sarant δημοσιεύθηκε: "Μια και σήμερα έχουμε 25 Μαρτίου, δημοσιεύω μια μαρτυρία από την τουρκοκρατούμενη Αθήνα, απ' τον καιρό που διοικητής ήταν ο διαβόητος Χατζη - Αλής Χασεκής. Πρόκειται για την εξιστόρηση του Παναγή Σκουζέ (1777-1847), της μεγάλης αθηναϊκής οικογένειας, που " Απαντήστε στην δημοσίευση γράφοντας στην επόμενη γραμμή
Νέα δημοσίευση στο Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία Τον καιρό του Χασεκή από sarant Μια και σήμερα έχουμε 25 Μαρτίου, δημοσιεύω μια μαρτυρία από την τουρκοκρατούμενη Αθήνα, απ' τον καιρό που διοικητής ήταν ο διαβόητος Χατζη - Αλής Χασεκής. Πρόκειται για την εξιστόρηση του Παναγή Σκουζέ (1777-1847), της μεγάλης αθηναϊκής οικογένειας, που την έχω πάρει από το βιβλίο "Aπομνημονεύματα. H τυραννία του Xατζή-Aλή Xασεκή στην τουρκοκρατούμενη Aθήνα (1772-1796)", Kέδρος, 1975. Το βιβλίο του Σκουζέ είναι πολύτιμη πηγή για τη ζωή της Αθήνας στα τέλη του 18ου αιώνα και ένα εκτενές αυτοβιογραφικό απόσπασμά του υπάρχει στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού. Εγώ διάλεξα ένα άλλο εκτενές απόσπασμα (από τις σελ. 70-78 του βιβλίου και με περικοπές ως τη σελ. 83) όπου περιγράφεται η τυραννική διακυβέρνηση του Χασεκή. Αρχικά είχα σκοπό να βάλω όλο το απόσπασμα (70-83) αλλά δεν προλάβαινα κι ετσι στο τέλος το συντόμεψα. Το ενδιαφέρον στο βιβλίο του Σκουζέ είναι ότι τα δεινά των Αθηναίων επί Χασεκή παρουσιάζονται να μην οφείλονται γενικά στον τουρκικό ζυγό αλλά ειδικά στον Χασεκή, ο οποίος μαλιστα κυβερνάει έχοντας προσεταιριστεί μια μερίδα ντόπιων κοτζαμπάσηδων (οι οπαδοι του τυράννου) ενώ όταν επιστρέφει από την πρώτη εξορία του εκδικείται και θανατώνει αδιακρίτως Χριστιανούς και Οθωμανούς. Άλλωστε, η λύτρωση από τον Χασεκή έρχεται όταν πεθαινει η προστάτισσά του, η σουλτάνα, οπότε τα παράπονα των προκρίτων της Αθήνας εισακούονται και ο τζελάτης αποκεφαλίζει τον τύραννο και το κεφάλι του εκτίθεται προς παραδειγματισμό με ένα χαρτί που εξηγεί τα ανομήματά του. Φυσικά, τόσο επί τυραννίας Χασεκή όσο και πριν όσο και μετά, η Αθήνα έχει σχολεία -μάλιστα η συνέλευση των Αθηναίων γίνεται στο "σχολείο του Ντέκα", που χτίστηκε με έξοδα του Αθηναίου έμπορου Ιωάννη Ντέκα που ειχε πλουτίσει στη Βενετία. Βλέπετε, ο Σκουζές έγραψε τα απομνημονεύματά του όταν δεν είχε επινοηθεί ο μύθος του κρυφού σχολειου και γι' αυτό δεν αναφέρει τίποτα. Πολύτιμο είναι το βιβλίο του Σκουζέ κι από μιαν άλλη άποψη: διασώζει στοιχεία απο το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα, το οποίο χάθηκε λίγες δεκαετίες μετά που η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του νέου κράτους. Θέλω να γράψω κάποτε άρθρο για το ιδίωμα αυτό, οπότε ας έχουμε το σημερινό για πρώτη γεύση. Όπως θα δείτε, το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα χαρακτηριζόταν από τσιτακισμό, δηλ. μετέτρεπε το κι σε τσι, κι έτσι θα δείτε στον Σκουζέ λέξεις όπως ετσεί, γυναιτσεία, φυλατσή, ξυλιτσή. Ή μάλλον θα δειτε ετζεί, γυναιτζεία κτλ. διοτι τον καιρό εκείνο το τσ το έγραφαν τζ. (Κι έτσι εξηγείται το έτζι του Μακρυγιάννη και ο πούτζος του Καραϊσκάκη, έτσι και πούτσος είναι). Είναι πάμπολλες οι άγνωστες/δύσκολες λέξεις, εξηγώ μερικές στο τέλος και οι αλλες ας εξηγηθούν με ερωτήσεις στα σχόλια. Μονοτονίζω, αλλά γενικώς διατηρώ την