ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΧΑΡΙΔΗ «ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ: ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΉ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ «ΟΡΑΣΗΣ» (μέρος 7ο) Χώρος, αισθήσεις και τυφλότητα Η ανάλυση προς μία τέτοια κατεύθυνση προϋποθέτει την προβληματοποίηση της κλειστότητας που αποδίδεται στη σχέση χώρου και σώματος. Τόσο στα γενικότερα πλαίσια των σπουδών αναπηρίας, όσο και στα πιο συγκεκριμένα του ελληνικού, συνδικαλιστικού κινήματος των τυφλών, ο συσχετισμός των δύο αυτών εννοιών αποκλειστικά ως εμποδίου (χώρος) και εμποδιζόμενου (σώμα) που κατασκευάζουν οι νόρμες της οπτικής αρτιμέλειας παραπέμπει στη Γεωγραφία της δεκαετίας του 1970, περίοδο κατά την οποία, οι μαρξιστές κυρίως γεωγράφοι άσκησαν κριτική στη θετικιστική προσέγγιση των προηγούμενων χρόνων και υποστήριξαν ότι ο χώρος δεν αποτελεί μία αντικειμενική και μετρήσιμη υλικότητα, αλλά διαμορφώνεται στη βάση κοινωνικών διεργασιών και υλικών κοινωνικών πρακτικών. Κατέληξαν, έτσι, στο διαχωρισμό μεταξύ χωρικού και κοινωνικού και στην αποκλειστική εννοιολόγηση του χώρου ως ενσωμάτωση και αποτέλεσμα κοινωνικών σχέσεων (Γιαννακόπουλος και Γιαννιτσιώτης 2010: 12-3). Ωστόσο, το πώς ο χώρος, υλικός και κοινωνικός, διαμορφώνεται μέσα από την αισθητηριακή επιστημολογία των τυφλών ατόμων και την κίνησή τους σε αυτόν, αλλά και αντίστροφα, το πώς οι αισθήσεις, το σώμα και η υποκειμενικότητά τους κατασκευάζονται στα πλαίσια συγκεκριμένων χώρων και συσχετισμών εξουσίας, προϋποθέτουν τη διττή εκείνη θεώρηση του χώρου που άρχισε να διαμορφώνεται ήδη από τη δεκαετία του 1980 στον τομέα της γεωγραφίας και κατ' επέκταση των κοινωνικών επιστημών. Σύμφωνα με τη λεγόμενη «κοινωνιο-χωρική διαλεκτική» και την κριτική της απέναντι στη μονομερή εννοιολόγηση του χώρου αποκλειστικά ως κοινωνικής κατασκευής, ο χώρος αποκτά τη δική του δυναμική και γίνεται πλέον αντιληπτός, αφενός ως προϊόν κοινωνικών σχέσεων και, αφετέρου, ως μέσο και συνθήκη ύπαρξης των τελευταίων. Αυτό που υποστηρίζεται, με δυο λόγια, είναι ότι «το χωρικό κατασκευάζεται κοινωνικά, αλλά και το κοινωνικό συγκροτείται επίσης χωρικά» (όπ.π.: 13). Πρόκειται για έναν «εξανθρωπισμένο» χώρο, όπως γράφει και ο Christopher Tilley, για «έναν κοινωνικά παραγόμενο χώρο [που] συνδυάζει το γνωσιακό, το υλικό και το συγκινησιακό σε κάτι το οποίο μπορεί να αναπαραχθεί, αλλά επιδέχεται πάντοτε μετασχηματισμό και μεταβολή (2012: 219). Υποστηρίζοντας, επίσης, ότι ο χώρος συγκροτεί και συγχρόνως συγκροτείται από κοινωνικές σχέσεις και διαδικασίες, η Massey συνδέει στενά την έννοια του χωρικού με αυτήν του πολιτικού για να τονίσει ότι το κεντρικό ερώτημα σχετικά με την πολιτική διεκδίκηση και διευθέτηση του δημόσιου χώρου δεν αφορά στο εάν οι διαχωρισμοί - με την έννοια της κατασκευής εμποδίων ή της χάραξης ορίων - είναι απλά κάτι το καλό ή κακό. Ένας γενικός διαχωρισμός μεταξύ χωρικής ανοιχτότητας ή κλειστότητας σημαίνει μία διαχείριση του χώρου και του πολιτικού με όρους αφηρημένων σχηματοποιήσεων, ενώ αυτό που χρειάζεται να ληφθεί εξίσου υπόψιν είναι οι λεπτομέρειες των αλληλοσυνδέσεων μεταξύ χώρου, κοινωνικών πρακτικών και σχέσεων. Το ερώτημα, επομένως, που η Massey θεωρεί κρίσιμο εστιάζει στο πώς η ανοιχτότητα ή η κλειστότητα του χώρου κατασκευάζεται εν μέσω συγκεκριμένων συσχετισμών εξουσίας και δύναμης (2005: 165-6, έμφαση δική μου). Βάσει αυτού και σε αντιπαράθεση με την εκ των προτέρων θεώρηση του χώρου ως περιοριστικού για την τυφλότητα, το ζήτημα που ανακύπτει αφορά στο πώς τα ίδια τα τυφλά άτομα βιώνουν το σώμα και τις αισθήσεις τους σε σχέση με το χώρο όπου κινούνται κάθε φορά, αποφασίζοντας έτσι και για την εννοιολόγησή του ως προσβάσιμου ή μη. Ένα από τα πρώτα πράγματα που φέρνει το εν κινήσει σώμα των τυφλών ατόμων στον υλικό, αλλά και κοινωνικό χώρο, είναι το λευκό μπαστούνι και το γεγονός ότι μοιάζει να προεκτείνει την απτή υλικότητα του εαυτού, το ίδιο το σώμα δηλαδή και την αφή του, σε ό,τι νοείται ως εξωτερικό αυτού. Κατ' αυτή την έννοια, τόσο ο σχεδιασμός συγκεκριμένων διαδρομών, όπως εκείνων που ακολουθεί η Τάνια, όσο και οι χρήσεις του μπαστουνιού, εκτός από αντιμετώπιση εμποδίων στην ελευθερία και ασφάλεια κίνησης των τυφλών ατόμων, συνιστούν και τρόπους διαχείρισης της σωματικής/ απτικής έκθεσης του εαυτού στο δημόσιο χώρο, ή αλλιώς, σε οτιδήποτε θεωρείται ότι βρίσκεται εκτός του. Μπορούν να ερμηνευθούν, επομένως, και ως μία προσπάθεια αναζήτησης τρόπων ύπαρξης εντός των συσχετισμών εξουσίας που συνυφαίνουν οι διαφορετικές ιεραρχήσεις των αισθήσεων σε δεδομένα χωρικά συμφραζόμενα. «Από το να πηγαίνω ψάχνοντας με τα χέρια και τα πόδια, θεώρησα πιο αξιοπρεπές να βγάλω το μπαστούνι», ανέφερε η Φλώρα στην αφήγησή της, δείχνοντας έτσι ότι μία από τις δυτικές παραδοχές που ενσωματώνουν και τα ίδια τα τυφλά άτομα είναι ότι η αφή κατέχει τη χαμηλότερη θέση στην αισθητηριακή ταξινόμηση λόγω του ότι θεωρείται ως η πιο «σωματική» και λιγότερο «πολιτισμένη», ή «ζωική», όπως αλλιώς ονομάζεται, αίσθηση (Stoller 1989, Synnott 1991, Candlin 2004, 2006, Classen 1993, 1998, 2005, 2012). Το μπαστούνι υπάρχει ακριβώς για να εντοπίζει τα εμπόδια και να κρατάει το σώμα των τυφλών ατόμων σε απόσταση από τον κόσμο - μία από τις κατεξοχήν λειτουργίες, δηλαδή, που θεωρείται ότι επιτελεί η όραση. Ή, αλλιώς, σε αντικατάσταση των χεριών και των ποδιών που αναζητούν την επόμενη κίνηση του σώματος ψιλαφώντας τα πράγματα, η ανιχνευτική κίνηση του μπαστουνιού παρέχει μία πιο διαμεσολαβημένη και, άρα, αποστασιοποιημένη και ασφαλή, κατά μία έννοια, αίσθηση της αφής. Κι αυτή, όμως, η πρακτική φαίνεται να τίθεται εξίσου υπό επιτήρηση και περιορισμό και να σημασιοδοτείται ως «μη-πολιτισμένη», καθώς εξακολουθεί να παραπέμπει σε μία μορφή αγγίγματος και μία κάποια προέκταση του σώματος: όχι μόνο για το μπαστούνι «μπλέκεται» κυριολεκτικά στα πόδια των άλλων εμποδίζοντας την κίνηση, όπως σχολίασε η Τάνια, αλλά και γιατί με την απτική παρουσία του μπορεί να διαμορφώσει αισθητηριακά κοινωνικούς χώρους που απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε βλέποντα άτομα (τον αχανή και ανοργάνωτο σταθμό των αθηναϊκών ΚΤΕΛ ή το συντηρητικό περιβάλλον της ελληνικής επαρχίας). Τέτοιες «αναβολές» για αναδιαμόρφωση του υλικού και κοινωνικού χώρου από την αφή και το σώμα - όπως διαμεσολαβούνται από το μπαστούνι εν προκειμένω - κάνουν εμφανή την αισθητηριακή πρωτοκαθεδρία της όρασης και την επιβολή της στον χώρο. Μολονότι, όμως, οι αναβολές αυτές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κατασκευής των τυφλών ατόμων ως εμποδιζόμενων υποκειμένων και του χώρου ως εμποδίου, δε φαίνεται να περιλαμβάνονται στους