ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΧΑΡΙΔΗ «ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΩΝ ΤΥΦΛΩΝ: ΜΙΑ 
ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΉ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ «ΟΡΑΣΗΣ» (μέρος 6ο)



2. Δια-σχίζοντας τον χώρο: προσβασιμότητα, ορατότητα και επιτελέσεις οπτικής 
αναπηρίας 

Το να είναι κανείς τυφλός θεωρείται ότι ισοδυναμεί με το να είναι χαμένος στον 
χώρο.  
Rodaway 1994: 119 

Καθώς στεκόμουν, περιμένοντας τον ηχητικό σηματοδότη [.] αυτή η σκέψη μου 
πέρασε από το νου, «Νομίζουν [οι οδηγοί αυτοκινήτων] ότι είμαι τυφλός, ενώ δεν 
είμαι». Αυτό που εννοούσα ήταν, «νομίζουν ότι είμαι αδαής κι αβοήθητος, ότι δε 
γνωρίζω πού βρίσκομαι κι ότι μπορεί να κάνω κάτι ανόητο και επικίνδυνο στον 
εαυτό μου ή στους άλλους. Αλλά πιθανόν, είμαι τόσο ασφαλής όσο κι ο μέσος 
βλέπων πεζός σε αυτή τη διάσχιση (crossing) του δρόμου». 
Hull 2001: 132
    

Το λευκό μπαστούνι

Γυρνώντας πίσω στην περίοδο που σταδιακά έχανε την όρασή της και στις αλλαγές 
που βίωνε τότε στη ζωή της λόγω της συγκεκριμένης απώλειας, η Φλώρα μου 
αφηγήθηκε ένα σύντομο περιστατικό, που θυμόταν ακόμη πολύ έντονα, παρά τα 
δεκαπέντε χρόνια που είχαν περίπου μεσολαβήσει. Αναφερόμενη σε μία από τις 
πρώτες προσπάθειές της να κινηθεί ανεξάρτητα σε ένα μη-προσβάσιμο για τυφλά 
άτομα χώρο, το λευκό μπαστούνι υπήρξε κεντρικό σημείο αναφοράς. Βρισκόταν στο 
σταθμό των αθηναϊκών ΚΤΕΛ με σκοπό να επισκεφτεί το χωριό όπου γεννήθηκε και 
έζησε μέχρι και λίγα χρόνια μετά την ενηλικίωσή της. Μόνη, χωρίς συνοδό, έπρεπε 
να εντοπίσει το σωστό λεωφορείο για να επιβιβαστεί και, καθώς δεν ήθελε να 
χρησιμοποιήσει το μπαστούνι της, επιχείρησε να προσανατολιστεί ακούγοντας και 
διακρίνοντας τους διάφορους ήχους του σταθμού. Εφόσον κάτι τέτοιο αποδείχτηκε  
σχεδόν αδύνατο, αναγκάστηκε τελικά να καταφύγει στη λύση του μπαστουνιού. Όπως 
σχολίασε χαρακτηριστικά, «από το να πηγαίνω ψάχνοντας με τα χέρια και τα πόδια, 
θεώρησα πιο αξιοπρεπές να βγάλω το μπαστούνι. Ας το θεωρήσεις χαζό», μου 
ανάφερε λίγο αργότερα, «αλλά στο χωριό δεν αισθάνομαι άνετα να το χρησιμοποιώ. 
Δεν πηγαίνω πουθενά μόνη μου. Παντού με τη μάνα μου». 
Η Φλώρα, σαράντα ετών περίπου σήμερα, άρχισε να χάνει την όρασή της στην 
παιδική ηλικία. Μία εκ γενετής, εκφυλιστική ασθένεια των ματιών οδήγησε 
σταδιακά σε ολική σχεδόν απώλεια της όρασης (95-100% τύφλωση σύμφωνα με τα 
επίσημα ποσοστά αξιολόγησης της αναπηρίας) και πλέον διαθέτει μόνο την αίσθηση 
του φωτός. για παράδειγμα, μπορεί να διακρίνει τη διαφορά ημέρας και νύχτας ή 
να αντιληφθεί την ύπαρξη κάποιου έντονου φωτεινού σημείου σε κοντινό ορίζοντα. 
Στην ηλικία των είκοσι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για σπουδές στη σχολή τυφλών 
τηλεφωνητών και αργότερα στον τομέα των ανθρωπιστικών επιστημών. Τότε ήταν που 
βίωσε μία από τις πρώτες στιγμές αυτονομίας της, όταν κάποια νύχτα τόλμησε και 
τελικά κατάφερε να διασχίσει με το μπαστούνι της μόνη κι ασφαλής το δρόμο του 
σπιτιού της - μία απόπειρα τη δυσκολία της οποίας συνέδεσε άμεσα με το γεγονός 
ότι κατά την περίοδο εξασθένισης της όρασής της, η συγκεκριμένη πάθηση της 
επέτρεπε να βλέπει καλύτερα την ημέρα συγκριτικά με τη νύχτα. Αν και σε γενικές 
γραμμές η διάσχιση αυτή του δρόμου ήταν ένα μικρό βήμα, η ίδια αισθάνθηκε ότι 
«κατέκτησε τον κόσμο». Πλέον διαθέτει μία εξαιρετική ανεξαρτησία κίνησης και 
διαβίωσης στην πόλη, την οποία απέκτησε σταδιακά και φροντίζει να καλλιεργεί 
συστηματικά, με απαραίτητο πάντα μέσο το λευκό μπαστούνι. Αυτήν την κεκτημένη 
αυτονομία της είναι που τοποθετεί σε αντίστιξη με τη συνεχιζόμενη εξάρτηση από 
τη μητέρα της όταν επισκέφτεται το χωριό ή με το ότι δίστασε τη δεδομένη εκείνη 
στιγμή στο σταθμό των ΚΤΕΛ να το χρησιμοποιήσει - μία αντίστιξη που, επιπλέον, 
αναδεικνύει το σύνθετο και μη-γραμμικό χαρακτήρα της διαδικασίας 
ανεξαρτητοποίησης που μπορεί να βιώνει ένα τυφλό άτομο.  
