θεωρώ ότι προσεγκίζη τα κέπα μονομερώς. κυριώς ως τιμοριτικό μηχανισμό και συνχέη άθελα της τους ανάπηρους μαιμούδες με τα ποσοστά αναπηρία. σπύρος

--------------------------------------------------
From: "skordilis-spyros" <[email protected]>
Sent: Tuesday, September 06, 2016 6:19 PM
To: "οραση list" <[email protected]>
Subject: [Orasi] ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΧΑΡΙΔΗ «ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ: ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΉ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ «ΟΡΑΣΗΣ» (μέρος 5ο)




ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΧΑΡΙΔΗ «ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ: ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΉ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ «ΟΡΑΣΗΣ» (μέρος 5ο)



5ο μέρος


Το τυφλό άτομο ως υποκείμενο με δικαιώματα

Στο εισαγωγικό σημείωμα, αλλά και στο πρώτο άρθρο του γενέθλιου τεύχους του περιοδικού Θέματα Αναπηρίας (2005), ο Ιωάννης Βαρδακαστάνης, πρόεδρος της Εθνικής Συνομοσπονδίας ΑμεΑ, θέτει τις βάσεις για την προσέγγιση της αναπηρίας στην Ελλάδα ως μίας κατηγορίας που συγκρoτείται, όχι στη βάση των ιατρικών ταξινομήσεων, αλλά του βαθμού προσβασιμότητας. Όπως συγκεκριμένα γράφει:

Η αναπηρία δε σχετίζεται πλέον με την απώλεια, τη βλάβη ή την απόκλιση από τις «φυσιολογικές» λειτουργίες του ανθρώπινου σώματος, αλλά βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με το μέγεθος του χάσματος μεταξύ των δυνατοτήτων του ατόμου με αναπηρία και της προσπελασιμότητας της κοινωνίας (2005α: 3) [...] Όσο πιο βαριά μορφή αναπηρίας έχει ένα άτομο και όσο πιο μεγάλος ο βαθμός απροσπελασιμότητας της κοινωνίας, τόσο πιο μεγάλο είναι το χάσμα και άρα μεγαλύτερη η έκταση του κοινωνικού αποκλεισμού που βιώνει το άτομο με αναπηρία (2005β: 4).

Η ποσοτική αυτή σχέση μεταξύ αναπηρίας και κοινωνίας αποτελεί ένα από τα κεντρικά σημεία του λόγου που στηρίζει τις επιδιώξεις και την ταυτότητα του σύγχρονου ελληνικού αναπηρικού κινήματος. Δανειζόμενο τη «δικαιωματική» ή «νέα προσέγγιση» της αναπηρίας, όπως την ονομάζει, από το κοινωνικό μοντέλου της αναπηρίας, προτείνει την νοηματοδότησή της ως άμεσα συναρτόμενης με τα εμπόδια και τους περιορισμούς που συναντά κανείς στο φυσικό ή/και κοινωνικό περιβάλλον. Αυτό που τονίζεται, επομένως, κι εδώ είναι η διάκριση μεταξύ βλάβης και αναπηρίας και ο προσδιορισμός της τελευταίας αποκλειστικά ως προϊόν των εγγραφών της αρτιμελούς κοινωνίας στο σώμα - αλλά και στο χώρο, όπως αναλύεται λεπτομερώς στο επόμενο κεφάλαιο. Έχει ήδη επισημανθεί ότι ένα επακόλουθο του διπόλου αυτού είναι η ουδετεροποίηση της βλάβης ως μίας ακόμη ιδιαιτερότητας της ανθρώπινης φυσιολογίας που μένει αμμέτοχη στη διαμόρφωση της αναπηρίας ως κοινωνικής κατηγορίας. Ο νόμος, ωστόσο, που ορίζει ποιο είναι το τυφλό άτομο στην Ελλάδα έρχεται να υπενθυμίσει ότι η «φυσική» βλάβη εξακολουθεί να παίζει καίριο ρόλο στη βασική συγκρότησή του ως κοινωνικά αναγνωρίσιμου υποκειμένου. Πιο συγκεκριμένα:

Τυφλός κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου νοείται παν πρόσωπον, το οποίο στερείται παντελώς της αντιλήψεως του φωτός ή του οποίου η οπτική οξύτης είναι μικροτέρα του ενός εικοστού (1/20) της φυσιολογικής τοιαύτης.

