Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία - Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026 στις 09:41

Ο Κύκλωπας, του Ζαν Ζιροντού


Αμέτρητες είναι οι σατιρικές διασκευες, μιμήσεις, παρωδίες, αναδιηγήσεις των ομηρικών επών και ειδικά της Οδύσσειας, που βρίσκεται στο προσκήνιο εξαιτίας της ταινίας του Νόλαν.

Ήδη από την αρχαιότητα: Πέρα από τις πολλές χαμένες κωμωδίες (του Επίχαρμου, του Κρατίνου, του Εύβουλου, του Αλέξιδος κτλ) με θέματα από την Οδύσσεια, αν περιοριστούμε στα έργα που έφτασαν ως εμάς, ο Λουκιανός βάζει τον Πολύφημο σε δυο διαλόγους του, ο Πλούταρχος έγραψε τον εύθυμο διάλογο Οδυσσεύς και Γρύλλος, ενώ ο Ευριπίδης το σατυρικό δράμα Κύκλωψ. Ο Βάρναλης, πολλούς αιώνες αργότερα, το Ημερολόγιο της Πηνελόπης.

Αλλά ήδη από την Αναγέννηση η ευρωπαϊκή γραμματεία είναι γεμάτη από έργα εμπνευσμένα από την Οδύσσεια, πολλά από αυτά με σατιρική οπτική που με ενδιαφέρει περισσότερο. Αυτό συνεχίζεται μέχρι τον 20ό αιώνα και μέχρι τον αιώνα μας, για παράδειγμα με το The Lost Books of the Odyssey του Zachary Mason, ένα σύνολο από «χαμένες» ή εναλλακτικές εκδοχές του έπους -έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά. Και στον κινηματογράφο έχουμε το O Brother, Where Art Thou? των αδελφών Coen, ταινία του 2000, αλλά δεν είναι δυστυχώς πια μαζί μας ο ΣΠ και ο Νεοκίντ, οι αξέχαστοι φίλοι μας, για να ξανανοίξει η συζήτηση για το έτος μηδέν.

Από όλη αυτή την οδυσσειακή φλέβα διαλέγω σήμερα μια μικρή παρωδία του Ζαν Ζιροντού (Giraudoux, 1882-1944), με τίτλο Ο Κύκλωπας (Le Cyclope). Η πρώτη μορφή του δημοσιεύτηκε το 1908 στην εφημερίδα Le Matin με την υπογραφή J.-E. Manière, που μπορεί και να παραπέμπει στο à la manière de… Αργότερα ο Ζιροντού το ξαναδούλεψε και το συμπεριέλαβε στο βιβλίο του Elpénor. Η επαυξημένη αυτή τελική μορφή πιάνει περίπου 15 σελίδες. Όχι μόνο από τεμπελιά, προτίμησα να μεταφράσω και να παρουσιάσω την πρώτη μορφή, που είναι περίπου το ένα τρίτο της τελικής, επειδή βρήκα πως είναι πιο σφιχτή.

Ο Ζιροντού κάνει ένα σωρό αναχρονισμούς αλλά και πολλούς υπαινιγμούς είτε στον Όμηρο είτε σε άλλα έργα. Στη μετάφραση που έκανα έχω βάλει κάποιες υποσημειώσεις. Το πρωτότυπο το βρίσκετε π.χ. εδώ. Το βιβλίο Elpénor, που περιέχει τη νεότερη, επαυξημένη έκδοση, μαζί με δύο ακόμα οδυσσειακές παρωδίες (Σειρήνες και Θάνατοι του Ελπήνορα) υπάρχει στο Project Gutenberg.

Κάθε μεταφραστική παρατήρηση, καλοδεχούμενη.

