Η έννοια της κουλτούρας, το ζήτημα της ιδεολογίας και η αριστερά στην Ελλάδα

Η κουλτούρα και η Αριστερά στην Ελλάδα

 

Η έννοια της κουλτούρας χρησιμοποιείται με δύο σημασίες. Η πρώτη στην 
καθημερινή της χρήση δηλώνει γενικά την πνευματική παραγωγή ή καλλιέργεια, 
συνήθως σε αντίστιξη με την υλική. Έτσι λέμε «αυτός ο άνθρωπος, ή αυτός ο λαός 
έχει κουλτούρα» ή «αυτός είναι κουλτουριάρης» ασχολείται δηλαδή με πνευματικά 
έργα, καλλιτεχνήματα κλπ. Η δεύτερη σημασία χρησιμοποιείται στην κοινωνική 
επιστήμη, στην κοινωνιολογία, την ανθρωπολογία, την ιστορία και την 
αρχαιολογία, και δηλώνει το ιστορικά διαμορφωμένο σύνολο των συνηθειών, των 
θεσμών, των αντιλήψεων και των πρακτικών που χαρακτηρίζουν μια κοινωνική ομάδα, 
εθνική, θρησκευτική, ταξική κλπ. Είναι με αυτήν, τη δεύτερη έννοια που 
χρησιμοποιώ την λέξη αυτή σε αυτό εδώ το σημείωμα.

 

Η έννοια της κουλτούρας, ενώ είναι κοινός τόπος στις κοινωνικές επιστήμες, 
απουσιάζει παντελώς απο τις αναλύσεις και τις εκτιμήσεις των κομμάτων της 
Αριστεράς (όλων των αποχρώσεων) αλλά και όλων των άλλων πολιτικών δυνάμεων στην 
Ελλάδα. Αυτό, κατα την εκτίμηση μου δεν είναι τυχαίο. Οι πολιτικές δυνάμεις και 
οι πολιτικοί συσχετισμοί, όχι μόνο στην Ελλάδα,  αλλά παντού, είναι μέρος της 
κουλτούρας. Είναι μέρος, δηλαδή όλων εκείνων των συνηθειών, των σχέσεων, των 
αντιλήψεων και των πρακτικών που συγκροτούν την κοινωνία, και ταυτόχρονα 
συγκροτούν και την ιδέα που έχει η κοινωνία για τον εαυτό της. Συνήθως οι 
πολιτικές δυνάμεις δρώντας μέσα στην κουλτούρα, την διαχειρίζονται και την 
αναπαράγουν.

 

Η κουλτούρα δεν είναι κάτι ομοιογεννές. Εμπεριέχει αντιφάσεις, υπο-κουλτούρες 
(με την έννοια της μικρότερης απήχησης στον πληθυσμό-πχ. ένα μουσικό ρεύμα, 
συνήθειες μιας τοπικής ή κοινωνικής υπο-ομάδας κλπ. -όχι με την έννοια της 
υποβάθμισης)  ενώ συγκροτείται απο στοιχεία που έχουν βαθύτερες ή λιγότερο 
βαθειές ρίζες στον ιστορικό χρόνο (αυτό που λέμε συνήθως «παράδοση» ή αυτό που 
λέμε «μοντέρνο») και παράλληλα αληλεπιδρά και με άλλες, εξωτερικές προς αυτήν, 
κουλτούρες. Σύμφωνα με αυτή την οπτική η κουλτούρα συγκροτείται απο τις υλικές 
σχέσεις μιας κοινωνίας αλλά και απο τις ιδέες που η κοινωνία έχει για τον εαυτό 
της και τους άλλους.