διάφορους, κινηματικούς και μη, λόγους περί πρόσβασης. Ακριβώς εξαιτίας του ότι οι τελευταίες επικεντρώνονται σε μία πιο σχηματοποιημένη υπέρβαση των περιορισμών που θέτει η βλέπουσα, δυτική κοινωνία, η δυσκολίες πρόσβασης αναγνωρίζονται ως ζήτημα μονομερούς επιβολής και απαγόρευσης και όχι ως προϊόν των συσχετισμών δύναμης και εξουσίας που εκφράζονται με όρους αισθήσεων και που διαχέονται στον χώρο με τρόπους σχεδόν αδιόρατους. Μία τέτοια μονομέρεια παραπέμπει έμμεσα στον εισαγωγικό σχολιασμό της Massey σχετικά με τη μακροχρόνια συνήθειά μας να αντιλαμβανόμαστε τον χώρο από την αποστασιοποιημένη θέση του εξερευνητή: ως μία επιφάνεια δεδομένη και συνεχή, διαθέσιμη για διάσχιση και ίσως κατάκτηση, όπου «τα μέρη, οι άνθρωποι, οι πολιτισμοί φαντάζουν απλά σαν φαινόμενα 'πάνω' της», με τη σημαντική κοινωνική και πολιτική συνέπεια να στερούνται την ιστορία και τη δυναμική τους (2005: 4). Παραπέμπει, επίσης, στις κριτικές επισημάνσεις εκ μέρους πολλών κοινωνικών ανθρωπολόγων, οι οποίες, κινούμενες σε μία παρόμοια λογική, υποστηρίζουν ότι η δυτική πρόσληψη του χώρου ως ουδέτερης επιφάνειας, ως φόντου (background), όπου οι άνθρωποι απλά δρουν χωρίς να το επηρεάζουν (ή να επηρεάζονται από αυτό) (Low και Lawrence-Zuniga 2003: 1-2), συνυφαίνεται άμεσα με τη διαδικασία εξωτικοποίησης των πολιτισμών, την αντικειμενοποίησή τους, δηλαδή, ως «άλλων». Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την κριτική του Arjun Appadurai (1998), η ανθρωπολογία έχει κατασκευάσει την κατηγορία των «ιθαγενών» ή «γηγενών» (natives) ως αντικείμενο μελέτης της και μέσα από το θεωρητικό εγκλωβισμό των πολιτισμών τους σε απόμακρους (από τις δυτικές μητροπόλεις) τόπους (places). Σε αντίθεση με την ελευθερία κινήσεων και τη μεταβλητότητα που θεωρείται ότι χαρακτηρίζουν τις πόλεις, οι γηγενείς αναπαριστώνται ως φυσικά ακίνητοι και περιορισμένοι σε συγκεκριμένους τόπους και τρόπους ζωής, ως άμεσα συνδεδεμένοι με ένα χώρο συμπαγή και αμετάβλητο (όπ.π.: 36-40). Συμπληρωματική μίας τέτοιας άποψης είναι η προσέγγιση του χώρου ως φυσικά ασύνδετου και κατακερματισμένου, η οποία, κατά τους Akhil Gupta και James Ferguson (1992), περιχαρακώνει και σημειώνει τις προς μελέτη πολιτισμικές διαφορές εντός των ορίων συγκεκριμένων χωρικών τοποθεσιών. Υπό αυτό το πρίσμα, διαχωρισμοί, όπως «εαυτός»/«άλλος» ή «εδώ»/«εκεί», καταλήγουν να εκλαμβάνονται ως δεδομένοι, με αποτέλεσμα «ο χώρος να λειτουργεί ως κεντρική οργανωτική αρχή [.] την ίδια στιγμή που εξαφανίζεται από την αναλυτική σκοπιά» (όπ.π.: 6-8). Προτείνουν, έτσι, να εγκαταλείψουμε τη φυσικοποίηση των πολιτισμών στη βάση των διαφορετικών χώρων και αντί αυτού να εξερευνήσουμε «την παραγωγή της διαφοράς μέσα σε χώρους κοινούς, μοιρασμένους και συνδεδεμένους» (όπ.π.: 16). Στη φυσικοποίηση των «άλλων» πολιτισμών λόγω χωρικού κατακερματισμού αναλογεί η αυτοματοποιημένη σύνδεση μεταξύ οπτικής αναπηρίας και εμποδίου: εκείνοι/ες που βλέπουν διαχωρίζονται εξ αρχής από αυτούς/ές που δε βλέπουν, λόγω του ότι η απούσα ή ελλιπής όρασή τους θεωρείται ικανή να τους/τις εγκλωβίζει εντός των ορίων που χαράσουν στον χώρο οι περιορισμοί της βλέπουσας κοινωνίας. Ή, στην καλύτερη περίπτωση, οι διαδρομές που διανύουν τα τυφλά άτομα μοιάζουν να ισοδυναμούν με την «υπέρβαση» των δομικών κυρίως περιορισμών που επιβάλλουν οι νόρμες της οπτικής αρτιμέλειας. Με αυτόν τον τρόπο, τα τυφλά άτομα καταλήγουν να φυσικοποιούνται ως εμποδιζόμενα και, συνεπώς, αποκλεισμένα - λόγω κάποιας εγγενούς οπτικής βλάβης ή της κοινωνικής αναπηρίας που τους επιβάλλεται - γύρω από μία οπτικοποιημένη αντίληψη του χώρου: ως εάν ο χώρος, με άλλα λόγια, να μην απευθύνεται στις υπόλοιπες αισθήσεις τους και, έτσι, να τα ακινητοποιεί εντός του. Επομένως, μολονότι η σχέση της τυφλότητας με τον χώρο είναι πολυαισθητηριακή, όπως θα φανεί στη διάρκειατης παρούσας διατριβής, η εκ των προτέρων πρόσληψη του σώματός της ως εμποδιζόμενου, και του χώρου ως εμποδίου, τροφοδοτείται, μεταξύ άλλων, από τη σταδιακή και τελικά επικρατούσα θεώρηση που ταυτίζει τη βίωση του χώρου με την όραση - υποβιβάζοντας τις «άλλες» αισθήσεις ως προς τη συμμετοχή τους στη δυτική αντίληψη της χωρικότητας. Η έννοια της «γραμμικής προοπτικής» αποτελεί μία συμπυκνωμένη αποτύπωση της ταύτισης αυτής και της εξέλιξής της στον χρόνο, καθώς περί τα τέλη του 18ου αιώνα και τις αρχές του 19ου κατόρθωσε να προάγει ως κυρίαρχο το ρόλο της όρασης γενικά και της οπτικής αναπαράστασης του χώρου πιο συγκεκριμένα (Jay 1998: 66-9). Ο προνομιακός ρόλος της όρασης στη δυτική επιστημολογία, γράφει ο Martin Jay, ανάγεται στα αρχαία ελληνικά χρόνια. «Είτε με όρους πραγματικής παρατήρησης με τα δύο μάτια [.], είτε με εκείνους της εσωτερικής διανοητικής υπόθεσης (speculation)», η όραση θεωρήθηκε ως η πιο ικανή αίθηση να διακρίνει μεταξύ των πραγμάτων και ως ο πιο αξιόπιστος αισθητηριακός διαμεσολαβητής ανάμεσα στον άνθρωπο και τον κόσμο (1986: 176). Είναι, ωστόσο, στη νεωτερικότητα, που, λόγω διαφόρων συνθηκών και εφαρμογών της, ο ρόλος της ισχυροποιείται (όπ.π.: 177). Ο Paul Stoller, για παράδειγμα, αναφέρει την άνοδο των φυσικών επιστημών στα χρόνια του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, περίοδο κατά την οποία η όραση αναδείχθηκε ως η κατεξοχήν αίσθηση της επιστημονικής γνώσης: «η έμφαση στην εμπειρική παρατήρηση [της] έδωσε προνομιακή θέση, αντικαθιστώντας τις προκαταλήψεις των 'ταπεινότερων αισθήσεων' (ειδικά της όσφρησης και της αφής)» που επικρατούσαν το Μεσαίωνα (1989: 7-8). Στις φυσικές επιστήμες αναφέρεται και ο Foucault (2009), καθώς η κριτική του ανάλυση για τη γέννηση και καθιέρωση της ιατρικής την ίδια περίοδο εστιάζει, μεταξύ άλλων, στην εξουσία που αναγνωρίστηκε στο «ιατρικό βλέμμα» να συγκροτεί το σώμα των ασθενών ως αντικείμενο οπτικής παρατήρησης και κατηγοριοποίησης. Από τη δική του πλευρά, ο Walter J. Ong (1991) αποδίδει την άνοδο της όρασης στην ανακάλυψη της γραφής καταρχάς και του αλφαβήτου στη συνέχεια. Όπως εξηγεί συγκεκριμένα, η νέα αυτή μορφή οπτικής επικοινωνίας άλλαξε «την ισορροπία των αισθήσεων από το προφορικό στο οπτικό» και εντατικοποιήθηκε με την καθιέρωση και διάδοση της τυπογραφίας. Δεν περιορίστηκε, ωστόσο, στη γραφή, «τη λέξη που κυριολεκτικά κλειδώνεται στον χώρο», αλλά επεκτάθηκε και στην έννοια της «γραμμικής προοπτικής» (lineal perspective): από τη ζωγραφική τέχνη, για παράδειγμα, αφαιρέθηκαν τα διακοσμητικά στοιχεία και εισάχθηκαν επεξηγηματικές εικόνες και διαγράμματα, ενώ η εξερεύνηση του χώρου βασίστηκε στις οπτικές αναπαραστάσεις της φαντασίας και των χαρτών. Την έμφαση στην προοπτική, ως μία από τις κύριες αιτίες σταδιακής επικράτησης της οπτικότητας (visualism) στη δυτική αντίληψη του χώρου, αναφέρει