ορθογραφία. Δεν ξεκινάω την εξιστόρηση από την αρχή. Στην αρχή ο Σκουζές λέει ότι ο Χασεκής ήταν εραστής της Εσμά Σουλτάνας και αυτή αγόρασε τον μαλικιανέ της Αθήνας και του τον έκανε δώρο, δηλαδή να έχει τη δεκάτη από όλα τα έσοδα και τους φόρους της Αθήνας. Ο Χασεκής εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ως ζαμπίτης (διοικητής) και προσεταιρίστηκε 12 κοτζαμπάσηδες αλλά οι Αθηναίοι έκαναν αναφορά στην Πόλη ζητώντας να ανακληθεί και το κατάφεραν. Ύστερα το μετάνιωσαν και τον κάλεσαν ξανά. Τον καιρό εκείνο έφτιαξε τα τειχη της Αθήνας για να την προφυλάξει από επιδρομές άτακτων Αρβανιτών, και κατάφερε να πλουτίσει από αυτό και από τότε άρχισε να φέρεται και τυραννικά. Έγιναν νέες αναφορές στην Πόλη, οπότε ο Σουλτάνος έβγαλε φιρμάνι να εξοριστεί ο Χασεκής. Εδώ πιάνω την αφήγηση του Σκουζέ. Έτζι λοιπόν τον επήρεν ο καπιτζήπασης να τον πάγει εις εξορίαν. Αλλά ο Χατζή - Αλής φθείρει τον καπιτζήπαση με χρήματα. Αντί να τον πάγει εις Κύπρον τον φέρνει εις Αθήνας και μετέπειτα να τον πάγει εις Κύπρον. Κηρύττει εις Αθήνας ερχόμενος ότι του εσυγχωρήθη η εξορία και τον αφήνουν εις την θέσην του. Λαμβάνει άλλας μαρτυρίας από τούς οπαδούς του αριστοκράτες και ψεύτικες υπογραφές και ιλάμι μαρτυρίαν από το δικαστήριον του κατή, ότι αυτοί οπού ηπήγαν εις Κωσταντινούπολην είναι ταραχοποιοί και παρακαλούν το ντοβλέτι να τους βάλλει εις το μπάνιον λεγόμενον, οπού οι κακούργοι εμβαίνουν. Τέλος, μετά ολίγας ημέρας φεύγει, αφού έλαβεν αυτάς τας μαρτυρίας, εσύναξε και ποσότης χρημάτων και μισεύει, ενασχολούμενος εδώ και ετζεί με τον μπομπασίρη, στέλνοντας εις Κωσταντινούπολην την αναφοράν και χρήματα διά να του γένει ή άφεσις· και αυτός ενασχολείτο εδώ και ετζεί, περιμένοντας την άφεσήν του· έως όπου η άφεσις της εξορίας ήβγεν, αλλά έκπτωτος από τας Αθήνας. Οι Αθηναίοι εις Κωσταντινούπολην εκατέβηκαν εις Αθήνα. Ο δε Πέτρος Πιττάτζης και Βλασάρος επήγαν εις Αλεξάντριαν και αντάμωσαν τον Χασάν - πασια και του έδοσεν τον σιληχτάρη του ως ζαμπίτην, οπού είχαν το φερμάνι από την Πόλην ανοιχτό και επέρασαν το όνομά του και τον έφεραν εις τας Αθήνας. Ετούτα όλα ακολούθησαν από τα 1772 έως τα 1785, ππού ήρθεν ζαμπίτης διοικητής ο Σιληχτάραγας λεγόμενος. Συνέλευσης γενομένης των Αθηναίων έβγαλαν τους κοτζιαπάσηδες τους τυράννους, οπού ήτον οπαδοί του Χατζή- Αλή (Σπυρίδος, Λογοθέτης, Πατούσας, Καλογεράς, Πανταζής, Κωνσταντάτζης, Αστρακάρης, Καγγελέρης και λοιποί : Σταύρος / Βροντογούνης Τομαράς, Χατζησαλωνίτης) και ήλλαξαν το σύστημα διά να γίνεται κάθε χρόνον εκλογή ελευθέρα διά τους κοτζιαμπάσηδες και όχι ως το πρώτο ως κληρονομικόν. Εκλέχθη κάποιος Πέλος και Πέτρος Πιττάτζης και άλλοι δυο επίτροποι. Παρά γνώμην των αυτών και του λαού ο Σιληχτάραγας εράβδισεν μερικούς από τους οπαδούς του Χατζή - Αλή, βαλμένος από τους Τούρκους, δίχως όμως να λάβει από αυτούς οβολόν. Ο Σιληχτάρης ζαμπίτης νέος, εύθυμος και μέθυσος και αφροδίσιος έπεσεν εις την τρυφήν. Οί νέοι κοτζιαμπάσηδες άπειροι των πραγμάτων και του διοκείν. Οι παλαιοί κοτζιαμπάσηδες επήγαν εις Κωσταντινούπολην μερικοί και αντάμωσαν τον Χατζή - Αλή Χασεκήν και εκαταγίνοντο πάλε να τον φέρουν οπίσω εις Αθήνα, με το μέσον τής σουλτάνας, Ασμά Σουλτάνα, θυγατέρα Σουλτάν Χαμίτη και αδελφή Σουλτάν Σελίμη. Πλην έστοντας