 

Για να γίνει κατανοητή αυτή η σημασία της κουλτούρας θα φέρω ένα παράδειγμα: Η 
κουλτούρα δεν ταυτίζεται με την εθνική ταυτότητα, αλλά με τις υλικές σχέσεις 
και τις ιδέες που επικρατούν σε έναν κοινωνικό ιστορικό και γεωγραφικό χώρο. 
Για παράδειγμα ένας ξένος που θα έρθει στην Ελλάδα, θα πρέπει να προσαρμοστεί 
στις συνθήκες της δημόσιας ζωής στην Ελλάδα, τη γραφειοκρατία, τις πελατειακές 
σχέσεις, την ανομία και την αναξιοκρατία, και η προσαρμογή του αυτή θα τον 
εντάξει στην κουλτούρα, ανεξάρτητα απο το αν είναι «εθνικά» «Έλληνας». 
Αντίστοιχα κάποιος «εθνικά» «Έλληνας» που δεν προσαρμόζεται θα βρίσκεται σε 
αντίθεση ή στο περιθώριο της κουλτούρας. Βλέπουμε λοιπόν πως η έννοια της 
κουλτούρας είναι πολύ διαφορετική απο την έννοια του «έθνους», πιο περιεκτική 
και πιο κοντινή στην κοινωνική πραγματικότητα.

 

Στην Ελλάδα η κουλτούρα διαπνέεται απο χαρακτηριστικά που τα βιώνουμε όλοι, 
σπάνια όμως σκεφτόμαστε πάνω σε αυτά με κριτική ή ανατρεπτική ματιά. Το πιο 
χτυπητό χαρακτηριστικό είναι η κυριαρχία της οικογένειας, του σογιού και της 
εντοπιότητας σαν ύψιστο κριτήριο υπαγωγής σε ομάδα. Αυτό το χαρακτηριστικό 
πηγάζει απο την καθυστερημένη ιστορικά συγκρότηση του ελληνικού έθνους-κράτους 
(έγινε τον δέκατο ένατο αιώνα σε αντίθεση με την βορειο-δυτική Ευρώπη που η 
διαδικασία αυτή ξεκίνησε τον δεκατοτρίτο αιώνα στην Αγγλία και αναπτύχθηκε 
πλήρως τον δέκατοέκτο αιώνα με την μεταρρύθμιση στην Γερμανία και αλλού). Η 
καθυστερημένη σε σχέση με την Ευρώπη ανάπτυξη του έθνους κράτους, εκτός απο το 
οτι επέτρεψε την συντήρηση προηγούμενων, ιστορικά, δομών κοινωνικής οργάνωσης, 
συνετέλεσε και σε μια εξωτερική σχέση εξάρτησης και υποταγής της Ελλάδας στις 
ευρωπαϊκές δυνάμεις.

 

Η κουλτούρα της οικογενειοκρατίας δημιουργεί θετικά και αρνητικά μορφώματα 
κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων που αντέχουν στον χρόνο και δημιουργούν 
εκρηκτικές αντιφάσεις. Απο την μια συγκροτούν μια συνθήκη αλληλεγγύης και 
αλληλοβοήθειας στο εσωτερικό των ομάδων, απο την άλλη ένα δίκτυο πελατειακών 
σχέσεων, και έντονο ανταγωνισμό των ομάδων μεταξύ τους, με αποτέλεσμα την 
χαοτική αλληλεξόντωση και την έλλειψη κοινά αποδεκτών κανόνων στο πεδίο του 
έθνους κράτους. Η συνθήκη αυτή της κουλτούρας θα ήταν πηγή εξαιρετικής 
αστάθειας αν δεν παρεναίβενε η ιδεολογία, η εικόνα δηλαδή που έχει η κοινωνία 
για τον εαυτό της, μια εικόνα που παράγεται απο διανοούμενους και αναπαράγεται 
απο την εκπαίδευση και τα δίκτυα πληροφόρησης, συνήθως, άν όχι πάντα, σε όφελος 
της ηγεμονίας των κυρίαρχων τάξεων που ελέγχουν όλα αυτά τα δίκτυα.