Η αφήγηση της Φλώρας, αρκετά «πυκνή» στην περιγραφή της, παραπέμπει καταρχάς σε 
κάτι που έχει ήδη αναφερθεί: την πολιτισμική σχετικότητα της οπτικής αναπηρίας 
και τη θεωρητική παραδοχή μεγάλου μέρους των σπουδών αναπηρίας ότι η τυφλότητα 
και η αναπηρία, γενικότερα, δεν είναι παρά μία κοινωνική κατασκευή. Εν 
συντομία, κάποια/ος γίνεται ανάπηρη/ος εξαιτίας των κοινωνικών αντιλήψεων και 
δομών, των απαγορεύσεων και των εμποδίων και όχι λόγω της σωματικής της/του 
«βλάβης». Οι εννοιολογήσεις της αρτιμέλειας επιβάλλονται και εγγράφονται πάνω 
στο άτομο και το σώμα αποκλείοντάς τα από την κοινωνία, ενώ η σωματική βλάβη 
και η κοινωνική αναπηρία εκλαμβάνονται ως έννοιες απόλυτα διακριτές μεταξύ 
τους. Η κυριότερη και πιο συχνή κριτική που έχει ασκηθεί στη συγκεκριμένη 
θεωρητική προσέγγιση εστιάζει στις συνέπειες αυτού του διαχωρισμού, με 
σημαντικότερη την παράβλεψη της υλικότητας, της ιστορικότητας και της δυναμικής 
του σώματος. Με αυτόν τον τρόπο, το σώμα και η βλάβη καταλήγουν να 
εννοιολογούνται ως οντότητες δεδομένες που μένουν αναλλοίωτες στον χώρο και τον 
χρόνο (Hughes και Paterson 1997), ενώ, όπως τονίζει η Shelley Tremain, «είναι 
πολιτικά αφελές το να προτείνει κανείς ότι ο όρος 'βλάβη' είναι ουδέτερος 
αξιών, δηλαδή, απλά περιγραφικός» της κάθε σωματικής κατάστασης (2006: 187).
Ερμηνεύοντας την εξιστόρηση της Φλώρας στη βάση της διχοτομικής αυτής 
προσέγγισης (σωματική βλάβη/κοινωνική αναπηρία), η συγκρότηση της οπτικής 
αναπηρίας φαίνεται να προκύπτει, είτε λόγω των στερεοτυπικών αντιλήψεων και 
απαγορεύσεων στα πλαίσια της κλειστής κοινωνίας του χωριού, είτε λόγω της 
έλλειψης κατάλληλων υποδομών πρόσβασης σε εκείνα του σταθμού των ΚΤΕΛ. Και στις 
δύο περιπτώσεις το τυφλό άτομο κατασκευάζεται ως ανάπηρο, καθώς υπόκειται σε 
συνθήκες κοινωνικού ελέγχου ή δομικού περιορισμού αντίστοιχα. Πρόκειται, 
ωστόσο, για μία ερμηνεία αρκετά μονομερή, καθώς δε λαμβάνει υπόψιν το ρόλο που 
παίζει το μπαστούνι στη συγκρότηση του ίδιου του σώματος και κατά συνέπεια της 
εμπειρίας της τυφλότητας. Είναι, δηλαδή, αυτή ακριβώς η φυσικοποίηση της 
αισθητηριακής βλάβης (τύφλωση) που δεν επιτρέπει να δούμε πώς διαμορφώνεται, 
όχι μόνο η σωματικότητα της τυφλότητας, αλλά και η ίδια η οπτική βλάβη, σε πιο 
λεπτομερείς αποχρώσεις της, όπως αυτές που προκύπτουν από τη διαντίδραση των 
τυφλών ατόμων με τη συγκεκριμένη τεχνολογία πρόσβασης και τα συμφραζόμενα στα 
οποία χρησιμοποιείται ή όχι κάθε φορά. Κατ' αναλογία, φυσικοποιείται και ο 
ρόλος του λευκού μπαστουνιού, αποκλειστικά ως εργαλείου πρόσβασης στον χώρο.  
