«Ανθρωπολογία της αναπηρίας»: θεωρητικοί προβληματισμοί για τη μελέτη της 
τυφλότητας ως αισθητηριακής αναπηρίας 

Από ποιο θεωρητικό πρίσμα θα μπορούσε να προσεγγίσει κανείς τους λόγους και τις 
πρακτικές μέσω των οποίων αναδύεται το σώμα των τυφλών ατόμων όχι απλά
ως διαφορετικό, αλλά ως αποκλίνον από το νοούμενο ως φυσιολογικό, χωρίς να 
εμμείνει στην καταστατική για τη μελέτη της αναπηρίας εννοιολόγησή του ως μίας
ουδέτερης φυσικότητας που προηγείται των κοινωνικοπολιτισμικών και, κατά κύριο 
λόγο, υποβιβαστικών σημασιοδοτήσεών του; Και, παράλληλα, με ποιο τρόπο μία
τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να απεγκλωβίσει την τυφλότητα από την κοινότοπη 
νοηματοδότησή της ως μίας αισθητηριακής επιστημολογίας που τοποθετείται στον
αντίποδα της οπτικά κυρίαρχης και που για το λόγο αυτό θεωρείται ότι παρέχει 
την «αμεσότητα» της εμπειρίας που υποτίθεται ότι ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός
έχει απολέσει λόγω του οπτικοκεντρισμού του; Τα συγκεκριμένα ερωτήματα 
στοχεύουν στην κριτική επεξεργασία βασικών παραδοχών των σπουδών αναπηρίας και 
της
ανθρωπολογίας των αισθήσεων. Συγχρόνως επιδιώκουν να προβληματοποιήσουν και την 
ανάγκη που επισημαίνει ένα κομμάτι της κοινωνικής ανθρωπολογίας για εστίαση
στη διαπολιτισμική μελέτη της αναπηρίας, ώστε να αποφυσικοποιηθεί, μεταξύ 
άλλων, η δυτική νοηματοδότησή της ως ιατρικού/ατομικού και τραγικού συμβάντος.
Χωρίς την πρόθεση να υποβαθμίσω τη θεωρητική αξία που μπορεί να έχει ένα τέτοιο 
εγχείρημα, αυτό που με ενδιαφέρει κυρίως να δείξω είναι ότι μία κριτική
ανάλυση της αναπηρίας που αρκείται στην πολιτισμική σχετικοποίησή της ενέχει 
τον κίνδυνο να παραβλέψει, ή ακόμη και να αναπαράγει, τις περίπλοκες σχέσεις
εξουσίας που πυροδοτούνται όταν μία αρτιμελής κοινωνία συναντά στους κόλπους 
της την αναπηρία: δηλάδη έναν «Άλλο», που δεν παύει συγχρόνως να είναι και
«οικείος».
Η μελέτη του Άλλου ως καταστατική της κοινωνικής ανθρωπολογίας υπήρξε κομβική 
και για τη διαμόρφωση του διακριτού κλάδου της «ανθρωπολογίας της αναπηρίας»
(anthropology of impairment-disability) (Kasnitz και Shuttleworth 2001, 
Reid-Cunningham 2009). Αναζητώντας την ανανέωση της εμπειρίας τους με «το 
διαφορετικό,
με αυτό που δεν είναι εμείς» σε πεδία ήδη ερευνημένα, ή ψάχνοντάς το σε οικεία 
πολιτισμικά πλαίσια (Kasnitz και Shuttleworth όπ.π.: 2), ένας σχετικά μικρός
αριθμός εθνογράφων, προερχόμενων κυρίως από την ιατρική και πολιτισμική 
ανθρωπολογία και επηρεασμένων από το νεοεμφανιζόμενο αναπηρικό κίνημα του 1960,
στα τέλη του 1970 και τις αρχές του 1980 έστρεψε για πρώτη φορά κατά τρόπο 
συστηματικό το ενδιαφέρον της ανθρωπολογίας προς την αναπηρία, συγκροτώντας
τη σταδιακά και έως σήμερα ως αυτόνομο αντικείμενο έρευνας. Στη διαδικασία αυτή 
δεν έλλειψαν και οι ερευνητές/ήτριες με αναπηρία, το έργο των οποίων θεωρείται
σημαντικό όχι μόνο για την εγκαθίδρυση της ανθρωπολογίας της αναπηρίας, αλλά 
και για τον αναστοχασμό της πάνω στις σχέσεις μεταξύ του ανάπηρου εαυτού και
του ανάπηρου άλλου κατά την επιτόπια έρευνα, καθώς και για τη μελέτη της 
εμπειρίας της αναπηρίας από τη σκοπιά της φαινομενολογίας (π.χ., βλ. αφιέρωμα
στο περιοδικό Anthropology of Work Review που επιμελήθηκαν το 1994 οι Gerald 
Gold και Louise Duval και στο οποίο συνεισέφεραν με άρθρα τους).  Το σύνολο
των ερευνών αυτών, το προερχόμενο από ανάπηρους/ες ή μη ανθρωπολόγους, ή άλλων 
που διεξήχθησαν πιο σποραδικά σε προηγούμενες δεκαετίες, έκρινα σκόπιμο
να μην το παραθέσω εδώ, καθώς έχουν παραχθεί διάφορες βιβλιογραφικές 
επισκοπήσεις για την προσέγγιση της αναπηρίας υπό το πρίσμα της ανθρωπολογίας 
και
τα επιμέρους μεθοδολογικά και θεωρητικά ζητήματα που έχουν προκύψει μέσα από τη 
διερεύνηση των δυνατοτήτων για ένα γόνιμο διάλογο με τις σπουδές αναπηρίας,
καθώς και την αποτίμηση των προσπαθειών που έχουν σημειωθεί μέχρι στιγμής 
(Scheer και Groce 1988, Ingstad και Whyte 1995, 2007, Schacht 2001, Klotz 2004,
Shuttleworth 2004, Shuttleworth και Kasnitz 2004, 2006, Reid-Cunningham 2009 
και στην ελληνική βιβλιογραφία Τεντόμας 2011: 57-74). Μολονότι τα ζητήματα
αυτά είναι πολλά και διαφορετικά,   μπορεί κανείς να διακρίνει μία κοινή 
συνιστώσα που διατρέχει την πραγμάτευσή τους: την πεποίθηση ότι εκείνο που 
χρειάζεται
η ανθρωπολογία της αναπηρίας για να διευρύνει τους ορίζοντές της και να οξύνει 
την ερευνητική και αναλυτική της ματιά είναι η εντατικοποίηση της 
«διαπολιτισμικής
(cross-cultural) έρευνας σχετικά με τη βλάβη, την αποκατάσταση και την 
αναπηρία, χρησιμοποιώντας διάφορες οπτικές σε ένα ευρύ φάσμα κοινωνιών» 
(Shuttleworth
και Kasnitz 2004: 152). 