ο Ασάν - πασιας Μουστάκας του στόλου του θαλάσσιου και παλαιό ριτζάλι, γέρος και εις υπόληψην όλων των ριτζαλίων μενίστρων Τούρκων, δεν το επετύχαινον. Τέλος πάντων κατά κατζή τύχην επόθανε ο Άσάν - πασιας, ο οποίος ήτον και καλός άνθρωπος, είχεν εις το πλοίον τού πασά γκεμισή το δίκροτον την κάραν του Αγίου Ιωάννου εις σέβας και με έξι κανδήλες καιόμενες ακοίμητες. Τούτου ο θάνατος ακολούθησεν εις τα 1787. Τότε λοιπόν, η Εσμά Σουλτάνα μην εβρίσκοντας ανθίστασην, ήρθεν ο τύραννος εν τη δόξη του εις τας Αθήνας, εις τα 1787, οπού ήτον και άρχισεν το θανατικόν. Απατά τους νέους κοτζιαμπάσηδες, τους στέλνει δώρα και τους λέγει να καθίσουν εις την θέσην τους. Τούτα τα ενθυμούμαι κάλλιστα ότι εγίνονταν από τα 1785, οπού ήμουν χρόνων οκτώ. Ετότες οι φρονιμότεροι οπού ήτον είς τα πράγματα έφυγαν (κάποιος Γεωργαντάς, Δανίλης, Κανταράτζης και λοιποί). Οι δε άλλοι τους έπιασεν, τους επήρεν την κατάστασήν τους, ύστερον από τόσες παιδειές: ξύλον και εις την αλυσσίδαν, τομπρούτζι και λοιπές τυραννίες. Πρώτον εκρέμασεν τον Πέλον και ύστερον τον Πέτρον Πιττάτζην και Νικολάτζην πάρπανον, ύστερον τον Άβράμιον, τον Μήτρον Κιαχαγιάν. Έμπροστήτερα επληξεν και τον Όσμάν-πέην Μακφήν, Οθωμανόν σημαντικόν. Δυο Οθωμανοί, οπού ήτον με το μέρος του λαού και της δικαιοσύνης, κάποιος Παλιτζίκος και Μπεκίρης, έφυγαν και επήγαν εις Τροπολιτζάν της Πελοποννήσου. Αλλά ο τύραννος τί κάμνει; Στέλνει εις τον πασιά οπού ήτον εις Τροπολιτζάν, λέγοντάς του να του στείλει αυτούς τους δυο ανθρώπους, διά να δόσουν λόγον ή λογαριασμόν εις τα απερασμένα, και με τον Τατάρην οπού τους στέλνει να του στείλει γρόσια 7.500. Ο ανόητος και καταχρηστικός πασιάς τους εστειλεν στανικώς. Έλαβεν την ανταμοιβήν προφορικώς μόνον: να ειπεί του αυθέντη του να στείλει εις τον Χατζή - Αλή και το χαρέμι του, την γυναίκαν του, ετότες να του στείλει να του δόσει τα γρόσια 7.500 και έτερες διά το χαρέμι του 15 χιλιάδες γρόσια. Λαμβάνοντάς τους, τον μεν Παλιτζίκον έπνιξεν εις τον γουλά του κάστρου Ακρόπολην, τον δε Μπεκίρη τον εκρέμασεν εμπρός εις το μαγαζίον του αλμπανιό ύστερον από τόσες ξυλιές· και ήτον κρεμασμένος, δεμένα τα ποδάρια του με πανιά από τας πληγάς του ξύλου. Φυλακίζει έως 24 νοικοκύρηδες σημαντικούς, οι οποίοι δεν ανακατώθηκαν εις τα πράγματα και, κατά την οδηγίαν των κοτζιαπάσηδων οπαδών του, τους φορολογεί κάμνοντας κατάλογον: τον κατώτερον 5 πουγγιά έως 25 πουγγιά τον ανώτερον εις την κατάστασην, παρησιάζων εις αυτούς παλούκια πελεκισμένα και χρωματισμένα: οποίος δεν ήθελεν τα πληρώσει θέλει παλουκωθεί μετά προθεσμίαν οκτώ ήμερων. Οι άνθρωποι επώλησαν τα διαμαντικά των συζύγων των και υποστατικά και τα επλήρωσαν. Περασμένου του θανατικού της πανώλης έκαμεν μιαν συνέλευσην εις το σχολείον του Ντέκα, πανδημεί χώρας και χωριά, γούμενους και κληρικούς, και παρησιάζουν οι οπαδοί του έναν λογαριασμόν τετρακόσιες χιλιάδες γρόσια, οπού είχεν έξοδα οπού τον εκατάτρεξαν οι Αθηναίοι, και τα ζητεί. Οπού τότες είχεν προς γρόσια δυο το τάληρον, τάλαρα διακόσιες χιλιάδες. Μετά πολλής λογοτριβής, αλλά ποιος ετρομούσεν να ομιλήσει την αλήθειαν, παρά όλοι σταυροχεριασμένοι και την κεφαλήν κάτω ήκουγαν ό,τι έλεγαν οι κοτζιαμπάσηδες αλιτήριοι, οπού έτζι τους ονόμασαν όταν εκατέβηκαν από την Κωνσταντινούπολην οι γεωργοί και όλος ο λαός· και εις τον Άγιον Δημήτριον τον Κυρίτην εις την πόρτα των Αγίων Αποστόλων απέξω, όπου σήμερον υπάρχουν τα κανόνια πυροβολικά, έμπροστεν του οσπιτιού του Τομνάντου έκαμαν ένα σωρόν πέτρες, εις τα 1875(?