Έτσι περιγράφηκε το 1951 για πρώτη φορά το τυφλό άτομο στην Ελλάδα, δια του Nόμου 1904 με τίτλο «Περί προστασίας και αποκαταστάσεως των τυφλών», ενώ στο πλαίσιό του έγιναν και οι πρώτες νύξεις ως προς την εκπαίδευση, την εργασία και την οικονομική ενίσχυσή του. Αν και κατόπιν τροποποιήθηκε με το Nόμο 958 του 1979, δεν πρόσεθεσε ιδιαίτερες αλλαγές, με αποτέλεσμα να βρίσκεται σε ισχύ μέχρι και σήμερα. Ο πρώτος αυτός νόμος είναι καίριος για δύο λόγους: εγκαινίασε τη θεσμική αναγνώριση των τυφλών ως πολιτών και όχι ως αποδεκτών φιλανθρωπικών πρωτοβουλιών και έθεσε τη βάση στην οποία θεμελιώθηκαν και εξακολουθούν να θεμελιώνονται πολλά από τα δικαιώματά τους. Με αυτή την έννοια, ο νομικός προσδιορισμός του τυφλού ατόμου αποτελεί μέρος του κοινωνικοπολιτικού πλαισίου που επιχειρεί να το συγκροτήσει ως υποκείμενο με δικαιώματα. Τι είδους υποκείμενο, όμως, είναι αυτό που προκύπτει; Με μία πρώτη ανάγνωση, δύο στοιχεία είναι έκδηλα στο παραπάνω νομικό κείμενο. Πρώτον, ορίζεται ένα μετρήσιμο όλον (20/20) που νοείται ως φυσιολογική οπτική οξύτητα και σε σχέση με το οποίο η τυφλότητα αποκλίνει. Και δεύτερον, ο τυφλός ταυτίζεται με το απόλυτο ή σχεδόν απόλυτο σκοτάδι έναντι του «φωτός» - κάτι που (υπο)δηλώνεται και στις ονομασίες ιδρυμάτων, όπως «Ήλιος», «Φάρος Τυφλών» και πιο πρόσφατα «Τειρεσίας», τα οποία με τη βοήθεια ιδιωτικών ή/και κρατικών πόρων έχουν αναλάβει την εκπαίδευση (ή μήπως τη «διαφώτιση»;) των τυφλών. Δεδομένου, λοιπόν, ότι η συγκρότηση του τυφλού ατόμου ως υποκειμένου με δικαιώματα βασίζεται σε μία ιατρική πρακτική και ένα στερεοτυπικό λόγο που φυσικοποιούν την οπτική βλάβη ως ελλιπή ή παντελώς απούσα όραση, η εμπειρία της τυφλότητας κάθε άλλο παρά ως υποκειμενική και κοινωνική παρουσιάζεται. Αντιθέτως, η προσέγγισή της ως ένα μετρήσιμο και απόλυτο μέγεθος και η ταύτισή της με το σκοτάδι αποκόπτει τα διαφορετικά βιώματα των τυφλών ατόμων από τις προσωπικές τους ιστορίες και τα κοινωνιοπολιτικά πλαίσια όπου αυτές εντάσσονται. Επιπλέον, εκτός από το απαιτούμενο ποσοστό βλάβης που χρειάζεται να διαγνωσθεί, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ισχύ των προβλεπόμενων δικαιωμάτων τίθεται η εγγραφή των ατόμων στα γενικά μητρώα τυφλών και η απόκτηση ειδικού δελτίου τυφλότητας. Κάτι τέτοιο σημαίνει ότι από την αρχή της διαδικασίας συγκρότησής τους ως δικαιούχων δικαιωμάτων, ή, προκειμένου να συγκροτηθούν ως τέτοιοι, τα τυφλά άτομα μετατρέπονται σε μία ειδική κατηγορία ατόμων. Σε επίπεδο νόμου, επομένως, η τυφλότητα περιορίζεται σε μία μετρήσιμη αισθητηριακή/σωματική απουσία ή έλλειψη. Καθώς, όμως, η οπτική βλάβη και το σώμα που τη φέρει παραμένουν εμπειρίες ανεπεξέργαστες (ως μία διαφορετικότητα της ανθρώπινης φυσιολογίας), ένα από τα καίρια ζητήματα που το αναπηρικό κίνημα δε φαίνεται να λαμβάνει υπόψιν, ή, αδυνατεί να θέσει, αφορά στο πώς ο νόμος, ένα κοινωνικό προϊόν ο ίδιος, συγκροτεί το σώμα της τυφλότητας ως προβληματικό και αποκλίνον. Ωσάν το κείμενο του νόμου, δηλαδή, να μην εγγράφει τις λεπτομέρειες του σώματος στο οποίο αναφέρεται. Εντούτοις, ο τρόπος με τον οποίο οι νομοθετικές ρυθμίσεις καθορίζουν τα δικαιώματα των τυφλών ατόμων μαρτυρά ακριβώς μία τέτοια εγγραφή. Κομβικός εδώ είναι ο Νόμος 978/1979 («Περί αντικαταστάσεως των άρθρων 1, 2 και 5 του Ν. 1904/51 ''περί προστασίας και αποκαταστάσεως των τυφλών''»), καθώς είναι αυτός που διακρίνει τα άτομα σε δύο βασικές κατηγορίες ανάλογα με την οπτική οξύτητα που τους αποδίδεται από τις ιατρικές γνωματεύσεις δημόσιων φορέων: σε τυφλούς με 95-100% οπτική αναπηρία (όπως μεταφράζεται η οπτική οξύτητα κάτω από 1/20) και σε άτομα με προβλήματα όρασης (ή αλλιώς «μερικώς βλέποντες»), που ακολουθούν με τα διαβαθμισμένα ποσοστά του 80, 67, 50 και 33% αναπηρία. Σε γενικές γραμμές, αυτό που μπορεί να ειπωθεί για τη σχέση μεταξύ τύφλωσης και δικαιωμάτων είναι ότι λειτουργεί αναλογικά: όσο μειώνεται το μέγεθος της βλάβης, τόσο μειώνονται και τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται από το κράτος αναφορικά κυρίως με τις οικονομικές ενισχύσεις ή φοροαπαλλαγές και την εργασία. Ορισμένα από τα πιο βασικά δικαιώματα της τυφλότητας, παραδείγματος χάρη, όπως το προνοιακό επίδομα, ο διορισμός σε τηλεφωνικές θέσεις, ή η πρόωρη συνταξιοδότηση αναγνωρίζονται μόνο σε όσους πιστοποιούνται ως νομικά τυφλοί. Μέχρι και την ίδρυση των Κέντρων Πιστοποίησης Αναπηρίας το 2011, στα οποία γίνεται εκτενής αναφορά παρακάτω, μία από τις διεκδικήσεις του Π.Σ.Τ. αφορούσε σε αυτήν ακριβώς την πρακτική μέτρησης της οπτικής βλάβης, καθώς οι αλλαγές που επέφερε η τροποποίηση του αρχικού νόμου περί τυφλότητας κρίθηκαν ελάχιστες και κυρίως λεκτικές. Το βασικό πρόβλημα εντοπιζόταν στο ότι το ποσοστό παρέμεινε ίδιο, ενώ θα έπρεπε να μειωθεί τόσο ώστε η κατηγόρια των τυφλών να συμπεριλαμβάνει και τα άτομα με οπτική οξύτητα μεγαλύτερη του 1/20 (με ποσοστό δηλαδή αναπηρίας 80%) εξαιτίας του ότι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν χρήζουν ανάλογων παροχών και διευκολύνσεων. Νομικά, ωστόσο, δεν προβλεπόταν παρά ελάχιστα για αυτή την ομάδα ατόμων, παρότι, τα δεδομένα της σύγχρονης εποχής δεν τους επιτρέπουν, λόγου χάρη, να ασκήσουν πολλά περισσότερα επαγγέλματα από όσους και όσες αναγνωρίζονται με το απόλυτο της οπτικής αναπηρίας (95-100%). Ένα επιπλέον επιχείρημα για τη στήριξη της συγκεκριμένης διεκδίκησης παρείχε η «ανισοτιμία» που παρατηρούνταν στον υπολογισμό της βλάβης μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών αναπηρίας, με τρανταχτό παράδειγμα τα άτομα με ακρωτηριασμό, για τα οποία, η απώλεια ενός χεριού (βλάβη 80%) ήταν αρκετή ώστε να τους αναγνωριστεί η ιδιότητα του απολύτου της αναπηρίας και, άρα, τα προνόμια που της αντιστοιχούν - κάτι που δε συνεβαινε στην περίπτωση της τυφλότητας Το αίτημα για μία πιο δίκαιη ερμηνεία του μεγέθους της οπτικής βλάβης - ως προς τις ανάγκες των ατόμων με προβλήματα όρασης και σε σχέση με τις άλλες αναπηρίες - σχετιζόταν άμεσα και με ένα άλλο πρόβλημα: αυτό των πολλών και διαφορετικών υγειονομικών επιτροπών (ανάλογα με το ασφαλιστικό ταμείο του καθενός) που ήταν αρμόδιες για την αξιολόγηση του ποσοστού βλάβης. Δηλαδή, αν και ο νόμος του 1979 διαχώριζε τα τυφλά άτομα από εκείνα με προβλήματα όρασης, δεν υπήρχε αντίστοιχος ενιαίος νόμος που να προσδιορίζει τις διαβαθμίσεις χαμηλής όρασης και τα προνόμια που προβλέπονταν για κάθε μία από αυτές. Αντί αυτού, η συγκεκριμένη απόφαση (και επομένως ερμηνεία) βρισκόταν στη δικαιοδοσία των δημοσίων ταμείων (ΙΚΑ, ΔΕΚΟ, τράπεζες, κ.λπ.), με αποτέλεσμα να δημιουργείται μία γραφειοκρατική αμφισημία και ακαμψία, καθώς και μία αίσθηση δυσπιστίας ως προς τον τρόπο με τον οποίο το κράτος επέλεγε να διαχειριστεί τη μέριμνα προς την τυφλότητα. Η αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού αποτέλεσε και έναν από τους λόγους σύστασης το 2011 των Κέντρων Πιστοποίησης Αναπηρίας (στο εξής ΚΕΠΑ), καθώς, κατά τη σχετική νομοθεσία (Ν. 3863/2010), ως αποστολή τους ορίστηκε η «εξασφάλιση της ενιαίας υγειονομικής κρίσης όσον αφορά στον καθορισμό του βαθμού αναπηρίας». Για το σκοπό αυτό, καταργήθηκαν οι υγειονομικές επιτροπές που λειτουργούσαν έως τότε και, εννοποιημένες σε μία, τέθηκαν στη δικαιοδοσία του ΙΚΑ, το οποίο ανέλαβε οτιδήποτε σχετιζόταν με την πιστοποίηση της αναπηρίας: τον χαρακτηρισμό των ατόμων ως ΑμεΑ, τον καθορισμό του ποσοστού αναπηρίας τους για την καταβολή της ανάλογης σύνταξης, καθώς και για την εξασφάλιση όλων των κοινωνικών και οικονομικών παροχών ή διευκολύνσεων (μεταξύ των οποίων και το επίδομα αναπηρίας) που η πολιτεία προβλέπει σχετικά. Σύμφωνα με τους κρατικούς αρμόδιους, η λειτουργία των ΚΕΠΑ κρίθηκε απαραίτητη και για την καταπολέμηση ενός ακόμη προβλήματος, του λεγόμενου, όπως κατονομάστηκε και διαδόθηκε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, «φαινομένου των τυφλών-μαϊμού» (ή ανάπηρων γενικά). Ο όρος «τυφλός-μαϊμού» προηγείται των ΚΕΠΑ και πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του 1990, όταν κάποια πολιτικά πρόσωπα χορήγησαν πλαστά έγγραφα αναπηρίας σε ένα μεγάλο αριθμό αρτιμελών ώστε να διοριστούν σε θέσεις εργασίας του δημόσιου τομέα. Στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει αρχικά κάποιες λίγες περιπτώσεις ατόμων που πιστοποιούνταν με πλαστό ποσοστό τύφλωσης, λαμβάνοντας κρατικές παροχές (ως επί το πλείστον συντάξεις και επιδόματα) που δε δικαιούνταν, οι οποίες, ωστόσο, το 2011 φάνηκε να πληθαίνουν, καθώς αποκαλύφθηκε ότι στη Ζάκυνθο και σε σύνολο 35.000 κατοίκων οι δικαιούχοι του επιδόματος ανέρχονταν στους 700. Το ποσοστό αυτό, σύμφωνα με ανακοινώσεις των ΜΜΕ, θεωρήθηκε ότι υπερβαίνει κατά πολύ «τα αριθμητικά όρια του φυσιολογικού», δίνοντας στο φαινόμενο των τυφλών-μαϊμού διαστάσεις «επιδημίας» και αιτιολογώντας την έναρξη ερευνών σε επιπεδο πανελλαδικό και για όλες τις κατηγορίες αναπηρίας. Όπως, ωστόσο, είχε τονίσει παλαιότερα ο πρόεδρος του Π.Σ.Τ., το να χαρακτηριστεί κάποιο άτομο ως τυφλός-μαϊμού «είναι μία σχετική και καθόλου απλή υπόθεση»:

Είμαι εγώ 100%, είσαι εσύ 80% και είναι και ο άλλος 67%. Λοιπόν. Λέει τώρα. Αααα, εσύ Μαριόλα εντάξει, καλά κάνεις και παίρνεις το επίδομα, το 'να, τ' άλλο γιατί είσαι 100%. Εσύ Έλια γιατί είσαι γραμμένη και παίρνεις το επίδομα; Είσαι μαϊμού. 81%. Γιατί όμως σε λέει μαϊμού; Γιατί για να πάρεις το επίδομα πρέπει να είσαι 95%. Αλλά το 81 δεν είναι πολύ σοβαρό πρόβλημα όρασης; Μπορείς να πας στο σχολείο όπως τ' άλλα τα παιδιά; Μπορείς να βρεις δουλειά, αν δε σε προστατέψει ο νόμος; Όχι. Πρόσεξε λοιπόν. Σε λέει εσένα μαϊμού και μένα με λέει εντάξει, αλλά όταν εσύ με το 81 πας στο νόμο για την παιδεία δεν είσαι μαϊμού, γιατί η παιδεία σου δίνει δυνατότητα πάνω από 81. Είσαι ανάπηρος. Αφήνει εσένα και πάει στον άλλονε που είναι 67. Αν εκείνος έχει εκμεταλλευτεί κανένα νόμο που είναι για το 81, ενώ κι αυτός έχει σοβαρό πρόβλημα, τον λέει μαϊμού. Αλλά με άλλο νόμο τον προστατεύει. Του δίνει για παράδειγμα την κάρτα δωρεάν επιβίβασης στα μέσα μεταφοράς. Ο άνθρωπος είναι ανάπηρος. Αλλά δεν μπορεί να πάρει το επίδομα. Αφού δεν μπορεί να πάρει το επίδομα, δεν είναι μαϊμού. Απλώς είναι σε άλλη κατηγορία.