Στην εισαγωγή του κομβικού για τη διαπολιτισμική μελέτη της αναπηρίας 
συλλογικού τους τόμου Disability and Culture (1995), οι Benedicte Ingstad και 
Susan
Reynolds Whyte θέτουν τα εξής ερωτήματα ως κεντρικά για τη συγκρότηση του 
πυρήνα ενασχόλησης της ανθρωπολογίας με την αναπηρία: 

Πώς γίνονται κατανοητές και αντιμετωπίζονται οι ελλείψεις (deficits) του 
σώματος και του νου σε διαφορετικές κοινωνίες; Πώς επηρεάζεται η πολιτισμικά 
κατασκευασμένη
ταυτότητα ενός ατόμου ως προσώπου από την αναπηρία; Πώς σχηματοποιούν τις 
τοπικές αντιλήψεις της αναπηρίας οι διαδικασίες πολιτισμικής αλλαγής (όπ.π.:
3);

Προσφέροντας μία διαφορετική προοπτική για τη θεώρηση της αναπηρίας, η μελέτη 
των θεμάτων αυτών συμβάλλει στην προβληματοποίηση και βαθύτερη κατανόηση
των οικείων μας κοινωνικών κατασκευών, γράφουν οι Ingstad και Whyte, 
τονίζοντας, ωστόσο, ότι απαραίτητη για κάτι τέτοιο είναι η προσοχή να 
αποφύγουμε ένα
σύνηθες για την πολιτισμική αντιπαράθεση (cultural juxtaposition)  σφάλμα: «την 
τάση μας να ερευνούμε τις άλλες κοινωνίες με τους όρους των δικών μας 
προβλημάτων
και, έτσι, να αποτυγχάνουμε να συλλάβουμε τις προϋποθέσεις στη βάση των οποίων 
λειτουργούν οι άλλοι» (όπ.π.: 4-5). Υπό αυτό το πρίσμα, η γνώση σχετικά
με το πώς κατασκευάζεται η αναπηρία σε δυτικά πλαίσια καθιστά τη διαπολιτισμική 
της μελέτη απαραίτητη όχι μόνο για να κατανοήσουμε τις διάφορες εκφάνσεις
της στην Ευρώπη και τη βόρεια Αμερική, αλλά και τις πολιτισμικές παραδοχές που 
υπονοούνται στις αναλύσεις μας ή που μεταφέρονται με τη μορφή εννοιών, ή
μέσω οργανισμών και πρακτικών σε συμφραζόμενα διαφορετικά από τα δυτικά (όπ.π.: 
7), όπως λόγου χάρη συνέβη με ένα πρόγραμμα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας
(ΠΟΥ) για την πρόληψη της τυφλότητας στο Μάλι της Αφρικής που μελέτησε η Nili 
Kaplan-Myrth (2001). Επεξεργαζόμενη τον ορισμό και τα κριτήρια που υιοθετεί
ο ΠΟΥ για την ταξινόμηση των αναπηριών και των ασθενειών, η ανθρωπολόγος 
συμπεραίνει ότι το εν λόγω πρόγραμμα αποδείχθηκε αναποτελεσματικό εξαιτίας της
αδυναμίας των επαγγελματιών και των μοντέλων δημόσιας υγείας να λάβουν υπόψη 
τις αντιλήψεις περί αναπηρίας στις κατά τόπους κοινωνίες όπου παρεμβαίνουν
για να παράσχουν τη βοήθειά τους – και όχι λόγω εξωτερικών εμποδίων της 
φτώχειας, της άγνοιας και της βρωμιάς, όπως ισχυρίζονται (όπ.π. 98). 
