Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Τρίτη 18 Αυγούστου 2026 στις 09:24 Σας αρέσουν οι μελιτζάνες;Για να πω την αμαρτία μου, μικρός δεν τις συμπαθούσα. Τώρα μου αρέσουν πολύ, με φέτα, στον μουσακά, παπουτσάκια, οτιδήποτε. Καλοκαίρι είναι και η μελιτζάνα πρωταγωνιστεί στο διαιτολόγιο, οπότε ταιριάζει να επαναλάβουμε ένα παλιό μας άρθρο, του 2013 -άλλωστε το καλοκαίρι προσφέρεται για επαναλήψεις, είτε στον κινηματογράφο είτε στα ιστολόγια. Στις περισσότερες από τις συνταγές του καλοκαιριού οι μελιτζάνες συνυπάρχουν με ντομάτες και πατάτες, αλλά τα τρία αυτά φυτά έχουν και βοτανολογική συγγένεια, και μάλιστα στενή συγγένεια, μια και ανήκουν και τα τρία όχι απλώς στην ίδια οικογένεια, τα στρυχνοειδή ή σολανίδες (Solanaceae στα λατινικά που ακόμα χρησιμοποιούνται στην επίσημη ορολογία) αλλά και στο ίδιο γένος, που ονομάζεται Στρύχνος ή Στρύχνο ή σολανό (Solanum). Πράγματι, στρύχνος ο κονδυλόριζος (Solanum tuberosum) είναι η πατάτα, στρύχνον το λυκοπερσικόν η ντομάτα, Στρύχνον η μελιτζάνα (Solanum melongena) είναι το φυτό που θα μας απασχολήσει σήμερα. Τα τρία αυτά αδερφάκια έχουν κι ένα πασίγνωστο ξαδερφάκι, που ανήκει στην ίδια οικογένεια, τα στρυχνοειδή, αλλά σε άλλο γένος: τη νικοτιανή, δηλ. τον καπνό. Στο ίδιο γένος ανήκει και το φυτό από το οποίο εξάγεται η στρυχνίνη, το δηλητήριο. Όλα τα φυτά της οικογένειας αυτής περιέχουν στα φύλλα ή στα σαρκώδη μέρη τους σε μικρές ή μεγάλες ποσότητες σολανίνη, που είναι δραστικό τοξικό συστατικό, και άλλωστε κάμποσα από αυτά είναι δηλητηριώδη σε χλωρή κατάσταση ή φαρμακευτικά. Σε αντίθεση με τις ντομάτες και τις πατάτες, που μας ήρθαν από τον Νέο Κόσμο, οι μελιτζάνες είναι φυτό του παλαιού κόσμου αλλά όχι μεσογειακό: μας ήρθε από την Ινδία. Ινδική είναι και η αρχή του ονόματός της, από το ινδικό vatin ganah που σύμφωνα με ορισμένες πηγές σημαίνει «το φυτό που θεραπεύει τα αέρια». Από τα ινδικά πάμε στo περσικό bādingān بادنجان, και από εκεί στο αραβικό (al-)bāḏinjān باذنجان. Αυτά τα έχω δανειστεί από την αγγλική Βικιπαίδεια, που τα έχει πάρει από το έγκυρο OED. Το αραβικό μπαντιντζάν είναι και η εστία για την περαιτέρω εξακτίνωση της λέξης στις ευρωπαϊκές γλώσσες. Η διάδοση ακολούθησε δύο δρόμους. Ο πρώτος, που μας ενδιαφέρει και περισσότερο, περνάει από το Βυζάντιο. Το φυτό φτάνει στα μέρη μας γύρω στον 11ο αιώνα, και αρχικά αναφέρεται με διάφορες παραλλαγές: ματιτάνιον, μαζιζάνιον, μανζιζάνιον, ματζιτζάνιν (έτσι στον Πτωχοπρόδρομο), μαζάνα, ματζάνα. Σήμερα στα ποντιακά και στη Θράκη η μελιτζάνα λέγεται μαντζάνα.