 

Η ιδεολογία στην Ελλάδα, αποκρύπτει και διαστρεβλώνει τα χαρακτηριστικά της 
κουλτούρας, για να λειτουργήσει ως συνεκτικός ιστός ενός εξαιρετικά αδύναμου 
έθνους-κράτους. Τα κύρια χαρακτηριστικά της ιδεολογίας στην Ελλάδα είναι η 
«φυλετική συνέχεια» του «ελληνικού έθνους», η ιδέα δηλαδή οτι καταγόμαστε απο 
τους Αρχαίους Έλληνες και τους Βυζαντινούς (άρα και η ιστορική μοναδικότητα της 
φυλής) απο την μιά, και η «Ευρωπαϊκή ταυτότητα» απο την άλλη, το περίφημο 
«ανήκωμεν εις την Δύσην» κλπ. Τα δύο αυτά ιδεολογήματα, αν και φαινομενικά 
βρίσκονται σε σύγκρουση στην ουσία είναι αλληλοσυμπληρούμενα, κι όπως φαίνεται 
και τα δυό μαζί συγκαλύπτουν τα χαρακτηριστικά της κουλτούρας, στα οποία 
πρακτικά προσαρμόζονται και τα οποία εκμεταλλεύονται και το πολιτικό και το 
οικονομικό σύστημα στην Ελλάδα.

 

Η Αριστερά πέφτοντας στην λούμπα της ιδεολογίας χωρίστηκε απο καιρό σε δυό 
κομμάτια, με όρους υπαγορευμένους απο την κυρίαρχη ιδεολογία. Το ένα κομμάτι 
είναι το «εθνικό» (ΚΚΕ κλπ.) και το άλλο το «Ευρωπαϊκό» (Ανανεωτική Αριστερά 
κλπ.). Έτσι οι πολιτικοί αγώνες δίνονται μέσα σε ένα πλαίσιο που αγνοεί ή 
συγκαλύπτει την κουλτούρα. Η κυρίαρχη τάξη στην Ελλάδα, δηλαδή οι εφοπλιστές, 
οι βιομήχανοι και οι τραπεζίτες λειτουργούν μια χαρά και στα δύο πεδία της 
υποτιθέμενης σύγκρουσης (το εθνικό και το ευρωπαϊκό) εκμεταλλευόμενοι στο 
έπακρο τις ευκαιρίες που τους δίνει η κουλτούρα. Ένας εφοπλιστής ζεί στο 
Λονδίνο όπου οι κανόνες είναι σαφείς και δεδομένοι, αλλά δραστηριοποιείται στην 
Ελλάδα όπου το κράτος είναι μπάχαλο και μπορεί να πλουτίζει με δεκάδες 
χαριστικές ρυθμίσεις. Την ίδια στιγμή προσλαμβάνει προσωπικό απο το νησί του, 
εκμεταλλευόμενος την εντοπιότητα, την υπόσχεση για απασχόληση, έστω και με 
εκμεταλλευτικούς όρους, και οι ντόπιοι τον βλέπουν σαν  ευεργέτη, παρά σαν 
εκμεταλλευτή. Το ίδιο συμβαίνει με αναρίθμητες άλλες επιχειρήσεις και 
οργανισμούς.

 