Η ομογενοποιητική αντίληψη του ΠΟΥ ότι υπάρχει «μία παγκόσμια, στατική 
εννοιολόγηση και εμπειρία της αναπηρίας» (όπ.π.: 92) είναι άμεσα συνυφασμένη με
τη δυτική βιολογικοποίηση/ιατρικοποίησή της που οι ανθρωπολόγοι επιχειρούν να 
αμφισβητήσουν, υποστηρίζοντας ότι «η αναπηρία υπάρχει μόνο σε σχέση με την
ικανότητα, αλλά όχι απαραίτητα με μία δυτική βιοϊατρική της έννοια» (Kasnitz 
και Shuttleworth 2001: 5). Εν συντομία, η βάση και, σε κάποιο βαθμό, η δύναμη
της αποδομητικής αυτής προσπάθειας έγκειται στην πολιτισμικά και κοινωνικά 
δομημένη  φύση της αναπηρίας (disability) και στη θεώρησή της όχι ως προϊόντος
του βαθμού λειτουργικής απώλειας ή βλάβης (impairment), αλλά των κοινωνικών 
προτύπων που καθορίζουν ποιο είδος σώματος, συμπεριφοράς ή/και ρόλου είναι
«κανονικό» (Reid-Cunningham 2009: 107). Όπως έχει αναφερθεί επιγραμματικά, ο 
δυϊσμός μεταξύ βλάβης και αναπηρίας συνιστά το κεντρικό επιχείρημα για τη
συγκρότηση του κοινωνικού μοντέλου της αναπηρίας και την ενδυνάμωση των 
ανάπηρων ατόμων (βλ. π.χ. Bolt 2005, Davis 2006, Oliver 2009). Την ίδια στιγμή,
ωστόσο, αποτελεί και το σημείο που έχει δεχθεί την εντονότερη κριτική από άλλες 
φωνές των σπουδών αναπηρίας, λόγω της θεωρητικής του επιλογής να προσεγγίζει
τη σωματική βλάβη ως φυσική και αμετάβλητη στον χώρο και το χώρο, 
αποκρύπτοντας, έτσι, ότι και αυτή, όπως και η αναπηρία, συνιστά μία κατηγορία 
που δομείται
στη βάση πολιτισμικά, ιστορικά, και πολιτικά καθορισμένων διαδικασιών και 
πρακτικών (βλ. π.χ. Hughes και Paterson 1997, Tremain 2006 και από μία 
φεμινιστική
σκοπιά Corker 1999 και 2010). Θεωρώντας ότι σε αυτή την παράβλεψη εδράζεται και 
μία βασική αναλυτική αδυναμία της ανθρωπολογικής ενασχόλησης με την αναπηρία
γενικά, αλλά και με την «αισθητηριακή βλάβη» (sensory impairment) ειδικότερα, 
στρέφομαι στο κείμενο των ανθρωπολόγων Elizabeth Keating και Neill Hadder
(2010) σχετικά με τη διερεύνηση της τυφλότητας και της κώφωσης.
Όπως υποστηρίζουν οι δύο συγγραφείς, βασικό μέλημα της διαπολιτισμικής μελέτης 
της βλάβης και της αναπηρίας είναι να σχετικοποιήσει τις δυο έννοιες στις
μη βιομηχανικές, μη δυτικές κοινωνίες, αναδεικνύοντας, μεταξύ άλλων, ότι τα 
αστικά δικαιώματα και ο ατομικισμός που στοιχειοθετούν τα δυτικά μοντέλα 
αναπηρίας
δεν αποτελούν τις μοναδικές αρχές για τη συγκρότησή της (οπ.π.: 117)•  και, 
επιπλέον, να αποσαφηνίσει τους πλείστους ρόλους που κατέχουν ο πολιτισμός και
η γλώσσα σχετικά με την «οργάνωση της εμπειρίας (sense making) και τη 
διαμεσολάβηση της αισθητηριακής πληροφορίας» (όπ.π.: 118). Στο πλαίσιο της 
διπλής
αυτής επιδίωξης, το βασικότερο ζήτημα που θέτουν οι Keating και Hadder αφορά 
στο πώς η κοινωνική κατασκευή της αναπηρίας διαπλέκεται με αυτή των αισθήσεων.
«Οι ιδεολογίες των αισθήσεων επηρεάζουν τη βλάβη στο βαθμό που οι πολιτισμικές 
ιστορίες της αισθητηριακότητας και της κοινωνικότητας συνεισφέρουν στις
αντιλήψεις σχετικά με το τι είναι φυσικό (natural)», γράφουν συγκεκριμένα 
(όπ.π.), ενώ παρόμοια είναι και η λογική βάσει της οποίας οργανώνουν την 
πλειονότητα
των λοιπών θεμάτων που σχετίζονται με τη τη μελέτη της αισθητηριακής βλάβης: το 
γεγονός, για παράδειγμα, ότι η απόκλιση από αυτό που νοείται ως φυσιολογική
αισθητηριακότητα δεν οδηγεί απαραίτητα στη βλάβη και στην αντιμετώπισή της ως 
αναπηρίας, αλλά εξαρτάται από τις ικανότητες και τις γνώσεις που η κάθε κοινωνία
αξιολογεί ως πιο σημαντικές. Ή, αντιστρόφως, ότι η ποικιλότητα της πολιτισμικής 
ιεράρχησης «των αισθητηριακών, χειρονακτικών και διανοητικών ικανοτήτων»
καθορίζει ποιες σωματικές διαφορές δυσχεραίνουν την επιτέλεση των 
δραστηριοτήτων τόσο ώστε να εκλαμβάνονται ως βλάβες και, συνεπώς, ως αναπηρίες 
(όπ.π.:
119-20). 
Εκτός από την αντίθεση βλάβη/αναπηρία, καίρια για τα παραπάνω είναι και η θέση 
ότι «οι ιεραρχήσεις των αισθήσεων διαφέρουν διαπολιτισμικά» (όπ.π.: 119).
Πρόκειται για τη θεώρηση που διαμόρφωσε τον πυρήνα της ανθρωπολογίας των 
αισθήσεων ως αυτόνομου κλάδου περί τα τέλη του 1980 και τις αρχές του 1990, 
ορίζοντας
ως πρωταρχικό μέλημά της την αποδόμηση του δυτικού οπτικοκεντρισμού. Όπως 
γράφει ο David Howes (1991), εισάγοντάς μας στον πρώτο συλλογικό τόμο που 
επιμελήθηκε
για να στοιχειοθετήσει τις αισθήσεις ως διακριτό πεδίο διερεύνησης και, 
συγχρόνως, ως μέσο για την κατανόηση των πολιτισμών, η ανθρωπολογία των 
αισθήσεων
άντλησε την έμπνευσή της από την εθνογραφική και φιλοσοφική στροφή της περιόδου 
εκείνης στη μελέτη του σώματος ως ξεχωριστής αναλυτικής έννοιας.   Συμμεριζόμενη
το συμπέρασμα ότι οι διαδικασίες απόκτησης γνώσης δεν εξαρτώνται μόνο από τις 
λειτουργίες του νου, αλλά καθορίζονται και διαμεσολαβούνται  και από τη σωματική
εμπειρία, ενδιαφέρθηκε να αποκαταστήσει το ρόλο των μη οπτικών αισθήσεων ως 
μέσων αντίληψης, νοηματοδότησης και οργάνωσης του κόσμου.  Στη βάση, λοιπόν,
του επιχειρήματος ότι οι αισθήσεις διαμορφώνουν και την ίδια στιγμή φέρουν 
πολιτισμό, αποτελώντας μία αντανάκλαση της ιστορίας του και ένα κανάλι διάδοσης
των κοινωνικών αξιών του, το ερευνητικό και αναλυτικό ενδιαφέρον του εν λόγω 
ανθρωπολογικού τομέα στράφηκε στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους
εννοιολογούνται και βιώνονται οι αισθήσεις μεταξύ διαφορετικών κοινωνιών, 
«ανάλογα με το νόημα, την έμφαση και την αξία που αποδίδεται στο κάθε 
αισθητηριακό
σύστημα»  (όπ.π.: 3-4). 
