεις μία 
κλοτσιά και να του πεις κοινωνικοποιήσου. Χρειάζονται δομές. Πού να πάει;».   
Το ζήτημα των ειδικών δομών και υποδομών ανακύπτει πιο έντονα στην περίπτωση 
των ειδικών σχολείων και ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια που οι σχολές για τυφλά 
άτομα παρουσιάζουν σοβαρά προβλήματα λόγω των περικοπών του κρατικού 
προϋπολογισμού για κοινωνικές δαπάνες. Ο Ήλιος, λόγου χάρη, εκτός από τη διαρκή 
αντιπαράθεση με τις δημοτικές αρχές της Θεσσαλονίκης για την ολοκλήρωση της 
κρατικοποίησής του, πλέον υπολειτουργεί λόγω της μακροχρόνιας μη-πληρωμής των 
εργαζομένων και των λειτουργικών εξόδων της σχολής (π.χ., έχει διακοπεί η 
παροχή διαφόρων υπηρεσιών ή δε δέχονται, όπως παλαιότερα, να στεγάσουν άτομα 
άνω των δεκαοχτώ ετών). Μία σειρά από απεργιακές κινητοποίησεις των υπαλλήλων 
και διεκδικήσεις των ίδιων των τυφλών ατόμων κατά τη διάρκεια του 2010, έχουν 
συχνά απειλήσει τη σχολή με ολοκληρωτικό κλείσιμο.  Το ίδιο κλίμα «εγκατάλειψης 
από το κράτος», όπως χαρακτηρίζεται συχνά η κατάσταση, παρουσιάζει και το ΚΕΑΤ, 
όταν, για παράδειγμα, μία από τις συνέπειες των οικονομικών δυσχεριών, πέρα από 
την έλλειψη μόνιμου και επιπλέον εκπαιδευμένου προσωπικού,  είναι και ο μη 
διαχωρισμός ανάμεσα σε τυφλά άτομα και άτομα με νοητική αναπηρία.  Μολονότι ο 
Π.Σ.Τ. και η Εθνική Ομοσπονδία Τυφλών πιέζουν για την άμεση επίλυση τέτοιων και 
άλλων ζητημάτων με επιστολές διαμαρτυρίας προς διάφορους κρατικούς φορείς και 
πολιτικά πρόσωπα, μία από τις απόψεις που εκφράζεται από τα τυφλά άτομα είναι 
ότι το συνδικαλιστικό τους κίνημα έχει περιέλθει σε τέλμα. Η διαφωνία μεταξύ 
της κεντρώας και αριστερής παράταξης (Πλατιά Δημοκρατική Συνεργασία και Ενωτική 
Συνδικαλιστική Κίνηση αντίστοιχα - στο εξής ΠΔΣ και ΕΣΚ) ως προς την ανάγκη 
ύπαρξης ειδικών σχολείων για τυφλά άτομα αποπνέει την πολύχρονη κομματική 
αντιπαράθεση μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ, και την ίδια στιγμή αποτυπώνει ένα από τα 
αδιέξοδα που αντιμετωπίζει η τυφλότητα στην Ελλάδα: την φθορά των παλαιών δομών 
και την ανυπαρξία νέων.
Πιο συγκεκριμένα, αυτό που τονίζεται από την πλευρά της ΠΔΣ, η οποία πλειοψηφεί 
στον Π.Σ.Τ., είναι η σημασία της ένταξης στη βλέπουσα κοινωνία, με αποτέλεσμα 
οι ειδικοί χώροι να αντιμετωπίζονται ως αναγκαίο κακό. Ο πρόεδρος του Π.Σ.Τ., 
για παράδειγμα, έχοντας κατά νου την περίπτωση των πρώην σοσιαλιστικών χωρών, 
υποστηρίζει ότι αυτό που προσφέρουν οι ιδρυματικοί χώροι είναι εν τέλει μία 