«Το μπαστούνι υπάρχει για να σου βρίσκει τα εμπόδια» μου είχε επισημάνει η 
Φλώρα σε μια άλλη συζήτησή μας, προσδίδοντάς του αυτή τη φορά μία διάσταση 
καθαρά εργαλειακή. Στόχος του, σε γενικές γραμμές, είναι να κρατήσει σε σχετική 
απόσταση ασφαλείας το σώμα από οτιδήποτε βρίσκεται εκτός του, να προ-λάβει, 
δηλαδή, εμπόδια και ενδεχόμενα ατυχήματα σύγκρουσης του σώματος με αυτά και να 
προσφέρει, επιπλέον, μέσω των τψν αισθήσεων της ακοής (όταν, για παράδειγμα, το 
μπαστούνι προσκρούει σε κάποια στέρεη επιφάνεια) και μίας προεκταμένης και 
διαμεσολαβημένης αφής,  πληροφορίες για το χώρο όπου το άτομο κινείται κάθε 
φορά (πεζοδρόμια και σκάλες, κτίρια, οχήματα, ανθρώπους, είδη και εναλλαγές  
εδάφους, κ.ο.κ.). Υπό αυτό το πρίσμα, η σχέση μεταξύ σώματος, μπαστουνιού και 
χώρου νοείται συνήθως ως «άμεση» (το σώμα αναγνωρίζει τον χώρο κυρίως απτικά 
μέσω του μπαστουνιού) και «φυσική» (η εικόνα του τυφλού ατόμου που κινείται 
στον χώρο είναι συνυφασμένη με την χρήση του μπαστουνιού).  Παράλληλα, 
οργανώνεται γύρω από την έννοια του «εμποδίου» και πιο συγκεκριμένα γύρω από 
την υπέρβασή του.  
Η βιβλιογραφία, για παράδειγμα, που αναφέρεται στο λευκό μπαστούνι αναδεικνύει 
ως κυρίαρχο σημείο εστίασης την τεχνική του χρήση για την πρόσβαση των τυφλών 
ατόμων αποκλειστικά σε αυτό που νοείται ως υλική διάσταση του χώρου. Στο 
μεγαλύτερό τους μέρος, αν όχι αποκλειστικά, οι σχετικές αναλύσεις συζητούν τις 
τεχνικές χρήσης και τα υλικά κατασκευής του, τα διάφορα είδη και μεγέθη του,  
τις μεθόδους εκπαίδευσης πάνω στη κίνηση και τον προσανατολισμό κατά τις οποίες 
χρησιμοποιείται ως απαραίτητο βοηθητικό μέσο, το βαθμό εξοικείωσης του κάθε 
ατόμου με τη χρήση του, το ποσοστό όρασης που διαθέτει ο καθένας και τη χρονική 
στιγμή απώλειας ή εξασθένισής της κι άλλες ποσοτικοποιημένες κατά κύριο λόγο 
πληροφορίες, οι οποίες στοιχειοθετούν έρευνες και γίνονται αντικείμενα 
στατιστικών αναλύσεων και εργαστηριακών πειραμάτων. Εν ολίγοις, στόχος των 
συγκεκριμένων μελετών είναι η βέλτιστη απόδοση της χρήσης του μπαστουνιού για 
τον πιο έγκαιρο εντοπισμό των εμποδίων και την ασφαλέστερη κίνηση των τυφλών 
ατόμων στην υλικότητα του χώρου (Rodgers και Emerson 2005β, Ambrose-Zaken 2005, 
Kim κ.ά, 2009, 2010, Sauerburger και Bourquin 2010). 
Από μία ανάλογη τεχνοκεντρική σκοπιά προσεγγίζεται και το σώμα: ως μία ουδέτερη 
και δεδομένη, παρατηρήσιμη και διαχειρίσιμη υλικότητα και επιπλέον, σα να 
διατηρεί μία σχέση αυτονόητης προέκτασης με την υλικότητα του μπαστουνιού. 
Ενδεικτικά παραδείγματα αυτού αποτελούν η πρακτική μέτρησης του μήκους του 
σώματος προκειμένου να βρεθεί το κατάλληλο μέγεθος του μπαστουνιού (Rodgers και 
Emerson 2005α), ή ο διαχωρισμός και η απομόνωση της αφής από τις υπόλοιπες 
αισθήσεις (π.χ. από την ακοή), με σκοπό να αξιολογηθεί η καθαρότητα της σχέσης 
της με το χώρο και το μπαστούνι, ποιες και πόσες πληροφορίες, με άλλα λόγια, 
γίνονται αντιληπτές μέσω του μπαστουνιού και αποκλειστικά από την αίσθηση της 
αφής (Kim κ.ά. 2009, 2010). Μία τέτοια διαδικασία «αντιληπτικής εξειδίκευσης 
και ορθολογικοποίησης», όπως χαρακτηρίζει το διαχωρισμό των αισθήσεων η Νάντια 
Σερεμετάκη, συγκροτεί τις συνθήκες για την «κυριολεξία των αισθήσεων», δηλαδή 
για «την κατευθείαν αντιστοιχία ανάμεσα στην πράξη της αντίληψης και το 
αντιληπτό αντικείμενο» (1996: 47-8).  Συμβαδίζει, έτσι, με τη θετικιστική 
θεώρηση του χώρου που κυριάρχησε για μεγάλο διάστημα στις κοινωνικές και 
ανθρωπιστικές επιστήμες. Σύμφωνα με αυτή, ο χώρος εκλαμβανόταν «ως μία 
αφηρημένη διάσταση, ως μία γεωμετρική επιφάνεια μετρήσιμη, ουδέτερη και 
οικουμενικά ομοιόμορφη [.] ως ένα αντικειμενικό υπάρχον σκηνικό, διακριτό από 
τη σκέψη και τη δράση των ανθρώπων», όπως επισημαίνουν οι Γιαννακόπουλος και 
Γιαννιτσιώτης (2010: 12), μεταξύ άλλων επικριτών της συγκεκριμένης προσέγγισης 
(βλ. σχετικά παρακάτω). Βάσει αυτής, ο χώρος για τα τυφλά άτομα μοιάζει να 
συναποτελείται από μία σειρά υλικών εμποδίων, τα οποία χρειάζεται να 
εντοπιστούν και να αποκρυπτογραφηθούν μέσω της αφής και του μπαστουνιού «ως 
έχουν». Χωρίς, δηλαδή, να λαμβάνεται υπόψιν η σχέση του κάθε εμποδίου, τόσο με 
τα συμφραζόμενα στα οποία εντάσσεται (για παράδειγμα, άλλα στοιχεία που μπορεί 
να συνθέτουν τον χώρο ή το γεγονός ότι η εκτέλεση των πειραματικών διαδρομών εκ 
μέρους των τυφλών ατόμων γίνεται υπό το αξιολογητικό βλέμμα των ερευνητών), όσο 
και με τις προϋπάρχουσες αισθητηριακές εμπειρίες και αναπαραστάσεις του κάθε 
ατόμου, ή διαφορετικά, με τη μνήμη ως αισθητηριακή διαδικασία (Σερεμετάκη 
όπ.π.: 46-8).     