Όπως υποστηρίζουν οι Robert Desjarlais και Jason Throop στην επισκόπησή τους 
για τις ανθρωπολογικές προσεγγίσεις της φαινομενολογίας, οι μελέτες της 
ανθρωπολογίας
των αισθήσεων για την αισθητηριακή εμπειρία σε διάφορα ιστορικά και πολιτισμικά 
πλαίσια έχουν εμπλουτίσει τη φαινομενολογική οπτική στον κλάδο (2011: 90-1),
κυρίως δε αυτήν που αντανακλά την ισχυρότερη ίσως επιρροή που έχει δεχθεί η 
ανθρωπολογία από τη συγκεκριμένη παράδοση. Πρόκειται για την έννοια της 
«ενσωμάτωσης»
(embodiment), σύμφωνα με την οποία το σώμα δεν αποτελεί ένα αντικειμένο 
διαθέσιμο για διερεύνηση, εξέταση, έλεγχο, ερμηνεία, κ.ο.κ., αλλά έναν «τόπο από
τον οποίο τακτοποιείται η εμπειρία μας για τον κόσμο [...] μία ζωντανή οντότητα 
(living entity) με την οποία, και μέσω της οποίας, βιώνουμε ενεργά τον
κόσμο» (επ’ αυτού βλ. και την ανάλυση του Bourdieu (2006) περί σώματος και 
«έθους» (habitus)). Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, τι είναι του νου και τι της 
κοινωνίας,
ή τι υποκειμενικό και τι αντικειμενικό, δε διαχωρίζεται αυστηρά, αλλά εξαρτάται 
από τη στάση κάποιου απέναντι στον κόσμο και από τις ιστορικές και πολιτισμικές
συνθήκες που διαμορφώνουν τις ριζωμένες σε αυτόν αξίες, νόρμες και παραδοχές 
(όπ.π.: 89). Ή, αλλιώς, από το πώς «οι λειτουργίες και οι βιούμενες αμεσότητες
των σωμάτων» σε συγκεκριμένα πολιτισμικά συμφραζόμενα διαπλέκονται με 
πολιτικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς σχηματισμούς, καθώς και με διάφορες 
λογοθετικές
πρακτικές. Το «βιούμενο σώμα» (lived body), λοιπόν, όπως επισημαίνει και η 
Παπαγαρουφάλη, εμπνεόμενη από τις φαινομενολογικές αναλύσεις των Pierre Bourdieu
(1977) και Thomas Csordas (1993) περί ενσωμάτωσης, αποτελεί ένα «ενεργό 
υποκείμενο, το οποίο, συναισθανόμενο τις σκέψεις του και σκεπτόμενο τα 
συναισθήματά
του, συμμετέχει αδιαλείπτως στον κόσμο και συμβάλλει στην (ανα-)κατασκευή 
θεσμών, αξιών και κοινωνικών πολιτικών». Τα δε προϊόντα του νου «εκλαμβάνονται
ως πολιτισμικά επηρεασμένες σωματικές γνώσεις ή βιώματα και εμπειρίες» (2011: 
19, έμφαση στο πρωτότυπο). Υπό αυτό το πρίσμα, μία μελέτη για το πώς 
συγκροτείται
η συμμετοχή των τυφλών ατόμων στη γύρω πραγματικότητα και η αντίληψή τους για 
αυτήν (μία διεργασία που θεωρείται κατεξοχήν νοητική και, ως εκ τούτου, κυρίως
οπτική) χρειάζεται να λάβει υπόψιν τους τρόπους ενεργοποίησης και χρήσης των 
αισθήσεων και του σώματος ως βασικών αντιληπτικών μέσων – μία επιλογή που
δεν εδράζεται στην αναπόφευκτη, λόγω της οπτικής απουσίας, «σωματικότητα» της 
τυφλότητας, όπως συνήθως υποστηρίζεται, αλλά αντιθέτως, στην προβληματοποίησή
της. 
Αν και η ανθρωπολογία των αισθήσεων παρακινεί προς αυτή την κατεύθυνση, 
τονίζοντας ότι «βιώνουμε τα σώματά μας – και τον κόσμο – μέσω των αισθήσεων μας»
και ότι «η αισθητηριακή αντίληψη δεν είναι απλά μία πλευρά της σωματικής 
εμπειρίας, αλλά η βάση [για αυτήν]» (Classen 1997: 402, έμφαση στο πρωτότυπο),
εντούτοις παρουσιάζει μία παράλειψη που είναι αναγκαίο να τονιστεί. Σχετίζεται 
άμεσα με την ανησυχία της να αποδομήσει, εκτός από τον οπτικοκεντρισμό,
και το λογοκεντρισμό του δυτικού πολιτισμού, ο οποίος, σύμφωνα με εκπροσώπους 
της, ενισχύθηκε από την ευρύτερη αποδομιστική κίνηση της «πολιτισμικής 
κριτικής»,
όπως τη διαμόρφωσε μία σειρά κειμένων που δημοσιεύθηκαν τη δεκαετία του 1980.  