«ψεύτικη ασφάλεια». Κάτι τέτοιο αποδείχθηκε περίτρανα με την κατάρρευση του 
κομμουνιστικού καθεστώτος: «Τότε οι τυφλοί κοιτάζονταν με την υπόλοιπη κοινωνία 
σαν ξένοι και με τρομερή καχυποψία. Εμφανίστηκαν ξαφνικά ένα σωρό τυφλοί και 
ανάπηροι γενικά, που έμεναν, εκπαιδεύονταν και εργάζονταν σε κλειστές δομές και 
τους οποίους το κράτος δεν ήξερε πού να τους εντάξει. Και τους έκανε ζητιάνους 
και πάλι». Γενικότερα, ο πρόεδρος του Π.Σ.Τ. είναι υπέρ μία στέγης για όσους 
δεν έχουν στήριξη από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Εντούτοις δεν πιστεύει 
ότι αυτό θα πρέπει να είναι το αίτημα για τα τυφλά άτομα συνολικά. Τα άσυλα 
στοιχίζουν πολύ πιο ακριβά για την κοινωνία, συγκριτικά με την εξασφάλιση από 
το κράτος μίας δουλειάς και ενός μικρού επιδόματος σε όσους/ες μπορούν να 
εργαστούν. Επιπλέον, δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένα στην Ελλάδα, λόγω του ότι 
ο θεσμός της οικογένειας εξακολουθεί να είναι ισχυρός. Το χαρακτηριστικό αυτό, 
κατά την άποψή του, πρέπει να διατηρηθεί ώστε να αποφευχθεί η ιδρυματοποίηση 
των τυφλών ατόμων.  
Σε αντίθεση, λοιπόν, με το αίτημα της ΠΔΣ να αντικατασταθούν τα ειδικά σχολεία 
από σχολεία «ένταξης» ή «συνεκπαίδευσης», όπως αλλιώς ονομάζονται, η ΕΣΚ 
υποστηρίζει ότι χρειάζεται να διατηρηθούν τουλάχιστον μέχρι το δημοτικό. Στη 
συνέχεια, οι τυφλοί/ές μαθητές/ήτριες θα έχουν τη δυνατότητα να εκπαιδεύονται 
στα γενικά σχολεία με παράλληλη στήριξη από εκπαιδευτικούς ειδικής αγωγής κατά 
τη διάρκεια των μαθημάτων ή/και την παρακολούθηση συμπληρωματικών μαθημάτων 
όπου είναι αναγκαίο. Παρ' όλα αυτά, τα σχολεία ένταξης ενέχουν το σοβαρό 
κίνδυνο τα τυφλά παιδιά να καταλήξουν «αμέτοχοι θεατές» της εκπαιδευτικής 
διαδικασίας (στο μάθημα της γυμναστικής, για παράδειγμα, πολλά παίρνουν 
απαλλαγή). Από τη μία πλευρά, ο κίνδυνος αυτός εκφράζει τη δυσπιστία ως προς τη 
διάθεση και τις δυνατότητες της πολιτείας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις των 
σχολείων ένταξης προκειμένου να λειτουργήσουν αποτελεσματικά (ειδικά 
εκπαιδευμένο προσωπικό, κτιριακές και γενικότερες υποδομές, κ.λπ.), μία 
δυσπιστία η οποία εκδηλώνεται και σε σχέση με τις πολιτικές επιδιώξεις της ΠΔΣ, 
καθώς έχει συχνά κατηγορηθεί ότι υπηρετεί τα συμφέροντα της εκάστοτε κυβέρνησης 
και κυρίως του ΠΑΣΟΚ, όταν αυτό ήταν στην εξουσία.   Από την άλλη, θεωρείται 
ότι τα σχολεία ένταξης δεν προστατεύουν τα τυφλά παιδιά από τη δυσάρεστη 
εμπειρία του αποκλεισμού. Όπως αναφέρει και ο Κώστας:

Είναι δύσκολο το θέμα της ένταξης και της κοινωνικοποίησης [...]. Στο ειδικό 
σχολείο τα παιδιά μπορούν να παίξουν. Αυτό είναι πολύ σημαντικό. Σε ένα 
κανονικό δημοτικό μπορούν τα τυφλά παιδιά να παίξουν με τα βλέποντα; Ξέρω μία 
περίπτωση που η μαμά παρακαλούσε κάτι κορίτσια να πάρουν μαζί τους στην εκδρομή 
το δικό της. Ποτέ να μην πάω έτσι, αν είναι και ξέρω ότι η παρέα δε με θέλει. 

Μία απάντηση στα προβλήματα που παρουσιάζουν οι ειδικοί χώροι, καθώς και μία 
από τις επιδιώξεις του ελληνικού αναπηρικού κινήματος σήμερα, είναι ο λεγόμενος 
«σχεδιασμός για όλους» ή «καθολικός σχεδιασμός» (universal design). Η προοπτική 
αυτή, την οποία τα κινήματα του εξωτερικού έχουν ενσωματώσει στο λόγο 
διεκδίκησής τους ήδη από τη δεκαετία του 1980, σχετίζεται άμεσα με το ζήτημα 
της ανεμπόδιστης πρόσβασης και αναφέρεται στο σχεδιασμό αρχιτεκτονικών δομών 
και χρηστικών αντικειμένων που λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες όλων των πολιτών, 
ανάπηρων και αρτιμελών. Για παράδειγμα, η κατασκευή ενός δρόμου θα πρέπει να 
προβλέπει την ύπαρξη ηχητικών σημάνσεων για τους τυφλούς, οπτικών σημείων για 
τους κωφάλαλους, ραμπών για τους κινητικά ανάπηρους, αλλά και ξενόγλωσσων 
επιγραφών για όσους δε γνωρίζουν ελληνικά. Με αυτόν τον τρόπο, η κοινωνία θα 
μπορέσει να ενσωματώσει στους κόλπους της ένα πολύ μεγάλο κομμάτι πολιτών, 
εξασφαλίζοντας και για τα ΑμεΑ μία πιο ισότιμη πρόσβαση και ενεργή συμμετοχή 
στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Αυτό που αναζητείται, με άλλα λόγια, στο πλαίσιο 
του καθολικού σχεδιασμού είναι λύσεις πρόσβασης, όχι μόνο στο φυσικό ή/και 
δομημένο περιβάλλον, αλλά και σε όλες τις δυνατότητες και δομές που προσφέρει η 
κοινωνία στο σύνολό της: συστήματα υγείας και εκπαίδευσης, εργασιακούς χώρους, 
μέσα μαζικής μεταφοράς, πολιτισμός, ψυχαγωγία.  
Το συγκεκριμένο αίτημα μπορεί να ιδωθεί ως μία συμβολική κατάσταση που 
επιδιώκει να συμπεριλάβει όλα τα σώματα, ανάπηρα και αρτιμελή, ως μία ιδεατή 
συνθήκη του χώρου που θα φέρει τα μέλη της κοινωνίας πιο κοντά, μειώνοντας τους 
 περιορισμούς της. Ωστόσο, όπως δείχνω αναλυτικά στο επόμενο κεφάλαιο, η ίδια η 
έννοια του «εμποδίου» καταλήγει να είναι περιοριστική, καθώς προσλαμβάνεται 
πάντα ως κάτι που βρίσκεται εκτός του εαυτού: εντοπίζεται στο περιβάλλον και 
στις δομές, ενίοτε και στο σώμα και χρειάζεται επιδιόρθωση, βελτίωση έως και 
εξαφάνιση. Ως εκ τούτου, η γενίκευση της «κοινωνίας που εμποδίζει» δεν αφήνει 
να φανούν πιο λεπτές αποχρώσεις του πώς μπορεί να βιώνεται η αναπηρία σε 
συμφραζόμενα οπτικής αρτιμέλειας. Η σχέση, λόγου χάρη, μεταξύ των διαφορετικών 
σωμάτων και αισθητηριακών επιστημολογιών, καθώς και η καθημερινή αλληλόδρασή 
τους με την υλικότητα του δομημένου ή υπό δόμηση χώρου, είναι ζητήματα που 
αναδεικνύουν  στιγμές κατά τις οποίες η αναπηρία και η αρτιμέλεια συναντώνται, 
σημειώντας η μία τα σωματικά όρια της άλλης. Επίσης, λόγω του ότι βρίσκεται 
στον αντίποδα των ειδικών δομών, η λογική της ολιστικής προσέγγισης εξακολουθεί 
να παραπέμπει στη θεώρηση των αναπήρων ως μίας ομοιογενούς ομάδας, αυστηρά 
διαχωρισμένης από την αρτιμελή - η οποία επιπλέον θεωρείται ότι οφείλει έναν 
τέτοιο σχεδιασμό. Είναι δε εμπνευσμένη από τους υποστηριχτές του κοινωνικού 
μοντέλου της αναπηρίας και την παραδοχή ότι εν δυνάμει «όλα τα σώματα είναι 
ανάπηρα» (πρβλ. παραπάνω). Η ρητορική αυτή περί ανθρώπινης ομοιότητας συνιστά 
ένα από τα κύρια επιχειρήματα και του ελληνικού αναπηρικού κινήματος για την 
κινητοποίηση και ευαισθητοποίηση της κοινωνίας. Συνθηματικές φράσεις, όπως 
«είμαστε όλοι ίσοι αλλά διαφορετικοί» και «η αρτιμέλεια δεν είναι δεδομένη», 
στοχεύουν στη συναισθηματική φόρτιση όχι μόνο των αναπήρων, αλλά και των 
αρτιμελών. Πρόκειται για έναν ομογενοποιητικό και εκφοβιστικό (για τους 
αρτιμελείς) λόγο, τον οποίο συχνά υιοθετούν και τυφλά άτομα, όπως ο Στέφανος: 