Οπωσδήποτε, η χρήση του μπαστουνιού αποτελεί για τα τυφλά άτομα μία από τις πιο 
παλιές, βασικές, συνηθισμένες και οικονομικές πρακτικές πρόσβασης στον υλικό 
χώρο (φυσικό ή/και δομημένο).  Είναι αναπόσπαστο κομμάτι των μαθημάτων 
κινητικότητας και προσανατολισμού που προσφέρονται από φορείς του χώρου των 
τυφλών και κανείς μπορεί να το κρατά βοηθητικά ακόμη κι όταν συνοδεύεται από 
κάποιο βλέπον άτομο. Επίσης, καθώς μπορεί να διπλωθεί και να μεταφερθεί εύκολα 
σε τσάντες και τσέπες (συνήθως είναι σπαστό και αποτελείται από τέσσερα ή πέντε 
συναρμολογούμενα κομμάτια), σχεδόν όλοι το φέρουν μαζί τους ακόμη κι αν δε 
συνηθίζουν να το χρησιμοποιούν. Άλλοι, για λόγους σιγουριάς, διαθέτουν παραπάνω 
από ένα. «Έχω ένα μπαστούνι στο σπίτι, ένα στο γραφείο, ένα στο αυτοκίνητο της 
γυναίκας μου, ένα στην τσάντα μου. Κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να συμβεί ανά 
πάσα στιγμή», εξηγούσε ο Κώστας, συζητώντας με άλλα τυφλά άτομα για τη 
σημαντική ανεξαρτησία που του προσφέρει η χρήση του μπαστουνιού. Άλλες πάλι, 
σχετικές με το μπαστούνι συζητήσεις το συνδέουν με την ασφάλεια που φροντίζει ο 
καθένας να έχει για τον εαυτό του. Έτσι, ατυχήματα που συμβαίνουν καθημερινά 
στους ίδιους ή σε άλλους βρίσκουν συχνά την αιτία τους όχι μόνο στους δομικούς 
περιορισμούς, αλλά και στη μη-χρήση του μπαστουνιού ή στη μη-λειτουργικότητά 
του λόγω φθοράς.  
Ωστόσο, η διάστασή του ως εργαλείου πρόσβασης στην υλικότητα του χώρου δεν 
είναι η μοναδική, ούτε και η πιο σημαντική. Ο δισταγμός της Φλώρας να το 
«βγάλει» στο σταθμό των ΚΤΕΛ ή στο χωριό της, το γεγονός ότι αρκετοί/ές δε 
συνηθίζουν να το χρησιμοποιούν, καθώς και το ότι, εκτός από μέσο πρόσβασης, 
αποτελεί το εμβληματικότερο μέσο αναγνώρισης και πιστοποίησης της τυφλότητας 
μεταξύ τυφλών ή μεταξύ τυφλών και βλεπόντων, κάνει να αναζητήσουμε τις ποικίλες 
σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα στο μπαστοίτι, το χώρο και το σώμα. Να 
αναζητήσουμε, δηλαδή, τις σχέσεις εκείνες που φαίνεται να αποκρύπτονται, τόσο 
από τη «φυσικότητα» που αποδίδεται στο μπαστούνι ως εργαλείο πρόσβασης, όσο και 
από την υποτιθέμενη γραμμική αμεσότητα της σχέσης του με τον χώρο, αλλά και από 
την αυτονόητη σύνδεσή του με το σώμα και την αφή των τυφλών ατόμων.   