Απευθυνόμενα στο σύνολο της κοινωνικής ανθρωπολογίας και διαπραγματευόμενα
καίρια εσωτερικά θέματά της (ως προς την έρευνα, τη θεωρία, τη συγγραφή, αλλά 
και την εκπροσώπηση των υπό μελέτη κοινωνιών από τους ανθρωπολόγους), τα
κείμενα της πολιτισμικής κριτικής διατύπωσαν, μεταξύ άλλων, την ανάγκη για μία 
κομβική επιστημολογική αναθεώρηση: να προσεγγιστούν οι πολιτισμοί όχι ως
αντικείμενα του ερευνητικού βλέμματος που παρατηρεί από απόσταση, αλλά ως 
υποκείμενα που έχουν τη δική τους «φωνή» και με τα οποία ο ανθρωπολόγος 
συνομιλεί
στο πεδίο, αναστοχαζόμενος την εξουσιαστική ερμηνεία του επιστημονικού του 
λόγου και στο πώς αυτή μεταφέρεται αυτούσια στο γραπτό κείμενο της εθνογραφίας
(Marcus 1998). Παρ’ όλα αυτά, για την ανθρωπολογία των αισθήσεων, η μετατόπιση 
από την οπτική και αποστασιοποιημένη παρατήρηση των πολιτισμών και την ανάλυσή
τους ως «κειμένων» (ερμηνευτική ανθρωπολογία), στους τρόπους εκφοράς και 
διαπλοκής του λόγου (διαλογική ανθρωπολογία) κρίνεται εξίσου μεροληπτική και 
μονομερής.
Όπως υπογραμμίζει  ο Howes, το ζήτημα δεν είναι μόνο να ακουστεί κυριολεκτικά η 
φωνή των άλλων κοινωνιών, δίνοντας έμφαση στην εκφραστικότητα του λόγου
και τη διαντίδραση των ομιλιών, αλλά να επικεντρωθεί η ερευνητική προσοχή και 
στους υπόλοιπους αισθητηριακούς τρόπους (ηχητικούς, απτικούς, γευστικούς,
οσφρητικούς) με τους οποίους ο κάθε πολιτισμός βιώνει, ερμηνεύει και ταξινομεί 
τον εαυτό του και τον άλλο. Με το να προάγει, επομένως, ως βασικό θεωρητικό
εργαλείο της την έννοια της ομιλίας (speech), αντί του κειμένου, η 
ανθρωπολογική ανάλυση παραμένει στα όρια του λογοκεντρισμού (verbocentrism), 
αποκλείοντας
εκ νέου την αισθητηριακή διάσταση των όσων διερευνώνται (Howes 1991: 6-8, 2003: 
17-28, 2004: 1-4• βλ. και Classen 1997: 403-4).
Ένας σημαντικός αντίλογος στη συγκεκριμένη κριτική προέρχεται από την 
επισκόπηση των Thomas Porcello κ.ά. (2010) για τις βασικές θεωρίες και έρευνες 
που
έχουν συνδιαμορφώσει τις αισθήσεις ως διακριτό αντικείμενο ανθρωπολογικής 
έρευνας. Ειδικότερα, επισημαίνουν ότι, λόγω της τάσης της να εκτοπίζει τη γλώσσα
και το λόγο από τις μελέτες της, η ανθρωπολογία των αισθήσεων καταλήγει να 
παραβλέπει σημαντικές διαστάσεις για την κατανόηση της πολιτισμικής συγκρότησης
του αισθητηρίου, να καταργεί «πιθανόν παραγωγικές συνδέσεις ανάμεσα στη γλώσσα 
και τις αισθήσεις» (όπ.π.: 52), αλλά και να συσκοτίζει «περιοχές συμφωνίας
και αλληλεπικάλυψης μεταξύ διαφορετικών προσεγγίσεων της ενσώματης 
αισθητηριακής φύσης της ανθρώπινης εμπειρίας και κοινωνικότητας» (όπ.π.: 60). 
Διαφωνώντας,
επομένως, με το δίπολο σωματική γνώση/γλωσσική έκφραση ως βάση για τη 
διερεύνηση των αισθήσεων και υπενθυμίζοντας ενσώματες και υλικές διαστάσεις της 
γλώσσας
που αναδεικνύουν την αισθητηριακότητά της, οι Porcello κ.ά. προτείνουν την 
προσέγγισή της ως συστατικό  μέρος των διεργασιών βίωσης και εννοιολόγησης της
εμπειρίας (όπ.π.: 60-1• επ’ αυτού βλ. και Παπαγαρουφάλη 2002, όπου η γλώσσα/ 
λόγος εννοιολογείται ως habitus και όχι ως μία διαδικασία του νου που 
διαχωρίζεται
από την εμπειρία). 
Οι συγκεκριμένοι προβληματισμοί βρίσκονται στο επίκεντρο της κριτικής που 
επιχειρώ να ασκήσω με την παρούσα διατριβή στην ανθρωπολογία των αισθήσεων,  
υποστηρίζοντας
ότι στην προσπάθειά της να αποκαταστήσει την υποβιβασμένη αξία των μη οπτικών 
αισθήσεων οδηγείται στη φυσικοποίησή τους ως «αμεσότερων» και «αυθεντικότερων»
από την όραση αντιληπτικών μέσων και εμπειριών. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που ο 
Howes εκλαμβάνει την αισθητηριακότητα των τυφλών ατόμων ως έναν «ιδιαίτερο
πλούτο» στον οποίο η όραση στερεί την πρόσβαση (2004: 8), και περιγράφει την 
τυφλότητα ως την «ιδανική» συνθήκη απουσίας όρασης που εγγυάται την 
αδιαμεσολάβητη
από οπτικοκεντρικές συμβάσεις σύνδεση των αισθήσεων με το γύρω κόσμο και που 
αναδεικνύει παραδειγματικά την πολιτισμικά παραγνωρισμένη έννοια της 
πολυαισθητηριακότητας.