Αν και οι επισημάνσεις αυτές αφορούν στην περίοδο πριν από την ίδρυση των ΚΕΠΑ, εντούτοις παραμένουν επίκαιρες, καθώς οι τροποποιήσεις στη μέτρηση και πιστοποίηση του βαθμού αναπηρίας, όχι μόνο αναπαράγουν, αλλά και επιτείνουν την παραπάνω «αδικία», δημιουργώντας τελικά περισσότερα προβλήματα από αυτά που ισχυρίζονται ότι λύνουν. Έτσι, αναφορικά με την τυφλότητα, το ποσοστό βλάβης που δικαιούται προνοιακή επιδότηση, ναι μεν μειώθηκε στα 80%, υπό την προϋπόθεση, όμως, να συνοδεύεται από «οπτική οξύτητα κάτω του 1/20 και στους δύο οφθαλμούς με μη ιάσιμη πάθηση». Ο συνδυασμός των δύο αυτών κριτηρίων, όπως μου εξήγησε ο Τάσος, διαφωνώντας με τις πρόσφατες αλλαγές, οδηγεί στην απόρριψη πολλών αιτήσεων. Ο ίδιος κατόρθωσε να αναγνωριστεί ξανά ως δικαιούχος, αλλά έχει υπόψιν του πολλές περιπτώσεις που, ενώ μέχρι πρότινος λάμβαναν το επίδομα ή τη σύνταξη, εξεταζόμενες από τις ιατρικές επιτροπές των ΚΕΠΑ, το έχασαν, λόγω του ότι, κατά παράδοξο τρόπο, πιστοποιήθηκαν με ποσοστό βλάβης 80%, αλλά όχι και με την απαραίτητη χαμηλή οπτική οξύτητα - ή το αντίστροφο. Όπως προκύπτει από τις δεκάδες καταγγελιών που έχουν κοινοποιηθεί στην Εθνική Συνομοσποδία ΑμεΑ (στο εξής ΕΣΑμεΑ) την τελευταία τετραετία ή/και δημοσιευθεί κατά καιρούς στα ΜΜΕ, το «κόψιμο» των επιδομάτων δεν αφορά μόνο στην τυφλότητα, αλλά σε όλες τις κατηγορίες αναπηρίας. Τα ΚΕΠΑ έχουν καταστεί «κοινωνικό σφαγείο», «δαμόκλειος σπάθη και προκρούστεια κλίνη» για τη ζωή των ΑμεΑ και των οικογενειών τους, γράφει η ΕΣΑμεΑ στην ιστοσελίδα της το 2013, ανακοινώνοντας στο αναγνωστικό της κοινό την επιστολή που απέστειλε στην τότε κυβέρνηση, διαμαρτυρόμενη, τόσο για το μεγάλο αριθμό όσων τους αφαιρέθηκε το δικαιώμα στην επιδοματική ενίσχυση, όσο και για μία σειρά προβλημάτων που δημιουργεί η υποστελέχωση και η μη συστηματική οργάνωση των ΚΕΠΑ ελλείψει κρατικών δαπανών: την πολύωρη αναμονή (από τα ξημερώματα, όπως αναφέρουν πολλοί) για εξυπηρέτηση. την πολύμηνη καθυστέρηση για την έκδοση της τελικής απόφασης της πιστοποίησης που απαιτείται για την καταβολή του επιδόματος (αλλά και για το δικαίωμα σε άλλα προνόμια, όπως ο διορισμός σε θέσεις εργασίας ή η κοινωνική ασφάλιση), με αποτέλεσμα πολλά άτομα να στερούνται τα μόνα ίσως οικονομικά μέσα που διαθέτουν. την έλλειψη εκπαιδευμένου ιατρικού προσωπικού και την ασάφεια που δημιουργεί κάτι τέτοιο ως προς την αξιολόγηση του ποσοστού βλάβης. το νέο Κανονισμό Εκτίμησης Βαθμού Αναπηρίας, ο οποίος απέκλεισε πολλές χρόνιες παθήσεις ή αναπηρίες που μέχρι τότε θεωρούνταν μη αναστρέψιμες ή μόνιμες, κ.ά. Όπως, λοιπόν, τονίζει η ΕΣΑμεΑ, παρότι είχε από καιρό (από το 2005, όπως αναφέρει αλλού) καταγγείλει τον ασυνήθιστο αριθμό τυφλών ατόμων στη Ζάκυνθο, ζητώντας την αναμόρφωση του μηχανισμού πιστοποίησης της αναπηρίας, τελικά γίνεται εμφανές ότι ο λόγος ίδρυσης των ΚΕΠΑ δεν είναι άλλος από την κατασκευή ενός εργαλείου «περικοπής των κοινωνικών δαπανών που κατευθύνονται για το δημόσιο σύστημα υγείας, πρόνοιας, κοινωνικής ασφάλισης, κ.λπ.». Εν μέσω οικονομικής κρίσης, λοιπόν, το ποιος είναι ανάπηρος ή όχι, και άρα «πραγματικός» δικαιούχος της κρατικής εύνοιας, διαμορφώνεται βάσει μετρήσεων της σωματικής βλάβης. Δημιουργείται, έτσι, ένας φαύλος κύκλος: το ίδιο σύστημα που πιστοποιεί την αναπηρία, κατασκευάζει και τους «ανάπηρους-μαϊμού» του, ενώ με τους ίδιους πάλι όρους ποσοτικοποίησης επιχειρεί να τους εντοπίσει και να τους αποκαλύψει. Ή, διαφορετικά, προκειμένου το κράτος να αποδείξει ότι έχει εισέλθει σε μία διαδικασία διαφάνειας και εξορθολογισμού της πολύχρονης οικονομικής του ασυδοσίας, συγκροτεί το «φαινόμενο» των ανάπηρων-μαϊμού ως συστατικό μέρος του συστήματος αξιολόγησης της αναπηρίας, για να μπορέσει στη συνέχεια να το «εξαρθρώσει». Αντιφατικός, ωστόσο, καθώς είναι ο συγκεκριμένος μηχανισμός δε θα μπορούσε να λειτουργήσει, παρά βρίσκοντας μεγάλο μέρος της αληθοφάνειάς του στην υποτιθέμενα γενικευμένη παθογένεια πολιτών, γιατρών και τοπικών πολιτικών αρχών (τονίζεται ότι οι δικαιούχοι επιδομάτων αυξήθηκαν το 2010, έτος δημοτικών και περιφερειακών εκλογών) - και σίγουρα όχι του σύγχρονου κοινωνικού κράτους - την οποία τα ΜΜΕ φροντίζουν να συντηρούν καθημερινά και με απόλυτη συνέπεια, περιγράφοντάς την, με όρους ασθένειας («κρούσματα συνταξιούχων», «απόστημα που έσπασε», «επιδημία τυφλότητας», κ.ο.κ.), ή ακόμη και εγκληματικότητας («τα πλοκάμια του κυκλώματος», «όργιο εξαπάτησης», «σύσταση συμμορίας που χρήζει ποινικής αξιολόγησης», «λεηλασία ταμείων», κ.ά.). Ιδιαίτερα διαφωτιστική για τη λογική που τροφοδοτεί αυτή τη ρητορική περί «ανάπηρων-μαϊμού» και κατασπατάλησης των προνοιακών πόρων είναι η ανάλυση της Alyson Cole (2007) για τον εκφοβιστικό λόγο που άρχισε να διαχέεται και να κυριαρχεί στην αμερικανική κοινωνία από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 σχετικά με τον πολλαπλασιασμό όλων εκείνων που αυτοπροσδιορίζονται ως «θύματα». Ο λόγος αυτός, μας λέει εν ολίγοις η συγγραφέας, έχει αποτελέσει κεντρικό σημείο αναφοράς για πολλές διαμάχες σε τομείς όπως το κράτος πρόνοιας και εστιάζει στο γεγονός ότι όλο και περισσότεροι πολίτες (π.χ. γυναίκες, Αφρικανοί, ανάπηροι, κ.λπ.) υϊοθετούν την ταυτότητα του θύματος ώστε να διεκδικήσουν αποζημιώσεις ή να προασπιστούν τα δικαιωματά τους. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, πρόκειται για «ψεύτικα θύματα» τα οποία, υπερβάλλοντας τον πόνο τους, μετατρέπονται σε θύτες: εκμεταλλεύονται προς ίδιον όφελος τους κρατικούς πόρους και απειλούν, επιπλέον, να μετατρέψουν την ευρύτερη κοινωνία σε ένα σύνολο παθητικών, ευθυνόφοβων και εξαρτώμενων ατόμων, ή σύμφωνα με πιο ακραία σενάρια, επιθετικών και πιθανών εγκληματικών προσωπικοτήτων. Το «αληθινό θύμα», αντιθέτως, είναι εκείνο, που, ως κύριος του εαυτού του, αποφεύγει να προβάλει το άδικο που έχει υποστεί. εκείνο, με δυο λόγια, που στην πιο ιδανική του μορφή αρνείται ότι είναι θύμα (όπ.π.: 1-3). Επισημαίνοντας ότι ο συγκεκριμένος λόγος έχει δυσχεράνει υπερβολικά την καταγγελία των κοινωνικών αδικιών που ευνοούν κάποιους εις βάρον άλλων, η Cole συμπεραίνει ότι η εξιδανίκευση του «αληθινού θύματος» έναντι του «ψεύτικου» δεν συνιστά μόνο μία ένδειξη συντηρητισμού, αλλά έχει συμβάλει στη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας και των σύγχρονων προοδευτικών πολιτικών, καθώς και στην απαξίωση των κοινωνικών κινημάτων του 1960 (όπ.π.: 19). Υπό αυτό το πρίσμα και δεδομένων των πολιτικών λιτότητας που έχουν επιβληθεί στην Ελλάδα από το 2010, η επισήμανση της ΕΣΑμεΑ ότι η ίδρυση των ΚΕΠΑ αποτελεί προκάλυμμα για επιπλέον περικοπές στα προνοιακά επιδόματα και συντάξεις, δεν είναι μόνο εύστοχη, αλλά και προφητική. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, το επιχείρημα στο οποίο στηρίζει την προσπάθειά της για προάσπιση των δικαιωμάτων των ανάπηρων ατόμων φαίνεται να αναπαράγει το σύστημα ποσοστικοποίησης της βλάβης που απειλεί να τα εξαλείψει. «Εμείς, οι Έλληνες και Ελληνίδες με αναπηρία», διακηρύσσει, παραδείγματος χάρη σε ένα από τα δελτία τύπου που εξέδωσε το 2012, «δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε από την απογραφή! Δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε από την επανεξέταση και τον επανέλεγχο!», υπενθυμίζοντας ότι «από την ίδρυσή της η Συνομοσπονδία, αλλά και οι φορείς-μέλη της, έχουν πάρει σαφή, σταθερή και αταλάντευτη θέση για την υπόθεση του φαινομένου των αναπήρων 'μαϊμού' και των πολιτικών 'μαϊμού'». Παρόμοια είναι και η στάση εκ μέρους των συνδικαλιστικών φορέων των τυφλών, καθώς συχνά τονίζουν ότι οι ιατρικές γνωματεύσεις πρέπει να γίνουν πιο ακριβείς και ο κρατικός έλεγχος αυστηρότερος, ώστε να εξαλειφθούν οι περιπτώσεις των τυφλών-μαϊμού. Η ευθύνη, με άλλα λόγια, για την ύπαρξη του «φαινομένου» αυτού πρέπει να αναζητείται και να αποδίδεται στο κράτος και τους φορείς του και όχι ανάμεσα στα τυφλά άτομα. Το αίτημα αυτό, εκτός από ένα κριτικό σχόλιο για την έλλειψη οργάνωσης που χαρακτηρίζει τη σχετική με την τυφλότητα κρατική πολιτική και πολυνομοθεσία στην Ελλάδα, εκφράζει παράλληλα και το μέλημα να διασφαλισθούν οι αγώνες και τα κεκτημένα των τυφλών ατόμων και να εξασφαλισθεί, έτσι, θετικά το κοινωνικό τους πρόσωπο. Εντούτοις, εμπλεκόμενο στον αντιφατικό τρόπο λειτουργίας των ΚΕΠΑ και των συστημάτων μέτρησης της αναπηρίας γενικότερα, καταλήγει να συγκροτεί την τυφλότητα γύρω από ένα λόγο περί «αυθεντικότητας» της βλάβης, περί «αληθινού» ή «ψεύτικου» θύματος, για να υπενθυμίσω τους όρους της Cole. Εδώ έγκειται και η αμφιθυμία με την οποία ο χώρος των τυφλών αντιμετωπίζει το πρόβλημα των τυφλών-μαϊμού και, άρα, τους «πραγματικούς» τυφλούς. Στο επίπεδο του νόμου κάποιος/α (προ)καλείται να αποδείξει ότι είναι τυφλός/ή βάσει του ποσοστού της βλάβης του/ης. Την πρόκληση αυτή το κίνημα των τυφλών την αναλαμβάνει, ζητώντας αυστηρότερους θεσμικούς και ιατρικούς ελέγχους, μολονότι ένα από τα βασικά επιχειρήματά του για κοινωνική διεκδίκηση είναι ο διαχωρισμός μεταξύ αναπηρίας και βλάβης. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, η οπτική «φυσική» βλάβη μετατρέπεται στο κατεξοχήν επιχείρημα κοινωνικής διεκδίκησης, με αποτέλεσμα η εκτοπισμένη από το συνδικαλιστικό λόγο έννοια του βιολογικού σώματος να έρχεται ξανά στο προσκήνιο. Το παράδοξο είναι το σώμα αυτό επιστρέφει ως εξ ορισμού ανάπηρο, ως προβληματικό και μετρήσιμο: ως τυφλό άτομο αναγνωρίζεται όχι μόνο εκείνο που ισχυρίζεται ότι δε βλέπει, αλλά που μπορεί επιπλέον να αποδείξει ότι η όρασή του «είναι μικροτέρα του ενός εικοστού (1/20) της φυσιολογικής τοιαύτης». Η προσοχή στρέφεται ξανά στο σώμα και τις αισθήσεις - αν είχε ποτέ πραγματικά απομακρυνθεί από αυτά - αλλά θέτοντάς τα υπό ένα βλέμμα που εποπτεύει και αξιολογεί τη βλάβη και τη μη-λειτουργικότητά τους. Ανακύπτει, έτσι, το ζήτημα της ορατότητας της σωματικής βλάβης και μαζί με αυτό το τι μπορεί να σημαίνει να εμφανίζεται κανείς ως «πραγματικά τυφλός»: ενώπιον του κράτους και των νόμων του, της οπτικά αρτιμελούς κοινωνίας, αλλά και του χώρου των τυφλών. Με ποιους τρόπους τα τυφλά άτομα επιτελούν τη σωματική βλάβη τους προκειμένου να αναγνωριστούν και να πιστοποιηθούν ως υποκείμενα με δικαιώματα; Ποιες είναι αυτές οι σωματικές λεπτομέρειες που όταν επιτελεσθούν νομιμοποιούν κάποιον ως τυφλό άτομο, ενώ κάποιον άλλο τον χαρακτηρίζουν άτομο-με-πρόβλημα-όρασης; Ή διαφορετικά, με ποιους τρόπους η τυφλότητα υποστασιοποιείται ως μία κοινωνικά αναγνωρίσιμη συνθήκη ύπαρξης;