και ο David Howes. Η γραμμική προοπτική, μας λέει, δεν αποτελεί κάτι το φυσικό για την ανθρώπινη όραση, αλλά ανακαλύφθηκε το 15ο αιώνα από τον Ιταλό ζωγράφο Alberti, όταν τοποθέτησε μεταξύ εκείνου και του θέματός του ένα τετραγωνισμένο πλαίσιο. Η τεχνική αυτή διαμεσολάβηση βοήθησε την όραση να σταθεροποιείται στο αντικείμενό της και είχε ως αποτέλεσμα, όχι μόνο «την ενίσχυση της φυσικής δύναμης του ματιού να επιβλέπει τα πράγματα από μακριά», αλλά και «την αχρήστευση των μη οπτικών αισθήσεων [.] ως τρόπων γνώσης και επικοινωνίας» (1991: 4-5). Τη δυνατότητα για οπτικό έλεγχο του χώρου από μία προνομιακή θέση που δημιουργούσε η εντύπωση της αποστασιοποιημένης όρασης ενίσχυαν και οι διαφορετικές οπτικές γωνίες που μπορούσε να υιοθετήσει ο ζωγράφος, ανάλογα με την αλλαγή κατεύθυνσης της ματιάς του. Έτσι, «ο οπτικός χώρος μετατρέπεται σε ιδιοκτησία του ατομικού, αποστασιοποιημένου ατόμου, από τη θεϊκή τοποθεσία του οποίου υπάρχει ένα εξαρτημένο, διαθέσιμο για οικειοποίηση αντικείμενο» (Cosgrove 1985: 48-9, αναφέρεται στο Rodaway 1994: 132). Εστιάζοντας στη μελέτη και κατανόηση του ίδιου του χώρου, ο γεωγράφος Paul Rodaway επισημαίνει ότι η όραση, ως η αίσθηση που θεωρείται ότι παρέχει την απαραίτητη απόσταση νοούμενη και ως αντικειμενικότητα στην ανθρώπινη αντίληψη, έχει αποτελέσει τον πυρήνα και για την επιστημολογία της γεωγραφίας: η έννοια της γραμμικής προοπτικής συνιστά μία από τις βασικές οπτικές μεταφορές οργάνωσης της έρευνας και παραγωγής της γνώσης του γεωγραφικού χώρου, ενώ βοηθητικά του ανθρώπινου ματιού για τη διερεύνηση και ταξινόμησή του χρησιμοποιούνται διάφορα οπτικά μέσα και αναπαραστάσεις (χάρτες, αεροφωτογραφίες, αποτύπωση σύνθετων σχέσεων σε διαγράμματα, κ.ά). Αυτή η οπτικοποίηση του χώρου εκφράζεται επιπλέον στην έννοια του «τοπίου» (landscape), όρου εξίσου σημαντικού και συγγενικού με αυτόν της προοπτικής (1994: 115-7), ο οποίος - μαζί με το χάρτη - αναδεικνύεται ως κεντρικός για την κατανόηση και αποτύπωση του χώρου, επίσης, κατά την περίοδο της ευρωπαϊκής Αναγέννησης. Σε συνδυασμό με την τεχνική της γραμμικής προοπτικής, ο συμβολισμός του τοπίου κατόρθωσε να μετατρέψει την τρισδιάστατη πραγματικότητα σε εικόνες των δύο διαστάσεων, απαντώντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, στην απαίτηση της εποχής για «ρεαλιστική» αναπαράσταση του κόσμου, κυρίως στον τομέα της τέχνης. Σύμφωνα με τον Rodaway, αν και η ιστορία του όρου αποτελείται από πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους ερμηνείες, η εξέλιξή του μέσα στον χρόνο αντικατοπτρίζει μία αυξανόμενη αφαίρεση στη σχέση μεταξύ ανθρώπου και κόσμου, καθώς δίνεται όλο και μεγαλύτερη έμφαση στην οπτική του αναπαράσταση: η έννοια του τοπίου ταυτίζεται σταδιακά με αυτήν του αποστασιοποιημένου παρατηρητή που αντιλαμβάνεται τον περιβάλλοντα χώρο από μία θέση «αντικειμενική», δηλαδή, «ως έχει», και στην ολότητά του. Η εγκαθίδρυση σχέσεων εξουσίας μεταξύ αυτού που «βλέπει» και του αντικειμένου θέασής του, ή εκείνου που παράγει το οπτικό προϊόν (καλλιτέχνης, γεωγράφος, κ.λπ.) και των καταναλωτών του, αναφέρεται ως μία από τις συνέπειες της συγκεκριμένης σύμβασης (όπ.π.: 126-33). Τόσο ο Rodaway, όσο και ο Howes, από την πλευρά της γεωγραφίας και της ανθρωπολογίας των αισθήσεων αντίστοιχα, εκφράζουν μία κοινή ανησυχία που διατρέχει το σύνολο του επιχειρήματός τους: αυτήν της υποβίβασης των υπόλοιπων αισθήσεων που διακρίνει τον οπτικοκεντρισμό του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Αναβάλλοντας για το επόμενο κεφάλαιο την ανάλυση των θεωρητικών προσπαθειών για αποδόμηση της πρωτοκαθεδρίας της όρασης, κυρίως από τους κοινωνικούς ανθρωπολόγους, και τις πολιτικές συνέπειες ενός τέτοιου εγχειρήματος για εκείνες τις επιστημολογίες που χαρακτηρίζονται από τη διαφορετική αισθητηριακή ιεράρχησή τους (συμπεριλαμβανομένης της τυφλότητας), η αναλυτική μου προσοχή στρέφεται στο ρόλο που παίζουν τόσο η φυσικοποίηση του χώρου ως τοπίου, όσο και η έννοια της γραμμικής προοπτικής ως «φυσικού» τρόπου βίωσής του, για τις πρακτικές πρόσβασης των τυφλών ατόμων, κυρίως δε για τη χρήση του λευκού μπαστουνιού. Η σχετικά πρόσφατη (2007), «επαναστατική» ανακάλυψη, συστηματική προώθηση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και ένθερμη υποδοχή από τον χώρο των τυφλών του Smart Eyes, ενός προγράμματος ηλεκτρονικής χαρτογράφησης της πόλης και πλοήγησης στους δρόμους της για τυφλά άτομα, αποτελεί τρανταχτό παράδειγμα οπτικοποίησης του χώρου και «λύσης» του ζητήματος της πρόσβασης, επίσης, με όρους οπτικούς. Πολύ σύντομα, αυτό που μπορεί να σχολιαστεί εδώ (για περισσότερες λεπτομέρειες, βλ. στο επόμενο κεφάλαιο) είναι ότι η συγκεκριμένη τεχνολογία πρόσβασης επιχειρεί να εισαγάγει τη γραμμική προοπτική στην κίνηση και αντίληψη των τυφλών ατόμων - καθώς θεωρείται ότι απουσιάζει από την αισθητηριακή τους επιστημολογία - και να υποκαταστήσει με εκ των προτέρων σχεδιασμένες διαδρομές τη ρευστότητα και αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει συχνά τη βήμα-προς-βήμα αντίληψη του χώρου. Με αυτή την έννοια, σκοπός του smart eyes δεν είναι να αντικαταστήσει τη χρήση του λευκού μπαστουνιού, αλλά να τη συμπληρώσει με μία ποιοτική αλλαγή: να προ-βλέψει, να δει, δηλαδή, σε μεγαλύτερη συγκριτικά με το μπαστούνι απόσταση και να σχεδιάσει με μεγαλύτερη εγκυρότητα και ασφάλεια το επόμενο βήμα της κίνησης των τυφλών ατόμων. να επι-βλέψει, με άλλα λόγια, επαρκώς τον χώρο, στρέφοντας την σωματική/αισθητηριακή προσοχή τους σε ταξινομήσεις που οργανώνονται γύρω από πολιτισμικά εγκαθιδρυμένες συμβάσεις της όρασης. Μιλώντας, επομένως, για οπτικοποίηση του χώρου, το ζήτημα δεν αφορά μόνο στο ότι η εμπειρία του χώρου δομείται γύρω από την αίσθηση της όρασης, αλλά και στο ότι ο ίδιος ο χώρος μοιάζει να απευθύνεται σε ένα υποκείμενο του οποίου η όραση λαμβάνεται ως δεδομένη. Ή, διαφορετικά, η δυνατότητα αλληλοσυγκρότησης μεταξύ χώρου και υποκειμένου έχει βασιστεί σε όρους οπτικής επάρκειας, ακόμη και όταν αυτή επιχειρείται να επιτευχθεί με τρόπους τεχνητούς, όπως το smart eyes. Τοποθετημένες σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι βιωματικές εμπειρίες και διαδρομές των τυφλών ατόμων προσπερνούνται ως δευτερεύουσες, ενώ ο χώρος μοιάζει να μένει ανέγγιχτος από την παρουσία και κίνησή τους. Ή, με όρους αισθήσεων, αυτό που δε λαμβάνεται υπόψιν σχετικά με το τι συγκροτεί τον χώρο ως περιοριστικό ή, αντιθέτα, ως προσβάσιμο για τα τυφλά άτομα, είναι, αφενός, η πολιτισμική σημασιοδότηση και κατασκευή των άλλων αισθήσεων σε σχέση με τον υπερτροφικό ρόλο που αποδίδεται στην όραση. και αφετέρου, οι διάφοροι τρόποι με τους οποίους αυτές καλλιεργούνται και ενεργοποιούνται από τα