Το 80% των ανωνύμων εταιριών στην Ελλάδα είναι προσωπικές ή οικογενειακές, ενώ 
το αντίστροφο ποσοστό ισχύει στην Ευρώπη. Οι ιδιοκτήτες προσλαμβάνουν τους 
συγγενείς τους ή τους συγχωριανούς τους και η ανάπτυξη ταξικής συνείδησης σε 
αυτές τις περιπτώσεις πάει περίπατο. Για να μην αναφέρουμε τις εκατοντάδες 
χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις, το εμπόριο κλπ. Για να μην αναφέρουμε τις 
προσλήψεις στο δημόσιο, την πολιτική πελατεία, την διαφθορά, τα κυκλώματα 
κρατικής παρανομίας (αστυνομικοί μαστρωποί κι έμποροι ναρκωτικών κλπ.), ή την 
ασυλία λόγω εντοπιότητας (Η Ντόρα Μπακογιάννη χτές δήλωσε, «οι κρητικοί θα 
ψηφίσουν κρητικό» για παράδειγμα). Όλα αυτά τα στοιχεία της καθημερινότητάς μας 
δεν εμπίπτουν ούτε στην «εθνική» ιδεολογία, ούτε στον «Ευρωπαίσμό». Εμπίπτουν 
όμως σε μια ιστορικά διαμορφωμένη κουλτούρα μέσα στην οποία γεννιόμαστε και την 
οποία κουβαλάμε, πολλές φορές χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Ακόμα κι αυτοί που 
καταφέρονται εναντίον της, λειτουργούν οι ίδιοι μια χαρά μέσα σ' αυτήν 
αναπαράγοντάς την. Ο «ευρωπαϊκός» Συνασπισμός διορίζει μέσω της Βουλής τα δικά 
του παιδιά στο Δημόσιο, εκμεταλλεύεται τη νομοθεσία για τις αποσπάσεις δημοσίων 
υπαλλήλων για να βολέψει στην αργομισθία «δικά του παιδιά». Το ΚΚΕ προ 20ετίας 
διόριζε αβέρτα σε δήμους που έλεγχε τα «δικά του παιδιά». Οι ευρωπαϊστές 
Κουβέληδες και Ψαριανοί αγκαλιάζουν τις βουλευτικές έδρες γράφοντας στα παλιά 
τους τα παπούτσια καταστατικά και κανόνες συλλογικά διαμορφωμένους, ή δουλεύουν 
σε 10 δουλειές κάνοντας λεφτά κλπ. Συνδικαλιστές αριστεροί εκμεταλλεύονται την 
ιδιότητά τους για να ζούν χωρίς να δουλεύουν.

 

Η συμμετοχή σε μια ομάδα, πολιτική ή οικονομική λογίζεται σαν μέσο για την 
συμμετοχή σε ένα σύστημα εξουσίας, παρά σαν μέσο για την αμφισβήτησή του. Τα 
ιδεολογήματα πολλές φορές χρησιμεύουν σαν άλλοθι για την συντήρηση αυτού του 
συστήματος, ενώ η υποτιθέμενη ιδεολογική σύγκρουση μεταξύ «διεθνιστών» και 
«πατριωτών» εντός της Αριστεράς, δεν αντιστοιχεί σε καμμιά ουσιαστική 
αμφισβήτηση του συστήματος εξουσίας ούτε απο τους μέν ούτε απο τους δέ. Με αυτή 
την έννοια η αριστερά στην Ελλάδα τα τελευταία 35 χρόνια τουλάχιστον, είναι 
μέρος της κουλτούρας, δεν την αμφισβητεί επι της ουσίας, και δεν αναζητά τα 
εργαλεία για να την μετασχηματίσει.

 

Το χαμένο τραίνο του αστικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα και οι προυποθέσεις 
επαναστατικής αναδιαμόρφωσης της κουλτούρας.

 

Για πάρα πολλά χρόνια με απασχολούσε το ερώτημα, που ενδεχομένως βασανίζει και 
άλλους, γιατί να μην μπορεί η Ελλάδα να έχει ένα κοινωνικό κράτος όπως έχουν οι 
Βόρειοι, να μην μπορεί να έχει σιδηρόδρομους, οδικά δίκτυα, και μια δημόσια 
διοίκηση λιγότερο διεφθαρμένη και περισσότερο αποτελεσματική, να μην έχει μια 
οικιστική πολιτική φιλική στο περιβάλλον και στην ιστορική της κληρονομιά. Η 
απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα ήρθε σταδιακά και αφού είχα ζήσει αρκετά χρόνια 
στην Αγγλία και Γερμανία, κι έναν χρόνο στην Γκάνα, σε άλλες δηλαδή 
«κουλτούρες» όπου η ιδεολογία και οι υλικές σχέσεις έχουν διαμορφωθεί με 
διαφορετικούς ιστορικούς όρους, όχι όμως και άσχετους με αυτούς της Ελλάδας, 
όπως θα προσπαθήσω να δείξω παρακάτω.