μάλλον 1785): κάθε άνθρωπος έριχνεν από μίαν πέτραν εις τον σωρόν και έλεγεν: «Ανάθεμα τους αλιτήριους τους οπαδούς του τυράννου Χατζή - Αλή». Αλλά ας επανέλθομεν εις το προκείμενον. Αφού εδιελύθη η συνέλευσις έκαμαν οι άρχοντες κοτζιαμπάσηδες, οπαδοί και κόλακες του τυράννου, μιαν ομολογίαν ότι «χρεωστεί το Κοινόν της Αθήνας, χώρα και χωριά, μοναστήρια και όλοι τού ενδοξοτάτου και υψηλοτάτου Χατζή - Αλή εφέντη, μαλικιανέ - σαϊπή μας, γρόσια τετρακόσιες χιλιάδες, δι' άλλα τόσα οπού μας εδάνεισεν εις μετρητά και ενγγυούμεθα ο είς υπέρ του άλλου βάζοντας όλα μας τα κτήματα, ακίνητα τε και κινητά, εις υποθήκην εως την τελείαν εξόφλησην με διορίαν μήνες 6». Την υπόγραψαν πρώτον οι κοτζιαμπάσηδες, έπειτα ο λαός, τα εσινάφια. Την επικύρωσεν και το δικαστήριον. Ευθύς έβαλεν φύλακες εις τας πόρτας· έριξεν δόσιμον τόσα γρόσια, κατά την κατάστασην, κάθε οικογένεια και άλλα τόσα ξέστια λάδι: όσα γρόσια και τόσα ξέστια. Οι φυλακές εγέμωσαν (ανδρίκια φυλακή και γυναικία φυλακή). Δεν ελειπαν από τις δυο φυλακές από 150 έως 250 άντρες και εις την γυναιτζείαν από είκοσι πέντε (25) έως 80 γυναίκες. Ήτον οι άντρες όρθιοι εις την φυλακήν, δεν εχωρούσαν καθιστοί. Διά να υπάγει κανένας εις το παράθυρον της φυλακής, οπού ήτον με σίδερα, να ομιλήσει κανενός φυλακισμένου, αν ήτον εμπρός ομιλούσεν εύκολα, ειδέ ήτον οπίσω τον εσήκωναν σηκωτά από πάνω από τους ανθρώπους, ή πολλά σπρωχτά, διά να πάγει να ομιλήσει. Άν του επήγαιναν κομμάτι ψωμίον, ή ολίγον άλλο τι διά να φάγει, το έδιδαν χέρι με χέρι και το ελάμβανε ο πισινός. Από το παράθυρον της φυλακής εβγαινεν ένας καπνός, μιαν άχνα, ωσάν σύγνεφον μαΰρον, του αναγκαίου η βρώμα τόσων ανθρώπων. Οι ηλικιωμένοι άνθρωποι εκινδύνευαν, έρχονταν εις τα ολοίστια και ολίγοι εξημερώθηκαν αποθαμένοι. Εις την αντρίτζιαν φυλακήν εκρέμετο ο φάλανγγας. Μετά οχτώ ημέρες της φυλακίσεως οποίος δεν επλήρωνε εδέρετο με τας ετοίμας βέργας, οπού οι αγροφύλακες ήτον εις χρέος κάθα δυο ημέρες να φέρνουν ένα δεμάτι πρικοδάφνες προς ραβδισμόν των φυλακωμένων. Παρομοίως, εις την γυναιτζείαν φυλατζήν είχαν μιαν κολώνα μαρμαρένιαν όρθιαν και έδεναν την γυναίκαν όρθιαν, βάζοντας το στήθος της κατά το μέρος της κολώνας και με τας βέργας οι στρατιώται την έδερναν από τους κώλους οι Τούρκοι. Aι γυναίκες αυτές ήτον άλλες χήρες, άλλες οπού ήτον οι άντρες των κρυμμένοι εις τας εξοχάς - εδούλευαν και εκοιμώντο έξω εις τα σπήλαια και ρεύματα - και άλλοι ήτον φευγάτοι και δυσκόλως ημπορούσαν να πάρουν τας φαμελιάς τους να τας φέρουν όθεν ήτον αυτοί: εις Χαλκίδαν, Θήβαν, Λειβαδιάν, Μέγαρα, Πελοπόννησον, εις τας νήσους και εις Ανατολήν. Ο τύραννος ήρχισεν να αγοράζει κτήματα, επειδήτις το χρηματικόν ετελείωσεν. Παρομοίως και τα τζιοβαερικά στολίδια των γυναικών. Ομοίως και το μπακιρικόν, οπού το κάθε οσπίτιον (ως και το ελάχιστον οσπίτι) θα είχεν 50 οκάδες χαλκού. Αλλά από τα 1788 έως τα 1790 ετελείωσαν όλα από τους δυστυχεις Αθηναίους όλους (εκτός των οπαδών του τυράννου): χρήματα, ασημικό, μαλαματικόν, μαργαριτάριον, χάλκωμα και ψιλικά, ρούχα και