Σύστημα προσβασιμότητας και τεχνολογίες πρόσβασης

Τα παραπάνω ερωτήματα, τα οποία επεξεργάζομαι κυρίως στο επόμενο κεφάλαιο, στοιχειοθετούν το γενικότερο προβληματισμό που διατρέχει το σύνολο της παρούσας διατριβής σχετικά με το πώς κατασκευάζονται το σώμα και οι αισθήσεις των τυφλών ατόμων σε συμφραζόμενα πολιτισμικής κυριαρχίας της όρασης. Αυτό που μπορεί να ειπωθεί σε γενικές γραμμές είναι ότι το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο (κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας, αναπηρικό κίνημα, νομοθετικές ρυθμίσεις, ειδικές δομές και λόγοι περί προσβασιμότητας) που οργανώνει τον χώρο των τυφλών στην Ελλάδα τείνει να συγκροτεί την υποκειμενικότητά τους στη βάση ενός σώματος ανάπηρου, εκ φύσεως ελλειπτικού και προβληματικού, μολονότι πασχίζει για το αντίθετο. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η διαδικασία αυτή που φυσικοποιεί την οπτική απουσία τόσο στη φυσική (βλάβη), όσο και στην κοινωνική της εκδοχή (αναπηρία), φαίνεται να είναι αναγκαία για τη συγκρότηση της ταυτότητας των ατόμων ως τυφλών και για την περαιτέρω ενσωμάτωσή τους στη βλέπουσα κοινωνία. Αυτό ήταν και εξακολουθεί να είναι το κεντρικό ζητούμενο του αγωνιστικού τους κινήματος: η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πρόσβαση στην ευρύτερη κοινωνία. Στο πλαίσιο αυτό, αποκυρήσσονται οι πρακτικές φιλανθρωπικού χαρακτήρα και ιατρικοποίησης της οπτικής αναπηρίας και τονίζεται το δικαίωμα των τυφλών ατόμων στη κοινωνική συμμετοχή και ισότιμη αντιμετώπιση. Ο τυφλός μετατρέπεται σταδιακά από αποκλεισμένος ζητιάνος σε υποκείμενο με δικαιώματα, ενώ παράλληλα διαμορφώνεται και η γενικότερη πορεία αναγνώρισης των κοινωνικών δικαιωμάτων της αναπηρίας στην Ελλάδα, η οποία επισφραγίζεται το 2001 με την αναθεώρηση του Συντάγματος και την τροποποίηση του άρθρου 21 σχετικά με την «προστασία οικογένειας, γάμου, μητρότητας και παιδικής ηλικίας, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες». Εκεί, για πρώτη φορά, γίνεται σαφής αναφορά και καθιερώνεται ο όρος «άτομα με αναπηρία», αντικαθιστώντας τον προηγούμενο «άτομα με ειδικές ανάγκες», ενώ οι σχετικές ρυθμίσεις διατυπώνονται λαμβάνοντας πλέον υπόψιν ζητήματα προσβασιμότητας. Όπως συγκεκριμένα ορίζει η παράγραφος 6 του παραπάνω άρθρου:

Τα άτομα με αναπηρίες έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν μέτρων που εξασφαλίζουν την αυτονομία, την επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή τους στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας.