Σαν αποτέλεσμα, οι λογοθετικές πρακτικές που δομούν την απουσία όρασης ως 
«έλλειψη» και «αναπηρία» τίθενται εκτός θέματος. Με μία πρώτη ματία, το κενό
αυτό φαίνεται να καλύπτεται από την ανάλυση των Keating και Hadder, καθώς 
επικρίνουν, επίσης, την άποψη ότι «η αισθητηριακότητα παρέχει ένα αδιαμεσολάβητο
εμπειρικό υλικό» (2010: 116). Υποστηρίζουν, αντίθετα,  ότι η εμπειρία εν γένει, 
αλλά και αυτή που σχετίζεται με την αισθητηριακή βλάβη ειδικότερα, συγκροτείται
από λόγους και κοινωνικές πρακτικές και καλούν την ανθρωπολογία των αισθήσεων 
να διερωτηθεί για το πώς η βλάβη κάποιας αίσθησης μπορεί να καθιστά ένα άτομο
πολιτισμικά ανάπηρο (culturally impaired). Όπως εξηγούν περαιτέρω:

Με μία εκτενέστερη ένταξη της αισθητηριακής βλάβης στην εθνογραφία δίνεται η 
δυνατότητα να κατανοηθεί ένα ευρύ φάσμα στρατηγικών σχετικών με τις καθημερινές
κοινωνικές πρακτικές, να διασαφηνιστεί ο ρόλος της όρασης, της ακοής και των 
άλλων αισθήσεων στην οργάνωση της εμπειρίας και να κατανοηθούν τα όρια των
οπτικο- και ακουστικοκεντρικών λόγων για την έκφραση των εμπειριών της μερικής 
όρασης ή ακοής ή των τρόπων χωρικής αντίληψης που συνδυάζουν τη νοητική
φαντασία με τις μη οπτικές αισθήσεις (όπ.π.: 125). 

Τονίζοντας, λοιπόν, ότι η αισθητηριακή αναπηρία κατασκευάζεται ανάλογα με το 
πώς η κάθε κοινωνία βιώνει και νοηματοδοτεί τη βλάβη στη βάση της ιεράρχισης
των αισθήσεών της, επιτυγχάνουν να προβληματοποιήσουν τη φυσικοποίηση και των 
δύο εννοιών (αναπηρία, βλάβη) και να αναδείξουν τη μεταξύ τους διαπλοκή.
Εντούτοις, η εστίασή τους στο πώς δομείται η βλάβη μεταξύ διαφορετικών 
κοινωνιών και όχι εντός της ίδιας κοινωνίας εγείρει κριτικά σχόλια, παρόμοια με
αυτά που έχουν διατυπωθεί για το συνολικότερο έργο της ανθρωπολογίας της 
αναπηρίας. 
Οι ανθρωπολόγοι Shuttleworth και Kasnitz, για παράδειγμα, υποστηρίζουν ότι μία 
βασική αιτία για την οποία η ανθρωπολογία της αναπηρίας έχει καθυστερήσει
να διαμορφώσει μοντέλα κατάλληλα για τη διεξαγωγή διαπολιτισμικών εθνογραφικών 
μελετών έγκειται στην επικράτηση «μίας άκριτης [...] σχετικιστικής αντίληψης
από όπου απουσιάζει μία ανάλυση για τις σχέσεις εξουσίας» (2006: 14). 
Αντιπροτείνουν, λοιπόν, «την ανάπτυξη γενικών και διαπολιτισμικά εφαρμόσιμων 
κριτηρίων
για την καταπίεση των ανάπηρων ατόμων», με σκοπό τη βελτίωση της 
προσβασιμότητάς τους σε κοινωνικούς και πολιτισμικούς τομείς που θέτουν εμπόδια 
πιο δυσδιάκριτα
από τα περιβαλλοντικά, οικονομικά, εργασιακά και εκπαιδευτικά που κάτα κύριο 
λόγο απασχολούν τη θεωρητική και ακτιβιστική σκέψη των σπουδών αναπηρίας (όπ.π.:
15, 30-1). Ωστόσο, ενώ ορθώς επισημαίνουν ότι το εμπόδιο χρειάζεται να 
προσεγγιστεί στην πιο ευρεία του έννοια και ότι η πρόβαση αφορά μία «ποιότητα 
εμπειρίας»
που δε συνυφαίνεται μόνο με το περιβάλλον, την αρχιτεκτονική και τις 
υποστηρικτικές τεχνολογίες, αλλά και με τη σχέση μεταξύ ανθρώπων (όπ.π.: 31), 
επαναλαμβάνουν
μία θεωρητική αδυναμία για την οποία το κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας έχει 
συχνά επικριθεί: την τάση του να προϋποθέτει αυτό που προσπαθεί να αποδείξει,
δηλαδή την καταπίεση που προέρχεται από την κυριαρχία της αρτιμέλειας. 
Καταλήγει, με αυτόν τον τρόπο, να παραβλέπει το πώς και σε ποιες καταστάσεις η 
αναπηρία
βιώνεται και εννοιολογείται ως καταπίεση, ενώ συγχρόνως ομογενοποιεί τα ανάπηρα 
άτομα ως μία εκ των προτέρων καταπιεσμένη ομάδα (Shakespeare 2006β). 