τυφλά άτομα ώστε να ταξινομήσουν το γύρω περιβάλλον και να εξοικειωθούν με τις λεπτομέρειες που το δομούν. Πιο συγκεκριμένα, λόγω του ότι το μπαστούνι έχει ερμηνευτεί κυρίως ως εργαλείο πρόσβασης κι ο χώρος ως εμπόδιο που μπορεί να υπερβαθεί μόνο με όρους οπτικούς, οι σχέσεις εξουσίας που προκύπτουν με αφορμή την έκταση της αφής και του σώματος προς τους ανθρώπους και τα πράγματα μένουν στην αφάνεια. Ο προβληματισμός, συνεπώς, που τίθεται εδώ και τον οποίο επιχειρώ να αναλύσω στη συνέχεια αφορά στο πώς διαμορφώνεται η υποκειμενικότητα των τυφλών ατόμων καθώς κινούνται σε χώρους οπτικοποιημένους. Σε χώρους δηλαδή όπου η αφή, αυτή η «άλλη» ή «ζωική» αίσθηση, και το σώμα συνολικά, θεωρούνται ότι διαταράσσουν και ίσως απειλούν την τάξη της όρασης - με τη διαμεσολαβημένη εγγύτητα του μπαστουνιού εν προκειμένω. Ορατότητα και κατασκευές οπτικής αναπηρίας Πώς αλληλοσημειώνονται το σώμα των τυφλών ατόμων και οι χώροι που δια-σχίζουν κάθε φορά, καθώς έρχονται σε επ-αφή μέσω του λευκού μπαστουνιού; Και σε τι συνίσταται αυτή η «επ-αφή» μεταξύ χώρου και σώματος στα πλαίσια της τυφλότητας; Τα συγκεκριμένα ερωτήματα έχουν τεθεί ήδη μία φορά για να εισαγάγουν τον/την αναγνώστη/ρια στον προβληματισμό σχετικά με την κυρίαρχη θεώρηση του χώρου ως οπτικής αναπαράστασης και άρα ως εξ ορισμού περιοριστικού για τα τυφλά άτομα. Επαναλαμβάνονται τώρα εδώ για να προσθέσουν στην ανάλυση περί πρόσβασης και υποκειμενοποίησης των τυφλών ατόμων τη δυτικοκεντρική πολιτισμική ένταση που φέρνει σε αντίθεση την υποτιθέμενη αμεσότητα της αφής και ικανότητα της όρασης να αποστασιοποιείται, και η οποία έρχεται στο προσκήνιο με αφορμή τις ποικίλες χρήσεις του λευκού μπαστουνιού. Στοχεύουν, με αυτή την έννοια, να διερευνήσουν όχι μόνο το πώς το μπαστούνι διευκολύνει την πρόσβαση των τυφλών ατόμων στην υλική χωρικότητα, αλλά και τους τρόπους με τους οποίους η ίδια του η παρουσία - ως μέσου πρόσβασης και προέκτασης του σώματος κατά μία έννοια - διαμεσολαβεί τη σχέση τους με τον κοινωνικό και οπτικοποιημένο κατά κύριο λόγο χώρο και διαμορφώνει αυτό που νοείται ως οπτική βλάβη. Υπονοούν, επίσης, μία συνομιλία με «την παραδοσιακή καρτεσιανή πρόκριση του αποστασιοποιημένου, σκεπτόμενου υποκειμένου», για το οποίο η υποτιθέμενη αντικειμενικότητα της όρασης συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση (Jay 1986: 179) και σε αντιδιαστολή προς το οποίο τείνει να συγκροτείται το ίδιο το τυφλό άτομο - ως υποκείμενο που αδυνατεί να γνωρίζει και, συνεπώς, να υπάρχει. Υπό ένα τέτοιο πρίσμα, η αφήγηση της Φλώρας για τον αρχικό δισταγμό της να χρησιμοποιήσει το μπαστούνι της στο σταθμό των ΚΤΕΛ, ή στο χωριό της, μπορεί να ερμηνευτεί πέρα από τους διαχωρισμούς τυφλότητα/βλέπουσα κοινωνία και εμπόδιο/ελεύθερος χώρος και να συμπεριλάβει πιο λεπτές αποχρώσεις των συσχετισμών εξουσίας που τροφοδοτούν και τροφοδοτούνται από τη σχεδόν αδιόρατη αντιπαράθεση μεταξύ αφής και όρασης σε διάφορα χωρικά πλαίσια. Ή, διαφορετικά, η αμφιθυμία που αντανακλούν τα λόγια της Φλώρας μπορεί να ιδωθεί ως μία πτυχή της διαφοράς που δομείται εντός των «κοινά μοιρασμένων» χώρων (κατά τους Gupta και Ferguson όπ.π.) μεταξύ τυφλών και βλεπόντων. Οι διαφορετικοί τρόποι χρήσης, βίωσης και εννοιολόγησης του μπαστουνιού που περιγράφει η Φλώρα παραπέμπουν καταρχάς σε δύο διαφορετικά συμφραζόμενα: σε αυτά της ανωνυμίας της πόλης, των αποστασιοποιημένων σχέσεων και των γρήγορων μετακινήσεών της, όπου η παρουσία του μπαστουνιού πιθανόν να περάσει απαρατήρητη, και στα πιο σφιχτοδεμένα του χωριού, όπου η ίδια τεχνολογία πρόσβασης γίνεται αφορμή για κοινωνικό σχολιασμό, συνήθως αρνητικό. Ωστόσο, στην περίπτωση του αστικού σταθμού λεωφορείων με επαρχιακούς προορισμούς, τα μεταξύ τους όρια ρευστοποιούνται - αν ήταν ποτέ απολύτως διακριτά. Σε αυτόν τον «οριακό» χώρο, τα διαφορετικά συμβολικά φορτία που φέρει το λευκό μπαστούνι στο εκάστοτε πλαίσιο εμφανίζονται πιο έντονα και ξεκάθαρα μέσα από την αντίθεσή τους και για το λόγο αυτό η χρήση του καταδεικνύει μία αμφισημία. Από τη μία πλευρά, κάνει ορατό το «στίγμα» της αναπηρίας της όρασης, για να δανειστώ προς στιγμή τον όρο του Erving Goffman (2001). Αν και μακριά από το χωριό, στο σταθμό των λεωφορείων η Φλώρα κινδυνεύει να «πέσει» πάνω σε κάποιον συγχωριανό της και, έτσι, να εκτεθεί στο «βλέμμα» ολόκληρης της τοπικής και συντηρητικής κοινωνίας από την οποία κατάγεται και στην οποία αποφεύγει να κυκλοφορεί μόνη. Στο χωριό, λοιπόν, η τυφλότητα φαίνεται να συγκροτείται ως αντικείμενο «συγκάλυψης ή αποσιώπησης» (όπ.π.). Από την άλλη, αυξάνει την πιθανότητα να θεωρηθεί η Φλώρα αναξιοπρεπής αν, αντί του μπαστουνιού, χρησιμοποιήσει το σώμα της ως αντιληπτικό μέσο. Η εικόνα του τυφλού ατόμου που βαδίζει αργά, με τα χέρια σε προέκταση και επιχειρεί αγγίζοντας να προ-λάβει και να αποφύγει τη «σύγκρουση» με ότιδήποτε βρίσκεται μπροστά και εκτός του, αποπνέει την αίσθηση του γκροτέσκου σώματος που αναλύει ο Michael Bakhtin: την αίσθηση εκείνου του σώματος που βρίσκεται σε μία συνεχή διαδικασία συγκρότησης, καθώς εκτείνεται πέρα από τα προσωπικά του όρια, πέρα από τα όρια της εξατομίκευσης, για να βιώσει και να αντιληφθεί τον χώρο εν προκειμένω (2004: 104-5). Εκτός από τους ιδιωτικούς και οικείους χώρους όπου ζει, εργάζεται και κινείται καθημερινά κάποιο τυφλό άτομο, την εικόνα αυτή μπορεί κανείς να τη συναντήσει σχεδόν αποκλειστικά - αν και όχι συχνά - εσωτερικά του χώρου των τυφλών, μεταξύ τυφλών ατόμων και εντός των σχετικών ειδικών δομών. Εκεί, με άλλα λόγια, όπου η πρακτική του «αγγίγματος» και η πιθανή «σύγκρουση» μεταξύ σωμάτων ή σωμάτων και αντικειμένων θεωρούνται περισσότερο επιτρεπτές, ανεκτές, και άρα αναμενόμενες. Υπό αυτό το πρίσμα, το τι θεωρείται σωματικά/αισθητηριακά αναμενόμενο στην περίπτωση της τυφλότητας παραπέμπει, τόσο στην αναλυτική έννοια του στίγματος, όσο και στην αισθητική κατηγορία του γκροτέσκου. Σε πολύ γενικές γραμμές, μπορεί να ειπωθεί ότι και οι δύο οπτικές επιχειρούν να προσεγγίσουν το ζήτημα της «απόκλισης» από το «φυσιολογικό» και να αναλύσουν ή να περιγράψουν την αλληλεπίδραση ανάμεσα στην ορατότητα του διαφορετικού σώματος και την κατεστημένη τάξη πραγμάτων. Προερχόμενες, ωστόσο, από διαφορετικά πεδία (αυτό της κοινωνιολογικής επιστήμης κι εκείνο της τέχνης και της αισθητικής αντίστοιχα) διαφέρουν ως προς το σημείο θέασης που υιοθετoύν και τη δυναμική που αποδίδουν στη στιγμή της συνάντησης μεταξύ «στιγματισμένων και φυσιολογικών», όπως σχηματοποιεί ο Goffman τις δύο κατηγορίες ατόμων. Διαφοροποιούνται, δηλαδή, ως προς τη δυνατότητα που αναγνωρίζουν στην παρουσία του σωματικά διαφορετικού να επιβληθεί, έστω προσωρινά, και ίσως να σημειώσει το χώρο και το πλαίσιο όπου