Με αυτόν τον τρόπο, εξηγεί ο Ηλίας Μαριόλας, αναγνωρίζεται στο άτομο με αναπηρία «το δικαίωμα να κάνει παρέμβαση για να ασκήσει τα δικαιώματά του και να αμφισβητήσει πράγματα στη δικαιοσύνη [.] Δεν του λέει απλώς ότι έχεις ένα δικαίωμα, αλλά ότι μπορείς και να το διεκδικήσεις». «Η αναπηρία είναι ζήτημα ανθρώπινων δικαιωμάτων», επισημαίνει από την πλευρά του το ελληνικό αναπηρικό κίνημα, επικαλούμενο το άρθρο 21, και δη την παράγραφο 6, ως βασικό επιχείρημα διεκδίκησης και πίεσης προς το κράτος για την εκτέλεση των ήδη νομοθετημένων μέτρων περί αναπηρίας και τη θέσπιση νέων (π.χ. Θέματα Αναπηρίας 2006: 19-20). Η βαρύτητα του συγκεκριμένου άρθρου προκύπτει και από τη σύνδεσή του με άλλες ευρωπαϊκές και διεθνείς ρυθμίσεις περί αναπηρίας. Όπως αναφέρεται στον Οδηγό του Πολίτη με Αναπηρία, «με τη διάταξη αυτή το Σύνταγμα της Χώρας εναρμονίζεται με τα πιο προοδευτικά Συντάγματα άλλων χωρών και υιοθετείται το κοινωνικό μοντέλο για την αναπηρία» (2007: 25). Η άσκηση πίεσης, με άλλα λόγια, για εφαρμογή των δικαιωμάτων των αναπήρων στην Ελλάδα εδράζεται στο νομοθετικό παράδειγμα άλλων κρατών, στις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και προπαντός στη «Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία του Ο.Η.Ε.» που ψηφίστηκε το 2006 και τέθηκε σε εφαρμογή το 2008. Επιδιώκεται, επίσης, μέσω της ελληνικής συμμετοχής στο Ευρωπαϊκό Φόρουμ ΑμεΑ (EDF), καθώς και σε άλλες ευρωπαϊκές και διεθνείς οργανώσεις για τα ΑμεΑ, όπως στη Διαβαλκανική Συνεργασία, στη Διεθνή Συμμαχία για την Αναπηρία (IDA), κ.ά. Η διαχείριση και αντιμετώπιση των προβλημάτων της αναπηρίας αναδεικνύεται, έτσι, σε παγκόσμια αναγκαιότητα και ένδειξη ανθρωπιάς, με κεντρικό διακύβευμα την άρση των θεσμικών και κοινωνικών «απαγορεύσεων» που συναντούν τα ΑμεΑ και την αντικατάστασή τους από «θετικά μέτρα δράσης», όπως ονομάζονται οι πολιτικές που θεωρείται ότι εξασφαλίζουν την ισότητα ευκαιριών και την ελευθερία πρόσβασης σε κάθε πτυχή της κοινωνίας. Στοιχεία σαν κι αυτά που στοχεύουν σε μία μετάβαση από τη θέσπιση ειδικών δικαιωμάτων στη θετική ρύθμιση της προσβασιμότητας των ΑμεΑ θα μπορούσαν να περιγραφούν συνολικά με τον όρο «Σύστημα προσβασιμότητας», κατ' αναλογία της έννοιας του «Συστήματος» (Αpparatus) που χρησιμοποιεί ο Foucault για να αναλύσει ετερογενή σύνολα συναποτελούμενα «από λόγους, θεσμούς, αρχιτεκτονικές μορφές, ρυθμιστικές αποφάσεις, νόμους, διοικητικά μέτρα, επιστημονικές αποφάνσεις, φιλοσοφικές, ηθικές και φιλανθρωπικές προτάσεις» (1991: 131). Πιο συγκεκριμένα, ως Σύστημα ορίζεται το δίκτυο των σχέσεων και το είδος της αλληλεπίδρασης που αναπτύσσεται μεταξύ των στοιχείων αυτών, με στόχο την αντιμετώπιση κάποιας «επείγουσας ανάγκης» (όπ.π.: έμφαση στο πρωτότυπο). Κατ' αυτή την έννοια, η λειτουργία του Συστήματος είναι στρατηγική (όπ.π.: 131-2). Λαμβάνοντας υπόψιν ότι η επίτευξη πρόσβασης στην κοινωνία θεωρείται το σημαντικότερο ίσως κομμάτι διαχείρισης και επίλυσης των προβλημάτων που συνοδεύουν την τυφλότητα και την αναπηρία εν γένει, με τον όρο «Σύστημα προσβασιμότητας» συμπεριλαμβάνω τα διαφορετικά στοιχεία που έχουν αναφερθεί μέχρι στιγμής ως ρυθμιστικά της κοινωνικής ένταξης των τυφλών ατόμων και της άρσης του αποκλεισμού τους: συνδικαλιστικοί λόγοι περί ανεξαρτησίας και χειραφέτησης, κοινωνική προσέγγιση της αναπηρίας, ειδικοί χώροι και καθολικός σχεδιασμός, σύγχρονες πρακτικές φιλανθρωπίας, ιατρικές επιτροπές και ποσοστά τύφλωσης, νομοθετικές διατάξεις και ευρωπαϊκές ή διεθνείς συμβάσεις. Προκειμένου να εξηγήσει τον τρόπο αλληλοδιαπλοκής των στοιχείων ενός Συστήματος, ο Foucault γράφει: «Ενας συγκεκριμένος λόγος μπορεί να φιγουράρει τη μία στιγμή ως πρόγραμμα ενός ιδρύματος, και την άλλη μπορεί να λειτουργεί ως μέσο δικαιολόγησης ή απόκρυψης μίας πρακτικής που η ίδια παραμένει σιωπηλή» (όπ.π.: 131). Η παρατήρηση αυτή σχετίζεται άμεσα με τη θεωρητική μου επιλογή να αναλύσω τους λόγους και τις πρακτικές που αναπτύσσονται γύρω από τη βελτίωση της προσβασιμότητας των τυφλών ατόμων ως Σύστημα. Γιατί, όσο κι αν αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της σταδιακής συγκρότησής τους ως κατόχων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την ίδια στιγμή αποκρύπτουν και, συνεπώς, αναπαράγουν μία από τις βασικές διαδικασίες που έχει καταστήσει τα τυφλά άτομα παραδοσιακό αντικείμενο φιλανθρωπικής φροντίδας και ιατρικής επίβλεψης, δηλαδή, τη φυσικοποίηση του σώματος και των αισθήσεων της τυφλότητας ως ελλειπτικών και αποκλινόντων. Επιχειρώντας να εξετάσω τη βιωματική/σωματική σχέση μεταξύ των τυφλών ατόμων και του συστήματος προσβασιμότητας, ή, διαφορετικά, τους τρόπους με τους οποίους τα τυφλά άτομα αισθάνονται/ενσωματώνουν και σωματοποιούν το διάχυτο αυτό λόγο (και ό,τι τον συνοδεύει) περί προσβασιμότητας, χρησιμοποιώ τον όρο «τεχνολογίες πρόσβασης». Με αυτόν αναφέρομαι σε αντικείμενα και πρακτικές που απευθύνονται στη σωματική/αισθητηριακή διαφορετικότητα της τυφλότητας και που επιδιώκουν να εξομαλύνουν τις πιο άμεσες ή «πρακτικές» δυσκολίες πρόσβασης που προκύπτουν από την απουσία όρασης. Ορισμένα από τα πιο βασικά είναι το λευκό μπαστούνι, η γραφή Braille, οι ηχητικές ανακοινώσεις, τα ομιλούντα αντικείμενα, οι ακουστικές περιγραφές, οι ηλεκτρονικοί χάρτες πλοήγησης, οι πεζοδηγοί τυφλών, οι απτικές διαδρομές, οι πολιτισμικοί χώροι όπου το άγγιγμα «επιτρέπεται», η βοήθεια από βλέποντες συνοδούς, οι ιατρικές παρεμβάσεις για την αποκατάσταση της όρασης ή την πρόληψη της τύφλωσης, κ.ά. Κάθε μία από τις τεχνολογίες αυτές προσεγγίζεται ως να ενσωματώνεται από και να επιδρά στο σώμα και τις αισθήσεις των τυφλών ατόμων διαφορετικά, αλλά πάντα με έναν πολιτισμικά διαμεσολαβημένο τρόπο. Το τι μπορεί να σημαίνει, λόγου χάρη, η αντίληψη μέσω της αφής, δεδομένων των πολιτισμικών απαγορεύσεων που εμπεριέχει το άγγιγμα και η επαφή με πρόσωπα και αντικείμενα, διαφέρει από την αντίληψη μέσω ακοής, της αίσθησης, δηλαδή, που θεωρείται ως η επόμενη πιο «απομακρυσμένη» ή «ανέπαφη» μετά την όραση. Ένα από τα κεντρικά ερωτήματα, επομένως, που τροφοδοτεί την παρούσα διατριβή αφορά σε αυτήν ακριβώς τη σχέση αλληλοδιαμόρφωσης μεταξύ βασικών τεχνολογιών πρόσβασης και του σώματος των τυφλών ατόμων, καθώς και του χώρου. Η ανάλυση επικεντρώνεται στη σύνδεση που θεωρείται ότι διατηρεί η κάθε τεχνολογία με μία αίσθηση, για παράδειγμα το λευκό μπαστούνι με τη συνολική αίσθηση αντίληψης του χώρου, φυσικού και δομημένου, και προσανατολισμού μέσα σε αυτόν. Επιδιώκοντας, έτσι, να αναδείξω ποιες σχέσεις εξουσίας κινητοποιούνται μεταξύ τυφλότητας και οπτικής αρτιμέλειας και με ποιον τρόπο αυτές «αγγίζουν» το σώμα και τις αισθήσεις της τυφλότητας, οι τεχνολογίες πρόσβασης δεν προσλαμβάνονται ως απλά εργαλεία που η χρήση τους διευκολύνει την πρόσβαση των τυφλών ανθρώπων, αλλά ως πολιτισμικά φορτισμένα αντικείμενα και πρακτικές, οι οποίες αποτελούν, από τη μία, μέρος του ευρύτερου συστήματος προσβασιμότητας και, από την άλλη, «προέκταση» του τυφλού σώματος. Κατ' αυτή την έννοια, ο όρος είναι εξίσου εμπνευσμένος από την ανάλυση του Foucault και την πρότασή του να μελετηθεί η εξουσία όχι ως μία κατασταλτική δύναμη, αλλά ως μία σχέση παραγωγική: μία σχέση, δηλαδή, η οποία, «με όρους τεχνολογίας, τακτικών και στρατηγικών», επιτρέπει στην εξουσία να επιδρά στο σώμα και να συγκροτεί το υποκείμενο κατά τρόπο μικροφυσικό και - προπαντώς - θετικό (όπ.π.: 120-2). Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ένα παράδειγμα του πώς οι λόγοι και οι πρακτικές της προσβασιμότητας συνιστούν τόπους διαχείρισης, όχι μόνο της σχέσης μεταξύ τυφλών και βλεπόντων, αλλά και της ίδιας της εμπειρίας της τυφλότητας. Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα του λευκού μπαστουνιού (15 Οκτωβρίου), το 2008, ο Βαγγέλης Αυγουλάς, μέλος τότε της Επιτροπής Νεολαίας του Π.Σ.Τ. και της Διεθνούς Οργάνωσης VIEWS για νέους με προβλήματα όρασης, συνέταξε έναν κατάλογο με συμβουλές/κανόνες σωστής συμπεριφοράς προς τα τυφλά άτομα, ο οποίος έκανε το γύρω του διαδυκτίου. Έκτοτε επανεμφανίζεται επαιτιακά κάθε χρόνο με σκοπό να υπενθυμίσει τη σημαντικότητα του λευκού μπαστουνιού. Οι οδηγίες απευθύνονταν στους βλέποντες:

Δεν βλέπω, βλέπεις όμως εσύ: Θέλεις να με βοηθήσεις;;;
Τότε, διάβασε τα παρακάτω και να ξέρεις πως αν κάτι θυμάσαι απ' αυτά όταν κάπου, κάποτε, τυχαία ή για κάποιο λόγο με συναντήσεις, θα με κάνεις να νιώσω άνετα, δίνοντάς μου αυτό ακριβώς που χρειάζομαι.
Όταν με συναντήσεις μπορείς να με βοηθήσεις αν θυμηθείς τα παρακάτω:
1. Μόνο εμείς οι τυφλοί κρατάμε λευκό μπαστούνι κι αυτό για να περπατάμε με ασφάλεια, όχι για να ξεχωρίζουμε, να παίζουμε, να μας δείχνουν ή να ζητιανεύουμε. 2. Είμαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, αλλά τυφλός. Μη με μεταχειρίζεσαι σαν παιδάκι. Μεγαλώνω, παίζω, τρέχω, διαβάζω, γράφω, σπουδάζω, δουλεύω, παθιάζομαι, κλαίω, γελάω, ερωτεύομαι, θυμώνω, «σερφάρω», κάνω chat. όπως ΕΣΥ! 3. Πιο εύκολα θα περπατήσω μαζί σου, παρά με το μπαστούνι ή με το σκύλο μου. Όμως, μη με πιάνεις από τον ώμο ή απ' το μπράτσο. Άσε με να πιάσω εγώ το δικό σου μπράτσο. Έτσι θα νιώθω (=θα ξέρω) πότε σταματάς, πότε στρίβεις, πότε ανεβαίνεις ή κατεβαίνεις. 4. Μη ρωτάς το συνοδό μου: «Πώς τον λένε;», «Τι θέλει να ψωνίσει;», «Ποιο φαγητό του αρέσει;», «Πού θέλει να παέι;», «Πώς γράφει και διαβάζει;». Ρώτησε εμένα, ξέρω κι εγώ να σου απαντήσω! Χρησιμοποίησε τον κανονικό τόνο της φωνής σου, όπως μιλάς στους άλλους μίλα και σε μένα. 5. Μην αποφεύγεις τις λέξεις «βλέπω», «κοιτάζω» κ.λπ., τις μεταχειρίζομαι κι εγώ. Βλέπω με τα χέρια μου: βλέπω για μένα=αγγίζω, ακούω, μυρίζω, καταλαβαίνω, αισθάνομαι. 6. Σύστησέ με στους άλλους, ακόμη και στα παιδιά. Θέλω να γνωρίσω ποιος είναι στην τάξη ή στο δωμάτιο μαζί μου. Μίλησέ μου όταν μπαίνεις. Πες μου πως φεύγεις: με φέρνεις σε μεγάλη αμηχανία αν μ' αφήσεις να μιλάω με κάποιον που δεν είναι κοντά μου. 7. Οδήγησε το χέρι μου σε μία καρέκλα. Πες μου πού είναι η πόρτα στο δωμάτιο, το αποχωρητήριο, το παράθυρο, κ.λπ. Και αν υπάρχουν εμπόδια ή πράγματα στο πάτωμα. Δε θέλω να κάνω ζημιές, γιατί μπορώ να μην κάνω ζημιές. 8. Βοήθησέ με διακριτικά στο τραπέζι και πες μου για το φαγητό στο πιάτο μου. Χρησιμοποίησε το πιάτο μου σα «ρολόι» και πες μου σε ποια «ώρα» είναι το κάθε είδος του φαγητού μου, π.χ. «Το κρέας σου είναι στο έξι». Κοίτα το ποτήρι μου να είναι δίπλα στο πιάτο μου και πες μου αν είναι στο δεξί ή στο αριστερό μου χέρι, για να το «δω» κι εγώ όταν το χρειαστώ. 9. Μου αρέσουν οι αθλητικές εκδηλώσεις, το θέατρο και ο κινηματογράφος, φτάνει να με βοηθάς να καταλαβαίνω τι γίνεται διαβάζοντας/περιγράφοντας μου όσα δεν μπορώ να δω. 10. Μου αρέσουν οι εκδρομές και τα πάρτυ. Πάρε με στην παρέα σου και γνώρισέ με στους καλεσμένους σου. 11. Ξέρω να συμπεριφέρομαι. Αν υστερώ σε κάτι βοήθησέ με. Δε θέλω τον οίκτο σου, αλλά τη φιλία σου! Μη μιλάς για τη «θαυματουργό αντίληψη» των τυφλών. Μην ξεχνάς ότι όσα έμαθα είναι αποτέλεσμα σκληρής προσπάθειας και εργασίας. 12. Αν είσαι περίεργος θα μιλήσω μαζί σου για το πρόβλημά μου, αλλά όχι μόνο γι' αυτό, γιατί για μένα είναι μια παλιά ιστορία! Έχω τόσα άλλα ενδιαφέροντα, χόμπι και απορίες όπως κι εσύ!

Δώσε τώρα άλλα δύο λεπτά απ' τον χρόνο σου και προώθησε αυτό το email στους γνωστούς σου, στους φίλους σου.
Σε δύο λεπτά, ενημερώνεις σωστά, για μία ζωή!!!