Κι εγώ πριν τυφλωθώ δεν έδινα καμία σημασία στους ανάπηρους. Δεν μου περνούσε 
το θέμα καν απ' το μυαλό. Μετά όμως κατάλαβα ότι όλο και κάποιος κοντινός μας 
έχει κάποια αναπηρία. Οι ανάπηροι αποτελούν το 10% του πληθυσμού μας. Σημαντικό 
ποσοστό [...] Όπως είπε και σε μία εκδήλωση πριν καιρό ο Βαρδακαστάνης,  «σας 
χρειαζόμαστε όλους κοντά μας, γιατί η αρτιμέλεια μας δεν είναι δεδομένη».

Συμφωνώντας με την άποψη του κοινωνικού μοντέλου για την εν δυνάμει αναπηρία 
όλων των σωμάτων, ο Tobin Siebers μας λέει ότι η αρτιμελής κοινωνία 
δυσκολεύεται να αποδεχτεί ότι μόνο το 15% των ανάπηρων ατόμων δε γεννήθηκε με 
κάποια βλάβη και ότι οι περισσότεροι έγιναν ανάπηροι κατά τη διάρκεια της ζωής 
τους. Αντιθέτως, προτιμά να πιστεύει ότι τα ΑμεΑ αποτελούν μία μικρή, σταθερή 
και εκ γενετής ελλιπή πληθυσμιακή κατηγορία που προβάλλει υπερβολικές αξιώσεις 
στις οικονομικές πηγές των υπολοίπων. Ισχυριζόμενος, επίσης, ότι οι άνθρωποι 
συνήθως αποφεύγουν να σκέφτονται τη ζωή τους ως μία πορεία από την αρτιμέλεια 
στην αναπηρία (2006: 176),  ο Siebers υποστηρίζει ότι η σωματική κανονικότητα 
δεν απειλείται μόνο από την παγκοσμιότητα του ανάπηρου σώματος, αλλά και από 
την αναπαράστασή του ως «τρομακτικού» και «ενοχλητικού». Όπως εξηγεί, 
υιοθετώντας την ανάλυση της Butler για την έννοια του αποκειμένου (abject), «το 
ανάπηρο σώμα αλλάζει τη διαδικασία της ίδιας της αναπαράστασης», καθώς 
εμφανίζεται «ως ένα φάσμα της πραγματικότητας που δεν μπορεί να ελεγχθεί από 
τις ιδεολογικές δυνάμεις της κοινωνίας». Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τον Siebers, 
ότι τα ανάπηρα άτομα δεν πρέπει να θεωρούνται ως σχηματισμένα υποκείμενα με τη 
φουκωική έννοια της πειθαρχίας, όπως υποστηρίζουν κάποιοι μελετητές, αλλά ως 
ικανά να προκαλέσουν τα όρια και το σχηματισμό του ίδιου του υποκειμένου 
(όπ.π.: 173-4).
Ένα ερώτημα προκύπτει εδώ: κατά πόσο μπορεί η θεώρηση της αναπηρίας ως εξ 
ορισμού παγκόσμιας και δυσμορφικής να υπονομεύσει τους δογματισμούς και τα όρια 
του κανόνα της σωματικής αρτιμέλειας; Παρότι αποτελεί μία ελκυστική σκέψη, δεν 