Ζαν Ζιρωντού — Ο Κύκλωπας

Την εικοστή πρώτη μέρα, ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του αντιλήφθηκαν πως τα τρόφιμα άρχιζαν να λιγοστεύουν. Μερικοί Αφρικανοί ναύτες είχαν μάλιστα ριχτεί και στις ζωοτροφές, πράγμα που τους στερούσε ακόμα και την εσχάτη διέξοδο, να βάλουν κλήρο ποιος θα φαγωθεί[1]. Ευτυχώς, ο πιο ευνοϊκός από τους ανέμους έσπρωξε το καράβι σ’ ένα νησί, όπου χόρτασαν τρώγοντας όστρακα που τα συνόδεψαν με το εξαίσιο νερό μιας πηγής. Κάπνιζαν φύκια στη μοναδική σκιά που είχαν μπορέσει να βρουν, τη σκιά μιας σπηλιάς, όταν ένας τρομερός πάταγος τούς έκανε να τιναχτούν.

— Την τύχη μου! είπε ο πολυμήχανος Οδυσσέας. Μια φορά, ύστερα από δέκα χρόνια, που κάθισα ήσυχος να καπνίσω την πίπα μου, και πέφτω σε νησί με ηφαίστειο!

Ο γιατρός του πλοίου, ο Υδροφόντης, τον καθησύχασε.

— Πολυμήχανε Οδυσσέα, είπε, δεν είναι ηφαίστειο που βήχει, αλλά ο Κύκλωπας. Θα ήταν εξίσου λαθεμένο να συμπεράνεις πως το νησί είναι ακατοίκητο επειδή δεν έχει βλάστηση, όσο και να πιστέψεις πως είναι έρημο το μυαλό του γέρο-Νέστορα επειδή δεν το σκεπάζει ούτε τρίχα. Εδώ είναι η χώρα μιας φυλής γιγάντων, που ονομάζονται Κύκλωπες επειδή έχουν σαράντα πόδια ύψος, ένα μοναδικό μάτι στη μέση του μετώπου και τρέφονται με γαλακτοκομικά — όταν βέβαια η περίσταση δεν τους φέρνει, όπως σήμερα, μια φουρνιά από δαύτους τους Έλληνες, που το κρέας τους, ως γνωστόν, χαίρει μεγάλης εκτιμήσεως.

* * *

Αυτά είπε, και ένα κοπάδι πελώρια πρόβατα όρμησε μέσα στη σπηλιά, σπρώχνοντας μπροστά του ένα κοπάδι από σκιές ακόμα πιο τρομερές. Ο γίγαντας φάνηκε στο άνοιγμα της πέτρινης εισόδου. Δεν υπήρχε πια τρόπος διαφυγής. Ο πολυμήχανος Οδυσσέας προχώρησε και πρόφερε λόγια φτερωτά:

— Ω Κύκλωπα, είπε, ούτε δύο ούτε τέσσερα ούτε έξι μάτια δεν θα έφταναν για να θαυμάσουν Εκείνο που τοποθέτησες τόσο ταιριαστά στη μέση ενός μετώπου που ίσως αλλιώς να φαινόταν κάπως αστόλιστο, αφού τα μαλλιά σου υποχωρούν με στρατηγική επιδεξιότητα προς το πίσω μέρος της κεφαλής σου. Το μάτι σου είναι η ασπίδα όπου συντρίβονται οι ακτίνες, τα βέλη του Απόλλωνα. Το φρύδι σου, όταν κοιμάσαι, είναι το εβένινο τόξο που τεντώνει η Αστάρτη, η θεά της νύχτας· οι κρυστάλλινες πηγές είναι τα μονόκλ που από απροσεξία άφησες να πέσουν. Σε ζηλεύει ο Θερσίτης, που ακόμα και τώρα που απόμεινε μονόφθαλμος εξακολουθεί να αλληθωρίζει· σε ζηλεύει η Ήρα, που τα μάτια της κοιτάζουν αλλού γι’ αλλού· σε ζηλεύει κι ο ίδιος ο Έρωτας, που από την επιθυμία του να σου μοιάσει έδεσε έναν επίδεσμο στο δεξί του μάτι, αλλά επειδή είναι ατζαμής, ο επίδεσμος γλίστρησε και σκέπασε και το αριστερό.