Ο κατάλογος αυτός εμπίπτει στο σύστημα προσβασιμότητας, τόσο γιατί αναρτήθηκε στο διαδύκτιο την παγκόσμια ημέρα του λευκού μπαστουνιού, του εμβληματικού, δηλαδή, αντικειμένου πρόσβασης της τυφλότητας, όσο και λόγω του ότι αποσκοπεί να ρυθμίσει το βαθμό προσβασιμότητας των τυφλών ατόμων στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο. Περιγράφοντας λεπτομερώς τις ανάγκες που προκύπτουν από την απουσία όρασης - και επομένως τα εμπόδια που συναντά ένα τυφλό άτομο - επιχειρεί να εισαγάγει το αναγνωστικό βλέπον κοινό στον κόσμο της τυφλότητας και κατ' αυτόν τον τρόπο να εξαλείψει το στίγμα που εγγράφει η οπτική κανονικότητα στα διαφορετικά σώματα των τυφλών. Η προσπάθεια αυτή, βασισμένη όχι μόνο στην ενημέρωση, αλλά και στον τονισμό της κοινής ανθρώπινης διάστασης μεταξύ τυφλών και βλεπόντων ατόμων - όπως υπονοούν οι υπενθυμίσεις ότι «Μεγαλώνω, παίζω, τρέχω [κ.λπ.] όπως ΕΣΥ!» (έμφαση δική μου) - βρίσκει αναλογίες με τις πολιτικές που περιγράφει η Παπαγαρουφάλη στην ανθρωπολογική της μελέτη για την «ήπια διπλωματία» που προωθούν η Ε.Ε. και ο Ο.Η.Ε. ως «συμφιλιωτική» των μελών τους, ώστε να συγκαλύψουν τις πιο «σκληρές» πολιτικές που ασκούν για να επιβάλουν «κοινές πολιτικοοικονομικές υποδομές και διεθνείς κανόνες ρύθμισης συγκρούσεων και διακυβέρνησης» (2013: 12). Οπωσδήποτε, το κείμενο του Βαγγέλη Αυγουλά δεν εμπίπτει στο πλαίσιο κάποιας διευρωπαϊκής ή διεθνικής δράσης, ούτε αφορά στη συμφιλίωση μεταξύ κρατών. Οι ομοιότητες, ωστόσο, που παρουσιάζει με τις «πολιτιστικές/συμβολικές» πολιτικές που ερευνά η Παπαγαρουφάλη μπορούν να συμπυκνωθούν τουλάχιστον σε ένα από τα χαρακτηριστικά τους που αναγνωρίζει ως βασικό: την «εκπαίδευση καρδιάς», όπως την αποκαλεί υιοθετώντας τον όρο της Ann Stoler (2002), κατά την οποία «τα συναισθήματα προσεγγίζονται ως διαπλάσιμες, καλλιεργήσιμες, εκπαιδεύσιμες έμφυτες ικανότητες του ατόμου που δύνανται να ελεγχθούν και να μετατραπούν σε πολιτισμικά ιδιώματα του ανήκειν» (όπ.π.: 36). Αν και η υλοποίηση των πολιτικών αυτών, επισημαίνει η συγγραφέας, εδράζεται σε μία σειρά αποκλεισμών για το ποιοι «αξίζουν» να συμμετάσχουν και να απολαμβάνουν την οικειότητα του ανήκειν στην ευρωπαϊκή κοινότητα (έμφαση στο πρωτότυπο), δεν παύουν να προωθούν την «πολιτική της συμπόνιας» και της «συμπάθειας» ή της «ενσυναίσθησης» του Άλλου (όπ.π.), συναισθήματα που επιδιώκουν να εμφυσήσουν και οι παραπάνω κανόνες συμπεριφοράς προς τους βλέποντες, προκαλώντας, όμως, στα ίδια τα τυφλά άτομα μία μάλλον αμφίθυμη αντίδραση. Όπως εκφράστηκε, για παράδειγμα, σε μία λίστα διαδυκτιακής ανταλλαγής απόψεων και ενημέρωσης (mail list) για διάφορα ζητήματα σχετικά με την τυφλότητα, ο συγκεκριμένες κατάλογος οδηγιών θεωρήθηκε μία «πρακτική και σωστή κίνηση», καθώς περιελάμβανε πληροφορίες χρήσιμες σε όσους και όσες δε γνωρίζουν πώς να συμπεριφερθούν σε έναν τυφλό συνάνθρωπό τους. Την ίδια στιγμή, όμως, συνδέθηκε με πρακτικές φιλανθρωπίας και εύκολου συναισθηματισμού που παρουσιάζουν τα τυφλά άτομα ως αντικείμενα προς διαχείριση και εκμετάλλευση. Η αίσθηση αυτή ενισχυόταν ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι το κείμενο συντάχθηκε και διαδόθηκε λόγω της παγκόσμιας ημέρας του λευκού μπαστουνιού, «τότε που όλοι θυμούνται ότι υπάρχουν και τυφλοί» και βρίσκουν ευκαιρία για κοινωνική προβολή. Αυτό που τονίστηκε εν τέλει, ουδετεροποιώντας ως «ανθρώπινη» τη σωματική και αισθητηριακή διαφορετικότητα των τυφλών από τους βλέποντες, ήταν ότι «κανείς Άνθρωπος, αν είναι απλώς Άνθρωπος, δε χρειάζεται οδηγίες χρήσης ανθρώπων, για να εκδηλώσει την αλληλεγγύη του προς κάθε συνάνθρωπο που έχει ανάγκη σε οποιοδήποτε επίπεδο». Ρωτώντας «τι είναι η τυφλότητα», η απάντηση που πήρα από πολλά τυφλά άτομα ήταν ότι «απλά δε βλέπεις». Αυτή θεωρείται και η μόνη διαφορά από τους βλέποντες. Όπως μου εξήγησε ο Κώστας:

Αν έχεις εξοικειωθεί με τον χώρο των τυφλών, μπορείς να καταλάβεις πώς είναι πραγματικά ο καθένας και μετά να δεις τον καθένα σαν άνθρωπο. Πέρα από κάποια πρακτικά πράγματα που πρέπει να προσέχεις με έναν τυφλό, κατά τα άλλα η επικοινωνία είναι όπως με όλους τους ανθρώπους.

Συμφώνησα τότε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συζήτησης, αναλογιζόμενη όλες εκείνες τις στιγμές που είχα «ξεχάσει» ότι απέναντί μου βρισκόταν ένα τυφλό άτομο. Ποια είναι, όμως, αυτά τα «πρακτικά πράγματα» στα οποία αναφέρεται ο Κώστας και τα οποία διαμεσολαβούν την επικοινωνία μεταξύ τυφλών και βλεπόντων μέχρι να επέλθει η εξοικείωση; Θα μπορούσαν να περιοριστούν στην εργαλειακή γνώση της τυφλότητας και την ορθολογική χρήση των αντικειμένων και πρακτικών πρόσβασης, όπως προτείνει ο παραπάνω κατάλογος συμβουλών προς τους βλέποντες; Ο προβληματισμός που επιχειρώ να αναπτύξω αναφορικά με τις τεχνολογίες πρόσβασης σχετίζεται άμεσα με μία αμφισημία που εμπεριέχει το ζήτημα της προσβασιμότητας - την οποία αμφισημία δηλώνει άλλωστε και η ίδια η επιλογή των λέξεων που συνθέτουν τον όρο. Από τη μία πλευρά, τα εργαλεία και οι πρακτικές πρόσβασης στοχεύουν στο να απελευθερώσουν τα άτομα από τις δυσκολίες της απουσίας όρασης, εξομαλύνοντας ή προσαρμόζοντας τα εμπόδια στις αισθητηριακές ανάγκες της τυφλότητας. Πρόκειται για μία προσπάθεια χειραφέτησης από την εξάρτηση που τους δημιουργεί τόσο η αρτιμελής κοινωνία, όσο και το ίδιο το σώμα τους. Από την άλλη, ο χαρακτηρισμός τους ως «τεχνολογιών» εισάγει στην ανάλυση την έννοια της «διακυβέρνησης» που χρησιμοποιεί ο Foucault (1991) για να τονίσει την πειθαρχική διάσταση που διαμορφώνει τις σχέσεις εξουσίας στη μοντέρνα εποχή. Το γεγονός ότι οι τεχνολογίες πρόσβασης είναι σύμφυτες με ό,τι νοείται ως «εμπόδιο», και άρα με την εργαλειακή διαχείριση του σώματος ώστε να το υπερβεί, μετατρέπουν την απουσία όρασης σε εξωτερική του ατόμου και αποκρύπτουν τις συγκεκριμένες σχέσεις εξουσίας που κατασκευάζουν την τυφλότητα ως αναπηρία. Βάσει αυτών, το ερώτημα μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: με ποιο τρόπο το σύστημα προσβασιμότητας και οι τεχνολογίες πρόσβασης, με την επίφαση της δημιουργίας ενός ελεύθερου υποκειμένου με ανθρώπινα δικαιώματα, διαμορφώνουν το σώμα και τις αισθήσεις της τυφλότητας σε αντικείμενο ακόμη και για τα ίδια τα τυφλά άτομα; Αλλά και από την άλλη, ποιες δυνατότητες διαχείρισης αυτής της αντικειμενοποίησης παρέχουν σε όσους και όσες τις χρησιμοποιούν; Επικεντρώνοντας, λοιπόν, στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους τα τυφλά άτομα βιώνουν και επενδύουν την εκάστοτε τεχνολογία πρόσβασης, η αναλυτική προσοχή στρέφεται σε εκείνες τις στιγμές της τυφλότητας που εναλλάσονται μεταξύ κατασκευής και επιτέλεσής της ως οπτικής αναπηρίας.






















Κοινοποιήστε το στο Facebook  twitter



Εκτύπωση


Αποστολή με e-mail


Αποθήκευση






Προηγούμενη σελίδα    Αρχή Σελίδας



Υποκατηγορίες

Από την ιστορία τής τυφλότητας και της αναπηρίας

Πολιτιστικά δρώμενα

Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας

Διάσημοι τυφλοί

Έργα συναδέλφων

Έργα καλλιτεχνών συναδέλφων

Δείτε εδώ

Ψυχαγωγία-Ενημέρωση



Μενού



Αρχική  /

Ε.Ο.Τ. /

Επικαιρότητα  /

Νομοθεσία /

Θέματα τυφλότητας /

Πολιτισμός /

Αθλητισμός  /

Επικοινωνία /




Valid HTML 4.01 Transitional Valid CSS! Το www.eoty.gr λειτουργεί μέσα απο την προσβάσιμη πλατφόρμα του
Συλλόγου Τεχνολογικής Ανάπτυξης Τυφλών    Di-net 1,56
created by Thanasis Ilias
________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Κατάλογος ηχητικών βιβλίων για ανάγνωση
http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.xls
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ____________



________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Κατάλογος ηχητικών βιβλίων για ανάγνωση
http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.xls
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που 
λειτουργούν οι φορείς των τυφλών
____________

Απαντηση