Ο τύπος μελιτζάνα εμφανίζεται στα τέλη του 13ου αιώνα, και μάλλον προέρχεται από τους τύπους αυτούς, με παρετυμολογική επίδραση ή της λέξης μέλι ή το πιθανότερο της λ. μέλας γιατί οι μελιτζάνες έχουν συχνά χρώμα πολύ σκούρο. Από το ελληνικό μελιτζάνα θα μπορούσε να προέρχεται το ιταλικό melanzana, όπως έμμεσα φαίνεται να δέχεται και το DELI των Cortelazzo-Zolli, και όχι το αντίστροφο που ήταν η παλιότερη εκδοχή, ότι δηλαδή το ελληνικό προήλθε από το ιταλικό melanzana ή από το αραβικό με την επίδραση της ιταλικής λέξης. Η ιταλική λέξη άλλωστε καταγράφεται πολύ αργότερα από την ελληνική. Δεν αποκλείεται βέβαια και το melanzana να είναι ανεξάρτητος δανεισμός από το αραβικό badinjan, με την επίδραση του mela (μήλο). Άλλωστε, η ιταλική melanzana αργότερα επαναναλύθηκε ως mela insana (τρελό μήλο) επειδή αν φαγωθεί ωμή η μελιτζάνα είναι ελαφρώς δηλητηριώδης, και η ίδια αντίληψη και ονομασία έχει περάσει και στο αγγλικό mad apple, όπως ονομάστηκε παροδικά η μελιτζάνα στα αγγλικά. Η δεύτερη οδός διάδοσης της αραβικής λέξης για τη μελιτζάνα στις ευρωπαϊκές γλώσσες είναι μέσω των ισπανικών, όπου το αλ-μπαντιτζάν περνάει στο ισπανικό alberengena, το καταλανικό albergínia, και το πορτογαλικό beringela. Η καταλανική λέξη περνάει στα γαλλικά ως aubergine, και τη γαλλική λέξη τη δανείστηκαν τα αγγλικά και τα γερμανικά, με την ίδια ορθογραφία. Ωστόσο, στα αγγλικά υπάρχει και η ντόπια, και λαϊκότερη, ονομασία eggplant, το φυτό που κάνει αυγά. Η ονομασία αυτή προέρχεται από μερικές ποικιλίες μελιτζάνας σαν της εικόνας αριστερά, που είναι άσπρες και σχετικά ωοειδείς. Ίδια ονομασία και στα γερμανικά, Eierfrucht, ενώ οι αυστριακοί έχουν δανειστεί (όπως και σε άλλες περιπτώσεις) την ιταλική λέξη: Melanzani. Για να κλείσουμε τον κύκλο, στα τούρκικα η μελιτζάνα είναι patlιcan, πατλιτζάν, λέξη που έχει περάσει στις περισσότερες σλαβικές γλώσσες, με παραλλαγές (μπακλαζάν στα ρώσικα) και στα ουγγρικά. Ο βυζαντινός Συμεών Σηθής ταυτίζει το «ματιτάνιον» (μια από τις πολλές παραλλαγές του ονόματος της μελιτζάνας) με τον στρύχνο τον κηπευτό του Γαληνού, που όμως είναι ο λεγόμενος στύφνος ή αγριοντομάτα (Solanum nigrum) που είναι ενμέρει φαγώσιμο. Στον Πτωχοπρόδρομο το ματζιτζάνιν αναφέρεται ανάμεσα στα άλλα λαχανικά που αγοράζει για το νοικοκυριό του: σέλινον, πρασομάρουλον καὶ κάρδαμον καὶ ἰντύβιν, και σε άλλο σημείο εμφανίζεται ο τύπος «ματζάνα»: «Ματζάνας, λαχανόγουλα, κραμπιά και σευκλογούλια», ενώ στον Πωρικολόγο βρίσκουμε αφενός τη μελιτζάνα: Αγκινάρα και Μελιτζάνα η ακανθόρραχος και κακοθεώρητος και αφετέρου (σε παραλλαγή του κειμένου) τον τύπο βαζάνα: Ἀγκινάρα ἡ τατάρα καὶ ἡ Βαζάνα ἡ καλοθώρετη καὶ ἀγκαθόρραχος. Βαζάνες λέγονται και σήμερα οι μελιτζάνες στην Κύπρο, αλλά και στη Ρόδο και στα άλλα Δωδεκάνησα. Στο παλιό άρθρο ο φίλος μας ο Πέπε είχε αναφέρει ότι στην Κάρπαθο μερικοί ηλικιωμένοι ακόμα λένε «βαζάνες» τις μελιτζάνες αλλά και «φραγκοβαζάνες» τις ντομάτες. (Να πούμε εδώ ότι στη Γεωργική Οικονομία, έργο του 1835, ο Γρηγ. Παλαιολόγος αποκαλεί «φραγκομελιτζάνα» τον νιόφερτο καρπό, αλλά αναφέρει ότι χυδαϊστί λέγεται τομάτα!). Είπαμε