συναντάται με την κανονικότητα. Βλέπουν, με αυτή την έννοια, δύο διαφορετικές δυνατότητες συγκρότησης εκείνου του εαυτού που νοείται ότι αποκλίνει από τη νόρμα: με βάση το βαθμό αποδοχής της και την ικανότητα προσαρμογής στα πλαίσιά της, η πρώτη. μέσω της υπερβολικής έκθεσης του μη κανονικού και, έτσι, της προσπάθειας για υπέρβασή της (excess), η δεύτερη. Πιο συγκεκριμένα, στο έργο του για το στίγμα και τη διαχείριση της «φθαρμένης ταυτότητας» (spoiled identity) (2001), ο Goffman, μεταξύ άλλων, περιγράφει λεπτομερώς και σχολιάζει εύστοχα τις καθημερινές προσπάθειες και τις τεχνικές που επινοούν τα άτομα προκειμένου να καλύψουν, να διορθώσουν ή να αμβλύνουν εκείνα τα χαρακτηριστικά που οπτικοποιούν τη διαφορετικότητά τους και απειλούν να τα αποκλείσουν από το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, καθώς θεωρούνται ικανά να διαταράξουν την ισορροπία και την ομαλή έκβαση της επικοινωνίας με αυτούς που νοούνται ως φυσιολογικοί στο εκάστοτε πλαίσιο. Είτε πρόκειται για κάποιο σωματικό στίγμα, όπως αυτό που σηματοδοτεί την ύπαρξη αναπηριών, είτε για κοινωνικό, το οποίο προκύπτει από συμπεριφορές και στάσεις ζωής που δε συμβαδίζουν με τις κοινωνικά αποδεκτές, το ενδιαφέρον για τον Goffman βρίσκεται στο βαθμό κατά τον οποίο η διαφορά που υποβιβάζει μπορεί να αποσπάσει την οπτική κυρίως προσοχή των φυσιολογικών άλλων, μαρτυρώντας, έτσι - ή φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο, αν είναι ήδη γνωστή - τη μειονεκτική θέση, όχι μόνο αυτού που θεωρείται στιγματισμένος, αλλά και των οικείων προσώπων του πολύ συχνά. Από μία άποψη, λοιπόν, η ανάλυση του Goffman επικεντρώνεται στους τρόπους με τους οποίους η νόρμα κατορθώνει να επιβληθεί και να περιορίσει τις συμπεριφορές και τα σώματα που αποκλίνουν από το κανονικό. Αυτή είναι και η διάσταση του στίγματος που έχει αποτελέσει κεντρικό εργαλείο για πολλές μελέτες στα πλαίσια των σπουδών αναπηρίας, αλλά και της ανθρωπολογίας της αναπηρίας: το στίγμα αποτελεί ένα από τα βασικά αίτια της κοινωνικής καταπίεσης και του αποκλεισμού που υφίστανται τα ανάπηρα άτομα, καθώς ανάγει τη σωματική κυρίως διαφορά σε χαρακτηριστικό που υποβιβάζει το άτομο στο σύνολό του (Coleman 2006). Το στίγμα, με άλλα λόγια, συνιστά μία κοινωνική κατασκευή και, ειδικότερα, έναν από τους βασικούς τρόπους με τους οποίους η σωματική βλάβη κατασκευάζεται ως κοινωνική αναπηρία. Εκείνο, ωστόσο, που φαίνεται να παραβλέπεται από τις θεωρήσεις περί στίγματος και αναπηρίας και να απουσιάζει από το διεκδικητικό τους λόγο για απελευθέρωση από τα υπάρχοντα στερεότυπα, είναι η διπλή λειτουργία που ο Goffman αναγνωρίζει στη έννοια της νόρμας, όταν τονίζει συμπερασματικά ότι «τα κανονιστικά πρότυπα της ταυτότητας γεννούν αποκλίσεις όσο και προσαρμογή» (2001: 212). Με άλλά λόγια, η ικανότητα της νόρμας να αναπαράγει τον εαυτό της, κατασκευάζοντας την έννοια του μη κανονικού και τις φιγούρες ή συμπεριφορές που την ενσαρκώνουν, προϋποθέτει την αποδοχή της - σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό - από εκείνα τα άτομα που δεν κατορθώνουν να ανταποκριθούν στις επιταγές της. Και είναι ακριβώς αυτή η ενσωμάτωση της νόρμας που αποφεύγουν να αναλύσουν όσες θεωρήσεις προσεγγίζουν την κατασκευή της οπτικής αναπηρίας μονομερώς, ως προϊόν, δηλαδή, επιβολής των κανονιστικών προτύπων της βλέπουσας κοινωνίας. Για παράδειγμα, μία από τις πτυχές της σωματικότητας των τυφλών ατόμων που ανα-κρίνουν οι οικείες και βαθιά ριζωμένες οπτικές ταξινομήσεις αφορά στην εξωτερική τους εμφάνιση, κυρίως δε στη μορφολογία του προσώπου τους: μάτια που μοιάζουν ακίνητα, ή άλλα, αεικίνητα, που τελικά δεν εστιάζουν πουθενά, η εντύπωση ενός προσώπου συχνά ανέκφραστου ή εκείνου που παραπέμπει στην αθωότητα και το ακόμη ασημείωτο από εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, διάφορες παραμορφώσεις των ίδιων των ματιών ή της περιοχής γύρω από αυτά ανάλογα με την περίπτωση και τη μορφή τύφλωσης, είναι κάποιες από τις φυσιογνωμικές ιδιαιτερότητες που κάνουν την έκφραση και τα χαρακτηριστικά του προσώπου να στερούνται «φυσικότητας» (με την έννοια αυτού που νοείται ως ανθρώπινα φυσιολογικού και άρα αναμενόμενου), προκαλώντας συχνά την έκπληξη, την αμηχανία ή και τον οίκτο όσων βλέπουν - «το μάτι είναι άτιμο πράγμα», μου είχε τονίσει κάποια στιγμή ένας συνομιλητής μου. Πρόκειται για δυσμορφίες, με άλλα λόγια, που συγκροτούν σημαντικό μέρος από το στίγμα της τυφλότητας και είναι στην επιθυμία απόκρυψης της διαστρεβλωμένης αυτής φυσικότητας που συχνά οφείλεται η χρήση των μαύρων ή σκουρόχρωμων γυαλιών - αν και πλέον χρησιμοποιούνται λιγότερο σε σχέση με το παρελθόν, κυρίως για να διευκολύνουν τη λειτουργία της όρασης όσων διαθέτουν κάποια αίσθηση του φωτός - και στην πιο μόνιμη αποκατάστασή της που στοχεύουν διάφορες ιατρικές επεμβάσεις αισθητικής, όπως οι διορθώσεις πλαστικής χειρουργικής ή η τοποθέτηση τεχνητών ή γυάλινων βολβών στη θέση αυτών που έχουν καταστραφεί από κάποια ασθένεια ή ατύχημα. Σε αυτό το πλαίσιο, το συγκεκριμένο στίγμα δυσμορφίας φαίνεται να βρίσκει την απόλυτη έκφρασή του στον όρο «αόμματος», σε εκείνο το πρόσωπο, δηλαδή, που του λείπουν τα μάτια. Οι σκέψεις του Στέφανου, για το πόσο αληθινό μπορεί να ήταν το θαύμα που παρουσιάζει τον Χριστό να αποκαθιστά την χαμένη όραση του τυφλού αγγίζοντας το πρόσωπο ή τα μάτια του, αντανακλούν τη σημασία του να έχει κανείς ένα φυσιολογικό πρόσωπο. ένα πρόσωπο με μάτια, εν προκειμένω, ανεξάρτητα από το βαθμό και την ποιότητα της όρασης που του εξασφαλίζουν. Δεν είναι ότι ο τυφλός δεν είχε μάτια και [ότι ο Χριστός] τον έκανε να δει. Άλλο να είσαι αόμματος και άλλο να έχεις μάτια, αλλά να μη βλέπεις. Του έβαλε τη λάσπη, η οποία μπορεί να είχε κάποια βότανα και να τον έκανε καλά από κάποια μόλυνση που μπορεί να είχε. Άλλωστε και τα φάρμακα από βότανα φτιάχνονται. Δεν του έβαλε βολβούς ο Χριστός. Δε θα μπορούσε να το κάνει. Πέραν της αμφισβήτησης απέναντι στη χριστιανική θρησκεία γενικά και τις θαυματουργές ικανότητες της πίστης ειδικότερα που μπορεί να εκφράζει μία τέτοια εκλογικευμένη άποψη, το ενδιαφέρον έγκειται στο ότι προβληματοποιεί το περιεχόμενο του ίδιου του όρου «αόμματος». Η χρήση του καθίσταται προσβλητική λόγω του ότι ταυτίζει την τυφλότητα όχι με κάποια αλλοίωση των νοούμενων ως φυσιολογικών χαρακτηριστικών του προσώπου, αλλά με μία απόλυτη έλλειψη: αυτήν που αφήνει η απουσία των ματιών. Πρόκειται, δηλαδή, για μία λανθασμένη αναγωγή που υπονοεί ότι το τυφλό άτομο εκτός από την αίσθηση της όρασης, δε διαθέτει ούτε το απαραίτητο εκείνο όργανο που κάτω από διαφορετικές συνθήκες θα της επέτρεπε να λειτουργήσει και, επομένως, ούτε και την ελάχιστη δυνατότητα για αποκατάστασή της. Με αυτή την