Ο Κύκλωπας, κολακευμένος, υποκλίθηκε, και οι ναύτες, κουνώντας τα χέρια τους όπως τα κουπιά σε μια τριήρη, φώναξαν:

— Ζήτω! Ζήτω! Ζήτω ο Κύκλωπας! Ο Έρωτας προσπαθεί να του μοιάσει, αλλά είναι σαν να θέλει κανείς να φάει κορινθιακή σούπα με ξυλάκια. Ας πάει να κρυφτεί ο Έρωτας, έστω και μέσα στις πικροδάφνες!

Ο Κύκλωπας ανοιγόκλεισε το μάτι του και μίλησε με βορβορυγμούς:

— Ξένε, η γλώσσα σου πάει ροδάνι. Μαζί σου μπορεί κανείς να έχει μονάχα ένα μάτι· δεν επιτρέπεται όμως να έχει μονάχα ένα αυτί!

Τότε οι ναύτες χειροκρότησαν και άρχισαν να χειρονομούν κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον, σαν κομπάρσοι σε σκηνή όπερας όταν ο τενόρος διαβεβαιώνει πως η μνηστή του είναι λευκότερη από την ερμίνα.[2]

— Δεν είναι μέλι αυτό που έχει στα χείλη του ο Κύκλωπας, όπως ο γέρο Νέστορας! φώναξαν. Ή, αν είναι μέλι, τότε η μέλισσα ξέχασε μέσα το κεντρί της. Είναι διαβολεμένη η ετοιμολογία του!

— Ξένοι, είπε ο Κύκλωπας, μου αρέσει η ευστοχία των λόγων σας. Θα ντρεπόμουν να σας κρύψω ότι θα έρθει η μέρα που θα μου χρησιμέψετε για τροφή. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας εμποδίσει να είμαστε φίλοι. Η έξυπνη μαγείρισσα θα σφάξει τις κότες, κι όμως είναι καλοδεχούμενη στο κοτέτσι, και το φτερωτό γένος κακαρίζει σύσσωμο από χαρά μόλις τη βλέπει.

* * *

Τότε ο πολυμήχανος Οδυσσέας και οι σύντροφοί του φώναξαν:

— Δίκιο έχει. Ας κακαρίσουμε κι εμείς σύσσωμοι! Κι αν κάποιο Τρωαδιτόπουλο ισχυριστεί πως η έξυπνη μαγείρισσα δεν είναι η καλύτερη φίλη των ορνίθων, θα του χώσουμε στο ψεματάρικο στόμα του, με σφυριές, ένα πελώριο παντζάρι της Σμύρνης.[3]

Ο Κύκλωπας κύλησε μερικούς βράχους μπροστά στην είσοδο και κάθισε.

— Κι εσύ, είπε, που η γλώσσα σου είναι ευκίνητη σαν πύθωνας κρεμασμένος από την ουρά, πώς σε λένε;

— Με λένε Κανένα, αποκρίθηκε ο Οδυσσέας.

Ο Κύκλωπας ξάπλωσε πάνω στο σανό και ήπιε μερικά βαρέλια κρασί, όπου ο Υδροφόντης είχε ρίξει, για καλό και για κακό, ένα ισχυρό ναρκωτικό.

— Αμερικάνικο όνομα, είπε, αλλά λίγο με νοιάζει. Πες μου, γέρο-Κανένα, τώρα που είμαστε οι δυο μας, με τα τρία μάτια μας[4]: έχεις αγαπήσει ποτέ;

— Εξαρτάται, αποκρίθηκε ο πολυμήχανος Οδυσσέας.

— Όταν λέω ν’ αγαπήσεις, ξανάρχισε ο Κύκλωπας, εννοώ να καίγεσαι ώς το μεδούλι, να γράφεις το όνομά της μέσα στη θάλασσα με κομμάτια βουνού τοποθετημένα με τέχνη, και, ανάλογα με τις περιστάσεις, να σε τρώει η επιθυμία να συντρίψεις το αγαπημένο πλάσμα είτε πάνω στην καρδιά σου είτε κάτω από μια γερή ροπαλιά.