τόσα πολλά για το γλωσσικό και ετυμολογικό σκέλος της μελιτζάνας, επειδή η φρασεολογική της παρουσία είναι πρακτικά ανύπαρκτη. Στο Αποθετήριο βρίσκω την παροιμία «Την πικρή τη μελιτζάνα πάχνη δεν την πιάνει» (σαν την «κακό σκυλί ψόφο δεν έχει») και την κυπριακή πειραχτική φράση για τους κοντούς: «Φτάνει τη βαζανιά με το κατσούνι» δηλαδή τη μελιτζανιά τη φτάνει με το μπαστούνι. Δεν έχω βρει καμιά αργκοτική σημασία της λέξης -στα γαλλικά λένε aubergine την μεγάλη και κοκκινισμένη μύτη, αλλά εμείς όχι, το πολύ να πούμε ότι η μύτη του είναι ή έγινε σα μελιτζάνα. Επίσης στα γαλλικά λένε μελιτζάνα, δηλαδή λένε aubergine το μπουκάλι το κόκκινο κρασί αλλά και τον… επίσκοπο, επειδή οι καθολικοί δεσποτάδες φοράνε άμφια χρώματος μοβ, μελιτζανιά θα λέγαμε (μάλιστα σε ένα χρωματολογικό γλωσσάρι βρήκα ότι το violet d’eveque έχει συνώνυμό του το aubergine purple, δηλαδή το δεσποτί είναι ό,τι και το μελιτζανί). Βέβαια εσχάτως στο Χ χρησιμοποιούν εικονίδιο μελιτζάνας για να υποδηλώσουν, μαμά μη διαβάζεις, την ψωλή. Το μελιτζανί χρώμα είναι το μοβ, αν και βέβαια δεν έχουν όλες οι μελιτζάνες μοβ χρώμα ούτε έχουν όλες την ίδια απόχρωση του μοβ, υπάρχουν από πολύ σκούρες, σχεδόν μαύρες, ως μάλλον ανοιχτές, και νομίζω πως τα μελιτζανιά ρούχα τις πιο ανοιχτές αποχρώσεις εννοούν. Πάντως, τα μελιτζανιά (ενν: ρούχα) έχουν πολύ έντονη παρουσία σε τραγούδια. Ίσως τις θυμάστε στο ρεφρέν του Καπετανάκη (ή, Δεν ξανακάνω φυλακή, ένα ρεμπέτικο για το οποίο έχουμε γράψει άρθρο), όπου υπάρχει η παραίνεση «Τα μελιτζανιά να μην τα βάλεις πια». Στη συζήτηση που έγινε στο slang.gr προβλήθηκε η ερμηνεία ότι οι πόρνες στις αρχές του 20ού αιώνα φορούσαν μελιτζανιά (μοβ) εσώρουχα για να μη φαίνονται οι λεκέδες από το κοκκινωπό ή μοβ αντισηπτικό που χρησιμοποιούσαν. Άρα η παραίνεση σημαίνει «σταμάτα να κάνεις τη δουλειά της πόρνης». Άλλος θεωρεί ότι τα μελιτζανιά είναι πένθιμο ρούχο, άρα «(μακάρι) να μη χρειαστεί να ξαναντυθείς πένθιμα». Αλλού διάβασα κάποιον που ισχυρίζεται ότι «μελιτζανιά» εννοούνται τα ρούχα των φυλακισμένων. Ωστόσο, νομίζω πως και οι τρεις εξηγήσεις παραβλέπουν ότι ο στίχος «Τα μελιτζανιά να μην τα βάλεις πια» είναι συνηθέστατο τσάκισμα, που εμφανίζεται σε πολλά παραδοσιακά τραγούδια, άρα είναι άσχετο με τον υπόκοσμο, τα ρούχα των φυλακισμένων και τις πόρνες. Τα μελιτζανιά ρούχα είναι κατά τη γνώμη μου η κάπως φανταχτερή και προκλητική απόχρωση στα ρούχα (σε αντίθεση από το αυστηρό άσπρο και μαύρο) που μπορούσε να φορέσει μια γυναίκα, που ήταν μεν ανεκτά, ιδίως σε μιαν ανύπαντρη, αλλά που οι σοβαροί άνθρωποι τα στραβοκοίταζαν, και που όταν τα φορούσε μια όμορφη έκανε αίσθηση. Όπως λέει κι ένα παραδοσιακό τραγούδι, που που το αγαπούσε πολύ ο πατέρας μου και το τραγουδούσε με δική του παραλλαγή: Εμένα μου το είπανε, να στο πω να μη στο πω Εννοώ τον «Κυρ Κωστάκη», που