Με αυτή την έννοια, κεντρικό ζήτημα του συγκεκριμένου κεφαλαίου είναι οι 
σχέσεις των τυφλών ατόμων με τους υλικούς και κοινωνικούς χώρους που 
διασχίζουν, όπως αυτές διαμεσολαβούνται από την παρουσία του λευκού μπαστουνιού 
και πέρα από την εννοιολόγησή του αποκλειστικά ως εργαλείου. Επιπλέον, οι 
πρακτικές χρήσης του και η βαρύτητα που του αποδίδεται ως «φυσικού» μέσου 
πρόσβασης μελετώνται στην αλληλοσυγκρότησή τους με τις ήδη υπάρχουσες και 
εγγενείς στη συγκρότηση του χώρου σχέσεις εξουσίας μεταξύ τυφλών και βλεπόντων, 
συχνά δε και μεταξύ των ίδιων των τυφλών. Έτσι, οι υλικότητες του σώματος και 
του χώρου προσεγγίζονται καθώς τελούν υπό διαμόρφωση, ενώ στο προσκήνιο της 
ανάλυσης αναδύονται πολιτισμικές εννοιολογήσεις και αλληλοσυσχετίσεις των 
αισθήσεων, με κυριότερες αυτών της αφής και της όρασης. Με άλλα λόγια, οι 
κύριες θεωρητικές έννοιες που διερευνώνται εδώ είναι αυτές του χώρου και των 
αισθήσεων. Η αναλυτική προσοχή στο πώς έχει διαμορφωθεί και διαμορφώνεται 
πολιτισμικά η μεταξύ τους σχέση, καθώς και στο πώς αυτή σημειώνει και 
σημειώνεται από την κίνηση και τη δημόσια παρουσία των τυφλών ατόμων, 
αναδεικνύει σημαντικές πτυχές των διαδικασιών υποκειμενοποίησης των τελευταίων 
και συγκρότησης αυτού που νοείται ως οπτική βλάβη.  
Επιπλέον, το παρόν κεφάλαιο επικεντρώνεται στο πώς οι ήδη καθιερωμένες 
αλληλοσυνδέσεις μεταξύ μπαστουνιού, χώρου και σώματος/αισθήσεων συμμετέχουν στη 
συγκρότηση των τυφλών ατόμων ως «εμποδιζόμενων» κυρίως υποκειμένων.   Ή, με 
όρους επιτελεστικότητας, εξετάζεται η θέση που κατέχει το λευκό μπαστούνι 
μεταξύ των σωματικών εκείνων λεπτομερειών που υλοποιούν και, άρα, κάνουν ορατό 
το άτομο ως οπτικά ανάπηρο (και άρα ως εξ ορισμού εμποδιζόμενο). Με αυτή την 
έννοια, η ανάλυση αφορά σε στιγμές κατά τις οποίες η σύνδεση μεταξύ μπαστουνιού 
και τυφλότητας κατασκευάζεται και αναπαράγεται ως δεδομένη ή αυτονόητη, καθώς 
και σε άλλες όπου επαναλαμβάνεται με τη μορφή της επιτέλεσης, αποκαλύπτοντας, 
έτσι, κάποιες από τις νόρμες που συγκροτούν την οπτική βλάβη ως «φυσική» 
κατάσταση. Επιχειρείται, με αυτόν τον τρόπο, μία ερμηνευτική προσέγγιση της 
σχέσης μεταξύ σωματικής βλάβης και κοινωνικής αναπηρίας διαφορετική από αυτή 
που αντικειμενοποιεί και προδικάζει το σώμα των τυφλών ατόμων ως παθητικό πεδίο 
εγγραφής των οπτικοκεντρικών επιταγών και, επομένως, ως εμποδιζόμενο και 
αποκλεισμένο από αυτές. 

Η εννοιολόγηση του χώρου ως εμποδίου

Όπως έχει ήδη ειπωθεί, μία από τις σημαντικές διαστάσεις του μπαστουνιού είναι 
ότι χρησιμοποιείται από τα τυφλά άτομα για να κρατήσει το σώμα τους μακριά από 
οτιδήποτε βρίσκεται εκτός του. Διευκολύνει, έτσι, σε μεγάλο βαθμό την 
ανεξαρτησία της κίνησής τους και υποκαθιστά κατά κάποιο τρόπο την από απόσταση 
αντίληψη του χώρου που θεωρείται ότι προσφέρει μόνον η αίσθηση της όρασης. 
Αναφορικά με το ζήτημα της πρόσβασης στις λεπτομέρειες του χώρου, το ενδιαφέρον 
βρίσκεται στα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν αυτή την «απόσταση», στο τι 
μεσολαβεί, δηλαδή, μεταξύ του σώματος και του άλλου που βρίσκεται κάπου στον 
χώρο, κάπου εκεί έξω. Τι είναι αυτό που μεταφέρεται από τον χώρο στο σώμα μέσω 
του μπαστουνιού, αλλά και αντίστροφα, από το σώμα στον χώρο; Ή καλύτερα, πώς 
αλληλοσημειώνονται το σώμα των τυφλών ατόμων και οι χώροι που δια-σχίζουν, 
καθώς έρχονται σε επαφή μέσω της συγκεκριμένης τεχνολογίας πρόσβασης; Και 
κυρίως σε τι συνίσταται αυτή η «επαφή» μεταξύ χώρου και σώματος στα πλαίσια της 
τυφλότητας;

Συνοδεύοντας την Τάνια σε μία από τις καθημερινές της διαδρομές μεταξύ εργασίας 
και σπιτιού, διαπίστωσα ότι δεν ακολουθούσαμε τη συντομότερη δυνατή διαδρομή 
προς τον προορισμό μας, αλλά μία άλλη με πολλές παρακάμψεις, που αποτελούνταν 
κυρίως από στοές και πεζοδρόμους, μέρη, δηλαδή, με μεγαλύτερο άνοιγμα χώρου κι 
άνεση κίνησης συγκριτικά με τα στενά πεζοδρόμια του αθηναϊκού κέντρου. Έχοντας 
χάσει πλήρως την όρασή της σε παιδική ηλικία, στα δεκαοχτώ άφησε την επαρχιακή 
πόλη καταγωγής της και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα για σπουδές και επαγγελματική 