 

Ειδικά γι αυτούς τους αριστερούς που τοποθετούν τον εαυτό τους στην πλευρά των 
«Ευρωπαϊστών» θα ήταν ενδιαφέρον να επιχειρήσω μια σύντομη αποδόμηση των 
ιδεολογιών του Ευρωπαϊκού βορρά και της Αμερικής, (αυτού του γεω-πολιτικού 
χώρου που συμβατικά καλούμε «Δύση» δηλαδή), πάλι απο την σκοπιά της κουλτούρας, 
όπως το επεχείρησα και σε σχέση με την «ελληνική» περίπτωση πιο πάνω. Ας 
θυμηθούμε οτι η κουλτούρα συγκροτείται απο υλικές σχέσεις αλλά και απο ιδέες 
που συχνά συγκαλύπτουν αυτές τις σχέσεις.

 

Στην Βόρεια Ευρώπη και Αμερική οι υλικές σχέσεις συγκροτούνται κυρίως μέσα απο 
πανίσχυρους απρόσωπους θεσμούς και κανόνες, ξεκινώντας απο το κράτος, τις 
εταιρίες, την αγορά, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα κλπ. Κατα μια έννοια τα συγγενικά 
και πελατειακά δίκτυα με τα οποία είμαστε εξοικειωμένοι εμείς, ως  τον φορέα 
της πραγματικής εξουσίας δεν υπάρχουν. Η ιδεολογία όμως που συνοδεύει αυτούς 
τους θεσμούς και κανόνες, είναι μια ιδεολογία υπεροχής και ηγεμονίας. Με μια 
κουβέντα η ιδεολογία που κυριαρχεί στην Δύση είναι η ιδεολογία της υπεροχής του 
λευκού δυτικού ανθρώπου σε σχέση με όλους τους άλλους. Η συναίνεση στους 
πανίσχυρους θεσμούς βασίζεται στην έννοια της υπεροχής και της 
αποτελεσματικότητας. Κι αυτή η ιδεολογία συγκαλύπτει την κουλτούρα που είναι 
μια κουλτούρα ρατσισμού και υπερεκμετάλλευσης εναντίον όσων δεν ανήκουν στην 
δύση.

 

Με μια κουβέντα οι θεσμοί και οι κανόνες θεωρούνται «επιτεύγματα» του δυτικού 
πολιτισμού, ενώ στην ουσία είναι ιστορικά διαμορφωμένα εργαλεία ηγεμονίας πάνω 
στους μη δυτικούς ή μη δυτικοποιημένους υπηκόους της «αυτοκρατορίας».

 

Η κουλτούρα αυτή του ρατσισμού (κατα ανθρώπων, αλλά και κατα της φύσης για να 
είμαστε ακριβείς) χωρίζεται σε δυο φαινομενικά συγκρουόμενα αλλά στην ουσία 
αλληλοσυμπληρούμενα στρατόπεδα: Το ένα είναι το συντηρητικό που επιμένει στην 
φυλετική υπεροχή του λευκού δυτικού ανθρώπου, ο καθαρός ρατσισμός δηλαδή.  Το 
άλλο είναι το «ανθρωπιστικό» και «πολιτισμικό». Σύμφωνα με αυτό το στρατόπεδο η 
δύση είναι ανώτερη λόγω της ανεκτικής της και δημοκρατικής της «κουλτούρας» σε 
αντίθεση με τους αιμοσταγείς φονταμενταλιστές του τρίτου κόσμου, ή τους 
πονηρούς και καπάτσους Έλληνες που κλέβουν την εφορία κλπ.  Η σύγκρουση των δύο 
στρατοπέδων δίνει την επίφαση της «πολιτικής» πάλης σε μια στην ουσία, 
ομογενοποιημένη κουλτούρα. Η επίφαση αυτή όμως, κρύβει μια βαθύτερη συναίνεση. 
Η ιδεολογία της «υπεροχής» συγκαλύπτει μια πραγματική υλική κουλτούρα, την 
κουλτούρα του ιμπεριαλισμού και του επιβεβλημένου με την βία παγκόσμιου 
καταμερισμού εργασίας σε όφελος της δύσης.