Διαφωνώντας, επίσης, με το διαχωρισμό μεταξύ ανάπηρων και αρτιμελών και τη 
συνεπαγόμενη ουσιοποίησή τους ως ομάδων καταπιεζόμενων και καταπιεστών 
αντίστοιχα,
ο John Davis επιχειρεί να πολιτικοποιήσει τον πολιτισμικό σχετικισμό που 
διακρίνει την ανθρωπολογία της αναπηρίας, ακολουθώντας μία άλλη κατεύθυνση από
αυτή των Shuttleworth και Kasnitz. Εμπνεόμενος κυρίως από την πολιτισμική 
κριτική, επικρίνει καταρχάς την τάση πολλών ανθρωπολόγων να ομογενοποιούν τους
πολιτισμούς που διερευνούν, ενώ τονίζει ότι «η ανθρωπολογία δε θα έπρεπε να 
ενδιαφέρεται μόνο για τη σύγκριση των διαπολιτισμικών διαφορών μεταξύ κοινωνιών,
αλλά να αναγνωρίζει τη διαφορά και τη σύγκρουση εντός της κοινωνίας» (2000: 
196). Όπως γράφει στη συνέχεια, η εστίαση στη διαφορά και την ποικιλομορφία
είναι αναγκαία και για τη μελέτη της αναπηρίας, καθώς αναδεικνύει, αφενός το 
ρόλο των ατόμων ως δρώντων υποκειμένων και, αφετέρου τους πλείστους τρόπους
με τους οποίους σχετίζονται με, ή/και αντιστέκονται στις, κοινωνικές δομές 
(όπ.π.). Όσον αφορά στις επιφυλάξεις εκ μέρους των σπουδών αναπηρίας ότι μία
τέτοια προσέγγιση ενδέχεται να αποδυναμώσει την πολιτική δύναμη του κινήματος 
των αναπήρων και εν τέλει να δυσχεράνει τη ζωή τους, ο Davis επισημαίνει
τη σύγκρουση «ανάμεσα στην αναπαράσταση των διαφορετικών βιωμένων εμπειριών των 
ανάπηρων ατόμων και την προώθηση κοινωνικών αλλαγών» (όπ.π.: 98).   Η ένταση
αυτή θα μπορούσε να επιλυθεί, υποστηρίζει ο ανθρωπολόγος, ισορροπώντας τις 
αφηγήσεις των ατόμων για την καθημερινότητά τους με εξηγήσεις για το πώς αυτές
οι εμπειρίες σχετίζονται με ευρύτερες κοινωνικές επιρροές, ή αλλιώς, 
«συνθέτοντας τις έννοιες της δράσης (agency), του πολιτισμού και της δομής». Οι 
ποικίλοι
ορισμοί της καταπίεσης που προκύπτουν έτσι, αλλά και η κατανόηση για το πώς την 
εννοιολογούν διαφορετικά άτομα, ενδυναμώνουν τη συλλογικότητα του αναπηρικού
κινηματος και συγχρόνως παρέχουν μία λύση στο πρόβλημα του πολιτισμικού 
σχετικισμού (όπ.π.: 98-9).
Την αναγκαιότητα να διερευνηθούν οι τρόποι με τους οποίους οι προσωπικές 
εμπειρίες των ανάπηρων διαπλέκονται με τις κοινωνικές δομές επισημαίνει και η
Janis Klotz (2004), καθώς διαφωνεί με την ανθρωπολογική προσέγγιση της νοητικής 
αναπηρίας υπό το πρίσμα του κονστρουκτουβισμού, δηλαδή αποκλειστικά ως
προϊόν των ποικίλων κοινωνικοπολιτισμικών κατασκευών και δομών. Οι αναλύσεις 
αυτές, γράφει συγκεκριμένα, εστιάζουν «στις κατηγορίες, τις κατασκευές και
τις ταμπέλες, καθώς και στα κοινωνικά ιδρύματα και τις δομές και στο πώς αυτές 
επιδρούν στην αντίληψη και την αντιμετώπιση των ατόμων με νοητική αναπηρία».
Πρόκειται δε για κατηγορίες που λαμβάνονται ως δεδομένες και ως να έχουν ήδη 
προκαθορίσει την εμπειρία των ατόμων, με το διακύβευμα να αφορά κυρίως στη
«χειραφέτησή» τους από την αρνητική επιρροή των εκάστοτε κατασκευών ή στις 
κοινωνικές και ατομικές συνέπειες των λογοθετικών πρακτικών (όπ.π.: 98). Αν
και το ενδιαφέρον της Klotz στρέφεται κυρίως στη μελέτη της νοητικής αναπηρίας, 
οι κριτικές της παρατηρήσεις αφορούν και σε ένα μεγάλο κομμάτι της ανθρωπολογίας
της αναπηρίας. Σχετικά με την τυφλότητα, χαρακτηριστική είναι η δουλειά του 
Schlomo Deshen για «την κοινωνικοπολιτισμική κατασκευή της φυσικής κατάστασης»
των τυφλών ατόμων στο Ισραήλ ως αναπηρίας (1992: 3), και ειδικότερα για το πώς 
το στίγμα που φέρει η τυφλότητα διαμορφώνει, αλλά κυρίως δυσχεραίνει διάφορες
πτυχές της ζωής τους: από τις «πιο άμεσες και προσωπικές του σώματος», όπως 
κατηγοριοποιεί τη χρήση των άλλων αισθήσεων και των μέσων που διευκολύνουν
την κινητικότητα στον χώρο, έως τις σχέσεις οικειότητας του φιλικού και 
οικογενειακού περιβάλλοντoς και τις πιο κοινωνικές, όπως η εργασία, το κράτος 
πρόνοιας,
ο ακτιβισμός, κ.λπ. (όπ.π.: 4). 
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η έρευνα του τυφλού εθνογράφου John 
Gwaltney (1975) σε μία κοινότητα του Μεξικού. Αν και προγενέστερη, η λογική της
είναι παρόμοια με αυτή του Deshen, καθώς εστιάζει, επίσης, στην κοινωνική θέση 
των τυφλών ατόμων: στην αποδοχή και συμπερίληψή τους ως συμμετεχόντων στο
νοικοκυριό μέσω της επαιτείας και της εκτέλεσης χειρωνακτικών εργασιών αρχικά, 
στον αποκλεισμό τους, εν συνεχεία, εξαιτίας των ραγδαίων αλλαγών που επέφερε
η έλευση της μοντερνικότητας στα παραδοσιακά πρότυπα των οικογενειακών ρόλων. 