αποκατάσταση ως τηλεφωνήτρια - μία πορεία ζωής, με άλλα λόγια, παρόμοια με 
αυτήν της Φλώρας.  Την περίοδο της γνωριμίας μας είχε ήδη διαμείνει περισσότερα 
από δεκαπέντε χρόνια στην πόλη, αρκετά, δηλαδή, για να έχει οργανώσει τους 
δικούς της τρόπους ανεξάρτητης διαβίωσης και κίνησης σε αυτήν. Είχε, έτσι, 
εντοπίσει τους λιγότερο πολυσύχναστους δρόμους. Όπως μου εξήγησε τότε: 

Δε θέλω να με χτυπάνε οι άλλοι και να τους χτυπάω με το μπαστούνι ή με το σώμα 
μου. Βρίσκω τις πιο εύκολες και ήσυχες διαδρομές [...] Το μπαστούνι μπλέκεται 
στα πόδια των πεζών κι αυτό δυσκολεύει το περπάτημα. Καταλήγουμε, έτσι, να 
κλωτσάμε ο ένας τον άλλο.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, η επιλογή αυτή της Τάνιας για ευκολότερες διαδρομές και 
περισσότερες παρακάμψεις συνιστά έναν από τους πολλούς τρόπους διαχείρισης των 
εμποδίων και των δυσκολιών που τα τυφλά άτομα αναφέρουν ότι συναντούν 
καθημερινά στη μη-προσβάσιμη πόλη της Αθήνας: γρήγοροι κι έντονοι ρυθμοί 
διέλευσης των πεζών, συχνές παραβιάσεις του κώδικα οδικής κυκλοφορίας και 
αυξημένη κίνηση στους αυτοκινητόδρομους,  κατεστραμένα, στενά ή ανύπαρκτα 
πεζοδρόμια, κατειλημμένοι οδηγοί όδευσης τυφλών ή άλλοι, ημιτελείς, που δεν 
οδηγούν πουθενά (π.χ. μπορεί να καταλήγουν σε περίπτερα και καταστήματα ή να 
σταματούν απροειδοποίητα),  απροσπέλαστα δημόσια κτήρια και υπηρεσίες, μη 
συστηματική πρόβλεψη για φωνητικές ανακοινώσεις στις στάσεις και τα οχήματα των 
μέσων μαζικής μεταφοράς, έλλειψη πινακίδων μεταφρασμένων στη γραφή Braille, 
κ.ο.κ.  Όλα αυτά διαμορφώνουν τη δυσφορία και την επικινδυνότητα για ατυχήματα 
που αντιμετωπίζουν τα τυφλά άτομα στις καθημερινές τους αστικές διαδρομές και 
αποτελούν απόδειξη για τη γενικότερη άγνοια και αδιαφορία της αρτιμελούς 
κοινωνίας αναφορικά με την τυφλότητα, από τη μία, και τις αναπηρικές πολιτικές 
που συνήθως εφαρμόζει το κράτος, από την άλλη. Αποτελούν, επίσης, το 
αντικείμενο συχνών επιστολών καταγγελίας από συνδικαλιστικούς φορείς του χώρου 
των τυφλών προς το κράτος, κατηγορώντας το για αναλγησία και ζητώντας άμεση 
ανταπόκριση και ικανοποίηση των αναγκών τους, ενώ διάφορα άρθρα της έντυπης ή 
ηλεκτρονικής ενημέρωσης καταδεικνύουν την έλλειψη ευαισθησίας των πολιτών 
απέναντι στις ανάγκες των τυφλών συμπολιτών τους ή συγκρίνουν την ελληνική, 
συντηρητική και μη-συστηματική αντιμετώπιση της αναπηρίας με την πρόνοια που 
εξασφαλίζουν και το σεβασμό που επιδεικνύουν τα πιο προηγμένα κράτη-μέλη της 
Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ανάλογα ζητήματα.  
Με αυτή την έννοια, ο λόγος που αρθρώνει το συνδικαλιστικό κίνημα των τυφλών 
και όσοι γενικότερα πρόσκεινται φιλικά προς αυτό, επικεντρώνεται στην 
κλειστότητα του χώρου και στους περιορισμούς που δημιουργεί στην πρόσβαση των 
τυφλών ατόμων. Έτσι, ως κεντρικό και γενικό ζητούμενο, αλλά κι ως προϋπόθεση 
για την ελεύθερη πρόσβαση και ισότιμη συμμετοχή τους στην ελληνική κοινωνία, 
τίθεται η άρση εμποδίων παρόμοιων με αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω. Εκείνο, 
ωστόσο, που δε φαίνεται να λαμβάνεται υπόψιν και να εξετάζεταθ από τους 
παραπονούμενους καταγγέλτες ή από τη βιβλιογραφική έρευνα είναι το με ποιους 
τρόπους ο κάθε χώρος καταλήγει να συγκροτείται ως υλικό και κοινωνικό εμπόδιο 
για την αισθητηριακή επιστημολογία της τυφλότητας, το πώς τελικά υπερβαίνονται 
αυτά τα εμπόδια, καθώς και το πώς εμπλέκονται οι άλλες, εκτός της όρασης, 
αισθήσεις με τη δομή του χώρου και την κίνηση σε αυτόν. Αντίθετα, με το να 
διαχωρίζουν την οπτική βλάβη από τις κοινωνικές προεκτάσεις της, να παραβλέπουν 
την πολυδιάστατη σχέση μεταξύ αισθήσεων και χώρου και να διχοτομούν τον 
τελευταίο σε ελεύθερο/μη-προσβάσιμο, οι συγκεκριμένοι λόγοι περί 
προσβασιμότητας καταλήγουν να λαμβάνουν την έννοια του χώρου και τη θέση του 
στις πρακτικές πρόσβασης όχι μόνο ως στατική και δεδομένη, αλλά και ως 
αρνητική. Έτσι, ο χώρος παρουσιάζεται σα να αποτελεί ένα εκ των προτέρων 
εμπόδιο για τα τυφλά άτομα, το οποίο, επιπλέον και κατά πάσα πιθανότητα, θα 
οδηγήσει στον αποκλεισμό τους από την ευρύτερη κοινωνία.  