τα λοιπά. Οι άνθρωποι, τόσον οι άντρες καθώς και αι γυναίκες, ήτον ενδυμένοι ως ζήτουλες - ομού και τα παιδιά - και αν εις κανέναν ήτον τι μεινεσμένο φόρεμα δεν το έμβαζεν, διότι άμα τον έβλεπαν του έβαζαν βάρος δοσίματος περισσότερον. Καινούρια παπούτζια τα Χριστούγεννα και την Λαμπράν εις πολλά ολίγους έβρισκες ή έβλεπες. Όλοι σχεδόν παλαιοπάπουκα και εμπαλωμένα, τρύπια και ξεσκισμένα. Παρομοίως και τα ενδύματά των. Ελπίς σωτηρίας εχάθη· αφού ήτον τρεις βολές αγωγή εις Κωσταντινούπολη παγαιμένη και δεν εκατόρθωναν τίποτες. Ο τύραννος εξόδευεν, ύστερον οι Αθηναίοι τα επλήρωναν. Όταν ετζινούντο εις αγωγήν εξόδευαν και αυτοί, εξόδευε και αυτός. Τους τα επαιρνεν τρίδιπλα. Οι άνθρωποι από την τυραννίαν και φόβον του τυράννου άλλοι υποκοντρίασαν - οι γεροντότεροι απόθαναν - εδυστύχησαν, εχαύνωσαν. Το θανατικό εις τα 1788 έκαμεν φθοράν πολλήν. Αφού όλη αυτή η δυστυχία ήρθεν εις τους Αθηναίους, εγνώρισεν ο τύραννος πως δεν υπάρχει πλέον χρηματικόν, διότι οι Αθηναίοι ετελείωσαν τα πάντα, όπου ήρχοντο από άλλες πολιτείες επίτηδες άνθρωποι και τα αγόραζαν: ακούστη ότι εις Αθήνα πουλιούνται ευθηνά. Κάθε κινητό πράγμα, ως και τα ζώα - βόγδια και λοιπά ζώα -, οι χωρικοί τα εμπαρκάριζαν, ομού και τας οικογένειάς τους, και επήγαιναν εις Ανατολήν αγεληδόν, κρυφίως. Ετζεί δεν ημπορούσεν ο τύραννος να τους εμποδίσει. Άρχισεν ο τύραννος και αγόραζεν κτήματα, παίρνοντας του καθενός το κτήμα. Τα χρήματα από τα χέρια του πωλητού ευθύς επήγαιναν εις ταξιρτάρη του κασέρη του τάνσου, του συνάχτορος του δοσίματος του καθενός. Η Αθήνα ήτον εις 36 μαχαλάδες ενορίας. Όποιος εφευγεν από αυτήν την ενορίαν το δόσιμον αυτουνού ήτον εις χρέος να το πληρώσουν οι ενορίτες όλοι. Οι ενορίτες τί εκαμναν; Άνοιγαν το σπίτι του φευγάτου, αλλά τίποτες δεν ηβρίσκαν μέσα. Ή μήπως και πριν φύγει είχεν και τίποτες; Το ρούχο ήτον ξεσκισμένο, η κασέλα παλαιοκουρδέλα, το στρώμα παλιόψαθα, η κοφινίδα ή ψωμοθήκη άδεια. Εκατέβαζαν τα κεραμίδια, τες σκεπές των οσπιτιών και ξυλιτζή και τα επωλούσαν, διότι ατζίνητο πράγμα δεν επωλιούντο μήτε κανένας το αγόραζεν. Ήτον όμως απελπισμένοι οι Αθηναίοι, αλλά πλέον όλπιζαν εξ ύψους βοήθειαν. Έτζι λοιπόν εις κάθα ολίγες ήμερες εγένονταν άφαντοι από ένας ένας από τας ενορίας· και το εκαταλάμβαναν οι άλλοι την Κυριατζήν, όπου δεν τους έβλεπαν εις την εκκλησίαν εις την θείαν ιερουργίαν. Διότι από την δυστυχίαν και τυραννίαν του τυράννου ήτον και ευλαβείς οι Αθηναίοι. Αλλά τότες είχαν πέσει πλέον εις τα θεία και εις τον Θεόν: εξ ύψους βοήθειαν. Ετότες το εγνώριζαν ότι ήτον φευγάτος, λείποντας και η γυναίκα από την εκκλησίαν. Ο τύραννος είχεν φύλακες και εις τας θέσεις των στενών διά να μην φεύγουν, διότι από τες πόρτες έβγαιναν λέγοντας ότι πάνε να συνάξουν εληές, διά να πάρει αυτός το λάδι, και έβγαιναν εύκολα. Τόσον οι άντρες καθώς και οι γυναίκες. Και τα παιδιά εμάζευαν. Διά δε τα μικρά έλεγαν ότι τα παίρνουν διά να τα βυζαίνουν. Και βγαίνοντας το βράδυ δεν εγύριζαν, αλλά από βουνόν εις βουνόν έφευγον και εμπαίνοντας εις άλλης επαρχίας γης δεν ημπορούσεν πλέον να τους λάβει. Ετούτο και ημείς με τον πατέραν μου εκάμαμεν και επήγαμεν εις Χαλκίδαν. Τα δε ολίγα παλαιόρουχα του οσπιτιού μας ή κανέναν παλαιόν τενγγερέν, κρυφίως, τα αφήσαμεν εις συγγενήν μας. Δεν ημπορούσες