έννοια, ο όρος αόμματος δε σηματοδοτεί μόνο μια μη αναστρέψιμη βιολογική παθογένεια, αλλά καταδεικνύει κι ένα σωματικό κενό που θεωρείται αδύνατο να καλυφθεί και το οποίο τελικά φέρνει σε αμηχανία τη δυτική ερμηνεία που προσεγγίζει το πρόσωπο ως ένα είδος «βαθέως κειμένου» ή «βιβλίου» διαθέσιμο για ανάγνωση, όπου τα μάτια και σε ένα βαθμό το στόμα αποκαλύπτουν το βάθος που οι διάφορες φαινομενικότητες αποκρύπτουν (Stewart 1984: 127). Λαμβάνοντας, επίσης, υπόψιν την επισήμανση του Georgio Agamben ότι το πρόσωπο είναι «ο μόνος τόπος κοινότητας, η μόνη δυνατή πόλη» (2003: 121, αναφέρεται στο Αθανασίου 2007: 152), η έλλειψη οφθαλμών μεταφέρει αυτόματα το τυφλό άτομο «εκτός τόπου», κατά τη Mary Douglas (2004), στο επίπεδο της μη κοινωνικότητας και επικοινωνίας, καθώς σημαδεύει το πρόσωπο και, συνεπώς, στο σώμα του, με την έννοια που αποδίδει ο Foucault στο «ανθρώπινο τέρας»: μία παραβίαση τόσο των νόμων της φύσης όσο και αυτών της κοινωνίας (2011: 119-20). Ή, αλλιώς, ο αόμματος αποτελεί μία ακραία φιγούρα που ωθεί την τυφλότητα στα όρια της απόλυτης μη κανονικότητας - φυσικής και κοινωνικής. Η επίμονη εναντίωση του Στέφανου, επομένως, στην καταχρηστική εναλλαγή των όρων τυφλός και αόμματος αναδεικνύει την ενσωμάτωση αυτής ακριβώς της δυτικής κατασκευής του προσώπου και των ματιών: ως των κατεξοχήν τόπων επι-κοινωνίας μεταξύ του εαυτού και του άλλου, του εντός και του εκτός. Αυτή η εντύπωση για αδυνατότητα επικοινωνίας δεν περιορίζεται μόνο στο πρόσωπο των τυφλών ατόμων, αλλά αφορά και σε κινήσεις του σώματός τους, σε κινήσεις, δηλαδή, χαρακτηριστικές της τυφλότητας. Έτσι, η τάση του κεφαλιού να μένει σκυφτό, στραμμένο προς το έδαφος ή προσανατολισμένο ψηλά, πάνω από το ύψος των ώμων, καθώς και μία γενικότερη ακαμψία στη σωματική κίνηση και στάση, από τη μία μαρτυρούν συχνά την ένταση εκείνης της προσοχής όταν οι υπόλοιπες αισθήσεις, αλλά και το σώμα στο σύνολό του, αναλαμβάνουν το ρόλο αντιληπτικού μέσου. Συγχρόνως, όμως, αποπνέουν και μία έλλειψη ή μία δυσκολία επαφής με το περιβάλλον, η οποία μπορεί να ανακαλέσει εικόνες νοητικής αναπηρίας. «Πολλές φορές, οι άνθρωποι μπερδεύουν την τυφλότητα με τον αυτισμό», μου είχε επισημάνει ο Τάσος, διευκρινίζοντας ότι και ο ίδιος, όταν ξεχνιέται, βυθίζεται σε εκείνη την επαναλαμβανόμενη κίνηση, την μπρος-πίσω ταλάντευση του σώματος (rocking). Συμβαίνει συνήθως σε στιγμές αμηχανίας, όπως τότε στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου, όπου, περιμένοντας όρθιοι την πτήση του προορισμού τους, η βλέπουσα φίλη και συνταξιδιώτισά του τον επέπληξε έντονα: «Σταμάτα να κάνεις έτσι! Μοιάζεις με αυτιστικό, ενώ δεν είσαι». Έχει εργαστεί στο χώρο της νοητικής αναπηρίας, μου εξήγησε ο Τάσσος, κι επομένως έχει εμπειρία από τέτοια άτομα και ανάλογες συμπεριφορές. Εκείνος, από τη δική του πλευρά, αποδίδει τη συγκεκριμένη κίνηση στη δυσκολία που του προκαλεί η μη-συστηματική πρόβλεψη για πρόσβαση στις δομές του περιβάλλοντα χώρου, δημιουργώντας του έτσι μία αδιαφορία για ό,τι υπάρχει εκτός. Σηματοδοτεί για αυτόν, με άλλα λόγια, την αδυνατότητα σύνδεσης με τις λεπτομέρειες του εξωτερικού κόσμου και κατ' επέκταση την απόσυρση στον εαυτό, την αναδίπλωση προς τα μέσα. Ωστόσο, παράλληλα με την κριτική που ασκεί για την έλλειψη υποδομών για τα ανάπηρα άτομα γενικά, και τα τυφλά ειδικότερα, φαίνεται τελικά πως και ο ίδιος σωματοποιεί το στίγμα της νοητικής αναπηρίας, καθώς συνειδητοποιεί ότι η συγκεκριμένη επαναληπτική κίνηση τον κάνει να θυμίζει αυτιστικό. Είναι με αυτή την έννοια, επομένως, που πολύ συχνά επιχειρεί να την περιορίσει. Αν, λοιπόν, η μεταφορά του αόμματου προσώπου φέρνει στο προσκήνιο της ανάλυσης την πολιτισμική σημασία των ματιών ως μέσου επικοινωνίας με τον άλλο, εκείνη του αυτιστικού σώματος αναδεικνύει τη σημασία της όρασης ως κατεξοχήν εργαλείου αντίληψης και γνώσης του εξωτερικού κόσμου και, συνεπώς, διαύλου σύνδεσης με αυτόν. Ή, καλύτερα, στην ιδιαίτερη σωματικότητα του ατόμου με νοητική αναπηρία φαίνεται να συμβολοποιείται η πολιτισμική εκείνη ερμηνεία των αισθήσεων που προτάσσει την όραση ως την πιο διανοητική αίσθηση του ανθρώπου και συνδέει την απουσία της με το ά-λογο και τη μη-νόηση, κατασκευάζοντας τελικά το στίγμα που συνοδεύει πιο συχνά από άλλα την τυφλότητα: την ταυτισή της με την αδυναμία αντίληψης και κατανόησης. Με αυτή την έννοια, η γλώσσα του σώματος ως τρόπου οπτικής αποκρυπτογράφησης του άλλου και επικοινωνίας με αυτόν αποκτά βαρύτητα και για τα ίδια τα τυφλά άτομα. Το σχόλιο της Φλώρας για τη σωματική εκφραστικότητα που της αναγνωρίζουν όσοι βλέπουν είναι ενδεικτικό: Η φίλη μου η Λένα μου λέει κάτι πολύ πετυχημένο: «όταν κάποιος γνωρίσει τη Φλώρα έχει ένα καλό και ένα κακό. Το καλό είναι ότι δεν είναι σαν τους άλλους τυφλούς. Και το κακό είναι ότι δεν είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα» [...] Μερικές φορές η Λένα ξεχνάει ότι δε βλέπω. Εκεί, επομένως, που άλλα τυφλά άτομα εμφανίζονται φτωχά στις εκφράσεις του προσώπου τους και μουδιασμένα στις σωματικές τους κινήσεις, η ευχέρεια της Φλώρας να κάνει νοήματα καθώς μιλάει, χρησιμοποιώντας, είτε το κεφάλι, είτε τα χέρια της, προσδίδει στη φυσιογνωμία της κάτι από την επικοινωνιακή ευγλωτία που θυμάται ή/και θεωρεί ότι διαθέτει το σώμα των βλεπόντων, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που κάνει τους άλλους να ξεχνούν, έστω και προσωρινά, ότι είναι τυφλή. Μιλώντας, επομένως, για το στίγμα που φέρει η τυφλότητα και λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω παραδείγματα, το θέμα που χρήζει αναλυτικής προσοχής δεν είναι η απελευθέρωση των ατόμων από τους κανόνες της οπτικής αρτιμέλειας, σαν να επρόκειτο για κάτι που βρίσκεται εξωτερικά του εαυτού και του σώματός τους, αλλά οι διάφοροι τρόποι ενσωμάτωσής τους ως αναπόσπαστου μέρους της διαδικασίας υποκειμενοποίησής τους. Πιο συγκεκριμένα κι εφόσον ο Goffman εκλαμβάνει την ορατότητα ως βασικό μέσο και απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία του στίγματος (2001: 118-21), η ενσωμάτωση της νόρμας αφορά στην εσωτερίκευση του αξιολογητικού βλέμματος των άλλων από την πλευρά των τυφλών ατόμων και στον τρόπο με τον οποίο αυτή τροφοδοτεί την κατασκευή του σώματός τους βάσει των στερεοτυπικών εκείνων αντιλήψεων που οι μελετητές της αναπηρίας επιχειρούν να αποδυναμώσουν. Καθώς, λοιπόν, η εξουσία του βλέμματος κατορθώνει να πολιορκεί «τα σώματα, τις χειρονομίες και τις συμπεριφορές», για να παραφράσω τα λόγια του Foucault (2008: 81), είναι υπό το καθεστώς μίας τέτοιας ορατότητας που το λευκό μπαστούνι αποκτά έναν επιπλέον ρόλο από εκείνον του βοηθητικού εργαλείου: αυτόν της τεχνολογίας πρόσβασης που περισσότερο ίσως από οποιαδήποτε άλλη εκθέτει το