— Μάλιστα, είπε ο Οδυσσέας· ο έρωτας έχει και φαγητό και πιοτό.

— Το αγαπημένο πλάσμα, συνέχισε ο Κύκλωπας, είναι στην προκειμένη περίπτωση η πιο χαριτωμένη μικρούλα νύμφη που πάτησε ποτέ με τα σκανταλιάρικα ποδαράκια της τη μητέρα μας τη Γη. Αλλά εγώ δεν μπορώ να φανερώσω τον πόθο μου με λοξές ματιές και, όταν γράφω στίχους, μονάχα ο πρώτος μου κάνει ρίμα.

— Παρντόν, ρώτησε ο Οδυσσέας, είναι για καλό σκοπό;

— Για ακόμα καλύτερο, είπε ο Κύκλωπας. Είμαι δίγαμος και, αν αυτό αποτελεί προϋπόθεση, παντρεύομαι ολόκληρη την οικογένεια. Η μάνα είναι, μα την πίστη μου…

— …τραγανή, ψιθύρισε ο Οδυσσέας.

— Όχι, είπε ο Κύκλωπας, τραγανή είναι η αδερφή. Αλλά παντρεύομαι κι αυτήν. Να τα εξηγήσεις όλα αυτά στους στίχους που θα μου γράψεις.

Τότε οι ναύτες δεν άντεξαν άλλο και φώναξαν:

— Ζήτω! Ζήτω ο Κύκλωπας! Την ξέρει απ’ όλες τις γωνίες. Το μάτι του είναι το άστρο γύρω προς το οποίο στρέφονται όλες οι κόρες των ματιών των νυμφών. Κι ας φυλάγεται καλά η τραγανή αδερφή, όταν πάει να βρέξει στη θάλασσα τα γυαλιστερά της ποδαράκια, που μοιάζουν φιλντισένια.

Ο Κύκλωπας όμως, ξαπλωμένος στο στρώμα του από σανό, ροχάλιζε κιόλας. Οι δραστήριοι ναύτες βάλθηκαν να πυρώσουν τη σιδερένια αιχμή ενός πελώριου παλουκιού. Τα πρόβατα, προαισθανόμενα τη συμφορά, έβγαζαν θρηνητικά το δεύτερο γράμμα του αλφαβήτου.[5]

— Προσοχή, είπε ο Οδυσσέας· ας έχουμε το μάτι μας ανοιχτό — και μάλιστα το καλό.

Έξι γεροδεμένοι παλικαράδες σήκωσαν το δοκάρι και, με το «ένα-δύο-τρία», το έχωσαν μέσα στο γιγάντιο μάτι, που ήταν κλειστό σαν καταπακτή πάνω από τα υπόγεια του ύπνου. Το μάτι τσίριξε, κόχλασε, κοκκίνισε, ξεχείλισε, σαν τηγάνι όπου σοτάρουν χέλι με κρασί. Ο Κύκλωπας ανασηκώθηκε, πετάχτηκε όρθιος, ύστερα πήδηξε στον αέρα και άρχισε, ουρλιάζοντας, να τρέχει γύρω γύρω. Τα πρόβατα, τρομαγμένα, κάλπαζαν μπροστά του.

«Το κάθαρμα ξύπνησε», σκέφτηκε ο πολυμήχανος Οδυσσέας.

Ο τραυματίας έβγαζε κραυγές που μπροστά τους οι βροντερές φωνητικές εξάρσεις του εθνικού ηθοποιού Ανδοκίδη, του ερμηνευτή του Σοφοκλή, έμοιαζαν βρεφικά κλαψουρίσματα. Οι Έλληνες, από τη μεριά τους, παρίσταναν τους ατάραχους και δεν έβγαζαν άχνα.

«Μίλα, μίλα», σκεφτόταν ο Οδυσσέας. «Με ενδιαφέρεις.»