 

Εδώ όμως υπάρχει ένα τρύκ. Ενα κόλπο που συχνά διαφεύγει απο τους αριστερούς. Η 
ευημερία στην δύση είναι πραγματική, δεν είναι πλασματική. Μόνο που αυτή η 
ευημερία δεν οφείλεται στους θεσμούς ή στην πρόοδο (κάτι που πιστεύουν οι 
ντόπιοι απολογητές της δύσης, δεξιοί κι αριστεροί), αλλά στην εκμετάλλευση των 
αποικιών χθές, και του τρίτου κόσμου, σήμερα. Με απλά λόγια οι άνθρωποι στην 
δύση περνούν καλά, όχι λόγω της επιστήμης και της λογικής, αλλά ακριβώς επειδή 
κάποιοι άλλοι λιμοκτονούν. Και οι θεσμοί στην δύση λειτουργούν, ακριβώς επειδή 
κάποιοι άλλοι θεσμοί, κάπου αλλού, δεν λειτουργούν.

 

Θα φέρω ένα παράδειγμα για να το κάνω σαφές: Στην Γκάνα ζούσα σε ένα χωριό και 
δίπλα υπήρχε ένα χρυσωρυχείο. Μια δυτική εταιρία είχε νοικιάσει την γή για 
ψίχουλα, λαδώνοντας την ντόπια κυβέρνηση, η οποία είχε λαδώσει με την σειρά της 
και τους ντόπιους κοινοτικούς άρχοντες. Οι εργάτες απο τα γύρω χωριά δούλευαν 
στα ορυχεία για 1,5 δολάριο την ημέρα, ένα κομμάτι ψωμί στην κυριολεξία. Καμμιά 
άλλη ωφέλεια δεν είχε η τοπική κοινωνία. Το νοίκι πήγαινε στην κεντρική 
κυβέρνηση, στις τσέπες των επιτήδειων. Η γη καταστρεφόταν και τα ποτάμια 
δηλητηριάζονταν με κυάνιο και ψευδάργυρο (ουσίες που καθαρίζουν τον χρυσό). Η 
εταιρία έβγαζε τον χρυσό σχεδόν τζάμπα εκεί. Στην χώρα της όμως η εταιρία 
πλήρωνε κανονικά τους φόρους, απασχολούσε κόσμο στην εμπορία κι επεξεργασία του 
χρυσού. Πίσω στην δύση η εταιρία δημιουργούσε κύκλο εργασιών, δουλειές και 
έσοδα για το κράτος -άρα δυνατότητες για κοινωνικό κράτος, χρηματοδοτούσε 
έρευνα στα πανεπιστήμια, σπονσοράριζε παιδικούς σταθμούς! Και μπορεί να έδινε 
και δωρεές για καμπάνιες ενάντια στη φτώχεια στην Αφρική! Είπατε τίποτα; Αυτή 
είναι η δύση!

 

Με αυτό το παράδειγμα θέλω να πώ, πως οι κορώνες για ανάπτυξη και για 
δημοκρατία εκτός δύσης εντάσσονται σε μια ιδεολογία δυτικής υπεροχής και 
ανεκτικότητας, αλλά όχι στην πραγματική κουλτούρα της δύσης. Η κουλτούρα της 
δύσης είναι συνυφασμένη με τον καπιταλισμό και το κέρδος για τον εαυτό της! Όχι 
για άλλους! Αν υπήρχε «ανάπτυξη» και δημοκρατία στον τρίτο κόσμο, η δύση θα 
έχανε τον πλούτο της και οι δυτικοί εργάτες τις δουλειές τους. Με αυτή την 
έννοια και οι χώρες της Ευρωπαίκής περιφέρειας, για αντίστοιχους λόγους, δεν 
μπορούν να ελπίζουν στην αλληλεγγύη του Ευρωπαικού κέντρου, ή του Αμερικανικού 
κεφαλαίου, για να καλύψουν αναπτυξιακές ανεπάρκειες.