σώμα των τυφλών ατόμων στο αξιολογητικό βλέμμα των άλλων, συμβάλλοντας στην κατασκευή της υποκειμενικότητάς τους ως αποκλίνουσας και μη κανονικής, και εμπλέκοντάς τα στις σχέσεις εξουσίας που συγκροτούνται από και συγκροτούν τα εκάστοτε χωρικά συμφραζόμενα. Με αυτή την έννοια, η αμφιθυμία της Φλώρας για τη χρήση του μπαστουνιού αναδεικνύει το πώς η κυρίαρχη θεώρηση του χώρου ως οπτικής αναπαράστασης και εμπειρίας εγγράφεται στο σώμα των τυφλών ατόμων σε ένα επίπεδο που δεν αφορά στην αμοιβαία οπτική επικοινωνία μεταξύ προσώπων, αλλά στην εσωτερίκευση του βλέμματος των άλλων και των κοινωνικών ταξινομήσεων και κριτηρίων που είναι ενσωματωμένα σε αυτό. Επισημαίνει, έτσι, τη δυσφορία που ενδέχεται να της προκαλέσει όχι μόνο η ορατότητα του ίδιου του μέσου πρόσβασης, αλλά και του σώματος που «εκτείνεται» για να αντιληφθεί, αυτές οι δύο αντιληπτικές πρακτικές, δηλαδή, που εκθέτουν δημοσίως, αν και η κάθε μία με το δικό της τρόπο και τη δική της ένταση, τη διαφορετικότητα που διακρίνει την αισθητηριακή επιστημολογία της τυφλότητας. Αυτό, λοιπόν, που μπορεί να ειπωθεί προς το παρόν είναι ότι η αντίληψη μέσω του μπαστουνιού και του σώματος, αν και απαραίτητη για την αυτόνομή κίνηση των τυφλών ατόμων, εντούτοις συγκροτεί μέρος του στίγματός τους, κάνοντας συχνά επιτακτική την προσπάθεια εκ μέρους τους για την όσο το δυνατόν διακριτικότερη πιτέλεσή της. Η σχέση του Στέφανου με τη χρήση του μπαστουνιού και το πώς αυτή έχει διαμεσολαβηθεί από το «βλέμμα» της βλέπουσας συζύγου του προσφέρει ένα ακόμη παράδειγμα απόκρυψης του στίγματος της τυφλότητας που η συγκεκριμένη τεχνολογία πρόσβασης οπτικοποεί. Το περιστατικό που ο ίδιος εξιστορεί και που έχει διαδοθεί στον χώρο των τυφλών, αποτελώντας συχνή αφορμή για πειράγματα και αστεϊσμούς, αναδεικνύει την υλικότητα του μπαστουνιού και του σώματος που το κρατά ως πεδία όπου μπορεί να ασκηθεί η πίεση για εξάλειψη και κανονικοποίηση της αισθητηριακής διαφορετικότητας: Όταν δούλευα στη ΔΕΗ [ως τηλεφωνητής] περνούσε ένα λεωφορείο να με πάρει. Δεν ήθελα, όμως, να με πηγαίνει η γυναίκα μου στη στάση, για να μη σηκώνεται τόσο νωρίς κάθε πρωί και κουράζεται. Κάποια στιγμή ο [Πανελλήνιος] Σύλλογος έστειλε εκπαιδεύτριες για να μάθουν τους τυφλούς πώς να κυκλοφορούν στην πόλη, στο σπίτι, στους δρόμους, στη δουλειά, πώς να μπαινοβγαίνουν στα ασανσέρ, πώς να ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες μόνοι τους και με ασφάλεια. Με μπαστούνι βέβαια. Η γυναίκα μου, όμως, δεν με άφηνε να κυκλοφορώ μόνος, γιατί φοβόταν μήπως χτυπήσω. Δεν της αρέσε και το μπαστούνι. Ούτε κι εμένα μου άρεσε. Για κάποια περίοδο υπήρχε μια συνάδελφος που με έπαιρνε μαζί της με το αυτοκίνητο. Όταν σταμάτησε αυτή η εξυπηρέτηση, δεν της το είπα κι άρχισα να πηγαίνω στο λεωφορείο μόνος, με το μπαστούνι μου. Κάποια μέρα με είδε μια γειτόνισσα. Σε εμένα δεν είπε τίποτα, αλλά είπε στη Σοφία: «Μπράβο ο Στέφανος, μια χαρά τα πάει». Κατάλαβε τότε ότι της έλεγα ψέματα και μου απαγόρεψε να πηγαίνω στη στάση μόνος. Πλέον με πηγαίνει η ίδια με το αυτοκίνητο και στην επιστροφή έρχεται πάντα και με παίρνει [...] Και το Braille. Δεν της αρέσει να το βλέπει. Μερικές φορές κολλάω κουκίδες πάνω στους διακόπτες του ρεύματος, για να ξέρω πότε το φως είναι ανοιχτό και πότε κλειστό, γιατί ούτε αυτό δεν μπορώ να δω. Ή πάνω στις ηλεκτρικές συσκευές, για να μην ψάχνω τα κουμπιά κάθε φορά. Η Σοφία πάει και τις ξεκολλάει. «Να τα μάθεις», μου λέει. Σε στιγμές ανάλογες με τις παραπάνω, οι οικείες εικόνες του τυφλού ατόμου που κινείται ανιχνευτικά με το μπαστούνι του «σαρώνοντας» τον χώρο, εκείνου που διαβάζει κείμενα και επιγραφές διατρέχοντας με τις άκρες των δαχτύλων του τις ανάγλυφες κουκίδες της γραφής Braille, ή του άλλου που αναγνωρίζει τα αντικείμενα ψιλαφητά μέσω της αφής και κυρίως των χεριών, γίνονται ανοίκειες, με την έννοια ότι αποφυσικοποιείται η συχνά ρομαντικοποιημένη σύνδεση της τυφλότητας με τις συγκεκριμένες πρακτικές πρόσβασης. Από μέσα άντλησης πληροφοριών, δύναμης και αυτονόμησης του ατόμου μετασχηματίζονται σε ενοχλητικά και αποκρουστικά για το μάτι δηλωτικά σημάδια μίας κατάστασης που θεωρείται ότι υπολείπεται του κανονικού. Σε αυτό το σημείο, η έννοια του στίγματος φαίνεται να συναντά ένα από τα ερμηνευτικά της όρια: ενώ τέτοιες ρωγμές στις ήδη γνωστές μας αναπαραστάσεις μπορούν να αναδείξουν ορισμένες από τις μορφές εξουσίας που προκαλούν η δημόσια παρουσία των τυφλών ατόμων, η εκ του σύνεγγυς επαφή τους με τους βλέποντες και οι διαφορετικές αισθητηριακές επιστημολογίες μεταξύ τους (θέτοντας, λόγου χάρη, ερωτήματα σχετικά με το τι το απωθητικό και ντροπιαστικό ενέχει η χρήση του μπαστουνιού ή της γραφής Braille), ο Goffman επικεντρώνει την ανάλυσή του κυρίως στους τρόπους με τους οποίους αυτή η αίσθηση ανοικειότητας επιχειρείται να συγκαλυφθεί σχεδόν πριν καν εκδηλωθεί. «Το ζητούμενο [για αυτόν που διαφέρει] δεν είναι η διαχείριση της έντασης που προξενείται στις κοινωνικές επαφές, αλλά μάλλον η διαχείριση των πληροφοριών σχετικά με το ελάττωμά του. Να φανερώσει ή να μη φανερώσει [.], να πει ψέματα ή να μην πει. και, σε κάθε περίπτωση, σε ποιον, πώς, πότε και πού» (2001: 111-2). Κατ' αυτόν τον τρόπο, «το στίγμα και η προσπάθεια απόκρυψης ή διόρθωσής του παγιώνονται ως μέρος της προσωπικής ταυτότητας» (όπ.π.: 137-8). Υπό το πρίσμα του στίγματος, επομένως, η διαχείριση του εαυτού ανάγεται στις προσπάθειες να αποφευχθεί η αμηχανία και η ανησυχία που πιθανότατα θα προκαλέσει η δημόσια εκδήλωση της σωματικής κυρίως διαφορετικότητάς του. Προϋποτίθεται, έτσι, ένα υποκείμενο κι ένα σώμα που είναι εκ προοιμίου διαθέσιμα στα κανονιστικά πρότυπα και που μοιάζουν να διαμορφώνονται αποκλειστικά μέσω αυτών. Και ενώ ο Goffman αναγνωρίζει τον ιστορικοπολιτισμικό χαρακτήρα του στίγματος, ότι, δηλαδή, το στοιχείο που διαφοροποιεί και υποβιβάζει το άτομο ή την ομάδα δεν είναι εγγενές, αλλά σχεσιακό και μεταβαλλόμενο σε άλλους τόπους και χρόνους (όπ.