να το μαρτυρήσεις του γείτονος την φυγήν σου, διότι το βάρος του δοσίματος έπεφτεν εις τους ενορίτες και αυτοί πλέον αποζημιώνονταν από την σκεπήν του οσπιτιού, κεραμίδια, πινακωτές, σκάφην, κανέναν σοφράν και πιθάρια κατωπίθια. Ο δε τύραννος έπαιρνεν, αν είχεν το σπίτι, τίποτις πέτρες προς χρήσην του, οπού ήρχισεν να κτίζει το σαράγιόν του και εγκρέμιζεν και μερικά δίχως πληρωμήν. Ήρχισεν τέλος πάντων ο τύραννος να καλλιεργεί τα κτήματα οπού αγόραζεν και να κτίζει. Όλοι οι μάστοροι της πόλεως εδούλευαν εις αυτόν (το βράδυ τούς εφυλάκωνεν να μην φύγουν). Το χωριόν Χασιά και Μενίδι έφερναν τον Κερεστέ ξυλιτζήν. Οι γύφτοι όλοι έφτιαναν τα σιδερικά και λοιπά. Εργάτες, κάθα Κυριατζή έβγαιναν οι φύλατζιες και εσύναζαν όλους τους χωριάτες οπού 'ρχόνταν εις την πόλην να κάμουν τας υποθέσεις τους, να δώσουν ό,τι έφερναν από τα χωριά. Τους εφυλάκιζεν κάθε βράδυ. Την αυγήν τούς έβγαινε και εδούλευαν όλην την εβδομάδαν. Τελειωμένης της εβδομάδος άφηνεν αυτούς και έπιανεν άλλους. Διά την λάσπην εσύναζεν τα παιδιά όλα από τα εσινάφια, τους τεχνίτας, και εκουβαλούσαν λάσπην. Η κάθα ενορία είχεν εναν και τον όνόμαζεν γάιδαρον - επίτροπον, γαγδουροπίτροπον. Κάθε Κυριατζή επήγαιναν έναν τεσχερέν εις αυτόν διά να ετοιμάσει τόσους γαϊδάρους με τα τζιβάλια τους και με τόσους ανθρώπους διά να κουβαλήσουν την άμμον. Εις όλας τας τριάντα έξε ενορίας - μαχαλάδες εγίνετο αυτό. Μόνον τους μαστόρους κτίστας επλήρωνεν προς 24 παράδες την ημέραν και όχι άλλο. Τους δε λοιπούς όλην την ημέραν ραβδισμούς. Παρομοίως έκαμνεν και διά την καλλιέργειαν των υποστατικών. Ηγόρασεν χωράφια εις θέσην Πετάχνην. Όποιον είχε γείτοναν έστελνεν και του έλεγεν ότι αν πουλά το χωράφι αυτό. Τόσον και των Οθωμανών καθώς και των Χριστιανών. Ποιος ημπορούσε να ειπεί ότι δεν το πουλά; 'Εστελνεν κάποιον νοδάρον Κακούρην και τον χειλά και έκαμνεν την εκτίμησην. Αλλά τι εκτίμησην! μισοτιμής. Της αυτής περιστάσεως τον εφώναζεν εμπρός του, έκαμνεν το ένγραφο, τον επλήρωνεν αν ήτον Χριστιανός, τον έστελνε εις τον εισπράχτοραν να πληρώσει το χρέος κατάστιχον. Έτζι, γειτονικόν προς γειτονικόν έκαμεν μιαν έκτασην γης. Ύστερον εμάζεψεν ανθρώπους και εις όποιον μέρος έβρισκεν νέον ελαιόδεντρο, λευκάδαν, το έβγαινεν και εγέμωσεν όλον αυτόν τον κάμπον. Επήρεν το νερό των περιβολιών, κατέβασεν και τον Κεφαλάρην της Κηβισιάς και τον έριξεν εις το μυλαύλακον και τα επότιζεν μήνες δυό. Εις το περιβόλι οπού έκαμνεν εις την πόλην, παρομοίως και το άλλο έξω, όσες λεγμονιές πορτοκαλιές ήθελεν, έστελνε εις τα σπίτια των Χριστιανών μόνον και τις έβγαινεν και τις εφύτευεν εις τα περιβόλια του. Κάθε Κυριατζήν έστελνεν, πριν απολύσει η θεία λειτουργία, εις την πόρταν της εκκλησίας και έπαιρνεν όλους τους άντρες και τους εφυλάκιζεν διά να πληρώσουν το δόσιμον. Μόλον οπού ετελείωνεν η θεία λειτουργία δυό ώρες νύχτα, εξαιτίας αυτό. Αλλά αυτοί επρολάμβανον και την νύκταν: οι στρατιώτες του τυράννου επήγαιναν από τρεις εις κάθα εκκλησίαν και εστέκονταν έως όπου ετελείωνεν ή θεία λειτουργία και τους έβαιναν εμπρός ως πρόβατα και τους εφυλάκιζεν. Έως τότε επλήρωναν δόσιμον και οι ιερείς. Ακολούθησεν ένα παράδοξον. Μια Κυριατζήν, αφού επήραν όλους όσοι ήτον εις την εκκλησίαν, εις την ενορίαν του Γοργοπήκου ονομαζομένην, πλησίον της