Ο Κύκλωπας μιλούσε και γύριζε γύρω γύρω έξι ώρες και άλλες έξι ώρες ακόμα. Ύστερα, καθώς τα πρόβατα, εξαντλημένα, είχαν σωριαστεί χάμω λαχανιασμένα, φοβήθηκε μήπως τα ποδοπατήσει και, καθισμένος οκλαδόν στο κέντρο της σπηλιάς, περιορίστηκε να βρυχάται, απλώνοντας πότε πότε στα τυφλά τα χέρια του δεξιά κι αριστερά. Μα το μόνο που κατάφερνε να πιάνει ήταν κάτι καβούρια που οι σύντροφοι του Οδυσσέα είχαν ψαρέψει στην ακτή και διασκέδαζαν να του τα προτείνουν, δεμένα στην άκρη ενός ξύλου.

Σε λίγο οι άλλοι Κύκλωπες, που τους είχαν τραβήξει τα μουγκρητά, μαζεύτηκαν μπροστά στη σπηλιά.

— Ε, Κύκλωπα! του φώναζαν. Τι έπαθες; Γιατί ξεσηκώνεις έτσι τον κόσμο; Ποιος αγροίκος σου έκανε κακό;

— Ποιος θέλετε να είναι; ούρλιαζε εκείνος. Ο Κανένας!

Παρά τον πόνο του, φρόντιζε να προφέρει τη λέξη με αμερικάνικη προφορά. Οι γείτονες κουνούσαν το κεφάλι γελώντας.

— Αυτός ο Κύκλωπας! έλεγαν, δείχνοντας με το δάχτυλο το σημείο του μετώπου όπου οι κοινοί θνητοί δεν έχουν μάτι. Πάντα το λέγαμε πως κάτι είχε εδώ!

Και γύριζαν στα μαντριά τους, πειράζοντας καθ’ οδόν τις συντρόφισσές τους.

«Μα τον Δία», σκεφτόταν ο Οδυσσέας, «αυτή η τυφλόμυγα παρατραβάει. Ομολογώ πως θα προτιμούσα έναν συμπαίκτη πιο παιχνιδιάρη, έστω τη Ναυσικά. Βράδιασε κιόλας. Ο οικοδεσπότης μας παίρνει υπερβολικά κατά γράμμα τα καθήκοντα της φιλοξενίας· θα έπρεπε να βγει έξω — είναι η ώρα του βοσκού.»

* * *

Τα πρόβατα όμως, που ξαναπείνασαν, άρχισαν να βελάζουν και ο Κύκλωπας τα λυπήθηκε. Σύρθηκε ώς την είσοδο της σπηλιάς, παραμέρισε με χίλιες προφυλάξεις μερικούς βράχους και τα άφησε να περάσουν. Κάτω από την κοιλιά του καθενός, γαντζωμένος στο πυκνό μαλλί του, κρεμόταν ένας ναύτης, κι έτσι όλοι γλίστρησαν προς το φως της ημέρας. Ο Οδυσσέας είχε κουρνιάσει κάτω από το κριάρι, που ερχόταν τελευταίο, και η καρδιά του σταμάτησε, γιατί ο Κύκλωπας για μερικά λεπτά άρχισε να χαϊδεύει το αγαπημένο του ζώο για να βρει  παρηγοριά.

— Αγαπημένο μου κριάρι, του έλεγε, εσύ και κανένας άλλος θα είσαι από δω και πέρα το σεβάσμιο μάτι μου.[6] Να φέρνεις πίσω κάθε βράδυ το κοπάδι σου σαν βασιλιάς που σπρώχνει μπροστά του τους υπηκόους του, και με τα κέρατά σου, που μοιάζουν με του Δία, να σκοτώνεις τον λύκο, το τσακάλι και τον λύγκα — που να τους πάρει ο Πλούτωνας!

Αυτά είπε.