 

Ειδικά για την Ελλάδα αυτό έγινε σαφές κατα την διάρκεια της τελευταίας 
εκσυγχρονιστικής προσπάθειας επι Σημίτη το 1996-2004. Αυτήν την χίμμαιρα του 
Σημίτη πληρώνουμε σήμερα. Στην προσπάθεια αυτή, όχι μόνο η ντόπια πελατειακή 
ελίτ αντέδρασε και κατετρόπωσε τους εκσυγχρονιστές, αλλά και το Γαλλο-Γερμανικό 
κεφάλαιο λεηλάτησε ό,τι ήταν ακόμα κερδοφόρο στο ελληνικό δημόσιο 
(εξαγοράζοντας και κάποιους εκσυγχρονιστές στην πορεία της προσπάθειας). 
Αντίστοιχα το ακριβό ευρώ διέλυσε τις εγχώριες μικρές βιομηχανίες και την 
αγροτική παραγωγή, σε όφελος των ευρωπαϊκών και αμερικανικών καταναλωτικών 
προϊόντων. Μετά απο τέσσερις δεκαετίες της εφαρμογής του δόγματος «ανήκουμε στη 
δύση», της στρατηγικής επιλογής της ελληνικής αστικής τάξης, φτάσαμε στο σημείο 
στην Ελλάδα σήμερα, να καλύπτουμε πια μόνο το 60% των διατροφικών αναγκών της 
χώρας με την ντόπια παραγωγή, την στιγμή που το αντίστοιχο ποσοστό το 1960 ήταν 
90%!!!

 

Συμπερασματικά θα έλεγα πως η εισαγωγή της έννοιας της κουλτούρας στις σκέψεις 
μας και τις αναλύσεις μας, βοηθάει να καταλάβουμε πως τα δύο κυρίαρχα 
ιδεολογήματα της ελληνικής αριστεράς, η «εθνική ανεξαρτησία» και ο 
«ευρωπαϊσμός», πέρα απο το οτι βασίζονται στο ιδεολογικό οπλοστάσιο των 
αντιπάλων, δηλαδή της αστικής τάξης και των πολιτικών της υπηρετών, πέρα απο το 
οτι συγκροτούν ένα πλασματικό δίπολο (πχ, ποιές ακριβώς κοινωνικές δυνάμεις 
είναι σήμερα «εθνικές» και «ανεξάρτητες» για να στηρίξουν μια στρατηγική 
«εθνικής ανεξαρτησίας» όταν τα πιο ενεργά κομμάτια του Ελληνικού κεφαλαίου, που 
ελέγχουν τεράστια πελατειακά δίκτυα στο εσωτερικό, δρούν παρασιτικά και 
μεταπρατικά με έδρα το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη; ) δεν αντιστοιχούν στο 
πραγματικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας που είναι ο μετασχηματισμός της 
κουλτούρας σε μια κατεύθυνση κοινωνικής ισονομίας, αναμόρφωσης των αξιών, και 
σεβασμού στην φύση και στον συνάνθρωπο. Ειδικά το τελευταίο είναι επείγον και 
θεμελιώδες πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας.