το ακούμε εδώ από τον Δημήτρη Μπάση, ενώ απόηχος των δημοτικών δίστιχων είναι και το ελαφρό, αρχοντοδημοτικό θα το λέγαμε, Τα μελιτζανιά του Σουγιούλ Πάντως, το θέμα αυτό σηκώνει συζήτηση και συμπλήρωση. Και εκτός από τα μελιτζανιά ρούχα υπάρχουν και τα μελιτζανιά τα μάτια, όπως στο τραγούδι του Διονυσίου. Στο παλιό άρθρο είχα γράψει ότι η μελιτζάνα, όπως και άλλα λαχανικά, δεν έχει παρουσία στην ποίηση, σε αντίθεση με τα φρούτα, ίσως επειδή το τηγανόλαδο της κουζίνας απωθεί τους ποιητές. Η φίλη Ελένη Αγαθοπούλου με είχε διορθώσει, υπάρχει ποίημα με μελιτζάνες, και δη που τηγανίζονται, η Βυκάνη του Εγγονόπουλου: αλλοίμον’ όμως το κατακαλόκαιρο οι μελιτζάνες σα φανούν Αλλά και ο Ρίτσος έχει γράψει για μελιτζάνες. Όσο για τις γαστρονομικές εφαρμογές της μελιτζάνας, τον μουσακά, το ιμάμ μπαϊλντί, τα παπουτσάκια ή το γαλλικό ρατατούγι, για να μην ξεχάσουμε το γλυκό μελιτζανάκι και τη μελιτζανοσαλάτα, από γλωσσική άποψη αξίζει να σταθούμε στο ιμάμ μπαϊλντί, που κατά λέξη σημαίνει «ο ιμάμης λιποθύμησε». Στα ελληνικά το μπαϊλντίζω σημαίνει «κουράζομαι πολύ, σωματικά ή ψυχικά», και είναι δάνειο από τον αόριστο (bayildim) του τουρκικού ρήματος bayilmak, που σημαίνει «λιποθυμώ». Ιμάμ μπαϊλντί λοιπόν σημαίνει «ο ιμάμης λιποθύμησε». Γιατί όμως λιποθύμησε ο ιμάμης; Εδώ οι γνώμες διίστανται: οι περισσότεροι λένε ότι λιποθύμησε από την απόλαυση, ή από το λίγωμα, άλλοι, πιο πεζοί, ότι έπεσε ξερός όταν συνειδητοποίησε πόσο στοίχισε το φαγητό (θα το είχε πνίξει στο λάδι η ιμάμαινα), ενώ κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι ο ιμάμης λιποθύμησε όταν η γυναίκα του δεν του μαγείρεψε αυτό το αγαπημένο του φαγητό επειδή τους είχε τελειώσει το λάδι. Κι επειδή δεν υπάρχει τρόπος να ξεδιαλύνουμε τον μύθο, διαλέγετε και παίρνετε. Εγώ τείνω προς την πρώτη εκδοχή, επειδή κι εμένα μου αρέσουν τα μελιτζανοφαγητά. Αλλά θα κλείσω με την εκδοχή που είχε αναφέρει, στο παλιό μας άρθρο, ο αξέχαστος φίλος μας ο Νεοκίντ (πίκρα τα παλιά άρθρα, προσκλητήριο πεσόντων…): Ο Ιμάμης μπαίλντισε από την πολλή μελιτζάνα που τον τάιζε η ιμάμισσα: «πάλι μελιτζάνες ρε γυναίκα;» Σκορδίλης Σπύρος
-- Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας μπορείτε να το στείλετε την διεύθυνση: [email protected] Για το αρχείο της λίστας μπορείτε να επισκεφθείτε τον σύνδεσμο: https://www.mail-archive.com/[email protected]/maillist.html --- Λάβατε αυτό το μήνυμα επειδή έχετε εγγραφεί στην ομάδα "orasi" των Ομάδων Google. Για να απεγγραφείτε απ' αυτή την ομάδα και να σταματήσετε να λαμβάνετε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απ' αυτή, στείλτε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη διεύθυνση [email protected]. Για να δείτε αυτή τη συζήτηση, επισκεφτείτε το https://groups.google.com/d/msgid/orasi/BF7159B4-19E2-44BB-A2EE-A0B046CD60E3%40gmail.com. |