Μία ακόμη από τις ελάχιστες ανθρωπολογικές μελέτες γα την τυφλότητα βρίσκουμε
στο κείμενο της Nayinda Sentumbwe (1995) σχετικά με τις σεξουαλικές και 
γαμήλιες ευκαιρίες των τυφλών γυναικών στην Ουγκάντα. Συσχετίζοντας τις 
δυσκολίες
και τον κοινωνικό αποκλεισμό που βιώνουν ως μέλλουσες σύζυγοι βλεπόντων ανδρών 
με τη στερεότυπη θεώρηση της τυφλότητας ως «ανικανότητας», οι πτυχές που
αναδεικνύει η Sentumbwe ως προς την εμπειρία της οπτικής αναπηρίας σχετίζονται 
και πάλι με το στίγμα, την καταπίεση και την περιθωριοποίηση. 
Η πρωτοτυπία της έρευνάς μου έγκειται κυρίως στο ότι, σε αντίθεση με τις 
παραπάνω μελέτες, δεν προϋποθέτει ένα υποκείμενο κι ένα σώμα εκ των προτέρων 
διαθέσιμα
στις εγγραφές των κανονιστικών προτύπων της βλέπουσας κοινωνίας και ως να 
συγκροτούνται αποκλειστικά μέσω αυτών. Όπως παρατηρεί και η Klotz, η αναπηρία
συνιστά, επίσης, «μία πραγματικότητα που διαφοροποιεί την εμπειρία κάποιου του 
να είναι στον κόσμο», ενώ οι συνέπειες της διαφοράς αυτής χρειάζεται να
μελετηθούν καθώς παράγουν και, συγχρόνως, αποτελούν το προϊόν του εκάστοτε 
κοινωνικού και πολιτισμικού κόσμου (2004: 98). Συμφωνώντας με τη θεώρηση αυτή,
επιχειρώ να διερευνήσω τους βιωματικούς/αισθητηριακούς τρόπους με τους οποίους 
τα τυφλά άτομα δρουν και εμπλέκονται σε ένα πολιτισμικό πλαίσιο που υπερτιμά
και προάγει την όραση ως κυρίαρχη, εστιάζοντας παράλληλα και στο ακόλουθο 
ζήτημα: στο πώς η σωματική/αισθητηριακή διαφορά μεταξύ τυφλών και βλεπόντων 
ατόμων
βιώνεται σε ένα επίπεδο μικροφυσικής της εξουσίας, ή αλλιώς, σε ένα επίπεδο 
όπου, κατά το Foucault (1991), η εξουσία λειτουργεί παραγωγικά και όχι 
κατασταλτικά.
Με αυτή την έννοια και ακολουθώντας την πρόταση της Judith Butler «να 
εννοιολογηθεί εκ νέου η ύλη των σωμάτων ως αποτέλεσμα μίας εξουσιαστικής 
δυναμικής,
έτσι ώστε να είναι αδύνατο να διαχωριστεί από τις ρυθμιστικές νόρμες που 
κυβερνούν την υλοποίησή τους και τη σημασιοδότηση αυτών των υλικών 
αποτελεσμάτων»
(2008: 43), τόσο η οπτική βλάβη, όσο και οι αισθήσεις δεν  προσεγγίζονται ως 
ουδέτερες και δεδομένες φυσικότητες, αλλά ως προϊόντα επιτελεστικών πρακτικών,
«ως το πιο παραγωγικό αποτέλεσμα της εξουσίας» (όπ.π.). 
Είναι υπό αυτό το πρίσμα που το ερευνητικό μου ενδιαφέρον για τις αισθήσεις 
στην τυφλότητα και ειδικότερα για το πώς τα τυφλά άτομα βιώνουν και εννοιολογούν
τη γύρω πραγματικότητα μέσω της ακοής, της αφής και του εν κινήσει σώματός 
τους, συνυφαίνεται με το μέλημά μου να αποφύγω τη φυσικοποίηση των αισθητηριακών
αυτών εμπειριών ως πιο «άμεσων», «φυσικών» και «αυθεντικών» από τις οπτικές. Να 
αποφύγω, με άλλα λόγια, μία από τις βασικές παραδοχές της ανθρωπολογίας
των αισθήσεων, και αυτό για τρεις λόγους, εξίσου σημαντικούς. Πρώτον, γιατί 
θέτει εκτός διερεύνησης το πλήθος των περιπτώσεων όπου η όραση ανακαλείται
και διαπλέκεται με τις άλλες αισθήσεις και το σώμα, ως μνήμη ζωντανή που 
εγγράφεται στο σώμα.  Επιπλέον, γιατί παραβλέπει τους πλείστους τρόπους με τους
οποίους τα τυφλά άτομα, ως μέλη τα ίδια μίας οπτικοκεντρικής κοινωνίας, 
ενσωματώνουν και σωματοποιούν τις συμβάσεις της. Και τέλος, γιατί συσκοτίζει το
ότι η (πολυ)αισθητηριακότητα στην τυφλότητα δε συγκροτείται ανεξάρτητα από τις 
νόρμες της οπτικής κυριαρχίας και τους λόγους που την τροφοδοτούν, αλλά
εν μέσω των περίπλοκων σχέσεων εξουσίας που διαχέονται στην κοινωνία με τρόπους 
αδιόρατους, μικροφυσικούς, αλλά πάντα αισθητηριακούς, φέρνοντας την οπτική
αναπηρία και αρτιμέλεια αντιμέτωπες, άλλοτε για να συγκρουστούν και άλλοτε για 
να συμφιλιωθούν. Σε αυτό το πλαίσιο, αναγκαία για τη μελέτη της τυφλότητας
ως αισθητηριακής αναπηρίας στον ελλαδικό χώρο είναι μία πολιτική των αισθήσεων, 
όπως αυτή σχηματοποιείται σε συγκεκριμένα κοινωνικά, πολιτισμικά, πολιτικά
και οικονομικά συμφραζόμενα. 
http://www.eoty.gr
________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Κατάλογος ηχητικών βιβλίων για ανάγνωση
http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.xls
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που 
λειτουργούν οι φορείς των τυφλών
____________

Απαντηση