Μητροπόλεως, ήτον εφημέριος ο παπα - Κλέζος ονομαζόμενος· αυτός επίτηδες διά να μην τον πάρουν δεν έβγήκεν, αλλά έστεκεν ενδυμένος εις το ιερόν. Ένας στρατιώτης έμεινεν εις την πόρταν της εκκλησίας διά τον παπά, αλλ' ο παπάς έστειλεν την κλησάρισαν, μιαν υπηρέτισα της εκκλησίας, οπού είχον συνήθειαν, διά να ιδεί αν έφυγεν ο Τούρκος. Τον ειδοποίησεν ότι δεν έφυγεν. Αυτός εστάθη εις το ιερόν με την ενδυμασίαν της λειτουργίας. Ο Τούρκος επήγεν εις το παράθυρον της εκκλησίας και εφώναζεν: - Παπά έβγα έξω. Ο παπα - Κλέζος του έλεγεν: - Ακόμη δεν εγλίτωσα. Ο Τούρκος υπόμεινε. Μετά ολίγον διάστημα πάλε ο Τούρκος φωνάζει: - Παπά έβγα έξω. Ό παπάς πάλε τον λέγει το ίδιον. Τότε ο Τούρκος εμβαίνει εις την εκκλησιάν με μίαν ματζούκα εις το χέρι, οπού αυτοί όλοι εβαστούσαν πάντα προς ραβδισμόν των Χριστιανών, και βάζει τον παπά ομπρός, εντυμένον με την στολήν της θείας λειτουργίας και με το θυμιατό εις το χέρι· και τον βάζει ομπρός και τον πάγει εις την φυλακήν. Τον περνά έμπροστεν των καφενέδων. Οι καβενέδες γεμάτοι από Τούρκους την αυγήν. Και αυτοί οι ίδιοι εφώναζαν το «Αλάχ - Αλάχ»: θεέ, θεέ. Ήτον εις τον καβενέ και ο Σπυρίδων Λογοθέτης και βλέποντάς το επήγεν εις τον Μητροπολίτην τον Αθανάσιον και το εδιηγήθη. Και τότες το είπαν του Χατζή - Αλή και εστειλεν εις Κωσταντινούπολην και έβγαλεν φερμάνι οι παπάδες - εφημέριοι να μην πληρώνουν δόσιμον. Τον Χατζή - Αλή δεν τον εζημίωνεν τίποτες διά τούτο και το έκαμεν εύκολα: το βάρος αυτό έπεφτε εις τους πολίτας. Οι ενορίες οπού ήτον εφημερίες είναι οι κάτωθεν μαχαλάδες. Ελέγοντο: Υπεπαντή, Βλασαρού, Άσώματος (Σκαλιά), Μεγάλο Μοναστήρι, Άγιοι Απόστολοι, Άγιος Θωμάς, Άγιος Φίλιππος, Χριστοκοπίδι, Άγιος Αθανάσιος, Άγιος Νικόλαος Χτενά, η Αγία, Μεγάλη Παναγιά, Άγιοι 'Ανάργυροι, Πρόδρομος, Άγιος Δημήτριος ο Νέος, Χρυσοστηλαιώτισσα, Καμνικαρέα, Ρόμπη, Άγιοι Θεόδωροι, Άγιος Γεώργιος Καρύτζης, Καλογρηώνη, Γοργοπήκου, Άνγγέλου, Ροδακιό, Κοτάτζι, Σωτήρας Δικαίας, Καντήλι, Ρανκάβα, Χειλά, Άγια Ειρήνη, Καθολικό, Πελεκαρίχι, Μανκοΰτη, Κατηφόρη, Άγια Ελεούσα. (...) Αυτά έτρεξαν και άλλα πάμπολλα από τα 1788 έως τα 1796, οπού τότες η Βασιλεία των Τούρκων έμαθεν ότι δεν έχει Αθήνα. Και πεθαίνοντας και η Εσμά Σουλτάνα, αυτός ο Χατζή - Αλής εις τα 1795, οπού επόθανεν η προστάτριά του, επήγεν εις Κωσταντινούπολην διά να ιδεί τί δρόμον να πιάσει και νέους διαφεντεφτές του. (...) Οι άρχοντες επήγαν εις Κωσταντινούπόλην. Πρώτος κορυφαίος ήτον ο Σταύρος Βροντογούνης, λεγόμενος Τομαράς, και δυο τρεις άλλοι. Τόσοι ήγραψαν να πάνε εις Κωσταντινούπόλην. Ο Χατζή - Άλής επήγεν εις Κώ εξόριστος. Ήρθαν οι κοτζιαμπάσηδες, επαρησιάστηκαν εις τον Πατριάρχην και εις την Σύνοδον. Εμπρώτοις τους αρωτούν αν αυτά είναι αλήθεια οπού ο Χασεκής έπραξεν. Αυτοί έλεγον ότι «φοβούμεθα τον Χατζή - Αλή να παρησιαστόμεν να εΐπομεν τα πραχτέα του». Όταν όμως επληροφορήθηκαν την εξορίαν του, άλλοι κάτι έλεγον, πλην ο Σταύρος Βροντογούνης ηπέμενεν. Τους έβαλαν εις κράτηξην εις το Πατριαρχείον. Τέλος, εστάλθη καπιτζής τζελάτης εις Κώον να αποκεφαλίσει τον Χατζή - Αλήν και τον αποκεφαλίζει και φέρνει την κεφαλήν του εις Κωσταντινούπολην και τη βάζουν εις το Μπαμπου-Χουμάι. Ετζεί όπου εσυνήθιζον να βάζουν όλας τας κεφαλάς των αποκεφαλισμένων να στέκουν τρεις ημέρες προς