 

Η κατεύθυνση που κατα την γνώμη μου θα πρέπει να πάρει η προσπάθεια 
μετασχηματισμού δεν μπορεί να περνάει απο τον «εκσυγχρονισμό» αστικό ή 
«σοσιαλιστικό». Αυτό το τραίνο έχει χαθεί. Ακόμα και να το θέλαμε, η ελληνική 
παραγωγική βάση έχει αποψιλωθεί σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορεί να στηρίξει μια 
προσπάθεια «βιομηχανικής ανάπτυξης» ανάλογης με αυτήν της δύσης. Η δύση η ίδια 
δεν ενδιαφέρεται (αν δεν την σαμποτάρει ανοιχτά) για μια τέτοια προοπτική, ενώ 
η πελατειακή-οικογενειοκρατική και τοπικιστική κουλτούρα θα σαμποτάρει η θα 
αφομοιώνει κάθε προσπάθεια κεντρικής διεύθυνσης. Η παρασιτική και αρπακτική 
φύση του ελληνικού κεφαλαίου δεν εγγυάται καμμιά «ανάπτυξη» ή «ανασυγκρότηση» 
αστικού τύπου, ενώ καμμιά υποδομή δεν υπάρχει για να απαλλοτριωθεί απο μια 
κυβέρνηση «σοσιαλιστικού τύπου». (για παράδειγμα τα σιδηροδρομικά δίκτυα 
βρίσκονται 100 χρόνια πίσω απο τις ανάγκες. Οι πόροι για να φτιαχτούν θα πρέπει 
να βρεθούν απο κάποια άλλη πηγή, κι όχι απο τον ίδιο τον σιδηρόδρομο. 
Εναλλακτική λύση είναι μόνον ο δανεισμός.) 

 

Η λύση για μένα βρίσκεται στις πρωτοβουλίες κοινοτικού τύπου, πρωτοβουλίες 
οικονομικές και πολιτικές, που θα αναπτύσονται στην βάση της αλληλεγγύης κοινών 
συμφερόντων  στην θέση των σημερινών πελατειακών δικτύων. Τα συμφέροντα αυτά θα 
πρέπει να επεκταθούν πέρα απο το σημερινό επίπεδο συμβολικής πάλης (πχ. 
καταλήψεις στέγης, πάρκων κλπ.) στην σφαίρα της παραγωγής, αμφισβητώντας 
έμπρακτα το σημερινό μοντέλο των κοινωνικών σχέσεων στην Ελλάδα. Στην 
κατεύθυνση αυτή η έννοια της κοινότητας θα πρέπει σταδιακά να υποκαταστήσει σε 
σπουδαιότητα την έννοια της συγγένειας και να υπονομεύσει πρακτικά την έτσι κι 
αλλιώς ψευδεπίγραφη έννοια του «έθνους». Οι κοινότητες μπορούν να συγκροτήσουν 
σταδιακά μια άλλου είδους ανάπτυξη, μια άλλου είδους κοινωνία, μια άλλου είδους 
κουλτούρα. Το πλεονέκτημα αυτής της στρατηγικής είναι οτι μπορεί να εφαρμόζεται 
απο τώρα, «απο τα κάτω», χωρίς να περιμένει μια αμφίβολη και πολύ μακρυνή στον 
χρόνο αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών.  Μια αλλαγή συσχετισμών που 
υπονομεύεται συνεχώς και θα συνεχίσει να υπονομεύεται συνεχώς, απο την 
κουλτούρα των πελατειακών δικτύων, που κυριαρχεί εν τέλει και στην Αριστερά. 

 

Γιάννης Σ. Κυριακάκης

https://antisomata.wordpress.com/2010/09/20/%CE%B7-%CE%AD%CE%BD%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%BB%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%81%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CE%B6%CE%AE%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B9/
________

Orasi mailing list
για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]
και στο θέμα γράψτε unsubscribe

Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας 
στείλτε email στην διεύθυνση
[email protected]

διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα
http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net

Για το αρχείο της λίστας
http://www.mail-archive.com/[email protected]/
Εναλλακτικό αρχείο:
http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/
παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011)
http://www.freelists.org/archives/orasi
__________
NVDA δωρεάν αναγνώστης οθώνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού
http://www.nvda-project.org/
_____________
Κατάλογος ηχητικών βιβλίων για ανάγνωση
http://www.hostvis.net/audiobooks/katalogos.xls
Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που 
λειτουργούν οι φορείς των τυφλών
____________

Απαντηση