Η μονομερής και περιορισμένη αυτή σύνδεση μεταξύ τυφλότητας και χώρου συγκλίνει 
με τη γενικότερη προσέγγιση των σπουδών αναπηρίας για την έννοια του εμποδίου - 
και κατ' επέκταση του χώρου. Επιχειρώντας να επιστήσει την προσοχή στον 
κοινωνικό αποκλεισμό των ΑμεΑ, οι προτάσεις και οι διεκδικήσεις του κοινωνικού 
μοντέλου για εναλλακτικές και περισσότερο «φιλικές» προς τα ανάπηρα άτομα 
χωρικές διαμόρφωσεις οργανώνονται γύρω από μία παρόμοια λογική με αυτήν που 
ερμηνεύεται η σωματική βλάβη: ο χώρος - όπως και η βλάβη - εκλαμβάνεται ως 
προϊόν εγγραφής της αρτιμελούς κοινωνίας. «Ο υλικός πολιτισμός και τα δομημένα 
περιβάλλοντα είναι φτιαγμένα για ένα περιορισμένο φάσμα [αρτιμελών] ανθρώπων», 
υποστηρίζει για παράδειγμα ο Peter Freund, για να συμπληρώσει στη συνέχεια ότι 
«η αναπηρική πόλη είναι γεμάτη από φυσικά εμπόδια (physical barriers) στην 
κίνηση και μη-προσβάσιμη αρχιτεκτονική» (2001: 695-6).   Ο χώρος, έτσι, 
νοηματοδοτείται ως «φυσικός» και δεδομένος και, επομένως, ως διαθέσιμος στις 
κυρίαρχες κοινωνικές εγγραφές. Χωρίς να διερευνάται πιο συστηματικά και στις 
λεπτομέρειες της συγκρότησής του, ως προς τη διαφορετικότητα και τις ανάγκες 
της κάθε αναπηρίας, η έννοια του χώρου εξισώνεται σχεδόν αυτόματα με αυτήν του 
εμποδίου, ενώ ο σχεδιασμός της σύγχρονης δυτικής πόλης παρομοιάζεται με τη 
λογική «σχεδιασμού του απαρτχάιντ» (design apartheid) (Imrie 1996). Αναλόγως, 
το ανάπηρο υποκείμενο προσεγγίζεται ως εξ ορισμού καταπιεσμένο και 
εμποδιζόμενο, ενώ η διεκδίκηση των δικαιωμάτων του καταλήγει να ισοδυναμεί με 
την εξάλειψη των όποιων εμποδίων παρεμβάλλει στο βαθμό προσβασιμότητάς του, το 
δομημένο κυρίως περιβάλλον και η αρτιμελής νοοτροπία γενικότερα.  
Η γενικευμένη αυτή εννοιολόγηση του χώρου ως εμποδίου, υποστηρίζουν οι Kevin 
Paterson και Bill Hughes (1999), έχει κατορθώσει να προβληματοποιήσει και να 
πολιτικοποιήσει τη σχέση της αναπηρίας με το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον, 
καθώς έχει στρέψει την προσοχή προς τον αποκλεισμό των ανάπηρων ατόμων από την 
κυρίαρχη κοινωνία και τον περιορισμό τους σε «ειδικούς» χώρους και διαδρομές. 
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, αναπαράγει ένα καρτεσιανό υποκείμενο, καθώς η πολιτική 
της ατζέντα εξακολουθεί να βασίζεται στο διαχωρισμό σώμα/κοινωνία ή ιδωτικό/ 
δημόσιο, κατ' αναλογία της αντίστιξης βλάβη/αναπηρία (όπ.π.: 597-8). 
Ταυτίζοντας, έτσι, το ανάπηρο σώμα με τη φυσική δυσλειτουργία ή βλάβη, η 
θεώρηση αυτή ενισχύει εκ νέου το βοϊατρικό λόγο, που οι σπουδές αναπηρίας, και 
δη το κοινωνικό μοντέλο, επιχειρούν να αποδυναμώσουν (Hughes και Paterson 1997: 
328-9), ενώ η κριτική που αρθρώνει αναλώνεται στο θέμα της μη προσβασιμότητας 
του δημόσιου χώρου, με αποτέλεσμα να παραβλέπει τις πιο προσωπικές 
διαντιδράσεις μεταξύ σωμάτων, αναπηρίας και χώρου (1999: 605). Εκείνο που 
εναλλακτικά προτείνουν οι συγγραφείς είναι μία «φαινομενολογική κοινωνιολογία 
της βλάβης», κατά την οποία η αναλυτική προσοχή θα στραφεί στους τρόπους που η 
ίδια η βλάβη παράγεται και αναπαράγεται στην καθημερινότητα και η καταπίεση 
βιώνεται ως αναπόσπαστο μέρος της (όπ.π.: 608). 