πληροφορίαν τοις πάσιν, γράφοντας και τα ουσιώδη των πραχτέων του εις χαρτίον πλησίον της κεφαλής του κάθε τυράννου. Οι Αθηναίοι Πετράτζης και λοιποί, αφού εθανατώθη ο τύραννος, επαρησιάστηκαν εις τα ριτζάλια. Μετά τον θάνατον του τυράννου, εζήτησαν τα υποστατικά όπου είχεν παρμένα των Αθηναίων στανικώς και να πληρώσουν ο καθείς όσα έλαβεν δι' αυτά. Με όλον οπού και αυτός όλα αυτά τα χρήματα τα ελάμβανε, παρομοίως και όλα τα εισοδήματά των, των υπολοίπων όλων των υποστατικών, και τους εγύμνωσεν (κάμνοντες έναν λογαριασμόν, υπέρ τας δώδεκα χιλιάδες πουγγιά, γρόσια 6 μιλιόνια, προς γρόσια δυο το τάληρον, τρία μιλιόνια τάληρα ή δραχμές δεκαοκτώ μιλιόνια) και άλλες τυραννίες ανγγαρείας και τα λοιπά. (...) Ήρθον οι μπέηδες εις Αθήνα και εσύστησαν τον ζαμπίτην. Τα δε υποστατικά του Χατζή - Αλή έγιναν εις δυο ανισα μερίδια. Τα δύο τρίτα τα αγόρασεν ο βεζύρης της βούλας του τότε καιρού και το ένα τρίτον η Βαλιντέ και τα χρήματα ήμπαν εις το Μεγάλον Ταμείον του κράτους της Τουρκίας. Ετότε οι Αθηναίοι όλοι έσυνάχθησαν όθεν και αν ήτον και άρχισεν η Αθήνα να ευτυχεί και να καλλωπίζεται. Κάθε χρόνον έκαμναν εκλογήν, έβαζαν νέους κοτζιαμπάσηδες, άρχισαν να συσταίνουν σχολεία και τα λοιπά. Μικρό γλωσσάρι Επειδη δεν προλαβαίνω, βάζω μερικές μόνο λέξεις όπως τις πήρα από το γλωσσάρι του βιβλίου. Έχω κάμποσες επιφυλάξεις για κάποιες ερμηνείες. αλμπανιό: πεταλωτήριο γουλάς: πύργος του κάστρου ζαμπίτης: υπάλληλος με διοικητικά καθήκοντα που αντικαθιστούσε τον βοεβόδα· διοικητής ιλάμι: η απόφαση καπιτζής: θωρακοφόρος φύλακας, και καπιτζήμπασης ο επικεφαλής τους κερεστές: ξυλεία μπάνιο: η φυλακή, τόπος βασανισμού μπομπασίρης: συνοδός, φύλακας ριτζάλι: αξιωματούχος, υπουργός τεσκερές: έγγραφο τζελάτης: δήμιος sarant | 25 Μαρτίου, 2018 στο 08:53 | Ετικέτες: Ιωάννης Ντέκας, Παναγής Σκουζές, Χατζή Αλής Χασεκής | Κατηγορίες: 1821, Όχι στα λεξικά, Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις | URL: https://wp.me/srI7N-skouzes Σχολιάστε Δείτε όλα τα σχόλια Διαγραφή ώστε να μην λαμβάνετε δημοσιεύσεις από Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία. Αλλάξτε τις ρυθμίσεις email στην Διαχείριση συνδρομών. Αντιμετωπίζετε πρόβλημα κάνοντας κλικ; Αντιγράψτε και επικολλήστε την διεύθυνση URL στην μπάρα διευθύνσεων του προγράμματος περιήγησης που χρησιμοποιείτε: https://sarantakos.wordpress.com/2018/03/25/skouzes/ Thanks for flying with WordPress.com ________ Orasi mailing list για την διαγραφή σας από αυτή την λίστα στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] και στο θέμα γράψτε unsubscribe Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας στείλτε email στην διεύθυνση [email protected] διαβάστε τι συζητά αυτή η λίστα http://hostvis.net/mailman/listinfo/orasi_hostvis.net Για το αρχείο της λίστας http://www.mail-archive.com/[email protected]/ Εναλλακτικό αρχείο: http://hostvis.net/pipermail/orasi_hostvis.net/ παλαιότερο αρχίο (έως 25/06/2011) http://www.freelists.org/archives/orasi __________ NVDA δωρεάν αναγνώστης οθόνης ένα πρόγραμμα ανοιχτού λογισμικού http://www.nvda-project.org/ _____________ Τα ηχογραφημένα βιβλία με φυσική φωνή που ανεβαίνουν στις βιβλιοπροτάσεις προσφέρονται από τις βιβλιοθήκες που λειτουργούν οι φορείς των τυφλών ____________