π.: 65), επιχειρώντας έτσι να απο-ουσιοποιήσει την έννοια της διαφοράς και να την αναλύσει ως προϊόν σχέσεων και κανονικοποίησης, ωστόσο δεν εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους η ίδια η διαφορά λειτουργεί σε ένα μικροφυσικό επίπεδο της εξουσίας. Όπως επισημαίνει και η Δήμητρα Μακρυνιώτη στην εισαγωγή της για το συγκεκριμένο έργο, παρότι οι σχέσεις εξουσίας συγκροτούν ένα πλέγμα συνθηκών και πρακτικών απόκρυψης, προσαρμογής και αποδοχής, την ίδια στιγμή που συγκροτούνται μέσα σε και από αυτό, ο Goffman δεν επιχειρεί μία ανάλυση που να τα εμπεριέχει (2001: 15). Με αυτή την έννοια, ακόμη και η αναγνώριση της ρευστότητας των ορίων ανάμεσα σε κανονικούς και μη-κανονικούς και το ενδεχόμενο, έστω προσωρινής, εναλλαγής των ρόλων μεταξύ τους που αναφέρει ο Goffman στις τελευταίες σελίδες του έργου του (2001: 213-22), έρχονται να ενισχύσουν το θεωρητικό αυτό αδιέξοδο, καθώς, κατα την άποψή του, και οι δύο κατηγορίες ατόμων θα συνομιλήσουν τελικά με όρους απόκρυψης του στίγματος και προσαρμογής στις κοινωνικές επιταγές. Καθώς, λοιπόν, εξαντλεί την κριτική του στην αδυναμία των φυσιολογικών άλλων να διαχειριστούν τη διαφορετικότητα που έρχεται πιο κοντά από ό,τι θα φαντάζονταν, θα περίμεναν ή θα ανέχονταν, ο Goffman αφήνει ανεπεξέργαστες τις πολιτισμικές εκείνες ταξινομήσεις στις οποίες όχι μόνο βασίζεται η εξουσία του βλέμματος που ενεργοποιεί και ενεργοποιείται από τη λειτουργία του στίγματος, αλλά κατορθώνει επιπλέον να παγιωθεί ως μία φυσική και άρα αδιαμφισβήτητη συνθήκη συγκρότησης του εαυτού. Και παραβλέπει να τις επεξεργαστεί ακριβώς τη στιγμή που αποκτούν κάτι το ανοίκειο και ανησυχαστικό για το βλέμμα που παρακολουθεί, ελέγχει και πασχίζει να κατηγοριοποιήσει. Αντίθετα με το ρόλο του στίγματος να συντηρεί την απόσταση που δημιουργεί η συνάντηση των διαφορετικοτήτων μέσω της συγκάλυψης και της αποσιώπησής της, η αισθητική του γκροτέσκο έρχεται να την υπογραμμίσει, καθώς εκθέτει σε σημείο «υπερβολής» το στοιχείο εκείνο που θεωρείται ότι απομακρύνεται ριζικά από το κανονικό (Cohen Shabot 2006: 229). Επιστρέφοντας στην ορατότητα που προσδίδει στο σώμα ενός τυφλού ατόμου η χρήση του λευκού μπαστουνιού ή/και η πρακτική του αγγίγματος, εκείνο που φαίνεται υπερβολικό είναι η ίδια η έκταση του σώματος και της αφής προς τον κόσμο και τα πράγματα προκειμένου να τα αντιληφθεί. Με αυτή την έννοια, σχετική εδώ είναι η συγκριτική θεώρηση του Bakhtin ανάμεσα στα χαρακτηριστικά του γκροτέσκου σώματος και αυτού που ονομάζει «νέο σωματικό κανόνα». Αναφερόμενος κυρίως στον τομέα της λογοτεχνίας, ο Bakhtin τοποθετεί τις απαρχές του συγκεκριμένου νεωτερισμού στη Γαλλία του 16ου αιώνα με την επιβολή γλωσσικών κανονιστικών προτύπων, μέχρι τελικά να κυριαρχήσει κατά τη διάρκεια του επόμενου αιώνα, με τη διαμόρφωση του κανόνα της εκλεπτυσμένης ομιλίας. Σύμφωνα με αυτόν, το σώμα παρουσιάζεται ως «εντελώς ολοκληρωμένο, πλήρες, αυστηρά περιορισμένο», ως κάτι το εξωτερικά εξατομικευμένο, του οποίου «όλα τα στόμια [.] κλείνονται» (2004: 107). Σε αντίθεση με αυτή την «κλειστή ατομικότητα, που δε συγχωνεύεται ούτε με άλλα σώματα ούτε με τον κόσμο» (όπ.π.), ο Bakhtin εξετάζει το γκροτέσκο σώμα μέσα από τη διαρκή σχέση αλληλοσυμπλήρωσης και αλληλοαπορρόφησής του με τον κόσμο, ως «ένα σώμα εν τω γίγνεσθαι [που] ποτέ δεν ολοκληρώνεται, ποτέ δεν είναι πλήρες» (104-6). Στο σημείο αυτό επιστρατεύω το «γκροτέσκο σώμα» για λόγους αναλυτικούς: για να φέρω στην επιφάνεια την αίσθηση της αφής ως «υπερβολής», καθώς και την αντιπαράθεσή της με την αισθητηριακότητα της όρασης, και όχι για να εξιδανικεύσω και να φυσικοποιήσω την (επ-)αφή ως μέσο ένωσης της ανθρωπότητας, ως το προνόμιο ενός «διπλού σώματος [...] κοσμικού και οικουμενικού» (όπ.π.). Το ζητούμενο, με άλλα λόγια, δεν έγκειται στην αντικατάσταση της επιστημολογίας που προκρίνει την υποτιθέμενη αποστασιοποίηση και αντικειμενικότητα της όρασης από αυτήν που εδράζεται στην «εγγύτητα» της αφής ή του σώματος ως αισθητηριακού μέσου στο σύνολό του. Αντιθέτως, το ζητούμενο είναι να παραμείνει η συνομιλία των διαφορετικών αυτών αισθητηριακών επιστημολογιών σε ένα επίπεδο «πολιτικής των αισθήσεων», όπως θα έλεγε η Σερεμετάκη (1996: 53), εστιάζοντας σε στιγμές κατά τις οποίες η μεταξύ τους ένταση γίνεται εμφανής και αποκαλύπτει τις ήδη υπάρχουσες σχέσεις εξουσίας, ενώ συγχρόνως διαμορφώνει τις συνθήκες και τους τρόπους ύπαρξης και εκδήλωσής τους. Αυτό, συνεπώς, που κυρίως ενδιαφέρει εδώ είναι η δομή της «ανοικειότητας» (estrangement), ο αιφνιδιασμός και η έκπληξη που κυριαρχούν και συγκροτούν την αισθητική του γκροτέσκου σώματος (Kayser 1966: 185 αναφέρεται στο Harpham 1976: 462). Χαρακτηριστικά, δηλαδή, που ο μηχανισμός λειτουργίας του στίγματος εντοπίζει και αμέσως επιχειρεί να εξομαλύνει μέσα από τη λογική αποσιώπησης ή απόκρυψης της διαφοράς. Ιδωμένες υπό ένα τέτοιο πρίσμα, εικόνες όπως της Φλώρας να διασχίζει ανιχνευτικά τον χώρο των ΚΤΕΛ, αναζητώντας το σωστό λεωφορείο με τη βοήθεια των χεριών και των ποδιών, της Τάνιας να χτυπάει με το μπαστούνι ή το σώμα της ανυποψίαστους περαστικούς, καθώς και ατυχήματα ή συγκρούσεις που μπορεί να προκύψουν από προσπάθειες κίνησης στον χώρο ακόμη και όταν η χρήση του μπαστουνιού είναι καθημερινή, προκαλούν εκείνη την αίσθηση του αιφνιδιασμού και της έντασης που προκύπτει όταν τα σωματικά όρια, «η κλειστή ατομικότητα» του σώματος, σύμφωνα με τον Bakhtin, μοιάζει να βρίσκεται υπό αίρεση. Το ζήτημα που προκύπτει τότε αφορά στο πώς η αίσθηση του ανοίκειου που αποπνέει το τυφλό σώμα καθώς αγγίζει άμεσα ή έμμεσα (μέσω του μπαστουνιού) τον κόσμο μπορεί να τροφοδοτήσει τη σκέψη για το τι σημαίνει να καθίσταται ορατό ένα τυφλό άτομο σε οπτικοποιημένα χωρικά συμφραζόμενα: πώς συγκροτείται η οπτική βλάβη και η υποκειμενικότητα όταν η αισθητηριακή επιστημολογία της τυφλότητας παύει να αποκρύπτεται και έρχεται στο προσκήνιο, όχι ως κάτι το δεδομένο και παγιωμένο, αλλά ως μία ταυτότητα προς επιτέλεση; Και παράλληλα, ποιες σχέσεις εξουσίας μεταξύ τυφλών και βλεπόντων κινητοποιεί και φέρνει στην επιφάνεια μία τέτοια ανοίκεια οικειότητα; Κοινοποιήστε το στο Facebook twitter Εκτύπωση Αποστολή με e-mail Αποθήκευση Προηγούμενη σελίδα Αρχή Σελίδας Υποκατηγορίες Από την ιστορία τής τυφλότητας και της αναπηρίας Πολιτιστικά δρώμενα Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας Διάσημοι τυφλοί Έργα συναδέλφων Έργα καλλιτεχνών συναδέλφων Δείτε εδώ Ψυχαγωγία-Ενημέρωση Μενού Αρχική / Ε.Ο.Τ. / Επικαιρότητα / Νομοθεσία / Θέματα τυφλότητας / Πολιτισμός / Αθλητισμός / Επικοινωνία / Valid HTML 4.01 Transitional Valid CSS! Το www.eoty.gr λειτουργεί μέσα απο την προσβάσιμη πλατφόρμα του Συλλόγου Τεχνολογικής Ανάπτυξης Τυφλών Di-net 1,56 created by Thanasis Ilias ________ Orasi mailing list για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] και στο θέμα γράψτε unsubscribe Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net Για το αρχείο της λίστας http://www.mail-archive.com/[email protected]/ Εναλλακτικό αρχείο: http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/ παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) http://www.freelists.org/archives/orasi __________ NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού http://www.nvda-project.org/ _____________ Κατάλογος ηχητικών βιβλίων για ανάγνωση http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.xls Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ____________