Ανάλογη των αναθεωρήσεων αυτών είναι και η κριτική του Tom Shakespeare που 
υποστηρίζει ότι η βλάβη και η αναπηρία είναι αδύνατο να διαχωριστούν. Όπως 
συγκεκριμένα γράφει, το όραμα για μία κοινωνία πλήρως προσβάσιμη (free-barrier 
society) συνιστά μία ουτοπία, καθώς συχνά τα εμπόδια που συναντά ένα άτομο 
είναι εγγενή της βλάβης του και δεν οφείλονται αποκλειστικά στο φυσικό ή 
κοινωνικό του περιβάλλον. Αντιθέτως, παρακολουθώντας από κοντά τη ζωή των 
ατόμων αυτών, γίνεται εμφανές ότι η αναπηρία τους προκαλείται από τη σχέση 
μεταξύ ατομικών σωμάτων και κοινωνικών περιβαλλόντων (2006β: 200-2). Επίσης, 
στη βάση του επιχειρήματος ότι ο χώρος δεν αντανακλά απλώς τις ήδη υπάρχουσες 
κοινωνικές διαδικασίες, αλλά βρίσκεται σε σχέση αλληλοδιαμόρφωσης με αυτές, ο 
γεωγράφος Rob Imrie (1996) επιχειρεί να υιοθετήσει μία πιο δυναμική προσέγγιση 
της σύνδεσης μεταξύ χώρου και αναπηρίας. «Οι καταπιεστικές ή κάθε άλλου είδους 
κοινωνικές σχέσεις συγκροτούνται μέσα στον και από τον χώρο», υπενθυμίζει, αν 
και παραμένει τελικά στα περί κοινωνικής κατασκευής της αναπηρίας, εστιάζοντας 
το αναλυτικό του ενδιαφέρον στο πώς τα κανονιστικά πρότυπα της αρτιμέλειας 
αναπαράγονται μέσω της επιβολής τους στη δομική κατασκευή του περιβάλλοντος 
και, συνεπώς, στο σώμα των αναπήρων (όπ.π.: 11-3).
Στις παραπάνω θέσεις διαφαίνεται μία προσπάθεια να στραφεί η αναλυτική προσοχή 
προς το γεφύρωμα μεταξύ βλάβης και αναπηρίας, ή αλλιώς, μεταξύ φυσικού και 
κοινωνικού σώματος. Ωστόσο, το επιχείρημα εξακολουθεί να τοποθετεί στον πυρήνα 
της αναπηρίας το ζήτημα του εμποδίου ως γενικού και αόριστου περιορισμού στην 
πρόσβαση, είτε αυτό επιβάλλεται από το ίδιο το σώμα, είτε από κάπου εκτός 
αυτού. Πρόκειται για μία επιβολή από την οποία τα ανάπηρα άτομα χρειάζεται να 
χειραφετηθούν και η οποία κάνει να αναρωτηθούμε για το τι ακριβώς πρέπει να 
αρθεί από την κοινωνία (ή και από το σώμα;) προκειμένου να πραγματοποιηθεί μία 
τέτοια αποδέσμευση. Με την παρατήρηση αυτή δεν υπονοώ ότι η έννοια του εμποδίου 
χρειάζεται να απορρίφθει εξ ορισμού ή ότι οι νόρμες της αρτιμέλειας είναι 
αμέτοχες στην κατασκευή του χώρου ως περιοριστικού για την εκάστοτε αναπηρία. 
Αντίθετα, συμμεριζόμενη τη θεωρητική τοποθέτηση της Doreen Massey (2005), 
υποστηρίζω ότι οι χώροι κατά κανόνα ρυθμίζονται κοινωνικά και κανονιστικά με 
τον ένα ή τον άλλο τρόπο, αποτελώντας προϊόντα συγκρουσιακών και συνήθως άνισων 
σχέσεων. Στη βάση αυτή, η «τάση να ρομαντικοποιούμε το δημόσιο χώρο ως ένα κενό 
(emptiness) που επιτρέπει τον ελεύθερο και ισότιμο λόγο» (όπ.π.: 152) 
αποδεικνύεται πολιτικά αφελής, ενώ η διεκδίκηση του χώρου ως πλήρως προσβάσιμου 
για τα ανάπηρα άτομα τίθεται υπό αμφισβήτηση, καθώς φαίνεται να συσκοτίζει τις 
δυναμικές εξουσίας που τον συγκροτούν ως περιοριστικό. Αυτό, συνεπώς, που 
χρειάζεται να διερευνηθεί είναι η ίδια η δομή και φύση του εμποδίου, δηλαδή οι 
τρόποι και οι διαδικασίες με τις οποίες κάτι συνιστά εμπόδιο ή περιορισμό. Το 
πώς, με άλλα λόγια, ο χώρος διαντιδρά με την πολλαπλή συγκρότηση του 
υποκειμένου ως οπτικά ανάπηρου ή, διαφορετικά, μέσα από ποιες 
κοινωνικοπολιτισμικές διεργασίες διαμορφώνονται οι άνισες κατά κύριο λόγο 
σχέσεις του χώρου με την αισθητηριακή επιστημολογία της τυφλότητας και, άρα, οι 
λεπτομέρειες της ίδιας της οπτικής βλάβης.

________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Κατάλογος ηχητικών βιβλίων για ανάγνωση
http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.xls
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που 
λειτουργούν οι φορείς των τυφλών
____________

Απαντηση