θα ήταν άραγε εξίσου δογματικό να θεωρηθεί δεδομένο ότι η τυφλότητα μπορεί να 
αμφισβητήσει το δυτικό οπτικοκεντρισμό, μία από τις πολιτισμικές συμβάσεις που 
τη συγκροτούν ακριβώς ως «πρόβλημα» ή «βλάβη»; Χωρίς να απορρίπτω σε κάθε της 
στάδιο τη συλλογιστική της αμφισβήτησης του κανόνα από εκείνο που νοείται ως 
απόκλιση ή εξαίρεσή του, αυτό που προτείνω είναι η επικέντρωση του αναλυτικού 
ενδιαφέροντος στους τρόπους με τους οποίους οι νόρμες της οπτικής αρτιμέλειας 
διαμεσολαβούν τη διαδικασία συγκρότησης του τυφλού ατόμου ως υποκειμένου με 
δικαιώματα. Πώς, με άλλα λόγια, στοιχειοθετείται για τα τυφλά άτομα στην Ελλάδα 
το δικαίωμα της συμπερίληψης στην αναπηρία, σε αυτήν την κοινωνική κατηγορία, 
δηλαδή, που ενώ αποτελεί το απαραίτητο «καταστατικό εκτός» (Butler 2008) για το 
σχηματισμό του κανονιστικού προτύπου της αρτιμέλειας, ταυτόχρονα συγκροτεί την 
τυφλότητα ως κοινωνικά αναγνωρίσιμη και παρέχει στα τυφλά άτομα τη δυνατότητα 
πρόσβασης στην ευρύτερη κοινωνία;   






 
















 Κοινοποιήστε το στο Facebook  twitter  



Εκτύπωση   
 
 
Αποστολή με e-mail   
 
 
Αποθήκευση   
 
 




Προηγούμενη σελίδα    Αρχή Σελίδας    



Υποκατηγορίες  
  
Από την ιστορία τής τυφλότητας και της αναπηρίας 
 
Πολιτιστικά δρώμενα 

Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας 
 
Διάσημοι τυφλοί 
 
Έργα συναδέλφων 
 
Έργα καλλιτεχνών συναδέλφων 
 
Δείτε εδώ 
 
Ψυχαγωγία-Ενημέρωση 



Μενού  



Αρχική  / 
  
Ε.Ο.Τ. /  
 
Επικαιρότητα  /  
 
Νομοθεσία /  
 
Θέματα τυφλότητας /  

Πολιτισμός /  
 
Αθλητισμός  /  
 
Επικοινωνία /  




Valid HTML 4.01 Transitional Valid CSS!   Το www.eoty.gr λειτουργεί μέσα απο 
την προσβάσιμη πλατφόρμα του  
 Συλλόγου Τεχνολογικής Ανάπτυξης Τυφλών    Di-net 1,56 
created by Thanasis Ilias 
________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Κατάλογος ηχητικών βιβλίων για ανάγνωση
http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.xls
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που 
λειτουργούν οι φορείς των τυφλών
____________

Απαντηση