Η τριήρης ήδη σαλπάριζε, και οι σειρές των κουπιών ανεβοκατέβαιναν αργά και εναλλάξ σαν τα πόδια μιας καραβίδας που ξυπνά. Ο Κύκλωπας, ακούγοντας το τρίξιμο των πανιών και του πηδαλίου, όρμησε στην ακτή και εκσφενδόνισε προς την κατεύθυνση του θορύβου κομμάτια από το βουνό. Αλλά ο Ζέφυρος παρέσερνε το καράβι προς τον βορρά.

Ο πολυμήχανος Οδυσσέας έβαλε τα χέρια του χωνί μπροστά στο στόμα του και, καθώς βρίσκονταν ήδη στ’ ανοιχτά, φώναξε δέκα άντρες, που έβαλαν κι αυτοί ο ένας μπροστά στον άλλον τα χέρια τους σαν τηλεβόες.

— Αντίο, Κύκλωπα! φώναξε, και όσα έγιναν περασμένα ξεχασμένα. Μάθε πως είναι φρόνιμο να έχει κανείς και δεύτερο μάτι, έστω μόνο για να κλάψει το πρώτο· και να φοβάσαι τους Έλληνες, ακόμα κι όταν δεν φέρνουν δώρα!

Το πλοίο είχε πια χαθεί από τα μάτια ακόμα κι εκείνων που έβλεπαν.

Τότε ο Κύκλωπας γύρισε τρεκλίζοντας στη σπηλιά του. Μπροστά στην είσοδο είχαν μαζευτεί τα πρόβατα που δεν είχε προλάβει να αρμέξει την προηγουμένη, σέρνοντας πάνω στα χαλίκια τα πονεμένα μαστάρια τους. Τα φώναξε ένα ένα με τ’ όνομά τους και επιτέλεσε τα ποιμενικά του καθήκοντα.

Χοντρά αλμυρά δάκρυα έπεφταν μέσα στο παχύ γάλα, που έπηζε αμέσως. Εκείνη τη μέρα έφτιαξε το νοστιμότερο τυρί της ζωής του.

J.-E. Manière

[1] Στο πρωτότυπο, tirer à la courte paille, ποιος θα τραβήξει το κοντό άχυρο. Παραπέμπει ευθέως στο τραγούδι Il était un petit navire, Ήταν ένα μικρό καράβι.

[2] Στην όπερα Οι Ουγενότοι του Τζάκομο Μέγιερμπερ υπάρχει η άρια «Plus blanche que la blanche hermine»

[3] Πιθανός υπαινιγμός στη ραφανίδωση, την κωμικά μαρτυρούμενη αρχαία τιμωρία των μοιχών με εισαγωγή ραφανίδας στον πρωκτό (πρβ. Αριστοφάνη, Νεφέλες 1083).

[4] Λογοπαίγνιο με τη γαλλική έκφραση entre quatre yeux, για συζήτηση εμπιστευτική, ανάμεσα σε δυο φίλους. Εδώ όμως τα μάτια είναι τρία.

[5] Δηλαδή έκαναν «μπεεε»!

[6] Στο πρωτότυπο oeil venerable. Πιθανός υπαινιγμός στο «σεμνόν Ζηνός όμμα» του Ευριπίδη.

https://sarantakos.wordpress.com/2026/09/13/odyssey-4/


Σκορδίλης Σπύρος

--
Για να στείλετε ένα μήνυμα και να το διαβάσουν όλοι οι συνδρομητές της λίστας μπορείτε να το στείλετε την διεύθυνση:
[email protected]
 
Για το αρχείο της λίστας μπορείτε να επισκεφθείτε τον σύνδεσμο:
https://www.mail-archive.com/[email protected]/maillist.html
---
Λάβατε αυτό το μήνυμα επειδή έχετε εγγραφεί στην ομάδα "orasi" των Ομάδων Google.
Για να απεγγραφείτε απ' αυτή την ομάδα και να σταματήσετε να λαμβάνετε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απ' αυτή, στείλτε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη διεύθυνση [email protected].
Για να δείτε αυτή τη συζήτηση, επισκεφτείτε το https://groups.google.com/d/msgid/orasi/EA76F6FC-CF95-45B1-B158-40FC6677F447%40gmail.com.

Reply via email to